Κλικ πρώτο. Καμιά δεκαριά άτομα στο μαγαζί με τα γαλακτοκομικά, ένα μισάωρο ήδη να περιμένω, τέλος χρόνου, πρέπει οπωσδήποτε να πληρώσω ένα πραγματάκι που ήδη κρατάω και να φύγω με την ψυχή στο στόμα. Παρακαλώ την μπροστινή μου κυρία, αν έχει πολλά πράγματα να ψωνίσει, να με αφήσει να πληρώσω και να φύγω. Εμφανώς αγχωμένη. Για να λάβω την απάντηση πως ο καθείς και η σειρά του και, και...θιγμένη και σε τόνο επιθετικό. Ζητάω συγγνώμη και περιμένω να παραγγείλει η κυρία. «Θέλω λίγη από αυτή τη φέτα, όχι, όχι, από την άλλη και μισό κιλό κασέρι και, και...» καμμιά δεκαριά το σύνολο πράγματα, τουτέστιν ένα εικοσάλεπτο ακόμα να περιμένω τη στιγμή που χρειαζόμουν κάπου είκοσι δευτερόλεπτα να πληρώσω και να φύγω. Η δε κυρία όσο έκανε την παραγγελία της με κοίταζε με ύφος θριαμβευτικό έως σαδιστικό σε βαθμό που υποψιάστηκα ότι επίτηδες παράγγελνε τόσα πολλά, για να βιώσει καλύτερα την περίτρανη νίκη της και να επιβάλλει έτσι την τάξη. Έκανα μεταβολή και έφυγα απογοητευμένη για τα πεδία που πολλοί άνθρωποι επιλέγουν να δώσουν τις μάχες τους και για αυτή την εχθρική περιρρέουσα ατμόσφαιρα ακόμα και σε ένα μπακάλικο.
Κλικ δεύτερο. Μαμά με την οποία ανταλλάσσω μόνον μία καλησπέρα στη σχολή χορού του τετράχρονου παιδιού μου, μου στέλνει μήνυμα με έτερη μαμά φίλη μου: «Πες στη φίλη σου να μαζεύει κότσο τα μαλλιά της κόρης της γιατί το μπαλέτο είναι ένα όραμα, μία ιδέα. Σε τελευταία ανάλυση αν δε το σέβεται, ας πάει το παιδί της κάπου αλλού, ας κάνει κάτι άλλο». Άνθρωπος που δε με γνωρίζει στο ελάχιστο, ούτε ξέρει τι σχέση μπορεί να έχω με το μπαλέτο, θεώρησε καθήκον του να με βάλει στο σωστό δρόμο με επιτιμιτικό τρόπο υποδεικνύοντας μου τι να κάνω. Φαντάζομαι ότι ξεπέφτω στο επίπεδο του κουτσομπολιού, αν συμπληρώσω ότι η εν λόγω κυρία περιαυτολογεί με κάθε ευκαιρία, κάνει επίδειξη μόδας και βαμμένου νυχιού με τον τρόπο ανθρώπου που δεν τον ενδιαφέρει ακριβώς η αισθητική, αλλά η αίσθηση ανωτερότητας που θα νιώσει έναντι των υπολοίπων γυναικών που δεν ασχολούνται τόσο με την εμφάνισή τους και επιπλέον φροντίζει να δηλώσει με τρόπο ώστε να την ακούνε όλοι, ότι το Πάσχα δεν σουβλίζουν βέβαια αρνί αλλά ψήνουν φιλετάκια. Και άλλα πολλά.
Κλικ τρίτο. Γραμματέας στην ίδια σχολή χορού με ρωτάει αν ο αναπτήρας που μου δείχνει είναι δικός μου. Κι όταν απαντάω, ναι, ευχαριστώ, με μομφή μου δηλώνει να προσέχω που μου πέφτουν οι αναπτήρες μου, γιατί τα δικά μου παιδιά θα καούν και ότι δεν είναι πράγματα αυτά. Σημειωτέον πως ο χώρος που αλλάζουν τα παιδάκια ρούχα είναι τόσο μικρός που κάθε φορά παλεύουμε να βολέψουμε στριμωγμένοι τις τσάντες σε βαθμό καταπίεσης μεγάλης. Τη τσάντα μου από την οποία έπεσε ο αναπτήρας την κρατούσα εναγωνίως πάνω από το κεφάλι μου γιατί δε χωρούσε κρεμασμένη στον ώμο μου.
Θα μπορούσα να συνεχίσω με πολλά ακόμα κλικ από την επαφή με την καθημερινότητα. Όπως φαντάζομαι, όλοι μας έχουμε κάτι να προσθέσουμε από την προσωπική μας εμπειρία από την περιπλάνηση σε έναν κόσμο εχθρικό. Κατά το ήμισυ τουλάχιστον. Γιατί την ευγενική και φιλική συμπεριφορά των άλλων τη θεωρούμε δεδομένη και την προσπερνάμε, αν και σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις στεκόμαστε. Πώς να μην σταθείς στο χαμογελαστό σερβιτόρο που νιώθεις ότι η ευγένειά του είναι στάση ζωής και όχι επαγγελματική προσποίηση. Βεβαίως αυτά συμβαίνουν σπάνια, αλλά όσο νά’ναι γαντζώνεται κανείς από τέτοια περιστατικά, όπως ναυαγός από τη σανίδα.
Αναρωτιέμαι λοιπόν τι νόημα έχουν τα πάσης φύσεως προσόντα, αν δεν υπάρχει ανθρώπινη, καταδεκτική, ευγενική, φιλική συμπεριφορά. Όπως θέλετε πέστε το. Αν ο άλλος φαντάζεται παντού δυνητικούς εχθρούς που θα τον προσπεράσουν στη σειρά και θα του φάνε τη θέση. Αν φαντασιώνεται ότι είναι ανώτερος και θέλει με κάθε τρόπο να το δείξει. Με την αλαζονική υπόδειξη περί κότσου της μπαλαρίνας, με το χώνεται μπροστά σου στο φανάρι την ώρα που εσύ και δεκάδες άλλοι περιμένετε υπομονετικά τη σειρά σας, με το να συστήνεται στην άτυχη υπάλληλο ταξιδιωτικού γραφείου ως σύζυγος του ιατρού τάδε-παύση, ώστε η υπάλληλος να προλάβει να βιώσει σε όλο της το μέγεθος την ανωτερότητα της κυρίας με την οποία συνομιλεί-, και πολλά άλλα ων ουκ έστι αριθμός.
Γι’αυτό λοιπόν και εγώ πέρασα στον αντίποδα. Παραχωρώ τη σειρά μου στο σούπερ μάρκετ, ακόμα και όταν δεν πρόκειται για κάποιον με λιγότερα ψώνια από μένα ή κάποια ταλαίπωρη μαμά που προσπαθεί να συμμαζέψει τα πιτσιρίκια της. Την παραχωρώ στον επόμενο που βλέπω αγχωμένο και ας αργήσω, μόνο και μόνο για επέλθει κάποια ισορροπία στην πλάστιγγα που γέρνει επικινδύνως προς την πλευρά των εχθρικών. Προσπαθώ να κρύψω τον οίκτο που νιώθω για την αντάρα και την αλαζονεία στην ψυχή της νεόπλουτης κυρίας που λίγο έλειψε να μου συστήσει να ξεκουμπιστώ από τη σχολή μπαλέτου, ως ασεβής που δεν μαζεύει κότσο τα μαλλιά του παιδιού της. Και της χαμογελάω φιλικά. Χαμογελώ πραγματικά με τα μάτια και όχι με μια ξερή σύσπαση του προσώπου τον υπάλληλο των διοδίων που με κοιτάζει πρωινιάτικο σαν να είμαι ο μεγαλύτερος εχθρός του ή με βαθειά περιφρόνηση. Παλεύω να βγάλω στην καθημερινότητα τον καλύτερό μου εαυτό, έστω κι αν δεν τα καταφέρνω πάντα καλά. Έστω κι αν κάποτε με παρασύρει στη λαίλαπά της η αγένεια, η κακοκεφιά, η εχθρότητα, η περιφρόνηση, η τάση επιβολής, η επίδειξη δύναμης. Είναι το μοναδικό όπλο που μας κάνει να νιώσουμε άνθρωποι. Το μοναδικό πράγμα που πραγματικά μας καταξιώνει. Η καταδεκτικότητα και η ανεπιτήδευτη ευγένεια. Όλα τα άλλα έρχονται δεύτερα και καταϊδρωμένα.
Περισσότερα...
Τρίτη 31 Μαρτίου 2009
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009
Σε λυπάμαι, γιατί ο Θεός σου κάνει ό,τι θέλει
Άτιτλο, αγνώστου ζωγράφου, περί το 1930, ιδιωτική συλλογήΣε λυπάμαι, γιατί ο Θεός σου κάνει ό,τι θέλει. Άθυρμα στα χέρια του σε πλάθει από λάσπη και σε πετά ένα τόσο δα σβολαράκι χώμα στη γη με σωρό άλλους σβόλους κάτωθε σου, που τα απόνερα της βροχής τους διέλυσαν και τους ξαναέκαναν χώμα.
Σε λυπάμαι, γιατί ο Θεός σου κάνει ό,τι θέλει. Στέλνει ακρίδες τα βάσανα και τις χαρές να σου κατατρώνε το φτωχό σου σαρκίο, βροχούλα να σε ποτίζει ρανίδες ζωής, τόσο που πάντα να διψάς και για άλλο, μπόρες να σε λούζουν με τις βρωμιές της θλίψης, σεισμούς να σε καταβαραθρώνουν σε άπατες αβύσσους, ιλίγγους να σε μετεωρίζουν πάνω από μαύρες τρύπες, αμφιβολίες να σου ξεσκίζουν τα σωθικά, θεωρίες να σε παρασύρουν σε ουτοπίες, ελπίδες να σε ξυπνάνε από τον ύπνο του δικαίου, αισιοδοξίες να φουσκώνουν τα μυαλά σου αέρα που βρωμοκοπάει φτηνό πατσουλί, απογοητεύσεις να τα ξεφουσκώνουν σα μπαλόνι που ξερνάει τον αέρα από μέσα του και σφυρίζει τρελά στην τυχαία πτήση του μέχρι να στεγνώσει από κάθε ίχνος πνοής.
Σε λυπάμαι, γιατί ο Θεός σου κάνει ό,τι θέλει. Στέλνει κολάσεις που τις θαρρείς παραδείσους μέχρι που οι φωτιές που σε γλύφουν στοργικά σε αποτεφρώνουν πριν το πάρεις χαμπάρι. Στέλνει κούφιες ιδέες που σε κουφώνουν μέχρι που έτσι κούφιος που έγινες υποχωρείς έως ότου να καταπιείς τον ίδιο σου τον εαυτό και να γυρίσει το μέσα έξω να φαίνονται τα σάπια σου εντόσθια που δεν μπορείς να ανεχτείς την αποφορά τους. Στέλνει φανταστικούς εχθρούς, φαντάσματα μαύρα κίτρινα πορτοκαλιά κόκκινα που θαρρείς πως σε βάλλουν και ραπίζεις τον αέρα δίπλα σου να τα διώξεις, να τα εξαφανίσεις, αλλά αυτά δεν φεύγουν, γίνονται όλο πιο πολλά όλο πιο πολύχρωμα όλο και πιο ανύπαρκτα. Αλλά εσύ δεν ξέρεις πια τίποτα άλλο να κάνεις από το να κουνάς τα χέρια σου σα νευρόσπαστο στα χέρια του Θεού σου, για να τα αποδιώξεις. Μέχρι που λιώνεις από τις τυχαίες κινήσεις εναντίον τυχαίων εχθρών, υπαρκτών, ανύπαρκτων, δεν έχει πια σημασία, εσύ έλιωσες σε αυτό τον ξέφρενο μάταιο αγώνα. Χωρίς να προλάβεις να ζήσεις.
Σε λυπάμαι, γιατί ο Θεός σου κάνει ό,τι θέλει. Σου δίνει την ευκαιρία να πλάσεις με τα χέρια σου ένα νέο σβολαράκι χώμα, μικρό μικρούτσικο αγαπημένο, λατρευτό, σπλάχνο των σπλάχνων σου, σαρξ εκ της σαρκός σου, ψυχή εκ της ψυχής σου, πνοή εκ της πνοής σου. Και πάνω που νιώθεις εσύ ένας μικρός θεός δημιουργός -νάτο δα το νέο σβολαράκι που έπλασες μόνος σου, να είδες μπορείς και να δημιουργείς, όχι μόνο να καταστρέφεις-, πάνω που μαλακώνεις από την ελάχιστη δύναμη της αγάπης που νόμιζες πως είχες, σου το αρπάζει ο Θεός σου το σβολαράκι σου, σε τιμωρεί για την αλαζονεία σου, σου κάνει σκόνη μπρος στα μάτια σου το πήλινο ανθρωπάκι που έπλασες με το χώμα και το αίμα σου. Και απομένεις με το νιαούρισμα της γάτας που της έπνιξε η ξαφνική μπόρα του καλοκαιριού τα γατιά, μα εκείνη δε θέλει να το πιστέψει και στα φέρνει νεκρά στο παραθύρι να τα ζωντανέψεις. Και εσύ τη λυπόσουν γιατί ακόμα δεν ήξερες ότι σε τίποτα δε διαφέρεις από τη γάτα. Ότι και εσύ θα κάνεις το ίδιο. Ότι όφειλες να λυπηθείς μαζί και τον εαυτό σου. Γιατί είσαι εσύ η γάτα εκείνη.
Σε λυπάμαι, γιατί ο Θεός σου κάνει ό,τι θέλει. Πλάθεις το σβόλο σου με κόπο να του δώσεις μορφή, να του δώσεις υπόσταση, να τον κάνεις άγαλμα έξοχο με τη λεία επιδερμίδα του Ερμή του Πραξιτέλους. Με τους βόστρυχους της κόρης του Ευθυδίκου. Τον πλάθεις σε όλη σου τη ζωή με τον ιδρώτα να τρέχει ποτάμι από την αγωνία και τον κάματο. Τον πλάθεις από μέσα και απ’έξω. Και ξεχνάς πως πήλινο είναι το άγαλμα σου. Aποξεχάστηκες με την έπαρση που σε δέρνει και για λίγο πίστεψες πως το σμιλεύεις σε μάρμαρο προορισμένο να ζει εις τους αιώνες των αιώνων. Και βλέπεις τον άψητο πηλό σου, βλέπεις το υπέροχο άγαλμα σου να διαλύεται σε κόκκους σκόνης από τους τυχάρπαστους αέρηδες. Και απλώνεις τα χέρια να τους αρπάξεις, να τους περισώσεις και βλέπεις πως δεν έχεις χέρια, πως σκόνη γινήκανε κι αυτά. Και απομένεις άλαλος να θρηνείς την εφήμερή σου ύπαρξη και να καταριέσαι την ματαιότητα του αγώνα και της αγωνίας σου. Να κοιτάς τη φωτογραφία σου την καλοδουλεμένη και γυαλιστερή και να τη φαντάζεσαι ανελέητα φθαρμένη και ξεσκισμένη από το χρόνο. Να τη φαντάζεσαι παλιόχαρτο βαρκούλα να ταξιδεύει μισολυωμένη στους υπονόμους και τον πηλό σου σκόνη που αιωρείται στο παντού και στο πουθενά. Τετέλεσται.
Σε λυπάμαι, γιατί ο Θεός σου κάνει ό,τι θέλει. Παίζεις, γελάς, τραγουδάς, ονειρεύεσαι, ερωτεύεσαι, αγαπάς, ψελλίζεις, πέφτεις, σηκώνεσαι, δημιουργείς, φαντάζεσαι, δίνεις, παίρνεις, κανακεύεις, νταντεύεις, νιώθεις, φυτεύεις, κόβεις τους καρπούς, αγναντεύεις, αδράχνεις, αποδιώχνεις κόκκο-κόκκο τις βρωμιές από πάνω σου. Και όλο σου κολλάνε καινούργιες. Και όλο σου φαίνονται λίγα όλα τούτα. Και όλο σπαταλάς τη ζήση σου στο βουρκάδι της μιζέριας, της οργής, του πόνου, της αλαζονείας, του μίσους, της μικρότητας, του πόθου για επιβολή, του τίποτα και της ουτοπίας. Και έρχονται αστραπές ξαφνικές που φωτίζουν την αχάριστή σου ύπαρξη και τότε απορείς πώς έγινε και δεν το κατάλαβες πρωτύτερα πως η ζήση σου είναι άθροισμα στιγμών πολύτιμων μοναδικών και λιγοστών. Πως αυτές είναι ο θησαυρός σου. Πως τα διαμάντια που βρέθηκαν στο διάβα σου τα κλότσησες, γιατί σου φανήκανε λίγα ή μαυρισμένα από την καρβουνόσκονη που είχαν κυλιστεί. Πως τώρα το σεντούκι σου είναι άδειο, αλλά είναι πια αργά. Γιατί είσαι από λάσπη φτιαγμένος –το ξέχασες εν τω μεταξύ- και τα δάχτυλά σου λιώσανε, δεν βαστούν πια τίποτα, τίποτα δεν μπορούν να πιάσουν, ούτε τα διαμάντια που βλέπουν να λαμπυρίζουν εκτυφλωτικά παντού ολούθε σου. Η αστραπή σού φώτισε τους θησαυρούς αλλά δε δύνασαι πια έτσι νερουλή λάσπη που κατέληξες να τους κρατήσεις μέσα σου. Τέλος χρόνου.
Σε λυπάμαι, γιατί ο Θεός σου κάνει ότι θέλει. Γιατί δεν είχες καταλάβει αυτό που ένα κοριτσάκι δυόμισι χρονώ, που δεν έχει ακόμα τυφλωθεί σαν εσένα, κατάλαβε. Αυτό που υποψιασμένο σου πέταξε με οίκτο και περιφρόνηση, όταν εσύ του ψέλλιζες ανυποψίαστη α μπε μπα μπλομ: «Σε λυπάμαι, γιατί ο Θεός σου σε κάνει ό,τι θέλει». Και πρόσθεσες εσύ του κίθε μπλομ, γιατί αυτή ήταν η μόνη απάντηση που είχες.
Περισσότερα...
Ετικέτες
απολογίες και απολογισμοί
Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009
Σαν παλιά φωτογραφία
εικ: Στο κέντρο Σπύρος Καλογήρου, αριστερά (;), δεξιά (;)Είναι μερικές φωτογραφίες που σε ταξιδεύουν χρόνια πίσω πολλά, σε μέρη που δεν πήγες. Που σε κάνουν να συλλαμβάνεις μία στιγμή που εσύ προσωπικά δεν έζησες. Που σου ανοίγουν παράθυρο σε έναν κόσμο που δεν είναι ο δικός σου. Που σε κάνουν να νιώσεις πράγματα που δεν τα περίμενες, γιατί τα συναισθήματα αυτά δεν είναι δικά σου, είναι δανεικά, τα πήρες από τα πρόσωπα της φωτογραφίας.
Που σε κάνουν να σκέφτεσαι πώς θα φαίνεται η ζωή σου, όταν τα δισέγγονα σου ή κάποιος άλλος βάλουν στη σειρά στο πάτωμα τις φωτογραφίες που δείχνουν τη μορφή σου. Όσες έχουν σωθεί. Και τότε αναρωτιέσαι τι θα δείχνει αυτή η ταινία καρέ-καρέ από εικόνες που κάποιος έκανε τον κόπο να τραβήξει και να παγώσει κάποιες στιγμές στο διηνεκές του χρόνου. Και αυτές οι στιγμές τι σήμαιναν για σένα; Πολλά, λίγα, τίποτα; Και όμως αυτές μονάχα σώθηκαν, αυτές είναι το παραθύρι που θα κοιτάξουν κλεφτά τη μισοξεχασμένη και θολή σου ύπαρξη κάποιοι άνθρωποι που μπορεί να έχεις το ίδιο αίμα μαζί τους και που τώρα δα είναι αγέννητοι, αλλά περιμένουν με υπομονή να έρθει η σειρά τους. Ή να μην έρθει. Πάντως η δικιά σου θα έχει περάσει με την αράδα της. Όπως πρέπει. Και πού να το φανταζόσουν τη στιγμή που σε έπιασε ο φακός να γελάς, να κλαις ή να ρίχνεις ζάρια πως αυτό το κομμάτι της ζήσης σου θα επιβιώσει. Καλό κακό, αντιπροσωπευτικό, ψεύτικο, αληθινό, λίγο, ωραίο, άσχημο, τυχαίο, μηδαμινό, δεν έχει σημασία. Αυτό είναι το παράθυρο που θα σε κοιτάξουν και θα σε ψυχανεμιστούν οι επόμενοι. Αν κάπου, κάποτε, κάπως ανασύρουν το ξεχασμένο κουτί με τις φωτογραφίες των προγόνων κιτρινισμένες και ξέθωρες τελευταίο κουρέλι στα γυμνά σου κόκκαλα.
Είναι μερικές φορές την ώρα που ζούμε, που νιώθουμε σαν να συμμετέχουμε σε ταινία. Σαν να μην είμαστε εμείς που τα ζούμε όλα τούτα, αλλά κάποιος άλλος με τη μορφή μας και εμείς παρακολουθούμε από ψηλά τις κινήσεις του, τα λόγια του, την ψυχή του απλοί θεατές. Ηθοποιοί στην ίδια μας τη ζωή. Τότε το ξέρουμε βαθιά μέσα μας πως κάπως έτσι θα θεώνται την ύπαρξή μας οι άνθρωποι μετά από εμάς, ένα κορίτσι με τη ματιά μας, ένα αγόρι με τα μάτια της γιαγιάς μας που πάντα θέλαμε να έχουμε αλλά δε μας έλαχαν. Κάπως έτσι σαν ταινία στο σινεμά, μόνο που τώρα, την ώρα που εκείνο το κορίτσι και το αγόρι από κάποιο παρακλάδι πολύ μακρινό από το δικό μας κλαδάκι θα κοιτούν τις φωτογραφίες μας, εμείς θα είμαστε πράγματι οι ηθοποιοί, αλλά η ταινία παλιά και η φωνή της ψυχής ίσα που θα αποτυπώνεται στο βλέμμα της στιγμής που είχε συλλάβει ο φακός τότε. Η κόπια χαλασμένη, οι θεατές-θα υπάρχει τελικά άραγε κανείς- ανυπόμονοι να ζήσουν τη δική τους ταινία. Αλλά μπορεί και κάποιος με τα μάτια της γιαγιάς μας που δεν αξιωθήκαμε να έχουμε, να κοντοσταθεί και να ταξιδεψει για λίγο μαζί μας.
Περισσότερα...
Ετικέτες
απολογίες και απολογισμοί
Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009
But the grass is always greener on the other side
Συνέχεια του παιχνιδιού «Πες μου μια ιστορία, δίχως τέλος» από το blog "Blogging outside the frame" στη διεύθυνση http://bloggingoutsidetheframe.blogspot.com/2009/03/blog-post_09.html
Γιατί κάθε μια άνοιξη που έρχεται το ίδιο πράγμα λέει, ο έρωτας πάντα βρίσκεται σ’ ό,τι δεν μας ανήκει.
But the grass is always greener on the other side
The neighbour's got a new car that you wanna drive
Οι νάνοι που ζουν ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι μέχρι που βλέπουν τους άλλους και τότε καταλαβαίνουν ότι είναι νάνοι. Και γκρεμίζουν την ευτυχία τους σκάβοντας τη συθέμελα με τα νύχια, γιατί, όχι, δεν τη δικαιούνται από το ύψος τους. Ο δικός τους έρωτας ήταν μια φαντασίωση, δεν μπορεί να υπήρξε. Κοίτα, αγάπη μου, τον έρωτα των άλλων πόσο ανώτερος είναι από τον δικό μας. Εμπρός ας δοκιμάσουμε να ερωτευτούμε έναν γίγαντα που δεν είναι σαν και εμάς κι ούτε πρόκειται ποτέ να μας ανήκει. Αυτός είναι άπιαστος κι έτσι δεν κινδυνεύουμε να τον αλώσουμε και να τον βαρεθούμε. Δεν κινδυνεύουμε να πούμε, πάμε για άλλο φρούριο, αυτό το κατακτήσαμε, ωραία η θέα από εδώ πάνω, αλλά πάντα η ίδια. Τη συνήθισα. Μου ανήκει πια. Κι όπως όλοι ξέρουμε, ο έρωτας πάντα βρίσκεται σε ό,τι δε μας ανήκει.
Τα δυο πράσινα μάτια στο μπαρ της Καζαμπλάνκα. Μέρος μακρινό, ακούγεται εξωτικό, ήταν εξωτικό για το φανταράκι που ήταν μακριά από την πατρίδα του. Αρσενικό νεαρό, συλλέκτης εικόνων γυναικών για το άλμπουμ της ζωής του. Φοβάται πως θα μείνει άδειο, όταν το κοιτά στα γεράματά του, γιατί το ξέρει από τώρα ότι η μελλοντική του συμβία γρήγορα θα του κάνει απογόνους, γρήγορα η νεαρή εικόνα της θα καλυφθεί από στρώματα σοβά σκασμένου που απελπισμένα παλεύει να κρύψει τις ρωγμές του χρόνου στο πρόσωπό της. Το ξέρει ότι ο στόχος πρέπει να είναι ψηλά. Πρέπει να είναι στα σίγουρα ακατόρθωτος. Πρέπει γιατί κάτι χρειάζεται κι αυτός ο δόλιος να έχει πρόχειρο προς έρωτα στο πέρασμα του χρόνου. Κάτι που να μην είναι δικό του. Κάτι που δε γερνά μαζί του. Κάτι που να σηκώνει ψηλά τα χέρια να τ’αρπάξει αλλά να του γλιστρά μέσα από τα δάκτυλα. Για να μπορεί να κάνει ανατάσεις χεριών και επικύψεις, τις τόσο απαραίτητες για τη σωματική, ψυχική και ερωτική μας υγιεία. Για να μπορεί να είναι πάντα ερωτευμένος. Για να βρίσκει έτσι λόγο να ζει. Γι’αυτό και ο έρωτας πάντα βρίσκεται σε ό,τι δεν μας ανήκει. Ιδίως την άνοιξη.
Βαλς με τον Μπασίρ. Ταινία εβραϊκή. Iσραηλινοί στρατιώτες χρόνια μετά τη συμμετοχή τους στον πόλεμο (χρειάζεται να πω αιματηρή;) ανακαλύπτουν έντρομοι ότι δε θυμούνται τι κάνανε. Πού ήτανε. Ποιους σφάξανε. Γιατί αποφάσισαν πως όλα αυτά δε συμβαίνουν στους ίδιους. Δεν μπορεί να συμβαίνουν σ’αυτούς. Όχι, όχι Θεέ μου. Ή, αν θυμούνται, δεν ενοχλούνται γιατί τα μάτια τους κατέγραψαν τη φρίκη που δέχτηκαν και που δημιούργησαν σαν κάμερες. Μια ταινία είναι όλο κι όλο. Δεν είμαι εγώ που σκοτώνω το παιδί. Είναι ένας ηθοποιός. Εγώ βρίσκομαι βουλιαγμένος στα βάθη του καναπέ μου και τα παρακολουθώ. Δε με αφορούν. Κι όταν τελειώσει η ταινία, θα σηκωθώ, θα κλείσω την τηλεόραση, θα βάλω τις παντόφλες μου και θα πέσω για ύπνο. Θα κοιμηθώ σαν πουλάκι. Γιατί η ενοχή πάντα βρίσκεται σε ό,τι δεν μας αφορά. Γιατί αντιστοίχως ο έρωτας πάντα βρίσκεται σε ό,τι δεν μας ανήκει. Κάτι μακρινό και άπιαστο. Κάτι που αφού κρυφτούμε πίσω από την κουρτίνα το παρακολουθούμε και ναι, δικαιούμαστε να ονειρευτούμε πως το θέλουμε, είτε λέγεται απενοχοποίηση, είτε λέγεται έρωτας. Μας βοηθάει να επιβιώσουμε. Ποτέ όμως να το κατακτήσουμε. Γιατί αν περιμένουμε τους βαρβάρους κι αυτοί τελικά έρθουν, τι θα κάνουμε; Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μία κάποια λύσις.
Ο έρωτας βρίσκεται σε ό,τι μας ανήκει. Τον κοιτάμε κατάματα. Άντρες στις επάλξεις. Βουτάτε στα βαθειά γιατί πνιγόμαστε.
Και για όποιον ενδιαφέρεται να συμμετάσχει,
Σκοπός και οδηγίες του παιγνιδιού
(Ακολούθησαν άλλοι τέσσερεις γύροι, στα ιστολόγια των Webwalker, Χρονοστοιβάδα, ΚostasLG και Στενήμαχος Αδόκητος, που είναι και ο τελευταίος που παρέλαβε τη σκυτάλη. Στο ιστολόγιό του μπορεί όποιος έχει διάθεση, να συνεχίσει από την καταληκτική του πρόταση.)
Περισσότερα...
Γιατί κάθε μια άνοιξη που έρχεται το ίδιο πράγμα λέει, ο έρωτας πάντα βρίσκεται σ’ ό,τι δεν μας ανήκει.
But the grass is always greener on the other side
The neighbour's got a new car that you wanna drive
Οι νάνοι που ζουν ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι μέχρι που βλέπουν τους άλλους και τότε καταλαβαίνουν ότι είναι νάνοι. Και γκρεμίζουν την ευτυχία τους σκάβοντας τη συθέμελα με τα νύχια, γιατί, όχι, δεν τη δικαιούνται από το ύψος τους. Ο δικός τους έρωτας ήταν μια φαντασίωση, δεν μπορεί να υπήρξε. Κοίτα, αγάπη μου, τον έρωτα των άλλων πόσο ανώτερος είναι από τον δικό μας. Εμπρός ας δοκιμάσουμε να ερωτευτούμε έναν γίγαντα που δεν είναι σαν και εμάς κι ούτε πρόκειται ποτέ να μας ανήκει. Αυτός είναι άπιαστος κι έτσι δεν κινδυνεύουμε να τον αλώσουμε και να τον βαρεθούμε. Δεν κινδυνεύουμε να πούμε, πάμε για άλλο φρούριο, αυτό το κατακτήσαμε, ωραία η θέα από εδώ πάνω, αλλά πάντα η ίδια. Τη συνήθισα. Μου ανήκει πια. Κι όπως όλοι ξέρουμε, ο έρωτας πάντα βρίσκεται σε ό,τι δε μας ανήκει.
Τα δυο πράσινα μάτια στο μπαρ της Καζαμπλάνκα. Μέρος μακρινό, ακούγεται εξωτικό, ήταν εξωτικό για το φανταράκι που ήταν μακριά από την πατρίδα του. Αρσενικό νεαρό, συλλέκτης εικόνων γυναικών για το άλμπουμ της ζωής του. Φοβάται πως θα μείνει άδειο, όταν το κοιτά στα γεράματά του, γιατί το ξέρει από τώρα ότι η μελλοντική του συμβία γρήγορα θα του κάνει απογόνους, γρήγορα η νεαρή εικόνα της θα καλυφθεί από στρώματα σοβά σκασμένου που απελπισμένα παλεύει να κρύψει τις ρωγμές του χρόνου στο πρόσωπό της. Το ξέρει ότι ο στόχος πρέπει να είναι ψηλά. Πρέπει να είναι στα σίγουρα ακατόρθωτος. Πρέπει γιατί κάτι χρειάζεται κι αυτός ο δόλιος να έχει πρόχειρο προς έρωτα στο πέρασμα του χρόνου. Κάτι που να μην είναι δικό του. Κάτι που δε γερνά μαζί του. Κάτι που να σηκώνει ψηλά τα χέρια να τ’αρπάξει αλλά να του γλιστρά μέσα από τα δάκτυλα. Για να μπορεί να κάνει ανατάσεις χεριών και επικύψεις, τις τόσο απαραίτητες για τη σωματική, ψυχική και ερωτική μας υγιεία. Για να μπορεί να είναι πάντα ερωτευμένος. Για να βρίσκει έτσι λόγο να ζει. Γι’αυτό και ο έρωτας πάντα βρίσκεται σε ό,τι δεν μας ανήκει. Ιδίως την άνοιξη.
Βαλς με τον Μπασίρ. Ταινία εβραϊκή. Iσραηλινοί στρατιώτες χρόνια μετά τη συμμετοχή τους στον πόλεμο (χρειάζεται να πω αιματηρή;) ανακαλύπτουν έντρομοι ότι δε θυμούνται τι κάνανε. Πού ήτανε. Ποιους σφάξανε. Γιατί αποφάσισαν πως όλα αυτά δε συμβαίνουν στους ίδιους. Δεν μπορεί να συμβαίνουν σ’αυτούς. Όχι, όχι Θεέ μου. Ή, αν θυμούνται, δεν ενοχλούνται γιατί τα μάτια τους κατέγραψαν τη φρίκη που δέχτηκαν και που δημιούργησαν σαν κάμερες. Μια ταινία είναι όλο κι όλο. Δεν είμαι εγώ που σκοτώνω το παιδί. Είναι ένας ηθοποιός. Εγώ βρίσκομαι βουλιαγμένος στα βάθη του καναπέ μου και τα παρακολουθώ. Δε με αφορούν. Κι όταν τελειώσει η ταινία, θα σηκωθώ, θα κλείσω την τηλεόραση, θα βάλω τις παντόφλες μου και θα πέσω για ύπνο. Θα κοιμηθώ σαν πουλάκι. Γιατί η ενοχή πάντα βρίσκεται σε ό,τι δεν μας αφορά. Γιατί αντιστοίχως ο έρωτας πάντα βρίσκεται σε ό,τι δεν μας ανήκει. Κάτι μακρινό και άπιαστο. Κάτι που αφού κρυφτούμε πίσω από την κουρτίνα το παρακολουθούμε και ναι, δικαιούμαστε να ονειρευτούμε πως το θέλουμε, είτε λέγεται απενοχοποίηση, είτε λέγεται έρωτας. Μας βοηθάει να επιβιώσουμε. Ποτέ όμως να το κατακτήσουμε. Γιατί αν περιμένουμε τους βαρβάρους κι αυτοί τελικά έρθουν, τι θα κάνουμε; Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μία κάποια λύσις.
Ο έρωτας βρίσκεται σε ό,τι μας ανήκει. Τον κοιτάμε κατάματα. Άντρες στις επάλξεις. Βουτάτε στα βαθειά γιατί πνιγόμαστε.
Και για όποιον ενδιαφέρεται να συμμετάσχει,
Σκοπός και οδηγίες του παιγνιδιού
(Ακολούθησαν άλλοι τέσσερεις γύροι, στα ιστολόγια των Webwalker, Χρονοστοιβάδα, ΚostasLG και Στενήμαχος Αδόκητος, που είναι και ο τελευταίος που παρέλαβε τη σκυτάλη. Στο ιστολόγιό του μπορεί όποιος έχει διάθεση, να συνεχίσει από την καταληκτική του πρόταση.)
Περισσότερα...
Ετικέτες
μπλογκοπαίγνιδο
Τρίτη 10 Μαρτίου 2009
Η χώρα των λέξεων
Φθινοπωρινά χρώματα ποταμών και βουνών, ανώνυμος Κινέζος καλλιτέχνης,δυναστεία Song (960–1127 AD)
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα αλλιώτικη, η χώρα των Λέξεων. Ήταν γεμάτη με οροσειρές φτιαγμένες από λέξεις. Τα σύνορά της ήταν περιτριγυρισμένα από βουνά γραμμάτων. Τα πιο σπουδαία από αυτά ήταν η οροσειρά της ΑΓΑΠΗΣ, λιγάκι ανατολικότερα το μέγα βουνό της ΟΡΓΉΣ, δυτικά απλώνονταν οι βουνοκορφές της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, παρακεί το όρος της ΤΕΧΝΗΣ. Βορινά αντίκρυζε κανείς τις ραχούλες της ΦΙΛΟΧΡΗΜΑΤΙΑΣ και στο κέντρο δέσποζε η οροσειρά της ΑΛΑΖΟΝΕΙΑΣ. Ενδιάμεσα, όπου περίσσευε χώρος, τον γέμιζαν τα λοφάκια της ΘΛΙΨΗΣ. Οι κάτοικοι αυτής της χώρας ήταν όλοι ορειβάτες. Με το που γεννιόντουσαν μάθαιναν να σκαρφαλώνουν. Μερικοί δοκίμαζαν να ανέβουν σε δύο-τρία βουνά πριν καταλήξουν σε ένα συγκεκριμένο. Οι περισσότεροι όμως διάλεγαν το βουνό τους και αναρριχώνταν σε αυτό καθημερινά όλο και πιο ψηλά. Κάθε μέρα είχαν να επιδείξουν την κατάκτηση και μιας νέας κορφούλας. Τότε περιχαρείς πέφταν το βράδυ στα μαλακά τους κρεβατάκια και ονειρεύονταν την κατάκτηση της ψηλότερης κορφής του βουνού τους.
Αυτό όμως δεν τους αρκούσε. Δεν ήθελαν μονάχα να κατακτήσουν την ψηλότερη κορφή του βουνού που είχαν διαλέξει. Ήθελαν κιόλας να αποδείξουν σ’όλους τους άλλους ότι το δικό τους το βουνό ήταν το ψηλότερο. Έτσι είχαν χωριστεί σε ομάδες ισάριθμες με τα βουνά της χώρας τους. Ο ορειβατικός σύλλογος των Αγαπώντων φορούσαν ροζ μπότες. Ο σύλλογος των Οργισμένων μπλε σκούφους. Οι Ελεύθεροι γαλάζια φτερά. Οι Καλλιτέχνες πένες, πινέλα ή σμίλες πίσω από το αυτί. Οι Φιλοχρήματοι μπλούζες από ραμμένα μεταξύ τους χαρτονομίσματα. Οι Αλαζονικοί λοφία από πολύχρωμα φτερά. Και τέλος ο ορειβατικός σύλλογος των Θλιμμένων που πάντα περπατούσαν με τους ώμους πεσμένους. Όλοι τους, όταν δεν ορειβατούσαν, φιλονικούσαν μεταξύ τους για το ποιος από τους συλλόγους ήταν ο καλύτερος. Καμμιά φορά πολεμούσαν στ’αλήθεια και εκτόξευαν με τα κανόνια τους, άλλοι λόγια αγάπης, άλλοι ξεφωνητά οργής. Μερικοί πετούσαν με φόρα στους αντιπάλους τους κατακέφαλα επαναστατικά συνθήματα, για να μην πούμε για όσους χρησιμοποιούσαν αιχμηρά βέλη από ποιητικούς στίχους και χρώματα ζωγραφικής. Αξίζει να μνημονεύσουμε τη μεγάλη μάχη στην πεδιάδα των Αξιών όπου οι Φιλοχρήματοι, που είχαν συμμαχήσει με τους Αλαζονικούς, σκέπασαν με σωρούς από κέρματα τους αντιπάλους τους και θα επικρατούσαν, αν οι Θλιμμένοι δεν ξέπλεναν τους σωρούς με τα ποτάμια των δακρύων τους. Πάντως όταν οι κάτοικοι της χώρας των λέξεων δεν πολεμούσαν μεταξύ τους, ήταν απασχολημένοι με την αναρρίχηση.
Οι Αγαπώντες με τις ροζ μπότες ξεκινούσαν από την πιο χαμηλή κορφούλα, την Αγάπη Για Τους Γονείς. Συνέχιζαν ακάθεκτοι μέχρι να κατακτήσουν τη δύσβατη κορφή του Έρωτα.

Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Τότε φορούσαν κονκάρδες σε σχήμα καρδιάς με το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα αγκαλιασμένους. Πέφταν, ξαναπέφταν, ξανασηκώνονταν, κάποιοι τελικά τα κατάφερναν κι αυτοί βρίσκαν ένα ζευγάρι δυνατά φτερά έπαθλο στην κορυφή, που το φορούσαν σε όλη την υπόλοιπη ζήση τους. Κάποιοι έχαναν τον προσανατολισμό τους και δεν έφταναν ποτέ ούτε στους πρόποδες. Άλλοι ξεγελιόντουσαν και ανέβαιναν αλλού, πιστεύοντας πως αυτό είναι το βουνό του Έρωτα. Οι μισοί από αυτούς ανάκαλυπταν το σφάλμα τους έντρομοι και κατάκοποι, αλλά παρόλα αυτά συνέχιζαν να ψάχνουν το αληθινό βουνό του Έρωτα. Οι άλλοι μισοί δεν το ανακάλυπταν ποτέ ή έκριναν ότι είχαν χάσει πολύ χρόνο και δεν προλαβαίνουν να ξαναπροσπαθήσουν. Αυτοί ξεκαρφίτσωναν τις κονκάρδες με το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα και τότε γίνονταν ξαφνικά τόσο αδύναμοι που σέρναν τα πόδια τους. Μετά ανάβαιναν στο βουνό της Αγάπης Των Παιδιών Τους. Η ανάβαση ήταν εύκολη, όμως οι περισσότεροι κάνανε το σφάλμα να ζώνουν με αλυσίδες το βουνό και τότε δυνατοί σεισμοί τους στέλνανε με μια γλιστερή τσουλήθρα από την κορυφή στα ριζά. Η ψηλότερη πάντως κορυφή της οροσειράς της Αγάπης ονομαζόταν Αγάπη Για Τον Άνθρωπο. Αυτήν ελάχιστοι την είχαν πατήσει και γι’αυτό οι υπόλοιποι, που δεν κάνανε καν τον κόπο να προσπαθήσουν, τους θεωρούσαν ή αγίους ή ηλιθίους.
Οι Οργισμένοι ήταν οι πολυπληθέστεροι. Τόσο, που η χώρα των Λέξεων, όταν την έβλεπε κανείς από αεροπλάνο, έμοιαζε μπλέ εξαιτίας των μπλέ σκούφων τους και του ελαφρώς μπλάβου δέρματός τους από το συνεχή θυμό. Σχεδόν όλοι είχαν ξεχάσει πια γιατί ήταν τόσο οργισμένοι. Είχαν όμως τόσο συνηθίσει, που συνέχιζαν να θυμώνουν κάνοντας μάλιστα πρόβες στον καθρέπτη για να δουν αν μπλαβίσαν ακόμα περισσότερο. Θα έλεγε κανείς ότι καμάρωναν με το θυμό τους και λίγο τους ενδιέφερε προς ποιον θα τον ξαμολύσουν. Υπήρχαν όμως μερικοί που ποτέ δεν ξεχνούσαν το λόγο της οργής τους και μήτε που τους άρεσε να θυμώνουν αλλά ξέρανε πως δε γίνεται να κάνουν αλλιώς.

Η τύφλωση του Πολυφήμου από τον Οδυσσέα, Μουσείο Άργους (7ος αι. π.Χ.)
Πάντως όλοι σχεδόν ανεξαιρέτως είχαν από καιρό γίνει άθεοι ή είχαν πια ξεχάσει εκείνο τον παμπάλαιο θεό τους, που τους μάθαινε πώς να συγκρατούν την οργή τους μέχρι να βρουν κατάλληλη ευκαιρία να εκδικηθούν τον Πολύφημό τους. Αλλιώς θα έμεναν για πάντα κλεισμένοι στη σπηλιά του. Πράγμα που είχαν πάθει οι περισσότεροι οργισμένοι και τώρα απορούσαν τι άραγε να σημαίνει η λέξη «τλημοσύνη»(1) που έβλεπαν παντού χαραγμένη στα τοιχώματα της σπηλιάς από κάποιον Οδυσσέα.
Στα βουνά της Ελευθερίας, οι Ελεύθεροι πετούσαν με όμορφα φτερά- αν και μερικά μαδημένα ή ξέθωρα από την πολυκαιρία- φτιαγμένα από γαλάζια συνθήματα. Τα φτερά όμως δεν τους έκαναν να σκαρφαλώνουν γρηγορότερα από τους άλλους, αφού σε κείνα τα μέρη φυσούσαν συνεχώς δυνατοί αέρηδες που παράσερναν τους δύστυχους ορειβάτες σε άλλα βουνά

"H αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα", Jan Saenredam, 1604
ή το χειρότερο σε αλλόκοτες σκοτεινές σπηλιές (2) που ήταν αναγκασμένοι να κάθονται σ’όλη τους τη ζωή δεμένοι σε καρέκλες με τις πλάτες γυρισμένες στον ήλιο, τόσο που ούτε που είχαν αντιληφθεί την ύπαρξή του. Όλοι τους, εκτός από τους κλεισμένους στη σπηλιά που τους αρκούσε το φως του κεριού και περνούσαν για τρελό όποιον τους μίλαγε για την ύπαρξη του ήλιου, θέλανε να φτάσουν στην ψηλότερη κορφή για να μπορούν να αντικρύσουν ευκολότερα κατάματα τον ήλιο. Κάποιοι τα κατάφερναν μετά βίας αλλά οι πιο πολλοί γκρεμίζονταν καθ’οδόν σε χαράδρες γεμάτες κοκαλάκια για τα μαλλιά, καλλυντικά, αυτοκινητάκια, χαρτοπετσέτες, οδοντογλυφίδες, ρούχα, παιγνίδια, φελλούς, σπάνια φαγιά, πινέζες, κουκλόσπιτα, αρωματικά κεριά, χαλιά, βίδες σπιρτόκουτα, οθόνες και θάβονταν εκεί για πάντα. Οι περισσότεροι πάντως ξεχνούσαν σπίτι τα ειδικά γυαλιά που τους επέτρεπαν να βλέπουν μέσα τους και γι’αυτό δε βλέπανε πού είναι η ψηλότερη κορφή της οροσειράς τους. Μάταια την αναζητούσαν έξω τους.
Οι ορειβάτες-Καλλιτέχνες ήταν οι πιο αλλόκοτοι απ’όλους. Τουλάχιστον έτσι πίστευαν οι υπόλοιποι, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν ούτε τι έκαναν, ούτε γιατί. Κάποιος ποιητής (3) σαν πρόκες κάρφωνε τις λέξεις να μην τις παίρνει ο άνεμος. Έναν άλλο τον κοροϊδεύανε ποιητή της Κυριακής (4), επειδή κοιτούσε συνεχώς κατάματα τον ήλιο τον ηλιάτορα, και σχεδόν ποτέ τα σκοτάδια, όμως πράγμα περίεργο, όχι μόνο δεν τυφλώθηκε από το δυνατό φως, αλλά έγινε κι ο ίδιος ένας δεύτερος ήλιος.

H Κόρη του Ευθυδίκου (π. 490 π.Χ.)
Άλλος έβγαλε από την ψυχή του ένα κομμάτι μάρμαρο και σμίλευε πάνω του κόρες και κούρους. Ένας τρίτος άγγιξε με το ακροδάκτυλό του το Θεό και τον Αδάμ και τους έδωσε πνοή (5).

Άποψη του Τολέδο, Ελ Γκρέκο
Κάποιος ζωγράφισε ένα συννεφιασμένο ουρανό κι από τότε τα σύννεφα αντιγράφουν τον πίνακά του για να μοιάζουν αληθινά (6). Ένας άλλος άνοιγε το κεμέρι με τις νότες και ύφαινε μ’αυτές στις καρδιές των τριγύρω του ανεξίτηλα το αρχοντόπουλο, τον Κεμάλ (7). Υπήρχαν κι άλλοι όμως καλλιτέχνες-ορειβάτες που τα μάτια τους ήταν σκεπασμένα με δυο φλουριά, γι’αυτό και δε βλέπανε ούτε τα χρώματα ούτε τα λόγια που τους ψιθύριζε η ψυχή τους, μόνο πασάλειβαν τα χαρτιά τους με ορνιθοσκαλίσματα ή τραγουδούσαν με την άψογη φωνή τους αλλά δεν ακουγόταν παρά ένας άψυχος μεταλλικός κρότος τρομερά παράφωνος μέσα στην τελειότητά του.
Οι Φιλοχρήματοι ήταν ανεπαρκώς εφοδιασμένοι για ορειβασία. Οι μπλούζες τους οι φτιαγμένες από χαρτονομίσματα σκίζονταν κάθε τόσο και έπρεπε να ράβουν άλλες, αλλά ακόμα και έτσι η καρδιά τους ξεπάγιαζε σε τέτοια υψόμετρα.
Ο Μίδας, James Gillray (1757-1815) Ο καθένας τους σκαρφάλωνε ολομόναχος μέσα σε μια κάψουλα που δε χωρούσε άλλον κανένα. Συχνά-πυκνά παραμόνευαν στις κακοτοπιές τους φτωχούς περαστικούς να τους αρπάξουν το υστέρημα και την αξιοπρέπειά τους. Τότε η κάψουλά τους μίκραινε και αναγκάζονταν για να χωρέσουν να πετάξουν ένα κομμάτι του εαυτού τους: τη συνείδησή τους που έκτοτε τριγύρναγε σα μαύρο φάντασμα ανέστιο να στοιχειώνει εκείνα τα βουνά. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν ήταν όλοι τους εξαιρετικά επίμονοι. Αλλά οι δυστυχείς δεν έβλεπαν κάτι που ήξεραν όλοι οι άλλοι κάτοικοι της χώρας που αγνάντευαν από μακριά: ότι το όρος της ΦΙΛΟΧΡΗΜΑΤΙΑΣ δεν έχει ψηλότερη κορφή που να μπορεί να κατακτηθεί. Γιατί πάνω που νόμιζε κάποιος πως την πάτησε και ήρθε η ώρα να αναπαυθεί, θάμα μεγάλο συνέβαινε, αυτή ψήλωνε κι άλλο. Ήταν άπιαστη. Κι όπως κάθε τι το άπιαστο άφηνε στους ορειβάτες το αίσθημα του ανικανοποίητου. Τότε ήταν στιγμές που θέλανε ένα γλυκό λόγο παρηγόριας, μα ήταν η κάψουλά τους μικρή, πολύ μικρή και δε χώραγε κανέναν για να τους τον ψιθυρίσει. Ούτε καν τη συνείδησή τους.
Οι Αλαζόνες είχαν δημοφιλή σύλλογο με πολλά μέλη. Κυκλοφορούσαν πάντα με λοφία με πολύχρωμα φτερά, για να ξεχωρίζουν από τους άλλους. Τα φτερά συχνά μαδούσαν αλλά εκείνοι συνέχιζαν να καμαρώνουν, γιατί δε βλέπανε πέρα από τη μύτη τους ώστε να το αντιληφθούν. Και αυτό ήταν αναμενόμενο, αφού η μύτη τους ήταν τόσο μεγάλη και διαρκώς στραμμένη προς τα πάνω, που τους έκρυβε τη θέα των μαδημένων γελοίων φτερών τους. Έτσι έπαθε για παράδειγμα μία σύζυγος ιατρού που κράτησε καρέκλα δίπλα της για την τσάντα της διώχνοντας όποιον πήγαινε να καθήσει. Η τσάντα της ήταν σπουδαίο πρόσωπο και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ένας άλλος, στρατηγός, βημάτιζε πάνω-κάτω με τη μεγάλη του στολή και μάζευε βόμβες να αφανίσει τις μυρμηγκοφωλιές κάτωθε του. Μία συγγραφέας δεν ήξερε τι άλλο να πει για τον εαυτό της κι όλο επανάλαμβανε μονότονα ότι είχε γράψει εικοσιπέντε βιβλία, εικοσιπέντε βιβλία, εικοσιπέντε βιβλία. Όλοι τους είχαν από έναν μαγικό καθρέπτη που ανελλιπώς ρωτούσανε:

Ο άρχοντας Farquaad από την ταινία Σρεκ
«Καθρέπτη καθρεπτάκι μου, ποιος στον κόσμο αυτό είναι ο πιο δυνατός;» αυτό ήταν το πιο συχνό ερώτημα, αλλά πολλοί ρωτούσαν επίσης ποιος είναι ο πιο μορφωμένος ή ο πιο ωραίος ή ποιος έχει τα περισσότερα πτυχία ή τη μεγαλύτερη εξουσία, ή την καλύτερη δουλειά ή το πιο πράσινο δέρμα (ξέχασα να πω ότι στη χώρα αυτή όσο πιο πράσινος ήταν κανείς τόσο πιο πολύ παιρνιόταν για σπουδαίος. Τα άλλα χρώματα θεωρούνταν κατώτερα). Ο καθένας τους είχε από ένα καλάμι, που δεν το ξεκαβαλίκευε ούτε στον ύπνο του και που στα μάτια του φάνταζε περήφανο άτι με πλούσια χάμουρα και χρυσοκέντητη σέλα. Κι όταν δε θέτανε κάποιο ερώτημα στο μαγικό τους καθρέπτη, κάνανε βόλτες καβάλα στο καλάμι τους γύρω από το εγώ τους που είχε φύγει από πάνω τους και είχε θρονιαστεί στο κέντρο του παντός τους.
Τριγύρω από αυτά τα βουνά ζούσανε οι Θλιμμένοι σε χαμηλά λοφάκια. Συχνά κρύβανε θησαυρούς μέσα τους, αλλά όταν πήγαιναν να τους ανασύρουν συνήθως μπερδεύονταν τόσο στους ιστούς της θλίψης, που κατέληγαν να μένουν κλεισμένοι στο κουκούλι τους κι αυτοί κι οι θησαυροί τους.

Γέρος άντρας βουτηγμένος στη θλίψη, Vincent van Gogh
Μερικοί ξεμείναν στους λόφους αυτούς, επειδή η ορειβασία τους φαινόταν πολύ δύσκολη ή άνευ ενδιαφέροντος. Κάποιοι άλλοι είχαν απογοητευτεί από τις μάταιες προσπάθειες να ανέβουν σε κάποια από τις ψηλές βουνοκορφές που τους τριγύριζαν ή παραπάτησαν και γκρεμίστηκαν από αυτές. Άλλοι πάλι χάσαν τους αγαπημένους τους και η ζωή τους φαινόταν δυσβάστακτη χωρίς αυτούς. Ή γεννήθηκαν θλιμμένοι και δεν ξέραν το γιατί. Τα δάκρυά όλων τους σχημάτιζαν ποτάμια ορμητικά που ξέπλεναν την ψυχή τους, αν και κάποιοι από αυτούς τα χρησιμοποιούσαν για να πλατσουρίζουν και να μουλιάζουν μέσα τους ηδονικά. Στους λόφους αυτούς είχε πάντα συννεφιά που έκρυβε τον ήλιο και το γέλιο. Κι αν ποτέ ξεμύταγε καμμιά ηλιαχτίδα κλεφτά από καμμιά χαραμάδα, οι Θλιμμένοι κάναν ομπρέλλα τους πεσμένους ώμους τους να μη βραχούν από το φως.
Από την περίεργη αυτή χώρα των φανατικών ορειβατών είχαν περάσει πλήθος πλασμάτων στη διάρκεια της πολύχρονης ιστορίας της. Βασιλιάδες και νάνοι, κυκλαδίτικα ειδώλια και κούροι, ιππότες και ιπποκόμοι, πειρατές και εξερευνητές, σκλάβοι και αφέντες, αναγεννησιακές μαντόνες και δεσποινίδες της Αβινιόν, άνθρωποι και ποντίκια, Καραμαζώφ και θύματα του Σολάρις, Μάκβεθ και Οιδίποδες, Οφηλίες και Κλυταιμνήστρες, ποιητές και πολιτικάντηδες Χαρχούδες, Αντιγόνες και Πιπινέζες, μουσικοί και μουσικάντηδες, πόκεμον και Κεραυνοί Μακ Κουήν, ανθρακωρύχοι και αστροναύτες. Και συνέχιζαν να ζουν στην περίφημη αυτή χώρα κάθε λογής πλάσματα, αλλόκοτα και παράξενα πολύ για μας τους ανθρώπους. Όλοι μα όλοι όμως ένα κοινό πάθος είχαν, την ορειβασία. Μέχρι σήμερα πάντως δεν αποφάσισαν πoιο είναι το ψηλότερο βουνό της χώρας τους. Ερίζουν ακόμα.
Σημειώσεις
(1) τλημοσύνη: Πρόκειται για την οδυσσειακή εκείνη αρετή που σπάνια ο Δίας χαρίζει στους ανθρώπους και αναφέρεται στην συγκράτηση των συναισθημάτων και ιδίως της οργής μέχρι την κατάλληλη στιγμή. Αν για παράδειγμα ο Οδυσσέας άφηνε να τον κατακλύσει η οργή του για το θάνατο των συντρόφων του και τύφλωνε αμέσως τον Πολύφημο, τότε θα εγκλωβιζόταν δια παντός στη σπηλιά, αφού την είσοδο της είχε κλείσει ο κύκλωπας με έναν τεράστιο βράχο.
(2) Πρόκειται για την αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα. Η περικοπή από την Πολιτεία στο πρωτότυπο και μεταφρασμένη εδώ.
(3) "Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ Να μην τις παίρνει ο άνεμος", Μανόλης Αναγνωστάκης, Ποιητική από τη συλλογή Ο Στόχος.
(4) Ποιητής της Κυριακής απεκαλείτο ο Οδυσσέας Ελύτης για τη θεματολογία του που έχει κέντρο τον ήλιο, το φως , τη φύση, τη χαρά, τον έρωτα και πολύ λιγότερο τα καθημερινά υπαρκτά προβλήματα.
(5) Αναφορά στη σκηνή κατά την οποία ο θεός αγγίζει τον Αδάμ και του δίνει πνοή από το έργο του Μικελάντζελο στην Καπέλα Σιξτίνα.
(6) Αναφορά στον Ελ Γκρέκο.
(7) Πρόκειται βέβαια για τον Κεμάλ του Μάνου Χατζιδάκη.
Περισσότερα...
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009
Πώς να διαβάζετε παραμύθια στα παιδιά
Ο τρόπος ανάγνωσης ενός βιβλίου σε παιδιά, που ακόμα δε διαβάζουν από μόνα τους, φαίνεται πως είναι εξίσου σημαντικός -για να μην πω περισσότερο- με το είδος και την ποιότητα του αναγνώσματος. Μία ξερή, άχρωμη ή βιαστική ανάγνωση ενός ενδιαφέροντος βιβλίου μπορεί να κάνει το παιδί να πλήξει και ως εκ τούτου να μην αγαπήσει το διάβασμα, ενώ μια διαφορετική προσέγγιση στην ανάγνωση ενός βιβλίου πολύ κατώτερου είναι ικανή να ενθουσιάσει τους λιλιπούτιους ακροατές.
Να λοιπόν μερικοί τρόποι που αν αξιοποιηθούν μπορούν να βελτιώσουν αισθητά την αναγνωστική εμπειρία τόσο για τον γονέα όσο και για το παιδί. Κοντά σε αυτά και κάποιες παρατηρήσεις για τα είδη των αναγνωσμάτων και τις ηλικίες που αυτά απευθύνονται.
1. Οποιοδήποτε παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο μπορεί να αποδειχτεί κατάλληλο όχι μόνο για τις ηλικιακές ομάδες που απευθύνεται αλλά και για πολύ μικρότερα παιδιά. Τι θα λέγατε για Αστερίξ σε δίχρονο; Ή για διασκευή έργων του Σαίξπηρ για παιδιά οκτώ με δέκα ετών σε τρίχρονο; Κι όμως θα εκπλαγείτε πόσο καλά ανταποκρίνονται ακόμα και τόσο μικρά παιδιά. Προϋπόθεση για το εγχείρημα να έχει διαβάσει πρώτα ο γονιός όλο το παραμύθι, ώστε να είναι σε θέση να το αφηγηθεί απλοποιώντας το λεξιλόγιο ή παραλείποντας σημεία της πλοκής, όπου αυτά δε συνάδουν με το ηλικιακό ή το γνωστικό επίπεδο του παιδιού. Κάθε δε φορά που ξαναδιαβάζουμε το ίδιο βιβλίο αυξάνουμε τη δυσκολία στο λεξιλόγιο, έως ότου φτάσει η στιγμή να το διαβάσουμε αυτολεξεί. Με τον τρόπο αυτό και το παιδί συλλαμβάνει την πλοκή και τη σχέση των χαρακτήρων και πλουτίζει το λεξιλόγιό του. Σημαντικό να εξηγείτε κάθε νέα λέξη επαρκώς με γνωστά συνώνυμα ή περιφράσεις. Σταδιακή προσέγγιση λοιπόν.
2. Άλλη προϋπόθεση είναι βέβαια η ύπαρξη εικονογράφησης. Και μάλιστα όσο πιο αισθητικά ανεβασμένη και πλούσια είναι αυτή, τόσο καλύτερα. Τα παιδιά λειτουργούν ασφαλώς με εικόνες. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, μια καλή εικονογράφηση βοηθά τη φαντασία τους να ενδύσει τη διήγηση μας. Πώς όμως αξιοποιούμε την εικόνα; Τη χρησιμοποιούμε σαφώς για να ενθαρρύνουμε το παιδί να μας δείξει αυτά που διηγούμαστε ή που το ρωτάμε. Τότε το παιδί νιώθει ότι συμμετέχει (και πράγματι αυτός είναι ένας τρόπος για να συμμετέχει) ενεργητικά και όχι ότι κάθεται παθητικά και απλώς να ακούει. Μην ξεχνάτε ότι το βιβλίο δε διαθέτει κινούμενη εικόνα όπως η τηλεόραση και άρα δεν κρατάει το ενδιαφέρον για ώρα, αν το παιδί δε νιώσει ότι αλληλεπιδρά κατά κάποιο τρόπο.
3. Ήδη λοιπόν ανέφερα κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Διαρκώς δίνουμε ευκαιρίες στο παιδί να μιλήσει και επ’ουδενί δεν το εξαναγκάζουμε σε παθητική ακρόαση. Για παράδειγμα ρωτάμε να μας δείξει στο συγκεκριμένο καρέ του Αστερίξ πού είναι ο Κακοφωνίξ και γιατί νομίζει ότι είναι δεμένος ή τι κάνει πάνω στο δενδρόσπιτό του. Εννοείτε ότι έχουμε φροντίσει λίγο πριν ή από προηγούμενες αναγνώσεις να καταλάβει και ποιος είναι ο Κακοφωνίξ και ό,τι τον αφορά. Και φυσικά δεν παραλείπουμε να προτρέψουμε να μιμηθεί τον παράφωνο βάρδο, κάτι που, θα διαπιστώσετε, πως θα κάνει το παιδάκι με μεγάλη του χαρά προς δυστυχία των ώτων σας. Η ωφέλεια είναι διπλή. Διατηρούμε απτόητο το ενδιαφέρον του παιδιού, και παράλληλα το εθίζουμε σε έναν διαλεκτικό τρόπο με την έννοια ότι πολύ σύντομα θα μάθει να απορεί και το σημαντικότερο, να εκφράζει τις απορίες του για ό,τι δεν καταλαβαίνει. Είναι πολύ σπουδαίο να μάθουν τα παιδιά να ρωτάνε.
4. Αν λοιπόν τα ρωτάμε από το πού βλέπεις στην εικόνα τον Κακοφωνίξ μέχρι το γιατί είναι δεμένος (προσέξτε, περνάμε από το πού στο γιατί) και παράλληλα έχουμε σαφώς τοποθετηθεί λεκτικά ή με την ευρύτερη στάση μας ότι μπορούν να εκφράζουν τις απορίες τους, είναι σίγουρο ότι σε μικρό χρονικό διάστημα θα ρωτήσουν και τα ίδια θεωρώντας δεδομένη την αναγκαιότητα της ερώτησης και χωρίς να ντρέπονται, επειδή δεν κατανόησαν εξ αρχής ποιος είναι ο Κακοφωνίξ, ή παραπέρα γιατί τα σπίτια των Γαλατών είναι καλύβες και των Ρωμαίων επαύλεις. Η αρχή της γνώσης: μαθαίνω πρώτα να παρατηρώ και μετά να ρωτάω. Φυσικά υπάρχουν και άλλα είδη ερωτήσεων από πλευράς των γονέων εξίσου σημαντικά, που ενθαρρύνουν όχι τόσο τη γνώση, όσο τη φαντασία, του τύπου: τι νομίζεις ότι θα γίνει μετά ή πού θα πάνε τώρα. Μπορούμε για λίγο να παρακάμψουμε το συγγραφέα και να αφήσουμε το παιδί να δώσει τη δική του εκδοχή στην εξέλιξη του μύθου.
5. Όλα αυτά όμως δεν αρκούν, αν παραβλέψουμε την ανάγκη του παιδιού για κίνηση και έκφραση μέσα από αυτήν. Δεν μπορούμε να έχουμε απαίτηση από ένα μικρό παιδί να καθήσει για ώρα αρκετή δίπλα μας ακίνητο για να του διαβάσουμε. Πρέπει να βρούμε τρόπο να εκτονώσουμε αυτήν του την ανάγκη χωρίς να διασπαστεί η προσοχή του. Λύση είναι η περιοδική θεατρικοποίηση της ιστορίας. «Πώς έπιασε ο Οβελίξ το αγριογούρουνο; Δείξε μου» (το αγριογούρουνο μπορείτε να το υποδυθείτε εσείς...). Ή «πώς περπατούσε ο Ιούλιος Καίσαρας;» (Ή η Κλεοπάτρα. Τα κοριτσάκια μάλλον θα το εκτιμήσουν περισσότερο. Σε αυτήν την περίπτωση εσείς μπορείτε να υποδυθείτε το σκλάβο της βασίλισσας που της κάνει αέρα, αν και το πιτσιρίκι είναι βέβαιο ότι θα ζητήσει και άλλα πράγματα από εσάς το σκλάβο...). Η προσωπική σας συμμετοχή στη θεατρικοποίηση είτε στο ρόλο του αγριογούρουνου είτε του σκλάβου εκτός από το ότι θα προκαλέσει ενθουσιασμό και θα κάνει εσάς να νιώσετε όμορφα, θα σταθεί υπόδειγμα για τα παιδιά, που κατά κανόνα αρνούνται να κάνουν ό,τι δεν υλοποιούμε εμείς ως τρόπο έκφρασης.
6. Υπάρχουν πολλά ακόμα που μπορεί να κάνει ο γονιός για να προσελκύσει και να διατηρήσει το ενδιαφέρον. Πλαισιώστε τη διήγηση (όχι κατ’ανάγκη τη στιγμή της διήγησης του παραμυθιού αλλά αργότερα, για να μη διασπαστεί η πλοκή) με γεωγραφικές, ιστορικές ή πολιτισμικές πληροφορίες, όπου αυτό είναι δυνατόν. Δείξτε στο χάρτη πού είναι η Γαλατία. Πείτε ότι σήμερα λέγεται Γαλλία. Μιλήστε τους για το Παρίσι και τον πύργο του Άιφελ. Δείξτε τους εικόνα του πύργου του Άιφελ από τότε που είχατε εσείς επισκεφθεί το Παρίσι, από κάποιο βιβλίο ή από το διαδίκτυο. Αφήστε τους το βιβλίο με την εικόνα στο τραπέζι για λίγες μέρες ώστε να μπορούν να το ξεφυλλίσουν και από μόνα τους (ναι, ο κίνδυνος να βρείτε σκισμένη κάποια σελίδα από το αγαπημένο σας φωτογραφικό λεύκωμα είναι υπαρκτός, αλλά σκεφτείτε πότε ήταν η τελευταία φορά που το κοιτάξατε και ότι δίχως την αφορμή των παιδιών μάλλον θα το έτρωγε η σκόνη). Σε δεύτερο επίπεδο μιλήστε τους για την αρχαία Ρώμη. Δείξτε τους μνημεία και αγάλματα. Δώστε κάποια ιστορική πληροφορία για τον Ιούλιο Καίσαρα. Ότι χωρίς να είναι αυτοκράτορας φορούσε την κόκκινη αυτοκρατορική τήβεννο. Ή κάποια από τις διάσημες ρήσεις του. Και πάει λέγοντας. Έτσι τα παιδιά θα κατανοήσουν ακόμα καλύτερα το μύθο, αφού θα έχουν μάθει να τον εντάσσουν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Γενικότερα οι προεκτάσεις του είδους (ή οι αναλογίες με καταστάσεις που αντιμετωπίζουν τα ίδια τα παιδιά ή βλέπουν γύρω τους, όπου το παραμύθι δεν ευνοεί ιστορικές ή γεωγραφικές αναφορές), όχι μόνον εδραιώνουν την κατανόηση, αλλά επιπλέον ενθαρρύνουν την έρευνα ως τρόπο σκέψης και μάθησης.
Το σίγουρο είναι πως μια τέτοιου είδους αναγνωστική προσέγγιση είναι χρονοβόρα. Δύο σελίδες του Αστερίξ στο ημίωρο. Αλλά σίγουρα αξίζει τον κόπο. Μην εκπλαγείτε καθόλου αν στη συνέχεια εμφανιστεί το τετράχρονο βλαστάρι σας με ύφος μεγάλου στρατηλάτη αναφωνώντας «Veni, vidi, vici» εις άπταιστον λατινικήν ή δείτε οι μαμάδες την κόκκινη μεταξωτή σας εσάρπα να προβιβάστηκε σε ρόλο πορφυρής τηβέννου... Έτσι και αλλιώς με τόσο μικρά πιτσιρίκια οι βραδινές σας έξοδοι έχουν περιοριστεί τόσο που δεν τη χρειάζεστε.
Περισσότερα...
Να λοιπόν μερικοί τρόποι που αν αξιοποιηθούν μπορούν να βελτιώσουν αισθητά την αναγνωστική εμπειρία τόσο για τον γονέα όσο και για το παιδί. Κοντά σε αυτά και κάποιες παρατηρήσεις για τα είδη των αναγνωσμάτων και τις ηλικίες που αυτά απευθύνονται.
1. Οποιοδήποτε παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο μπορεί να αποδειχτεί κατάλληλο όχι μόνο για τις ηλικιακές ομάδες που απευθύνεται αλλά και για πολύ μικρότερα παιδιά. Τι θα λέγατε για Αστερίξ σε δίχρονο; Ή για διασκευή έργων του Σαίξπηρ για παιδιά οκτώ με δέκα ετών σε τρίχρονο; Κι όμως θα εκπλαγείτε πόσο καλά ανταποκρίνονται ακόμα και τόσο μικρά παιδιά. Προϋπόθεση για το εγχείρημα να έχει διαβάσει πρώτα ο γονιός όλο το παραμύθι, ώστε να είναι σε θέση να το αφηγηθεί απλοποιώντας το λεξιλόγιο ή παραλείποντας σημεία της πλοκής, όπου αυτά δε συνάδουν με το ηλικιακό ή το γνωστικό επίπεδο του παιδιού. Κάθε δε φορά που ξαναδιαβάζουμε το ίδιο βιβλίο αυξάνουμε τη δυσκολία στο λεξιλόγιο, έως ότου φτάσει η στιγμή να το διαβάσουμε αυτολεξεί. Με τον τρόπο αυτό και το παιδί συλλαμβάνει την πλοκή και τη σχέση των χαρακτήρων και πλουτίζει το λεξιλόγιό του. Σημαντικό να εξηγείτε κάθε νέα λέξη επαρκώς με γνωστά συνώνυμα ή περιφράσεις. Σταδιακή προσέγγιση λοιπόν.
2. Άλλη προϋπόθεση είναι βέβαια η ύπαρξη εικονογράφησης. Και μάλιστα όσο πιο αισθητικά ανεβασμένη και πλούσια είναι αυτή, τόσο καλύτερα. Τα παιδιά λειτουργούν ασφαλώς με εικόνες. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, μια καλή εικονογράφηση βοηθά τη φαντασία τους να ενδύσει τη διήγηση μας. Πώς όμως αξιοποιούμε την εικόνα; Τη χρησιμοποιούμε σαφώς για να ενθαρρύνουμε το παιδί να μας δείξει αυτά που διηγούμαστε ή που το ρωτάμε. Τότε το παιδί νιώθει ότι συμμετέχει (και πράγματι αυτός είναι ένας τρόπος για να συμμετέχει) ενεργητικά και όχι ότι κάθεται παθητικά και απλώς να ακούει. Μην ξεχνάτε ότι το βιβλίο δε διαθέτει κινούμενη εικόνα όπως η τηλεόραση και άρα δεν κρατάει το ενδιαφέρον για ώρα, αν το παιδί δε νιώσει ότι αλληλεπιδρά κατά κάποιο τρόπο.
3. Ήδη λοιπόν ανέφερα κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Διαρκώς δίνουμε ευκαιρίες στο παιδί να μιλήσει και επ’ουδενί δεν το εξαναγκάζουμε σε παθητική ακρόαση. Για παράδειγμα ρωτάμε να μας δείξει στο συγκεκριμένο καρέ του Αστερίξ πού είναι ο Κακοφωνίξ και γιατί νομίζει ότι είναι δεμένος ή τι κάνει πάνω στο δενδρόσπιτό του. Εννοείτε ότι έχουμε φροντίσει λίγο πριν ή από προηγούμενες αναγνώσεις να καταλάβει και ποιος είναι ο Κακοφωνίξ και ό,τι τον αφορά. Και φυσικά δεν παραλείπουμε να προτρέψουμε να μιμηθεί τον παράφωνο βάρδο, κάτι που, θα διαπιστώσετε, πως θα κάνει το παιδάκι με μεγάλη του χαρά προς δυστυχία των ώτων σας. Η ωφέλεια είναι διπλή. Διατηρούμε απτόητο το ενδιαφέρον του παιδιού, και παράλληλα το εθίζουμε σε έναν διαλεκτικό τρόπο με την έννοια ότι πολύ σύντομα θα μάθει να απορεί και το σημαντικότερο, να εκφράζει τις απορίες του για ό,τι δεν καταλαβαίνει. Είναι πολύ σπουδαίο να μάθουν τα παιδιά να ρωτάνε.
4. Αν λοιπόν τα ρωτάμε από το πού βλέπεις στην εικόνα τον Κακοφωνίξ μέχρι το γιατί είναι δεμένος (προσέξτε, περνάμε από το πού στο γιατί) και παράλληλα έχουμε σαφώς τοποθετηθεί λεκτικά ή με την ευρύτερη στάση μας ότι μπορούν να εκφράζουν τις απορίες τους, είναι σίγουρο ότι σε μικρό χρονικό διάστημα θα ρωτήσουν και τα ίδια θεωρώντας δεδομένη την αναγκαιότητα της ερώτησης και χωρίς να ντρέπονται, επειδή δεν κατανόησαν εξ αρχής ποιος είναι ο Κακοφωνίξ, ή παραπέρα γιατί τα σπίτια των Γαλατών είναι καλύβες και των Ρωμαίων επαύλεις. Η αρχή της γνώσης: μαθαίνω πρώτα να παρατηρώ και μετά να ρωτάω. Φυσικά υπάρχουν και άλλα είδη ερωτήσεων από πλευράς των γονέων εξίσου σημαντικά, που ενθαρρύνουν όχι τόσο τη γνώση, όσο τη φαντασία, του τύπου: τι νομίζεις ότι θα γίνει μετά ή πού θα πάνε τώρα. Μπορούμε για λίγο να παρακάμψουμε το συγγραφέα και να αφήσουμε το παιδί να δώσει τη δική του εκδοχή στην εξέλιξη του μύθου.
5. Όλα αυτά όμως δεν αρκούν, αν παραβλέψουμε την ανάγκη του παιδιού για κίνηση και έκφραση μέσα από αυτήν. Δεν μπορούμε να έχουμε απαίτηση από ένα μικρό παιδί να καθήσει για ώρα αρκετή δίπλα μας ακίνητο για να του διαβάσουμε. Πρέπει να βρούμε τρόπο να εκτονώσουμε αυτήν του την ανάγκη χωρίς να διασπαστεί η προσοχή του. Λύση είναι η περιοδική θεατρικοποίηση της ιστορίας. «Πώς έπιασε ο Οβελίξ το αγριογούρουνο; Δείξε μου» (το αγριογούρουνο μπορείτε να το υποδυθείτε εσείς...). Ή «πώς περπατούσε ο Ιούλιος Καίσαρας;» (Ή η Κλεοπάτρα. Τα κοριτσάκια μάλλον θα το εκτιμήσουν περισσότερο. Σε αυτήν την περίπτωση εσείς μπορείτε να υποδυθείτε το σκλάβο της βασίλισσας που της κάνει αέρα, αν και το πιτσιρίκι είναι βέβαιο ότι θα ζητήσει και άλλα πράγματα από εσάς το σκλάβο...). Η προσωπική σας συμμετοχή στη θεατρικοποίηση είτε στο ρόλο του αγριογούρουνου είτε του σκλάβου εκτός από το ότι θα προκαλέσει ενθουσιασμό και θα κάνει εσάς να νιώσετε όμορφα, θα σταθεί υπόδειγμα για τα παιδιά, που κατά κανόνα αρνούνται να κάνουν ό,τι δεν υλοποιούμε εμείς ως τρόπο έκφρασης.
6. Υπάρχουν πολλά ακόμα που μπορεί να κάνει ο γονιός για να προσελκύσει και να διατηρήσει το ενδιαφέρον. Πλαισιώστε τη διήγηση (όχι κατ’ανάγκη τη στιγμή της διήγησης του παραμυθιού αλλά αργότερα, για να μη διασπαστεί η πλοκή) με γεωγραφικές, ιστορικές ή πολιτισμικές πληροφορίες, όπου αυτό είναι δυνατόν. Δείξτε στο χάρτη πού είναι η Γαλατία. Πείτε ότι σήμερα λέγεται Γαλλία. Μιλήστε τους για το Παρίσι και τον πύργο του Άιφελ. Δείξτε τους εικόνα του πύργου του Άιφελ από τότε που είχατε εσείς επισκεφθεί το Παρίσι, από κάποιο βιβλίο ή από το διαδίκτυο. Αφήστε τους το βιβλίο με την εικόνα στο τραπέζι για λίγες μέρες ώστε να μπορούν να το ξεφυλλίσουν και από μόνα τους (ναι, ο κίνδυνος να βρείτε σκισμένη κάποια σελίδα από το αγαπημένο σας φωτογραφικό λεύκωμα είναι υπαρκτός, αλλά σκεφτείτε πότε ήταν η τελευταία φορά που το κοιτάξατε και ότι δίχως την αφορμή των παιδιών μάλλον θα το έτρωγε η σκόνη). Σε δεύτερο επίπεδο μιλήστε τους για την αρχαία Ρώμη. Δείξτε τους μνημεία και αγάλματα. Δώστε κάποια ιστορική πληροφορία για τον Ιούλιο Καίσαρα. Ότι χωρίς να είναι αυτοκράτορας φορούσε την κόκκινη αυτοκρατορική τήβεννο. Ή κάποια από τις διάσημες ρήσεις του. Και πάει λέγοντας. Έτσι τα παιδιά θα κατανοήσουν ακόμα καλύτερα το μύθο, αφού θα έχουν μάθει να τον εντάσσουν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Γενικότερα οι προεκτάσεις του είδους (ή οι αναλογίες με καταστάσεις που αντιμετωπίζουν τα ίδια τα παιδιά ή βλέπουν γύρω τους, όπου το παραμύθι δεν ευνοεί ιστορικές ή γεωγραφικές αναφορές), όχι μόνον εδραιώνουν την κατανόηση, αλλά επιπλέον ενθαρρύνουν την έρευνα ως τρόπο σκέψης και μάθησης.
Το σίγουρο είναι πως μια τέτοιου είδους αναγνωστική προσέγγιση είναι χρονοβόρα. Δύο σελίδες του Αστερίξ στο ημίωρο. Αλλά σίγουρα αξίζει τον κόπο. Μην εκπλαγείτε καθόλου αν στη συνέχεια εμφανιστεί το τετράχρονο βλαστάρι σας με ύφος μεγάλου στρατηλάτη αναφωνώντας «Veni, vidi, vici» εις άπταιστον λατινικήν ή δείτε οι μαμάδες την κόκκινη μεταξωτή σας εσάρπα να προβιβάστηκε σε ρόλο πορφυρής τηβέννου... Έτσι και αλλιώς με τόσο μικρά πιτσιρίκια οι βραδινές σας έξοδοι έχουν περιοριστεί τόσο που δεν τη χρειάζεστε.
Περισσότερα...
Ετικέτες
παιδαγωγικά και αντιπαιδαγωγικά
Κυριακή 1 Μαρτίου 2009
Μικρά παραμυθάκια για παιδιά ενός έως τεσσάρων χρονών
Τα παραμυθάκια αυτά -όσα μπορώ να θυμηθώ- προέκυψαν από την επιτακτική ανάγκη να βρεθεί άμεσα μια νέα ιστορία για ώρες δύσκολες. Και ποιος γονιός δεν έχει αντιμετωπίσει το πρόβλημα, έντρομος να στίβει το μυαλό του, για να αφηγηθεί κάτι και η φαντασία του να τον προδίδει; Οι ιστοριούλες που θα παραθέσω προέκυψαν από παρατήρηση των ιδιαιτεροτήτων της στιγμής. Από το γεγονός ότι ήταν νύχτα και άρα έχει αστέρια (Το σβησμένο αστεράκι), έως ότι ήταν η ώρα για το γάλα (Ο γαλατάς). Άλλοτε αφορμή στάθηκε το μεσημεριανό φαγητό και τα όσπρια που κατά κανόνα αντιπαθούν τα παιδιά (Ο πόλεμος των οσπρίων). Κάποτε πηγή έμπνευσης στάθηκε και η ανάγκη εξεύρεσης κάποιου αθώου τεχνάσματος για να πάψουν τα παιδιά να ζουζουνίζουν κι επιτέλους να κοιμηθούν. Φαίνεται πως αν ο γονιός αξιοποιήσει τα απλά καθημερινά που λαμβάνουν χώρα γύρω του, μπορεί τελικά να φτιάξει μια ιστορία για να κατευνάσει τα αχόρταγα για παραμύθια παιδιά του, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο πετυχημένη. Μέχρι την επόμενη φορά που τα αγγελούδια του θα απαιτούν καινούριο παραμύθι...
Το σβησμένο αστεράκι
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αστεράκι που δεν είχε καθόλου φως. Ήταν σβηστό. Δυστυχία του! Τι σόι αστέρι είναι άμα δε λάμπει; Όλα τα άλλα αστέρια ήταν ολόλαμπρα, άλλα κόκκινα, άλλα μπλε, άλλα μωβ, άλλα...(εδώ μπορεί κανείς να ενθαρρύνει τα παιδιά να πουν τι χρώματα φαντάζονται πως έχουν τα άστρα), το αστεράκι μας όμως δεν είχε ούτε μια σταλιά φως. Καθόταν λυπημένο πολύ και επιπλέον ντρεπόταν. Τότε τα άλλα αστέρια το προσέξαν. «Τι έχεις αστεράκι μου και μαραζώνεις; Τι σε κάνει να κλαις;» «Στέρεψα από φως!» βούρκωσε το αστεράκι και χαμήλωσε τα μάτια. «Γι’αυτό σκας; Να, πάρε από μας που μας περισσεύει!». Και τράβηξε μια ακτίνα κόκκινη το κόκκινο αστέρι και την καρφίτσωσε στο σβησμένο αστεράκι. Και μια γαλάζια το γαλάζιο αστέρι, δύο το πράσινο που ήταν πολύ μεγάλο, άλλες δύο ακτίνες το ροζ, παρόλο που ήτανε μικρό. Κοιτάζεται το αστεράκι μας και τι να δει! Έλαμπε ολόκληρο και όχι με ένα χρώμα, αλλά με πολλά. Γέμιζε με πολύχρωμο φως τον ουρανό και ήταν τόσο μα τόσο φωτεινό και όμορφο! Δεν ήταν όμως μόνο γι’αυτό που έλαμπε τόσο, όσο κανένα άλλο αστέρι. Δεν ήταν μονάχα οι ακτίνες αλλά και η αγάπη των άλλων αστεριών που το έκανε έτσι ολόλαμπρο.
Η μάγισσα Μπο Μποφλό
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μάγισσα που έκανε συλλογή από γραμματάκια. Είχε δε ιδιαίτερη αδυναμία στα ρο. Κι επειδή δεν ήταν τόσο καλή στα μαγικά για να φτιάξει μόνη της γραμματάκια, τα έκλεβε από τα παιδάκια. Πώς; Απλούστατα παραφύλαγε έξω από τις πόρτες των παιδικών δωματίων να ακούσει αν τα παιδιά κοιμούνται ή κάνουν θόρυβο. Αν άκουγε τα παιδάκια να μιλάνε, όρμαγε στο δωμάτιό τους και έσκουζε μπο-μπο-...φι, ας πούμε. Έτσι παγίδευε όλα τα φι που ξεστόμιζαν τα παιδάκια που μιλάγανε και δεν είχαν κλείσει ακόμα τα ματάκια τους... Άλλες φορές η τρομερή μάγισσα Μπο Μποφλό έψαχνε ρο, για να βάλει στο άλμπουμ των γραμμάτων της. Κι όχι όποιο κι όποιο ρο, αλλά ένα παιδικό ζουμερό από τα σπάνια. Φώναζε μπο-μπο-ρο, κι αυτό ήταν, χάναν τα παιδάκια που μιλούσαν και δεν είχαν ακόμα κοιμηθεί τα ρο τους. Άντε τώρα να ζητήσουν νερό. Λέγανε νεό και κανείς δεν καταλάβαινε ότι διψάνε. Θέλανε να μιμηθούν τα αυτοκινητάκια κάνοντας βρρρρρρ, αλλά ακουγόταν σκέτο ββββββ. Τι σόι αυτοκινητάκι είσαι χωρίς βρρρρρρ; Έτσι η μάγισσα Μπο Μποφλό, η κλέφτρα των γραμμάτων είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των παιδιών όχι μόνο την ώρα του βραδινού ύπνου αλλά και του μεσημεριανού. Εσείς είδατε την Μπο Μποφλό να τριγυρνάει πουθενά εδώ γύρω ή κοιμάστε νωρίς το βράδυ και δεν κινδυνεύετε να σας κλέψει κανένα γράμμα; (Δεν ξέρω αν το παραμυθάκι αυτό είναι αντιπαιδαγωγικό, αλλά πιάνει χωρίς να μιλάει για μπαμπούλες και κακούς λύκους. Μόνο για μια αθώα μάγισσα φανατική συλλέκρια σπάνιων γραμμάτων...)
Ο γαλατάς
Μια φορά κι έναν καιρό, την εποχή που ήταν παιδιά οι παππούδες σας και οι γιαγιάδες σας, οι γονείς δεν αγόραζαν το γάλα από το super market, αλλά το έφερνε κάθε πρωί στο σπίτι ο γαλατάς. Φόρτωνε το γάιδαρό του με δυο μεγάλα δοχεία γάλα και τριγύρναγε στις γειτονιές φωνάζοντας όσο πιο δυνατά μπορούσε «οοο γαλατααάς» (εδώ μπορείτε να προτρέψετε τα παιδιά να φωνάξουν κι αυτά τη λέξη). Οι νοικοκυρές κι οι νοικοκύρηδες βγαίνανε τότε στην εξώπορτα του σπιτιού τους με ένα άδειο μπουκάλι που ο γαλατάς το γέμιζε φρέσκο γαλατάκι αγελάδας. Μια μέρα όμως δεν έδεσε καλά τα δοχεία στη ράχη του γαϊδάρου- της γαϊδάρας για την ακρίβεια- και χύθηκε όλο το γάλα στο δρόμο. Τώρα τι γάλα θα πιουν τα παιδιά; Ο γαλατάς στενοχωρήθηκε πολύ και δεν ήξερε τι να κάνει. Ήδη άκουγε μερικά μωρά να κλαίνε επειδή πεινούσαν. Τότε κατέβασε μια ιδέα. Σκέφτηκε, και γιατί δεν αρμέγω τη γαϊδάρα; Το είπε και το έκανε. Γέμισε τα αδειανά δοχεία του με γάλα γαϊδάρας. Εκείνη τη μέρα όλα τα παιδάκια ήπιαν γάλα γαϊδάρας. Γι’αυτό για πολύ καιρό τους ξέφευγε κανένα γκάρισμα ανάμεσα στις λέξεις και οι γονείς απορούσανε, μα ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί (εννοείτε ότι προτρέπουμε τα παιδιά σε αυτό το σημείο να μιμηθούν το γάιδαρο).
Ο πόλεμος των οσπρίων
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κατσαρόλα με φακές που σιγοβράζανε. Πιάσαν λοιπόν κουβέντα και λέγανε πως από όλα τα όσπρια αυτές σίγουρα είναι οι καλύτερες και πιο θρεπτικές. Κι όσο τα λέγανε αυτά φουσκώνανε από περηφάνεια και μαλακώνανε στην κατσαρόλα. Λιγάκι παρακεί βρισκόταν ένα βάζο με φασόλια που ακούγαν τη συζήτηση και φρίξανε. Πώς τολμάτε εσείς οι σκουρόχρωμες φακές να λέτε ότι είστε καλύτερες από εμάς τα φασόλια; Κοιτάξτε το χρώμα μας άσπρο-άσπρο και όμορφο που είναι! Εσείς μπορεί να έχετε περισσότερο σίδηρο και να περνιέστε για πιο θρεπτικές, αλλά εμείς έχουμε ποικιλία μεγάλη. Και με ένα σφύριγμα καλέσανε τους συγγενείς τους, τα μαυρομάτικα και τους γίγαντες. Περνούσαν από κει κοντά τα ρεβύθια και κιτρίνισαν ακόμα πιο πολύ από το θυμό τους. Ούτε άσπρο, ούτε μαύρο. Κίτρινο είναι το χρώμα το σωστό. Τι λες και εσύ φάβα, φωνάξαν λιγάκι δυνατά, για να ακούσει η φάβα που ήταν πολυκαιρισμένη σε ένα ξεχασμένο βάζο και βαριάκουγε. Κι άρχισαν τα όσπρια να τσακώνονται για το ποιο είναι το καλύτερο. Φωνές και κακό μεγάλο. Καβγάς με τα όλα του. Πάνω στον καβγά μαύρισε και το μάτι των μαυρομάτικων. Τότε ήρθε τρέχοντας η μαμά, τα μάζεψε, γιατί είχαν βγει από τα βάζα τους και τα οδήγησε στους δικαστές, τα παιδιά, να λύσουν τη διαφορά τους και να ανακαλύψουν το καλύτερο. Οι δικαστές όμως είπαν ότι αν δεν δοκιμάσουν όλα τα όσπρια, δεν μπορούν να βγάλουν απόφαση. Από τότε ορίστηκε κάθε εβδομάδα να τρώνε τα παιδάκια κι από ένα διαφορετικό όσπριο, για να μάθουν ποιο είναι το καλύτερο και να πάψουν έτσι να τσακώνονται τα δύστυχα όσπρια μεταξύ τους. Εσείς τι όσπριο φάγατε αυτή την εβδομάδα;
Περισσότερα...
Το σβησμένο αστεράκι
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αστεράκι που δεν είχε καθόλου φως. Ήταν σβηστό. Δυστυχία του! Τι σόι αστέρι είναι άμα δε λάμπει; Όλα τα άλλα αστέρια ήταν ολόλαμπρα, άλλα κόκκινα, άλλα μπλε, άλλα μωβ, άλλα...(εδώ μπορεί κανείς να ενθαρρύνει τα παιδιά να πουν τι χρώματα φαντάζονται πως έχουν τα άστρα), το αστεράκι μας όμως δεν είχε ούτε μια σταλιά φως. Καθόταν λυπημένο πολύ και επιπλέον ντρεπόταν. Τότε τα άλλα αστέρια το προσέξαν. «Τι έχεις αστεράκι μου και μαραζώνεις; Τι σε κάνει να κλαις;» «Στέρεψα από φως!» βούρκωσε το αστεράκι και χαμήλωσε τα μάτια. «Γι’αυτό σκας; Να, πάρε από μας που μας περισσεύει!». Και τράβηξε μια ακτίνα κόκκινη το κόκκινο αστέρι και την καρφίτσωσε στο σβησμένο αστεράκι. Και μια γαλάζια το γαλάζιο αστέρι, δύο το πράσινο που ήταν πολύ μεγάλο, άλλες δύο ακτίνες το ροζ, παρόλο που ήτανε μικρό. Κοιτάζεται το αστεράκι μας και τι να δει! Έλαμπε ολόκληρο και όχι με ένα χρώμα, αλλά με πολλά. Γέμιζε με πολύχρωμο φως τον ουρανό και ήταν τόσο μα τόσο φωτεινό και όμορφο! Δεν ήταν όμως μόνο γι’αυτό που έλαμπε τόσο, όσο κανένα άλλο αστέρι. Δεν ήταν μονάχα οι ακτίνες αλλά και η αγάπη των άλλων αστεριών που το έκανε έτσι ολόλαμπρο.
Η μάγισσα Μπο Μποφλό
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μάγισσα που έκανε συλλογή από γραμματάκια. Είχε δε ιδιαίτερη αδυναμία στα ρο. Κι επειδή δεν ήταν τόσο καλή στα μαγικά για να φτιάξει μόνη της γραμματάκια, τα έκλεβε από τα παιδάκια. Πώς; Απλούστατα παραφύλαγε έξω από τις πόρτες των παιδικών δωματίων να ακούσει αν τα παιδιά κοιμούνται ή κάνουν θόρυβο. Αν άκουγε τα παιδάκια να μιλάνε, όρμαγε στο δωμάτιό τους και έσκουζε μπο-μπο-...φι, ας πούμε. Έτσι παγίδευε όλα τα φι που ξεστόμιζαν τα παιδάκια που μιλάγανε και δεν είχαν κλείσει ακόμα τα ματάκια τους... Άλλες φορές η τρομερή μάγισσα Μπο Μποφλό έψαχνε ρο, για να βάλει στο άλμπουμ των γραμμάτων της. Κι όχι όποιο κι όποιο ρο, αλλά ένα παιδικό ζουμερό από τα σπάνια. Φώναζε μπο-μπο-ρο, κι αυτό ήταν, χάναν τα παιδάκια που μιλούσαν και δεν είχαν ακόμα κοιμηθεί τα ρο τους. Άντε τώρα να ζητήσουν νερό. Λέγανε νεό και κανείς δεν καταλάβαινε ότι διψάνε. Θέλανε να μιμηθούν τα αυτοκινητάκια κάνοντας βρρρρρρ, αλλά ακουγόταν σκέτο ββββββ. Τι σόι αυτοκινητάκι είσαι χωρίς βρρρρρρ; Έτσι η μάγισσα Μπο Μποφλό, η κλέφτρα των γραμμάτων είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των παιδιών όχι μόνο την ώρα του βραδινού ύπνου αλλά και του μεσημεριανού. Εσείς είδατε την Μπο Μποφλό να τριγυρνάει πουθενά εδώ γύρω ή κοιμάστε νωρίς το βράδυ και δεν κινδυνεύετε να σας κλέψει κανένα γράμμα; (Δεν ξέρω αν το παραμυθάκι αυτό είναι αντιπαιδαγωγικό, αλλά πιάνει χωρίς να μιλάει για μπαμπούλες και κακούς λύκους. Μόνο για μια αθώα μάγισσα φανατική συλλέκρια σπάνιων γραμμάτων...)
Ο γαλατάς
Μια φορά κι έναν καιρό, την εποχή που ήταν παιδιά οι παππούδες σας και οι γιαγιάδες σας, οι γονείς δεν αγόραζαν το γάλα από το super market, αλλά το έφερνε κάθε πρωί στο σπίτι ο γαλατάς. Φόρτωνε το γάιδαρό του με δυο μεγάλα δοχεία γάλα και τριγύρναγε στις γειτονιές φωνάζοντας όσο πιο δυνατά μπορούσε «οοο γαλατααάς» (εδώ μπορείτε να προτρέψετε τα παιδιά να φωνάξουν κι αυτά τη λέξη). Οι νοικοκυρές κι οι νοικοκύρηδες βγαίνανε τότε στην εξώπορτα του σπιτιού τους με ένα άδειο μπουκάλι που ο γαλατάς το γέμιζε φρέσκο γαλατάκι αγελάδας. Μια μέρα όμως δεν έδεσε καλά τα δοχεία στη ράχη του γαϊδάρου- της γαϊδάρας για την ακρίβεια- και χύθηκε όλο το γάλα στο δρόμο. Τώρα τι γάλα θα πιουν τα παιδιά; Ο γαλατάς στενοχωρήθηκε πολύ και δεν ήξερε τι να κάνει. Ήδη άκουγε μερικά μωρά να κλαίνε επειδή πεινούσαν. Τότε κατέβασε μια ιδέα. Σκέφτηκε, και γιατί δεν αρμέγω τη γαϊδάρα; Το είπε και το έκανε. Γέμισε τα αδειανά δοχεία του με γάλα γαϊδάρας. Εκείνη τη μέρα όλα τα παιδάκια ήπιαν γάλα γαϊδάρας. Γι’αυτό για πολύ καιρό τους ξέφευγε κανένα γκάρισμα ανάμεσα στις λέξεις και οι γονείς απορούσανε, μα ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί (εννοείτε ότι προτρέπουμε τα παιδιά σε αυτό το σημείο να μιμηθούν το γάιδαρο).
Ο πόλεμος των οσπρίων
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κατσαρόλα με φακές που σιγοβράζανε. Πιάσαν λοιπόν κουβέντα και λέγανε πως από όλα τα όσπρια αυτές σίγουρα είναι οι καλύτερες και πιο θρεπτικές. Κι όσο τα λέγανε αυτά φουσκώνανε από περηφάνεια και μαλακώνανε στην κατσαρόλα. Λιγάκι παρακεί βρισκόταν ένα βάζο με φασόλια που ακούγαν τη συζήτηση και φρίξανε. Πώς τολμάτε εσείς οι σκουρόχρωμες φακές να λέτε ότι είστε καλύτερες από εμάς τα φασόλια; Κοιτάξτε το χρώμα μας άσπρο-άσπρο και όμορφο που είναι! Εσείς μπορεί να έχετε περισσότερο σίδηρο και να περνιέστε για πιο θρεπτικές, αλλά εμείς έχουμε ποικιλία μεγάλη. Και με ένα σφύριγμα καλέσανε τους συγγενείς τους, τα μαυρομάτικα και τους γίγαντες. Περνούσαν από κει κοντά τα ρεβύθια και κιτρίνισαν ακόμα πιο πολύ από το θυμό τους. Ούτε άσπρο, ούτε μαύρο. Κίτρινο είναι το χρώμα το σωστό. Τι λες και εσύ φάβα, φωνάξαν λιγάκι δυνατά, για να ακούσει η φάβα που ήταν πολυκαιρισμένη σε ένα ξεχασμένο βάζο και βαριάκουγε. Κι άρχισαν τα όσπρια να τσακώνονται για το ποιο είναι το καλύτερο. Φωνές και κακό μεγάλο. Καβγάς με τα όλα του. Πάνω στον καβγά μαύρισε και το μάτι των μαυρομάτικων. Τότε ήρθε τρέχοντας η μαμά, τα μάζεψε, γιατί είχαν βγει από τα βάζα τους και τα οδήγησε στους δικαστές, τα παιδιά, να λύσουν τη διαφορά τους και να ανακαλύψουν το καλύτερο. Οι δικαστές όμως είπαν ότι αν δεν δοκιμάσουν όλα τα όσπρια, δεν μπορούν να βγάλουν απόφαση. Από τότε ορίστηκε κάθε εβδομάδα να τρώνε τα παιδάκια κι από ένα διαφορετικό όσπριο, για να μάθουν ποιο είναι το καλύτερο και να πάψουν έτσι να τσακώνονται τα δύστυχα όσπρια μεταξύ τους. Εσείς τι όσπριο φάγατε αυτή την εβδομάδα;
Περισσότερα...
Ετικέτες
παιδαγωγικά και αντιπαιδαγωγικά
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009
Πρόσκληση για ανάλυση του avatar
O Σχολιαστής με κάλεσε σε ένα παιγνίδι εν εξελίξει, να εξηγήσω γιατί διάλεξα το εικονίδιο που συνοδεύει το profile μου και φαντάζομαι ότι η εξήγηση επεκτείνεται και στο ψευδώνυμο. Το όλον, εικονίδιο και ψευδώνυμο, πλασσάρουν τον εαυτό που θέλει να περάσει ο blogger στο ιστολόγιό του. Ενσαρκώνουν το διαδικτυακό του στίγμα. Υποχρέωσή μου περαιτέρω να μεταβιβάσω την πρόσκληση σε άλλους πέντε bloggers. Το εγχείρημα έχει ενδιαφέρον και από την άποψη ότι μπορεί κανείς να ανατρέξει όσο πίσω ή μπροστά θέλει και να γνωρίσει έτσι άλλα ιστολόγια. Προσφέρεται ακόμα και για αυτοανάλυση, ψυχανάληση και περιαυτολογία. Ή απλά ως παράθυρο σε μια όμορφη πτυχή της ζωής, όπως αυτό που ανοίγει ο Σχολιαστής.
Εντάξει λοιπόν, εδώ είμαι, καιρός να προβληματιστώ λιγουλάκι για το λόγο που διάλεξα το εικονίδιο της «Παριζιάνας». Να πω ότι πρόκειται για τμήμα τοιχογραφίας περί το 1450 π.Χ. από το ανάκτορο της Κνωσού που φυλάσσεται στο αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου. Δεν πρόκειται εδώ να κάνω αρχαιολογική αναφορά. Να πω μονάχα πως έχω ακούσει τόσες φορές και από τόσους διαφορετικούς ανθρώπους μη ασχολούμενους με αρχαιολογία πως της μοιάζω (καλέ εσύ είσαι ίδια με την πώς την λέμε...), που όταν ήρθε η ώρα να επιλέξω μια εικόνα, μου ήρθε αυθόρμητα. Όχι, δεν έχω καβαλήσει κανένα καλάμι, όχι δεν τη θεωρώ ωραία ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, δεν είναι καν η αγαπημένη μου μορφή από τοιχογραφίες. Απλά ήρθε φυσικά. Και δίχως πολύ σκέψη. Εξάλλου, όπως και να έχει το πράγμα, ακόμα κι αν δεν ήταν αυτό, σίγουρα θα επέλεγα κάτι άλλο σχετικό με την αρχαιολογία. Ο καθείς και τα ενδιαφέροντά του, έστω τα ευρύτερα.
Τώρα, πώς από την «Παριζιάνα» έφτασα στην Κλεοπάτρα (ναι, τη βασίλισσα της Αιγύπτου, ναι τη γνωστή που συναντά και ο Αστερίξ), αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το ψευδώνυμό μου είναι Κλεοπάτρα και Μινγκ. Για την ακρίβεια ούτε Κλεοπάτρα ούτε Μινγκ, αλλά το ανάμεσό τους. Εξηγούμαι, αν και τα έχω πει και αλλού (Κλεοπάτρα και Μινγκ) και γι’αυτό θα περιοριστώ σε λίγα. Πριν λίγο καιρό διάβαζα μια βιογραφία της Πτολεμαίας βασίλισσας για παιδιά ( ναι, μέχρι εκεί έφτασε η χάρη της). Δεν μπόρεσα να μην προσέξω πόσες πολλές βιογραφίες της υπάρχουν γενικώς και επιπλέον πόσο γοητεύει η μορφή της όχι μόνον ενηλίκους αλλά και μικρούς (για την ακρίβεια μικρές πριγκήπισσες και Χιονάτες που προβιβάστηκαν σε Κλεοπάτρες). Την ίδια περίοδο έπεσε στα χέρια μου ένα άλλο παιδικό βιβλίο, μιας Γαλλίδας της K. Μπερνός, εκδ. Κάστωρ, το «Εγώ ο Μινγκ». Η διαφορά στα πρότυπα που περνούσαν κολοσσιαία: «Η βασίλισσα των βασιλισσών» φιλόδοξη, ματαιόδοξη, αρχομανής αλλά και στο έπακρο γοητευτική προσωπικότητα. Ο Μινγκ, ένας από τους εκατόμμυρια Κινέζους, ασήμαντος, καθημερινός, απλός, να μη διαφέρει εκ πρώτης όψεως σε τίποτα από τη μάζα. Εκτός από ένα, που έκανε και την ειδοποιό διαφορά από τους αμέτρητους άλλους ανθρώπους: Δεν είχε καμμία περαιτέρω φιλοδοξία παρεκτός να επαναλαμβάνει καθημερινά τα ίδια και απαράλλαχτα με μόνο του μέλημα να φυλακίσει το χρόνο συνειδητά για χάρη του μόνου πράγματος που θεωρούσε ότι αξίζει τον κόπο στη ζήση του. Μαντέψτε τι ήταν αυτό. Ναι, σωστά μαντέψατε –ή μήπως όχι;-, η αγάπη του για την εγγονούλα του. Μόνη του έγνοια η αφιλοκερδής φροντίδα του για αυτήν. Μόνη του χαρά, επιδίωξη και καταξίωση η αγάπη για τη μικρούλα Ναμ.
Θυμήθηκα εκείνη την ταινία με το Χάρβεϋ Καϊτέλ και το Γουίλιαμ Χαρτ, «Καπνός» λεγόταν. Πάνε καμμιά δεκαπενταριά χρόνια που παιζόταν στα σινεμά. Κάποιος ήρωας που οι υπόλοιποι το θεωρούσαν γραφικό και ακατανόητο, επέμενε να φωτογραφίζει κάθε μέρα την ίδια ώρα ένα συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Όταν μετά από πολλά χρόνια η γυναίκα κάποιου απ’αυτούς που σύχναζαν στο καπνοπωλείο σκοτώθηκε αναπάντεχα, ο «γραφικός» ανέτρεξε πίσω στις φωτογραφίες του μέχρι που εντόπισε τη νεκρή σε στιγμές αδιάφορες από την καθημερινότητά της. Αδιάφορες τότε. Πολύτιμες τώρα για τον απαρηγόρητο σύντροφό της. Ο Μινγκ λοιπόν δεν είχε ανάγκη την έλλειψη αυτού που απολάμβανε τόσο δεδομένα και τόσο απλά για να το εκτιμήσει. Ήξερε εκ των προτέρων πως είναι πολύτιμο, πως δε χρειάζεται κάτι παραπάνω, πως πρέπει να το γευτεί συνειδητά τώρα. Γιατί δεν είναι καθόλου μα καθόλου δεδομένο στο πέρασμα του χρόνου. Δεν ήθελε να κυνηγά ως άλλη Κλεοπάτρα ακόμα μεγαλύτερη εξουσία, ακόμα περισσότερα μεγαλεία που θα τα εξαργύρωνε στο μέλλον αδιαφορώντας για τα απλά πράγματα του παρόντος. Χρειάζεται άραγε να συμπληρώσω και τα πιο ουσιαστικά; Επειδή όμως ούτε Κλεοπάτρες στην αμιγή τους μορφή υπάρχουν, ούτε πολύ περισσότερο Μινγκ, περιοριζόμαστε όλοι οι υπόλοιποι στο ανάμεσο. Το θέμα είναι προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα.
Καιρός να παραδώσω τη σκυτάλη στους επόμενους. Αρκετά φλυάρησα.
Περπατάμε μαζί
Το Καφενεδάκι
Maxplace's Blog
ΓΙΑΝΝΗΣΒΕΡ
Λίμνες Μενεξελί
Δεν ξέρω πόσο ενδιαφέρον θα βρουν το παιγνιδάκι, ούτε πόσο χρόνο διαθέτουν. Ευχαριστώ όσους κάνατε τον κόπο να ανταποκριθείτε.
Περισσότερα...
Εντάξει λοιπόν, εδώ είμαι, καιρός να προβληματιστώ λιγουλάκι για το λόγο που διάλεξα το εικονίδιο της «Παριζιάνας». Να πω ότι πρόκειται για τμήμα τοιχογραφίας περί το 1450 π.Χ. από το ανάκτορο της Κνωσού που φυλάσσεται στο αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου. Δεν πρόκειται εδώ να κάνω αρχαιολογική αναφορά. Να πω μονάχα πως έχω ακούσει τόσες φορές και από τόσους διαφορετικούς ανθρώπους μη ασχολούμενους με αρχαιολογία πως της μοιάζω (καλέ εσύ είσαι ίδια με την πώς την λέμε...), που όταν ήρθε η ώρα να επιλέξω μια εικόνα, μου ήρθε αυθόρμητα. Όχι, δεν έχω καβαλήσει κανένα καλάμι, όχι δεν τη θεωρώ ωραία ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, δεν είναι καν η αγαπημένη μου μορφή από τοιχογραφίες. Απλά ήρθε φυσικά. Και δίχως πολύ σκέψη. Εξάλλου, όπως και να έχει το πράγμα, ακόμα κι αν δεν ήταν αυτό, σίγουρα θα επέλεγα κάτι άλλο σχετικό με την αρχαιολογία. Ο καθείς και τα ενδιαφέροντά του, έστω τα ευρύτερα.
Τώρα, πώς από την «Παριζιάνα» έφτασα στην Κλεοπάτρα (ναι, τη βασίλισσα της Αιγύπτου, ναι τη γνωστή που συναντά και ο Αστερίξ), αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το ψευδώνυμό μου είναι Κλεοπάτρα και Μινγκ. Για την ακρίβεια ούτε Κλεοπάτρα ούτε Μινγκ, αλλά το ανάμεσό τους. Εξηγούμαι, αν και τα έχω πει και αλλού (Κλεοπάτρα και Μινγκ) και γι’αυτό θα περιοριστώ σε λίγα. Πριν λίγο καιρό διάβαζα μια βιογραφία της Πτολεμαίας βασίλισσας για παιδιά ( ναι, μέχρι εκεί έφτασε η χάρη της). Δεν μπόρεσα να μην προσέξω πόσες πολλές βιογραφίες της υπάρχουν γενικώς και επιπλέον πόσο γοητεύει η μορφή της όχι μόνον ενηλίκους αλλά και μικρούς (για την ακρίβεια μικρές πριγκήπισσες και Χιονάτες που προβιβάστηκαν σε Κλεοπάτρες). Την ίδια περίοδο έπεσε στα χέρια μου ένα άλλο παιδικό βιβλίο, μιας Γαλλίδας της K. Μπερνός, εκδ. Κάστωρ, το «Εγώ ο Μινγκ». Η διαφορά στα πρότυπα που περνούσαν κολοσσιαία: «Η βασίλισσα των βασιλισσών» φιλόδοξη, ματαιόδοξη, αρχομανής αλλά και στο έπακρο γοητευτική προσωπικότητα. Ο Μινγκ, ένας από τους εκατόμμυρια Κινέζους, ασήμαντος, καθημερινός, απλός, να μη διαφέρει εκ πρώτης όψεως σε τίποτα από τη μάζα. Εκτός από ένα, που έκανε και την ειδοποιό διαφορά από τους αμέτρητους άλλους ανθρώπους: Δεν είχε καμμία περαιτέρω φιλοδοξία παρεκτός να επαναλαμβάνει καθημερινά τα ίδια και απαράλλαχτα με μόνο του μέλημα να φυλακίσει το χρόνο συνειδητά για χάρη του μόνου πράγματος που θεωρούσε ότι αξίζει τον κόπο στη ζήση του. Μαντέψτε τι ήταν αυτό. Ναι, σωστά μαντέψατε –ή μήπως όχι;-, η αγάπη του για την εγγονούλα του. Μόνη του έγνοια η αφιλοκερδής φροντίδα του για αυτήν. Μόνη του χαρά, επιδίωξη και καταξίωση η αγάπη για τη μικρούλα Ναμ.
Θυμήθηκα εκείνη την ταινία με το Χάρβεϋ Καϊτέλ και το Γουίλιαμ Χαρτ, «Καπνός» λεγόταν. Πάνε καμμιά δεκαπενταριά χρόνια που παιζόταν στα σινεμά. Κάποιος ήρωας που οι υπόλοιποι το θεωρούσαν γραφικό και ακατανόητο, επέμενε να φωτογραφίζει κάθε μέρα την ίδια ώρα ένα συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Όταν μετά από πολλά χρόνια η γυναίκα κάποιου απ’αυτούς που σύχναζαν στο καπνοπωλείο σκοτώθηκε αναπάντεχα, ο «γραφικός» ανέτρεξε πίσω στις φωτογραφίες του μέχρι που εντόπισε τη νεκρή σε στιγμές αδιάφορες από την καθημερινότητά της. Αδιάφορες τότε. Πολύτιμες τώρα για τον απαρηγόρητο σύντροφό της. Ο Μινγκ λοιπόν δεν είχε ανάγκη την έλλειψη αυτού που απολάμβανε τόσο δεδομένα και τόσο απλά για να το εκτιμήσει. Ήξερε εκ των προτέρων πως είναι πολύτιμο, πως δε χρειάζεται κάτι παραπάνω, πως πρέπει να το γευτεί συνειδητά τώρα. Γιατί δεν είναι καθόλου μα καθόλου δεδομένο στο πέρασμα του χρόνου. Δεν ήθελε να κυνηγά ως άλλη Κλεοπάτρα ακόμα μεγαλύτερη εξουσία, ακόμα περισσότερα μεγαλεία που θα τα εξαργύρωνε στο μέλλον αδιαφορώντας για τα απλά πράγματα του παρόντος. Χρειάζεται άραγε να συμπληρώσω και τα πιο ουσιαστικά; Επειδή όμως ούτε Κλεοπάτρες στην αμιγή τους μορφή υπάρχουν, ούτε πολύ περισσότερο Μινγκ, περιοριζόμαστε όλοι οι υπόλοιποι στο ανάμεσο. Το θέμα είναι προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα.
Καιρός να παραδώσω τη σκυτάλη στους επόμενους. Αρκετά φλυάρησα.
Περπατάμε μαζί
Το Καφενεδάκι
Maxplace's Blog
ΓΙΑΝΝΗΣΒΕΡ
Λίμνες Μενεξελί
Δεν ξέρω πόσο ενδιαφέρον θα βρουν το παιγνιδάκι, ούτε πόσο χρόνο διαθέτουν. Ευχαριστώ όσους κάνατε τον κόπο να ανταποκριθείτε.
Περισσότερα...
Ετικέτες
μπλογκοπαίγνιδο
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009
Ο κυνηγημένος

Η κυρία Κατερίνα. Σκύλα. Γεροντοκόρη. Με τα μυωπικά γυαλάκια της. «Είσαι απαράδεκτος! Με τόση τεμπελιά ξέρεις τι θα γίνεις; Ένα τίποτα, ένα μηδενικό». Μηδενικό, μηδενικό, μηδενικό. Ο αντίλαλος της λέξης μέσα στο μυαλό μου. Μου το τρυπάει. Πιέζω με τις παλάμες τα μηνίγγια να μη μου σπάσει το κεφάλι. Ακούω ουρλιαχτό. Από μέσα μου. Και ΠΟΥ ξέρεις εσύ ποιος είμαι εγώ; Εσύ, που μόλις γυρνάς την πλάτη σχηματίζεται μια γκριμάτσα σιχασιάς στα πρόσωπα των μαθητών σου, εσύ η ξερακιανή, η στρίγγλα, η στραγγισμένη τι ξέρεις από ζωή για να μιλάς; Το ξέρεις ότι, όταν κοιτώ τη θάλασσα σηκώνονται φουρτούνες μέσα μου ή απλώνονται μπουνάτσες; Ή ότι, όταν ακούω τα αγαπημένα μου τραγούδια, κλαίω; Ή ότι τάιζα με σύριγγα εκείνο το νεογέννητο πεταμένο γατάκι για να μην ψοφήσει και ότι τελικά το έσωσα; Τι ξέρεις για τη χαρά που ένιωσα όταν πρωτάνοιξε τα ματάκια του ή όταν κοιμόταν στη χούφτα μου; Αυτά είναι ένα τίποτα; Τυφλοί δάσκαλοι, ανίκανοι να δείτε πέρα από την κλίση ενός ουσιαστικού ή την ημερομηνία μιας μάχης.
Εμ ο άλλος, ο λυκειάρχης; «Πάλι αποβολή παιδί μου. Θέλω να ζήσω να δω που θα καταλήξεις». Άθλιε δάσκαλε, που θαρρείς επιτυχία να πλουτίζεις από τα ιδιαίτερα που κάνεις στους μαθητές της τάξης σου. Νά’ξερες πόσο γελοίος ήσουνα μέσα στο γκρίζο τριμμένο σου κουστούμι με τη γραβάτα σου να ανεβοκατεβαίνει σαν το γλωσσίδι σου όταν ξέρναγε καμπάνες για πάρτη μου. Νά’ξερες πόσο γέλασα όταν μιλούσες στο μάθημα της ιστορίας για τους ψωμολύσσες ελληνάκους ψευτοφιλόσοφους, τους γραικύλους, που έβρισκαν δουλειά στα σπίτια των νεόπλουτων Ρωμαίων παριστάνοντας τους σοφούς. Για τον εαυτό σας μιλούσατε κύριε Λυκειάρχα κι ούτε που το καταλάβατε ούτε εσείς ούτε η γραβάτα σας, που έμενε κόκκαλο σε στάση προσοχής. Ήταν από τις λίγες φορές που πρόσεξα το βαρετό μέχρι θανάτου μάθημά σας. Άξιζε τον κόπο.
Η μάνα μου. Πρόλαβα κι έκλεισα το ημερολόγιό μου. Δε με είδε. Και τι να δει. Τι να καταλάβει. «Κλείσε τη μουσική επιτέλους. Διάβασε, να σπουδάσεις, να βρεις δουλειά, σαν τον ξάδελφό σου, που έγινε στέλεχος. Είδες με τι αμαξάρα κυκλοφορεί;» Και τι με νοιάζουν εμένα ρε μάνα τα αμάξια; Και τι τα θέλω τα κουστούμια και τα πουκάμισα τα κολλαριστά; Πόσα τέτοια έχεις σιδερώσει μπροστά στο χαζοκούτι μυξοκλαίγοντας για τους έρωτες μιας Βραζιλιάνας που ποτέ σου δεν της έμοιασες σε τίποτα. Και γιατί εγώ να πληρώνω που εσύ ξέμεινες πάνω από τη σιδερώστρα, ενώ ονειρευόσουν να είσαι η κουκλάρα με τα ντεκολτέ που απατάει τον άντρα της μέσα στο κάμπριο που της χάρισε στα γενέθλιά της;
Και τι ρόλο βαράω τώρα εγώ; Άντε να δικαιολογήσω τις ατέλειωτες ώρες που κάθομαι και παρατηρώ τις κορυφογραμμές που σβύνουν στη θάλασσα τις αυγές και τα δειλινά. Και πως έπειτα τις ζωγραφίζω στην ράχη των θηκών των cd με τα αγαπημένα μου τραγούδια. Μικρογραφία με κάθε λεπτομέρεια. Άντε να μιλήσω για το θρίαμβο που ένιωσα, όταν είδα σύννεφα στον ουρανό ολόιδια με αυτά που ζωγράφιζα μικρός στο νηπιαγωγείο και η απαίσια η δασκάλα μού’λεγε να τα σβύσω γιατί δεν είναι, λέει, έτσι τα σύννεφα. Άντε να μιλήσω για τη ζάχαρη που τάιζα κρυφά, μη με πάρουν για τρελό και μου το κοπανάνε, εκείνο το μισοπεθαμένο αλογάκι της Παναγίας μέχρι να αναστηθεί. Ή για την πρώτη νότα εκείνου του τραγουδιού των Led Zeppelin που έλειπε και μου φάνηκε σα να ακούω κάτι ξένο και διαφορετικό. Σε ποιον να τα πω όλα αυτά και τι θα καταλάβει;
Αυτά και άλλα τόσα. Ασήμαντα για όλους τους. Για τους δασκάλους μου, για τη μάνα μου, για τον ανύπαρκτο πατέρα μου που δεν τον ξεχωρίζω πια από τον καναπέ, που βαρέθηκα να τον ακούω να πανηγυρίζει για τα γκολ της ομάδας του. Που σιχάθηκα να τον πιάνω στα πράσα αργά τις νύχτες να βλέπει τσόντες και να λέει στο τηλέφωνο μάλιστα κύριε διευθυντά. Τον πατέρα μου που είναι ευχαριστημένος με τη ζωούλα του πηγαινοφέρνοντας τη μηχανή του γκαζόν και κοιτάζοντάς με με περιφρόνηση κάθε που με βλέπει μπροστά του. «Α ρε, δε μου έμοιασε καθόλου». Τον τσάκωσα να το λέει στη μάνα μου. Και εγώ να γυρνάω από το σχολείο με τον έλεγχο στα χέρια. Πού να βρώ κουράγιο να του τον δώσω. Βδομάδες τώρα τον πηγαινοφέρνω. Θα’θελα να του τον πετάξω στα μούτρα, να του πω ναι, δε σου έμοιασα καθόλου. Κοίτα τους βαθμούς μου. Κάτω από τη βάση. Δε γουστάρω ούτε εσένα, ούτε το γκαζόν, ούτε τα κουστούμια, ούτε τα αυτοκίνητα με leasing, ούτε τους διευθυντάδες σου, ούτε τους καθηγητάδες μου με τα λύω, λύεις και την έλξη του αναφορικού και την ανωμαλία των ανώμαλων ρημάτων τους.
Μόνον ένας τους μου άρεσε. Κάποιος καινούριος. Κύριος Ανέστης. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στην τάξη σε κάποιες εξετάσεις. Είχε πάρει σβάρνα όλες τις αίθουσες με τη σειρά. Βρωμοκόπαγε ουίσκι. Αρχίζει να απαγγέλλει ένα ποίημα στα καλά καθούμενα. Του Ελύτη μας είπε. Μιλούσε για θάλασσες και ήλιους και έρωτα. Το ποίημα δεν το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πόσο ένιωσα γελοίος να πασχίζω με τα ορνιθοσκαλίσματά μου και τα σκονάκια πάνω στην κόλλα. Θυμάμαι και μια μικρή πράσινη θάλασσα που είδα ξάφνου μπροστά μου όσο τον άκουγα. Και μετά έφυγε. Συνήλθα από τον ήχο που έκανε η κυρία Κατερίνα χτυπώντας το μολύβι της ανάποδα στην έδρα. Να μας επαναφέρει στην τάξη. Ποια είναι δηλαδή η «τάξη»; Τα ακαταλαβίστικα που αράδιαζα στην κόλλα ή η μικρή πράσινη θάλασσά μου; Θα τρελαθώ. Παράτησα το γραπτό μου κι έφυγα. Να βγω έξω, να πάρω καθαρό αέρα. Δεν ξαναγύρισα στο σχολείο. Έζεχνε.
Πού να πάω. Το σπίτι δε με σηκώνει. Χειρότερα. Τίποτα δε θα τους πω που το παράτησα το Λύκειο. Άσ’τους να ονειρεύονται για μένα διευθυντικές καρέκλες και τραπεζώματα στη γειτονιά για την εισαγωγή μου στο πανεπιστήμιο. Μήνες τώρα την πηγαινοφέρνω τη τσάντα μου στο πάρκο, το μπιλιαρδάδικο και το σινεμά. Ούτε που θυμάμαι ποια τι βιβλία έχει μέσα. Την ανοίγω μόνο και μόνο για να πάρω το αγαπημένο μου στυλό και να γράψω τούτο δω το ημερολόγιο. Πάλι καλά που το έχω κι αυτό για παρέα. Νομίζω πως θα μου στρίψει. Σήμερα με έπιασα να κάθομαι τέσσερεις ώρες σερί ακίνητος σε ένα παγκάκι με το βλέμμα καρφωμένο σε μια σακούλα που τη στροβίλιζε ο αέρας. Δεν την έβλεπα όμως. Άλλα έβλεπα. Τον εαυτό μου ντυμμένο Νίντζα, όπως σε κείνη την ταινία που είδα χθες στον κινηματογράφο. Φοράω τα μαύρα ρούχα και γίνομαι άλλος άνθρωπος. Σα να μην είμαι εγώ. Νιώθω δυνατός, σίγουρος και αόρατος. Οι κινήσεις μου κοφτές και ακριβείς. Μια πολεμική μηχανή με τους μυς όλου του κορμιού της τεντωμένους και έτοιμους για επίθεση σε ότι την κοντράρει. Τα μάτια μου μισόκλειστα να κλειδώνουν το στόχο. Τη μάνα μου. Τον πατέρα μου. Τους δασκάλους μου. Που μου κρεμάσανε ταμπέλα και με αξιολογήσανε. Με τα δικά τους μέτρα. Δε χωράω; «Σόρρυ, είσαι λούζερ. Πάρε πόδι». Τώρα θα δείτε ποιος είναι ο αποτυχημένος. Τη μάνα μου και τον πατέρα μου όχι. Δε θα το αντέξω. Παράτα τους. Στο σχολείο θα πάω. Να καθαρίσω την κόπρο του Αυγεία. Με τα όπλα που έχω για τη σκοποβολή. Να τα. Δύο. Τιμωροί. Να δούμε τώρα ποιος είναι ο κυνηγημένος. Να βρω και τη στολή του Νίντζα. Είναι από τις απόκριες. Δεν πειράζει. Μου κάνει. Πού την έχει βάλει η μάνα μου. Ευτυχώς λείπουν από το σπίτι. Δε θα με δούνε. Έτοιμος. Τώρα είμαι ένας Νίντζα. Κοίτα αγόρι μου καλά στον καθρέπτη. Βάλε και τη μάσκα. Πρόβαρε τις κινήσεις που θα κάνεις όταν σημαδεύεις τους καθηγητές σου. Μέσα στην τάξη. Την ώρα που ήσυχοι, ωραίοι και ανυποψίαστοι κάνουν το μαθηματάκι τους. Έτσι θα χτυπήσω ακαριαία. Σαν έτοιμος από καιρό. Σαν Νίντζα.
Φεύγω. Φτάνω στο σχολείο. Ψυχή στο προαύλειο. Ωραία. Μπαίνω μέσα. Να το τμήμα μου. Βάρα την πόρτα με το πόδι. Να ανοίξει. Μην πεις κουβέντα. Γρήγορα να γίνει η δουλειά. Θυμήσου είσαι Νίντζα. Νά’μαι. Μέσα στην αίθουσα. Κοίτα τα γουρλωμένα μάτια του λυκειάρχη. Δε με περίμενες ε; Σημαδεύω. Έπεσε. Του άξιζε. Δράσε γρήγορα, όπως στη ταινία. Όπως κάνανε οι πραγματικοί Νίντζα. Κλότσα τις πόρτες στη σειρά. Πυροβόλα τους δασκάλους. Έτσι μπράβο. Πάει και η γεροντοκόρη. Μην πειράξεις τους μαθητές. Δε σου φταίνε. Κυνηγημένοι και αυτοί όπως εγώ. Μόνο που δεν το ξέρουν. Κλοτσιά και πυροβολισμός. Κλοτσιά και πυροβολισμός. Κλοτσιά και πυροβολισμός. Κατάστηθα. Πόσους από τους κυνηγούς μου έφαγα. Έχασα το μέτρημα. Κιχ δεν πρόλαβε κανείς τους να βγάλει. Εγώ είμαι τώρα ο κυνηγός. Εγώ, ο Νίντζα.
Ποιος είσαι εσύ στο διάδρομο; Ο κύριος Ανέστης. Η μικρή πράσινη θάλασσα. Βγάζω τη μάσκα. Σκότωσέ τον. Μην ξεγελιέσαι. Κυνηγός είναι και αυτός. Ή μήπως όχι. Ένας Νίντζα δε διστάζει. Τον σημαδεύω. «Αν είναι να πατήσεις τη σκανδάλη, τότε κοίτα με στα μάτια». Η φωνή του. Έχει κάτι από θαλασσινή αύρα. Πώς να τον σκοτώσω. Όχι, όχι δεν μπορώ. Δε φοράει μάσκα σαν τους άλλους. Δεν υποκρίνεται. «Αρκετά για σήμερα κύριε Ανέστη». Με πλησιάζει και με αγγίζει στον ώμο. Υπάρχουν και άνθρωποι. Χαμογελάω άθελά μου. Μου χαμογελάει και κείνος. Θέλω να του πω για κείνο το αλογάκι της Παναγίας που τάϊζα ζάχαρη. Και για τα σύννεφα που ζωγράφιζα μικρός. Kαι για το γατάκι που του έδινα γάλα με τη σύριγγα, και...
Μηηηη.... Μη. Με έσπρωξε σε μια άδεια αίθουσα και με κλείδωσε. Ανάθεμα. Ίδιος είναι με τους άλλους. Η μάσκα μου. Πού είναι η μάσκα μου. Με ξεγέλασε και έβγαλα τη μάσκα μου. Έχω μείνει κατάχαμα στη θέση που με πέταξε. Δε θέλω πια να σηκωθώ. Θεέ μου τι να κάνω. Δώσε μου ένα σημάδι. Είσαι η τελευταία μου ελπίδα. Τι, τι γράφει στον πίνακα;
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές --
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1911)
Μια μικρή πράσινη θάλασσα βλέπω γύρω μου. Και κείνο το τραγούδι των Led Zeppelin ολόκληρο, και με την πρώτη νότα. Τίποτε άλλο.
ΜΠΟΥΜ.
Τέλος
Σημείωση: Πηγή έμπνευσης στάθηκε η τραγική περίπτωση του μαθητή Robert Steinhäuser που στις 26 Απριλίου του 2002 φορώντας στολή Νίντζα εισέβαλε στις τάξεις του σχολείου του από το οποίο είχε αποβληθεί και σκότωσε τους καθηγητές του. Ένας εξ αυτών, τον οποίο δίστασε ο δεκαεννιάχρονος μαθητής να δολοφονήσει άμεσα, τον πλησίασε και τον κλείδωσε σε μια αίθουσα. Λίγα λεπτά αργότερα ο μαθητής αυτοκτόνησε. Συνολικά τα θύματα συμπεριλαμβανομένου και του αυτόχειρα ανέρχονταν σε δεκαεπτά. Το γεγονός έμεινε γνωστό ως «η σφαγή του Erfurt» από το όνομα της γερμανικής πόλης που έλαβε χώρα. Λεπτομέρειες μπορεί κανείς να αναζητήσει στη διεύθυνση: http://en.wikipedia.org/wiki/Erfurt_massacre
Οπωσδήποτε το διήγημά μου δε φιλοδοξεί να χρησιμοποιήσει ακριβή στοιχεία του συμβάντος. Ούτε καν τα ονόματα των εμπλεκομένων δε διατήρησα. Θέλησα να εικάσω την ψυχολογία του δράστη ο οποίος με είχε, ας πούμε, συγκινήσει. Τώρα κατά πόσο είναι αυτή κοντινή στην πραγματικότητα, πολύ φοβάμαι πως είναι κάτι που ο θύτης -και κατά τη γνώμη μου ταυτόχρονα θύμα- θα το πάρει μυστικό στον τάφο του. Όσο για τον καθηγητή που τον σταμάτησε, αρχικά ηρωποιήθηκε. Είναι όμως τουλάχιστον εντυπωσιακό πως λίγο αργότερα υπήρξαν αρκετοί συμπολίτες του που τον κατηγόρησαν για τη στάση του.
Στο παρόν κείμενο δικαιολογώ κατά κάποιο τρόπο το μαθητή και ψέγω τους υπόλοιπους, που με τη στάση τους τον ώθησαν στους φόνους και την αυτοκτονία. Η αλήθεια είναι πως εδώ παρουσίασα μία μόνον εκδοχή, αυτή που πρώτη μου ήρθε στο μυαλό. Όσο όμως και να θεωρεί κανείς τους ανθρώπους γεννήματα μιας κοινωνίας, δεν παύουν να έχουν και προσωπικό μερίδιο ευθύνης. Οπωσδήποτε, πρέπει να τονίσω, ότι θεωρώ την περίπτωση του νεαρού αυτόχειρα ψυχοπαθολογική, που έχρηζε ιδιαίτερης αντιμετώπισης από το κοινωνικό του περιβάλλον. Όπως και να έχει το ζήτημα δεν είχα σκοπό να περιγράψω το πραγματικό γεγονός, αλλά να το "χρησιμοποιήσω", για να εκθέσω κάποιες σκέψεις που μου προκάλεσε σχετικά με το πώς μπορεί να ένιωθε και να φιλτράρει τις όποιες δυσκολίες ένας άρρωστος ψυχικά άνθρωπος, όπως αυτός. Εκεί αρχίζει και εκεί σταματάει η σχέση του κειμένου μου με την τραγωδία της σφαγής του Erfurt.
Να προσθέσω τέλος πως αντιλαμβάνομαι ότι το ύφος συζητιέται αν ταιριάζει σε δεκαεννιάχρονο. Είναι δύσκολο να κρυφτεί ο συγγραφέας και οι ηλικιακές ή όποιες άλλες του καταβολές πίσω από κάτι που δεν είναι: έναν νεαρό με προβλήματα ένταξης στην κοινωνία. Αντίθετα στο άλλο διηγηματάκι μου, τον Κυνηγό, που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο ένας ηλικιωμένος που αποκτά όψιμα αυτογνωσία, το αποτέλεσμα από πλευράς ύφους, νομίζω, ότι είναι πιο πετυχημένο. Φαίνεται ότι από ένα σημείο και μετά είναι πιο εύκολο να υποδυθεί κάποιος έναν μεγάλο σε ηλικία παρά έναν έφηβο. Εντυπωσιακό αλλά αληθές. Ή μήπως όχι;
Περισσότερα...
Ετικέτες
διηγήματα για ενηλίκους
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Το μαχαίρι
εικ.: μαχαίριΤο μαγγανοπήγαδο. Έτσι νιώθω. Βαρέθηκα. Απορώ με τις καλημέρες που ακούω στη δουλειά. Πού το βρίσκουν το κέφι. Σιάχνω λίγο το στραβό μου χαμόγελο μη με πάρουν χαμπάρι. Ξεστομίζω κουτσά-στραβά μια ξινισμένη καλημέρα. Περνάει. Δε με πήραν χαμπάρι. Πρέπει να βρώ και μια δικαιολογία να αρνηθώ εκείνη την πρόσκληση. Θα πάνε λέει όλοι μαζί οι συνάδελφοι για μια μπύρα μετά το σχόλασμα. Μου αρκεί που βλέπω τη φάτσα σας ολημερίς. Κοίταξέ την την καινούργια. Όλο ευγένειες και με γλυκοκοιτάζει. Κοίτα τη δουλειά σου κοπέλα μου. Για έρωτες είμαστε τώρα. Αλήθεια πότε ήταν η τελευταία φορά που βγήκα με κοπέλα; Ούτε που θυμάμαι. Άστο καλύτερα. Δε βάζω εγώ τα δυο μου πόδια σ’ένα παπούτσι. Πάμε εκεί, έλα εδώ, τι ώρα θα γυρίσεις, θέλω παιδιά, θέλω βόλτα, σ’αρέσει αυτό το φόρεμα, βγάλε αγάπη μου τα σκουπίδια,απόψε θά’ρθουν η Κική και ο Κοκός... «Μάλιστα κύριε προϊστάμενε. Τα φέρνω αμέσως». Δεν πας στο διάολο και συ. Όλο χαμόγελα και ευγένεια. Και ποιος σού’πε ότι μ’αρέσουν τα χαμόγελα. Παραφέρομαι. Εντάξει, το κατάλαβα. Έχω τις μαύρες μου. Κάθε μέρα το ίδιο λέω. Δε φταίω εγώ. Να, πρωί-πρωί έπεσα πάνω σε κείνο το στραβούλιακα. Παραλίγο να με τρακάρει. Που το πήρες το δίπλωμα ρε. Και κείνη η ξανθιά που όλο κοιταζόταν στον καθρέπτη αντί να κοιτάει μπρος της. Έπρεπε να της πω... Αμ, η μάνα μου πρωινιάτικο, στο τηλέφωνο, έχεις σιδερωμένα πουκάμισα, πότε θά’ρθεις αγόρι μου για φαγητό, πρόσεχε μην κρυώσεις.
Τίποτα απ’όλα αυτά δεν είναι που με συγχύζει. Το ξέρω εγώ τι φταίει. Είναι εκείνος ο γέρος με το μαγαζάκι στο δρόμο μου για τη δουλειά. Έχει μαζέψει ένα σωρό παλιατζαρίες εκεί μέσα. Τα βλέπω από τη βιτρίνα. Παράσημα ποιος ξέρει από ποιον πόλεμο που πέταξαν τα δισέγγονα να μην τους πιάνουν το χώρο τα ενθύμια του προγόνου. Παλιούς μισοσπασμένους καθρέπτες. Πάω στοίχημα ότι ο γέρος κάθεται με τις ώρες και φαντάζεται ποιες δεσποινίδες άλλων εποχών κοιτάζονταν σε αυτούς. Γελοιότητες. Μισοκατεστραμμένα ακροκέραμα. Να δεις τι άλλο είχα δει. Α, ναι παμπάλαιες φωτογραφίες, ούτε και κανείς θυμάται ποιους δείχνουν. Τι τα μαζεύει όλα αυτά; Και να πω ότι κανείς τα αγοράζει; Τι το κρατάει το μαγαζί. Εκείνο που με βουρλίζει όμως είναι το ύφος του. Γαλήνιο. Στην κοσμάρα του. Δυνατά να ακούει κλασική μουσική και να με καλημερίζει κάθε φορά που με βλέπει να κοντοστέκομαι. Όχι γέρο, δε θα στην κάνω τη χάρη. Δε θα σου πω καλημέρα. Δε χαλαλίζω ούτε ένα νεύμα του κεφαλιού μου για σένα. Πού τη βρίσκει τέτοια ηρεμία; Μοιάζει ευτυχισμένος. Δεν το χωνεύω. Τον παραφυλάω κάθε πρωί να το δω κατσούφη. Να το δω στενοχωρημένο. Να το δω άδειο. Όοοχι. Ο γεροντάκος μας πάντα χαμογελαστός. Θα μπω μια μέρα στην τρύπα του να τον πικάρω. Δεν κοιμάμαι τα βράδια. Σκέφτομαι τι να του πω να τον δω να λυγίζει. Να χάσει για λίγο αυτή την αναθεματισμένη γαλήνη. Έμμονη ιδέα μου έχει γίνει. Άει σιχτίρ. Συγχύστηκα πάλι.
Κι αυτό το αναθεματισμένο κλειδί. Λάδωμα θέλει πάλι η κλειδαριά. Επιτέλους έφτασα σπίτι. Κι αυτές οι φάτσες στο δρόμο. Πάλι ήρθε η μάνα μου να μου φέρει φαγητό. Αφού της λέω δε θέλω. Ωχου, συγύρισε κιόλας. Ξεσκόνισε τη βιβλιοθήκη. Τι τρώγεται πια. Να, ξέχασε αυτό το βιβλίο να το τακτοποιήσει. Α ρε μάνα μισές δουλειές.
Κάθησε στον καναπέ και άνοιξε τυχαία το βιβλίο σε μια σελίδα. Ήταν ποίηση. Διάβασε:
Η λάμψη
-Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.
Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο από τη γη.
-Όμως – είπε ο πρώτος: εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’το
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μία λάμψη ο άλλος και μ’ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.
Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας
Το άχρηστο πια χέρι του.
Μίλτος Σαχτούρης, Χρωμοτραύματα, 1980
Απόμεινε άλαλος να κοιτάζει το χέρι του. Το μυαλό του γαλακτερό κενό. Κι έβαλε κάτι κλάματα, μα κάτι κλάματα. Τον πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Κι είδε όνειρο πως ήταν αυτός στη θέση του γεροντάκου σε κείνο το παλιατζίδικο. Ξύπνησε γαλήνιος. Ξυρίστηκε, ντύθηκε και πήγε κατευθείαν στο μαγαζάκι. Δεν είπε λέξη. Μοναχά φίλησε το χέρι του γέρου και συνέχισε για τη δουλειά του. Με το πρόσωπό του μαλακωμένο και τα αυτιά του πλημμυρισμένα κλασική μουσική. Εκείνη τη μέρα είπε μια γεμάτη καλημέρα σ’όλους τους συναδέλφους.
Περισσότερα...
Ετικέτες
διηγήματα για ενηλίκους
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009
Το Παλαβοβασιλέλι και το Δεσποινιώ

Παλαβοβασιλέλι τον φωνάζανε όλοι στο Χάλικα στη Μυτιλήνη, όταν ήταν μικρός. Τον έστελνε ο πατέρας του, βρακάς μάλιστα με τα όλα του, για κανά θέλημα και εκείνος ροβόλαγε την κατσά χοροπηδώντας και σκούζοντας που τον κόψανε από τις σκανταλιές και το παιγνίδι. «Για δες το το Παλαβοβασιλέλι!», γελάγανε οι χωριανοί που το θωρούσαν. Τού’μεινε από τότε το παρατσούκλι μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Άνθρωπος με νεύρο, πυγμή και θυμό. Όχι με θυμό παρακατιανό, μα σα του Βασίλη του Αρβανίτη, όπως τον περιγράφει ο Μυριβήλης. Θυμός από κείνους που βλέπεις την πέτρα και θες να την στίψεις. Το ρέμα και να το πηδήξεις να φτάσεις στην αντιπέρα όχθη. Φαίνεται τό’χε το όνομα, το είχαν και άνθρωποι του καιρού εκείνου. Κάποιους σαν το Παλαβοβασιλέλι τον παππού μου θα έβλεπε γύρω του ο Μυτιληνιός συγγραφέας και είπε να τους απαθανατίσει σε βιβλίο. Ή πάλι μπορεί να τον εξιδανικεύω. Το τόσο να το κάνω άλλο τόσο. Τα έχουν ανάγκη οι άνθρωποι τα πρότυπα. Έτσι είναι.
Πάντως μεγάλωσα με τις ιστορίες του παππού μου για το νησί. Και ας είμαι Μυτιληνιά τρίτης γενιάς κι ας έχω πάει μονάχα τρεις-τέσσερεις φορές κι αυτό για διακοπές, θαρρώ ώρες-ώρες πως εκεί γεννήθηκα, πως αυτή είναι η πατρίδα μου. Τόσο γλαφυρές ήταν οι ιστορίες του που νομίζω ότι τα βλέπω μπροστά μου όλα αυτά που διηγιότανε ώρες ατέλειωτες. Τον βλέπω ζωντανό μπροστά μου στο δίπατο πατρικό του μαζί με τα δώδεκα αδέλφια του. Εκείνος ήταν ο μικρότερος. Ο πατέρας, pater familias. Ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε. Καλοβαλμένος και νοικοκύρης. Έκανε παρέα με το γιατρό, το φαρμακοποιό, το δάσκαλο. Τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν. «Τον σέβονταν ούλοι», όπως έλεγε με δέος ο παππούς μου. Έμαθε στα αγόρια όλα μία τέχνη. Και τα κορίτσια τα προίκισε καλά. Και όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια μάθανε να παίζουν ένα μουσικό όργανο. Μαντολίνο τα κορίτσια, κιθάρα τα αγόρια.
Αυτή του την κιθάρα το Παλαβοβασιλέλι έφερε κολάρο στο κεφάλι της μεγάλης του αδελφής, της Ευστρατίας, όταν αυτή τον επέπληξε που έβγαζε τον καϋμό του για το θάνατο του πατέρα τους παίζοντας ένα τραγούδι. Δεν είχε καταλάβει η δύστυχη. Την Ευστρατία την πρόλαβα. Τη θυμάμαι πάντα καλοντυμένη ως τα βαθιά της γεράματα. Προσηνής και κοκέτα μα πιότερο απ’όλα έχω ζωντανή στη θύμιση τη γεύση εκείνου του γλυκού του κουταλιού που μας έφτιαχνε. Μήλο φιρίκι με γαρύφαλα και μπόλικα αμύγδαλα καβουρντισμένα και ολόκληρα. Έβαζε πάντα πολλά γιατί ήξερε πως μου αρέσουν. Χρόνια αργότερα όταν διάβαζα στον Προυστ τη συγκίνηση και τις θύμησες που του έφερναν οι μαντλέν που τον κεράσανε, δεν μπόρεσα να μη φέρω στο στόμα μου ολοζώντανη τη γεύση εκείνου του γλυκού της Ευστρατίας. Χρόνια έχω να το γευτώ-ποιος να το φτάξει πια- όμως να, όποτε θυμάμαι την αδελφή του παππού μου, νομίζω πως πλημμυρίζει το στόμα μου γαρύφαλα.
Ήταν και η άλλη αδελφή, η Βασιλική. Με το βέλο κυκλοφορούσε. Άτεκνη. Παντρεύτηκε το Βασιλάκη, τον παλαιοπώλη. Κωνσταντινοπολίτης. Κουκλί μου τη φώναζε πάντα ακόμα κι όταν θύμωνε μαζί της. Η φράση του «γaμώ το κέρατο σου κουκλί μου» έμεινε παροιμιώδης μέχρι την τρίτη γενιά, μέχρι εμένα που ποτέ δεν το γνώρισα. Ο παππούς μου συχνά μου περιέγραφε εκείνον τον πίνακα του Θεόφιλου, την " Άλωση της Κωνσταντινούπολης". Του τον είχε δώσει ο Χατζηδήμος, με τα ενενήντα εννιά κλειδιά (ενενηνταεννιά ακίνητα είχε δικά του μέσα στην πόλη), που πολύ τον εκτιμούσε έτσι δουλευταράς που ήταν. Του κρατούσε ολάκερο το σαπωνοποιείο. Είχε ο Μυτιληνιός αριστοκράτης ένα μεγάλο μπαούλο με πίνακες πολλούς. Συλλέκτης. Διάλεξε έναν, του είπε. Τότε ακόμα ο Τεριάντ δεν είχε ανακαλύψει το Θεόφιλο να τον αναδείξει. Μού’δειχνε και με το χέρι μάλιστα, όταν μου μιλούσε για το έργο λες και το είχαμε μπροστά μας. Αλλά ο Βασιλάκης, ο παλαιοπώλης του την έφαγε την Άλωση σε μια ώρα ανάγκης για πενταροδεκάρες. Θεός σχωρέστον. Όποτε βρεθώ στο νησί πάω σε κείνο το υπέροχο μουσείο μες στα λιόδεντρα και το κοιτάζω. Μοναχά που δε βλέπω πια τον πίνακα, αλλά τον παππού μου να μου μιλάει γι’αυτόν.
Το Μιχάλα, άλλον αδελφό, το θυμάμαι να μας φέρνει κάθε φορά που ερχόταν στο σπιτικό του παππού μου και της γιαγιά μου της Δέσποινας εκείνα τα γεμιστά μπισκότα Παπαδοπούλου με σοκολάτα. Κρυβόμασταν κάτω από το τραπέζι να μη μας βλέπουν οι μεγάλοι και τρώγαμε μόνο τη γέμιση. Ο παππούς μου είχε πολλές ιστορίες για αυτόν. Τότε που καβάλησε ανάποδα το γάιδαρο και έκοβε βόλτες μπρος από το σπίτι του δεσπότη στο Χάλικα. Πολύ τον αγαπούσε ο δεσπότης. Αυτός ήταν που τον έσωσε όταν τον μαγκώσαν οι χωροφυλάκοι την πρώτη φορά για τις αριστερές του ιδέες. Τη δεύτερη δεν τα κατάφερε. Ο Μιχάλας δεν τη γλίτωσε τη Μακρόνησο.
Κι άλλες πολλές ιστορίες, εποποιία ολόκληρη. Για τα αδέλφια του, για τον εαυτό του, για το πως γνώρισε τη γιαγιά μου, το Δεσποινιώ. Πηγαίνανε με τον αδελφικό του φίλο, τον Αργύρη το Γάτο, στο σπίτι του δεύτερου που του προξένευε την αδελφή του. Τελειωμένη υπόθεση. Αλλά το Παλαβοβασιλέλι γύρισε ψηλά ο κεφάλι και είδε σε ένα μπαλκόνι τρεις κοπέλες να χαζεύουν την περαντζάδα. Η μεσαία ήταν άγγελος με τα όλα του. Γαλανά μάτια ντροπαλά και μαλλί κατάξανθο ίσαμε τη μέση. «Τηνε βλέπεις αυτήν;», στράφηκε στον Αργύρη το Γάτο. «Θα την παντρευτώ.». Το ίδιο βράδυ σκάρωσε ένα τραγουδάκι και της το έκανε καντάδα παρέα με το φίλο του που γνώριζε καλά πως όταν το Παλαβοβασιλέλι βάλει κάτι στο μυαλό του, δεν ησυχάζει μέχρι να το πετύχει. Πόσο λυπάμαι που δε θυμάμαι αυτό το τραγούδι ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος. Το πήρανε στον τάφο τους να το τραγουδάνε οι δυο τους, το ζευγάρι παρέα.
Τι να πρωτοπώ. Για τον αδελφό του τον αντάρτη που παντρεύτηκε στη Μάνη και κατέβηκε από το βουνό να δει το νεογέννητο μωρό του. Στημένη του την είχανε απ’έξω. Μόλις άνοιξε την πόρτα να φύγει. Τον αφήσανε πρώτα να αποχαιρετήσει τη γυναίκα του και τον σκοτώσανε επιτόπου οι ταγματασφαλίτες. Αυτό το μωρό μεγάλωσε και το είδαμε πρώτη φορά στην κηδεία του παππού μου. "Ποιος είσαι;" τον ρωτήσαμε. Μας είπε. Και είδαμε μονομιάς μπροστά μας τη σκηνή που τόσες και τόσες φορές μας είχε διηγηθεί ο παππούς μου. Μπας και η μνήμη βοηθήσει να μην τον καταπιεί για πάντα η λήθη τον Αποστόλη, το σκοτωμένο.
Για τον Περικλή το φαρμακοποιό, αλλιώς «Πνάκα», γιατί ήταν ο μόνος βασιλόφρων σε τόσους αριστερούς και με τρόπους λεπτούς. Δε γλένταγε σαν τους άλλους ούτε συμμετείχε στις πλάκες τους.
Για το Γιώργο, που είχε βουίξει το χωριό πως ήταν ερωτευμένος με μια όμορφη ζωντοχήρα και όταν έφευγε στρατιώτης για τα παράλια της Μικράς Ασίας, καβάλησε το άσπρο του άλογο και στάθηκε όξω από το παραθύρι της. Το ζωντανό στάθηκε στα δυο πισινά πόδια του, εκείνος της έγνεψε με το κεφάλι και έφυγε. Δεν τον ματαείδαν. Ήρθε χαρτί πως έπεσε στην Κόκκινη Μηλιά.
Για τον Ηλία, που έπαθε κρυοπαγήματα στην Πίνδο το ’40 και άφησε εκεί τα κόκαλά του.
Για τον ...(πόσο αλήθεια με πειράζει που δε θυμάμαι το όνομά του), που είχε κουρείο μέσα στην πόλη, μα τρελλάθηκε όταν τον παράτησε η γυναίκα του.
Για το Βαγγέλη τον κουτσαβάκη ή τον Μιχάλα (δε θυμάμαι ποιος από τους δυο ήτανε) που πήγε της αδελφής του της Βασιλικής, χήρας πια, ωραία φυτά για το μπαλκόνι της. «Κοίτα Βασιλέλι» έλεγε στον παππού μου, «ωραίες γλάστρες που μού’φερε ο αδελφός μας». Και φυσικά τα φυτά ήταν χασίσια. Και ο παππούς μου μεμιάς τα κατούρησε κι αυτά ξεραθήκαν.
Για τη Μυρσίνη τη μεγάλη αδελφή που σχεδόν ποτέ δε μιλούσε γι’αυτήν. Ποτέ δεν έμαθα γιατί. Αν και φαντάζομαι ο θλιβερός της θάνατος –χάθηκε γριά στο βουνό με τα μυαλά της χαμένα και τη φάγανε οι λύκοι- είναι επαρκής λόγος.
Για πόσους είπα τον έχασα τον λογαριασμό.
Πιάνω να μιλήσω για τον παππού μου και πιότερο μιλάω για τα αδέλφια του. Είχε πολλές ιστορίες για τη μακρόχρονη ζήση του. Αναρωτιέμαι γιατί διαλέγω να πω κυρίως για τα αδέλφια του. Φαίνεται πως είναι αυτή η ανάγκη να βλέπουμε τον εαυτό μας όχι ξεκρέμαστο και μονάχο του σ’όλη αυτήν την ατέλειωτη ροή γενεών, αλλά να, σαν κρίκο μιας αλυσίδας, που κάπου γαντζώνεται, κάπου πιάνει. Μήπως και ο ίδιος ο παππούς μου, δε μου διηγιόταν ώρες ατέλειωτες για τους δικούς του; Η ανάγκη για συνέχεια και παρελθόν. Είναι κάπως σαν να επεκτείνουμε την ύπαρξή μας έτσι. Γράφω για όλους τούτους τους ανθρώπους, που πολλούς δεν τους γνώρισα καν, κι αναρωτιέμαι, εγώ τώρα ποια από τα χαρακτηριστικά τους κουβαλάω και δεν το ξέρω, τι από αυτούς συνεχίζει και ζει μέσα μου, στη μορφή μου, στον χαρακτήρα μου, στο πνεύμα μου, στην ψυχή μου; Και ακόμα πιο μακριά, τι υπάρχει ή θα υπάρξει από το Παλαβοβασιλέλι και το Δεσποινιώ και το Μιχάλα και την Ευστρατία και, και...και απ’όσους δεν έμεινε στη θύμηση το όνομά τους και από τους πιο παλιούς ακόμα, σειρά ατέλειωτη που ούτε μια τόση δα ιστορία δεν απόμεινε τελευταίο κουρέλι στα κόκαλα τους, τι λοιπόν από όλους αυτούς θα περάσει στις μελλούμενες γενιές; Και τι θα απομείνει τάχατες από μένα που σέρνω όπως κι όλοι οι άλλοι της αλυσίδας μου σωρό τους κρίκους πίσω μου; Το όνομά μου, μια μικρή ιστορία από τη ζήση μου; Ο τρόπος που θα πεθάνω; Τίποτα; Και για πόσο. Δε με μέλει. Μου αρκεί που είμαι γαντζωμένη στην αλυσίδα μου. Καληνύχτα παππού και γιαγιά. Δεν υπάρχει μέρα να μη σας νιώσω. Είναι που σας κουβαλάω μέσα μου.
Περισσότερα...
Ετικέτες
απολογίες και απολογισμοί
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009
Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος πέμπτο
Παρθενώνας(Το προηγούμενο κεφάλαιο εδώ: Μέρος τέταρτο)
Κεφάλαιο 5
Πάνω στην κορύφωση της σύγκρουσης, όταν κραυγές καράτε, φωνάρες πειρατών, κακαρίσματα και βελάσματα ήταν τόσο δυνατά, που ήταν σαν να μην ακούγεται τίποτα, ένα ουράνιο τόξο που κουνιόταν πέρα-δώθε έσκισε τον ουρανό και τα τύμπανα των καβγατζήδων. Μα τι συμβαίνει; Ο νεαρός στοιχειοθέτης! Ο βοηθός του τυπογράφου για όσους δεν κατάλαβαν... Αργά το βράδυ νυχοπατώντας και κρατώντας έναν φακό, ετοιμαζόταν να μπει στο ημιυπόγειο. Έστησε αυτί έξω από την πόρτα και -ω, φρίκη!- άκουσε καβγά μεγάλο. Αυτό που φοβόταν έγινε. Φυσικό ήταν με τέτοιο μπέρδεμα να τσακωθούν μεταξύ τους τα βιβλία, αλλά δεν φανταζόταν τέτοια φασαρία! Όρμησε στο τυπογραφείο έντρομος κραδαίνοντας τον ελαττωματικό φακό του. Το φως του σχημάτιζε καμπύλη με τα χρώματα της ίριδας, ίδιο ουράνιο τόξο! Κλώτσησε μες στο σκοτάδι τα τυπογραφικά στοιχεία που είχαν πέσει στο πάτωμα, χτύπησε το πόδι του στο πιεστήριο και τέλος κατάφερε να φτάσει στον πάγκο με τις ανακατεμένες σελίδες των βιβλίων. «Γρήγορα, γρήγορα...» μουρμούραγε συνέχεια, ενώ τις ξεχώριζε. Με το φακό να κουνιέται πέρα-δώθε στην τσέπη του και να μοιράζει ουράνια τόξα στο ταβάνι του ημιυπόγειου, κατάφερε να βάλει σε σειρά τις σελίδες. Επιτέλους! Τέρμα τα μπερδέματα... έλπιζε ότι δεν είχε κάνει πουθενά λάθος. Αφουγκράστηκε μήπως ακούσει καμμιά καβγατζίδικη φωνή. Όχι, δεν ακουγόταν τίποτα. Όλες σωστά τις είχε ξεχωρίσει τις σελίδες...
Ανάσανε με ανακούφιση. Κάθισε ήρεμος πια στη δερμάτινη καρέκλα του κυρίου Αριστείδη. Έσβησε το φακό. Σκοτάδι. Τι μέρα κι αυτή! Και τι νύχτα! Κοίταξε το φεγγαρόφωτο που έμπαινε από τους φεγγίτες. Όλοι ερμητικά κλειστοί. Σκέφτηκε να τους ανοίξει, για να μυρίσει το νυχτερινό αεράκι. Ανατρίχιασε στη σκέψη πως μπορεί οι Αέρηδες να ξαναπερνούσαν από τη γειτονιά. Δεν μπόρεσε όμως να αντισταθεί. Σηκώθηκε και μισάνοιξε τον τελευταίο φεγγίτη. Κοίταξε έξω στη βαθιά νύχτα. Μα τι είναι αυτό; Έτριψε και ξαναέτριψε τα μυωπικά του μάτια. Η εικόνα δεν άλλαζε.
Ένα πειρατικό καράβι με όλα του τα πανιά ανοιχτά έπλεε στο σεληνόφως! Οι πειρατές ήταν ρομπότ και ζώα! Κυνηγούσαν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς που πέταγε άπιαστο μπροστά τους και χαμογελούσε γοητευτικά! Παραπίσω ένας πίνακας σαν να τον είχε ζωγραφίσει η Ταμάρα ντε Λεμπίκα, που έδειχνε ένα από τα πιο γνωστά σπίτια του Φρανκ Λόιντ Ράιτ και ακόμα πιο πίσω το Βρεττανικό Μουσείο πάνω στην Ακρόπολη, που αρμένιζε κι αυτή στους δρόμους του φεγγαριού!Χαμογέλασε μαγεμένος από το θέαμα. Έκλεισε το φεγγίτη και ξαναβολεύτηκε στην αναπαυτική δερμάτινη καρέκλα του τυπογράφου. Έριξε μια ματιά στις στοίβες από σελίδες που περίμεναν έτοιμες μετά από τόσες περιπέτειες για βιβλοδεσία. Ώστε έτσι λοιπόν! Ένας ολόκληρος κόσμος που γεννήθηκε μόνο και μόνο γιατί οι Αέρηδες κάναν το κέφι τους, δε χάθηκε, όταν ξεχώρισε τις σελίδες. Ζούσε κάπου αλλού, παράλληλα με τον κόσμο που θέλαν οι συγγραφείς των βιβλίων. Ανακάθισε στην καρέκλα του με μάτια που έλαμπαν παράξενα. Κι αν το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον μπλέκονται πότε-πότε και ζούμε και μεις παράλληλες ζωές που τις αγνοούμε, κάπου αλλού, σε άλλους κόσμους; Πέρασε όλο το υπόλοιπο βράδυ στο ημιυπόγειο τυπογραφείο. Άνοιξε διάπλατα όλους τους φεγγίτες και με τα μάτια του να εξακολουθούν να λάμπουν παράξενα, κοίταζε το σεληνόφως. Ποιος ξέρει, ίσως στις λεωφόρους του να έβλεπε εκδοχές και της δικής του ζωής να περνούν!
ΤΕΛΟΣ
Περισσότερα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
