Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος τέταρτο

(Για το προηγούμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ: Μέρος τρίτο)

Κεφάλαιο 4
Το ρομπότ-ποδηλάτης ήταν συνηθισμένο στα ανακατέματα του χωροχρόνου. Είχε λάβει μέρος σε πολλά διηγήματα επιστημονικής φαντασίας, όπου το πριν, το τώρα και το μετά μπλέκονταν μεταξύ τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μπλέκονταν κι οι χώροι που συνέβαιναν τα γεγονότα. Έτσι, όταν είδε ένα πειρατικό καράβι να ορμάει από τα Προπύλαια στην Ακρόπολη, δεν απόρησε, ούτε σάστισε. Τα τσιπάκια του εγκεφάλου του μονάχα έδωσαν εντολή στα μεταλλικά του χείλη να πλαταγίσουν μελαγχολικά. Πίστευε πως εδώ τουλάχιστον, σκαρφαλωμένος σε ρόλο συντηρητή στα Προπύλαια, θα ησύχαζε λιγάκι από αυτά τα πέρα-δώθε στο χωροχρόνο, που τόσο άρεσαν στον διηγηματογράφο που τον επινόησε. Ας είναι. Ξαναπλατάγισε τα χείλη του, που ακούστηκαν σαν μαχαιροπίρουνα που κτυπά αφηρημένα στο πιάτο του κάποιος που τον έστησε η αγαπημένη του στο δείπνο κι απόμεινε μονάχος. Συνέχισε τη δουλειά του, ενώ παρακολουθούσε το πειρατικό να αρμενίζει ολοταχώς για τον Παρθενώνα.
(Για τη συνέχεια του τέταρτου μέρους πατήστε "περισσότερα" ).

Τα ζώα-τουρίστες τά’χασαν. Όρμησαν πανικόβλητα στο ναό να σωθούν από τους πειρατές που τα κυνηγούσαν. «Έφοοοδος...!» έσκουζε ο αρχιπειρατής δείχνοντας με το σπαθί του τον Παρθενώνα. «Παρατείστε τα πουλερικά και τα τετράποδα! Στο χρυσάφι, στο χρυσάφι τρέχτε!» ούρλιαζε απελπισμένος στους χοντροκέφαλους πειρατές του. Το ρομπότ-ποδηλάτης χαμογέλασε με κατανόηση. «Άλλος ένας που έκανε λάθος στο χρόνο κι ήρθε να αρπάξει το άγαλμα της θεάς Αθηνάς.

Ο καϋμένος δε γνωρίζει πως το έκλεψαν αιώνες πριν και το κομμάτιασαν για να πουλήσουν το χρυσάφι του και το ελεφαντόδοντο...» Ο μονόφθαλμος αρχιπειρατής κάνει μια θεαματική είσοδο στο ναό! Πετά το γάντζο του να σκαλώσει κάπου ψηλά κι ύστερα κρατώντας το σκοινί που κρεμόταν, ορμά σαν άλλος Ταρζάν μέσα στον Παρθενώνα. Φανταζόταν πως θα βρεθεί κατευθείαν στην αγκαλιά του τεράστιου αγάλματος, που έφτιαξε ο Φειδίας. «Μα τι στο καλό, πού πήγε το άγαλμα;» ψιθύρισε σαν χαμένος και βγήκε παραπατώντας με τα χέρια σφιγμένα σε χαλαρές γροθιές και μουρμουρίζοντας άτονα βρισιές για τους κλέφτες που τόλμησαν να συλλήσουν το ναό! «Αίσχος!» έλεγε και ξανάλεγε διαστέλλοντας τα ρουθούνια του.

Το ρομπότ-ποδηλάτης κρυφογέλαγε με το πάθημα του πειρατή. Τα ζώα-τουρίστες είχαν σκάσει στα γέλια παρά το φόβο τους εξαιτίας της τρομερής του όψης. «Τι γελάτε, πού βρίσκετε το αστείο;» βρυχήθηκε ο πειρατής. «Δε βλέπετε τα δικά σας χάλια;» γυρνάει απότομα και δείχνει με το δάχτυλο τα ρομπότ. «Εσείς, που αντί να κάνετε ταξίδια στ’άστρα και να εργάζεστε σε διαστημικούς σταθμούς του μέλλοντος, είστε σκαρφαλωμένοι σε πανάρχαια οικοδομήματα!» Το ρομπότ ποδηλάτης έπαψε να γελά και του λέει σοβαρά με τη μπάσα μεταλλική φωνή του: «Και λοιπόν τι να κάνουμε;» «Φτου...» φτύνει κάτω με αγένεια ο πειρατής. «Κι αυτό εδώ το μοντέρνο σπίτι, πώς μπλέχτηκε με τα αρχαία κτήρια; Για να μην πω για τους πίνακες αυτής της Ταμάρα ντε Λεμπίκα, που κρέμονται στην Πινακοθήκη αντί για έργα του αρχαίου ζωγράφου Πολυγνώτου...» είπε και απόρησε ξανά, σοβαρά αυτή τη φορά, με τις γνώσεις του, τόσο που σούφρωσε τα χείλια του σε ερωτηματικό. «Ακούς εκεί, ‘η Ταμάρα σε πράσινη Μπουγκάτι’», είπε ειρωνικά και ξαναέφτυσε.

Τα ζώα-τουρίστες εκτός από την κότα που συνέχισε να κακαρίζει, σταμάτησαν να γελάνε. «Κι εδώ που τα λέμε», ψέλλισε ο συμπαθής γάιδαρος, «τι δουλειά έχω εγώ να κάνω τουρισμό; Προτιμώ το παχνί μου στη φάρμα μου». «Είναι φανερό πως έχει γίνει κάποιο μπέρδεμα», ακούστηκε ο κόκορας που τίναζε συνεχώς νευρικά το λειρί του. «Και πώς θα βγάλουμε άκρη;» ξανακούστηκε ο γάιδαρος, που ξαφνικά ένιωσε γελοίος με τα μαύρα γυαλιά που φορούσε. «Μία λύση θα ήταν να χωριστούμε σε παρατάξεις, για να ξέρει ο καθένας μας πού ανήκει. Λέω λοιπόν να μοιραστούμε σε παρελθοντικούς, παροντικούς και μελλοντικούς», ακούστηκε το ρομπότ-ποδηλάτης, που είχε ύφος λίγο κουρασμένο και κάπως βαριεστημένο. «Θα έλεγα πως είμαι μαθημένος στα μπερδέματα του χρόνου και του τόπου».

«Χμμ...» μούγκρισε σχεδόν ο κουρσάρος και τράβηξε άλλη μια τρίχα από το γένι του. «Εγώ ανήκω στους παρελθοντικούς!» ανακοίνωσε με περηφάνεια. «Ποτέ δε μου άρεσε τίποτα μοντέρνο. Το σπίτι από δω», και έδειξε το σπίτι του Φρανκ Λόιντ Ράιτ με μια κίνηση περιφρόνησης, «είναι τόσο μοντέρνο, που σίγουρα ανήκει στο μέλλον!» Αγνάντεψε για λίγο το Fallingwater, τράβηξε άλλη μια τρίχα από το γένι του και σιώπησε κάπως πιο ήρεμος τώρα. «Ναι, ο Ράιτ είναι μελλοντικός, όπως κι εμείς τα ρομπότ. Εμείς που ανήκουμε στο μέλλον, επιτρέψτε μου να προσθέσω, πως κουβαλάμε την ελπίδα κι αυτό είναι πολύ σημαντικό», ακούστηκε να λέει το ρομπότ-ποδηλάτης και έστριψε γύρω-γύρω δυο φορές το κεφάλι του, για να επιβεβαιώσει αυτά που έλεγε. «Χωρίς εμάς τους παρελθοντικούς», είπε με τη βραχνή φωνή του ο κουρσάρος εκνευρισμένος, «δε θα υπήρχατε εσείς. Επιπλέον, κοίτα αυτά εδώ τα εκπληκτικά οικοδομήματα στην Ακρόπολη, κοίτα εμάς τους πειρατές...» Κόμπιασε και σταμάτησε. Σ’όλα υπάρχουν δυο όψεις, το άσπρο και το μαύρο. Ήξερε ότι ο ίδιος και το τσούρμο του ανήκαν στην κακή πλευρά του παρελθόντος. «Καλύτερα να ήμουν αυτή η ζωγράφος, η Ταμάρα ντε Λεμπίκα. Κάτι άφησε πίσω της, όχι σαν εμάς τους πειρατές που το μόνο που κάνουμε είναι να καταστρέφουμε και να αρπάζουμε αυτά που φτιάχνουν κάποιοι άλλοι», σκέφτηκε. «Χμμ...» τέλειωσε ο αρχιπειρατής, τράβηξε ακόμα μία τρίχα από το γένι του που αυτήν τη φορά τον πόνεσε και κάθισε μελαγχολικός μπροστά από τον Παρθενώνα κρατώντας με τα χέρια το κεφάλι του.

«Το παρόν, αυτό έχει τη μεγαλύτερη αξία, γιατί σ’αυτό τίποτα δεν έχει τελειώσει, όπως γίνεται στο παρελθόν, ούτε σχεδιάζεται και ποιος ξέρει αν θα γίνει, όπως συμβαίνει με το μέλλον. Στο παρόν όλα αποφασίζονται και γίνονται τώρα. Ούτε αναμνήσεις, ούτε όνειρα, αλλά δράση!» Γύρισαν όλοι κατάπληκτοι να δουν το συμπαθή γάιδαρο που μιλούσε. Εντωμεταξύ είχε απαλλαχθεί από τα γυαλιά ηλίου, που τον έκαναν να μοιάζει τόσο αστείος. «Η φάρμα μας ανήκει στο παρόν και είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι γι’αυτό!» συνέχισε λοξοκοιτώντας τα υπόλοιπα ζώα, που είχαν τα περισσότερα πετάξει τα καπέλα και τις φωτογραφικές μηχανές, αν εγκρίνουν τα λόγια του. Μόνο ο κόκορας στραβομουτσούνιασε λιγάκι και βημάτιζε πάνω-κάτω κορδωτός φανερά πειραγμένος. Τώρα δεν ήταν αυτός ο αρχηγός του γκρουπ. Ο συμπαθής γάιδαρος απόρησε, όταν κατάλαβε. Ούτε καν είχε σκεφτεί να του πάρει την αρχηγία. Πετάχτηκε τότε το κοκόρι, που ήθελε πάντα να έχει τον τελευταίο λόγο: «Σίγουρα το παρόν είναι το πιο σπουδαίο, αλλά παρόλο που ζούμε σ’αυτό», είπε και τίναξε τις φτερούγες του, «εμείς οι παροντικοί, φυλάμε με προσοχή το παρελθόν μας στα μουσεία».

Ο μονόφθαλμος κουρσάρος τινάχτηκε πάνω. Θυμήθηκε τον ταξιδιωτικό οδηγό, που είχε δει το Βρεττανικό Μουσείο. «Χμμ...» μούγκρισε σχεδόν και ξανατράβηξε άλλη μια τρίχα από το γένι του. «Σαν δίκιο νά ’χει το κοκόρι», είπε με τη βραχνή φωνή του. «Οφείλω να παραδεχτώ», πήρε το λόγο το ρομπότ-ποδηλάτης, «πως και το μέλλον πατά στο παρελθόν και το παρόν. Το ποδήλατό μου, ας πούμε, είναι εξέλιξη των δικών σας...» Έστριψε πάλι δυο φορές γύρω-γύρω το κεφάλι του και απόρησε με τον ίδιο του τον εαυτό που είπε τόσο κολακευτικά λόγια για το ξεπερασμένο παρόν και παρελθόν.

«Εμείς είμαστε οι καλύτεροι!» ακούστηκε ξαφνικά η αγριοφωνάρα του αρχιπειρατή, που ψαχνόταν για καβγά και τράβηξε αυτή τη φορά τρεις τρίχες μαζεμένες από το γένι του. Γύρισαν όλοι μονομιάς και τον κοίταξαν. «Σας παρακαλώ, κύριε αρχιπειρατή, πώς τολμάτε;» είπε ο κόκορας και τίναξε το λειρί του. «Εμείς ασφαλώς είμαστε οι καλύτεροι!» «Το μέλλον μόνο έχει σημασία...» ακούστηκε κάπως χαμηλά, αλλά σταθερά το ρομπότ-ποδηλάτης.

«Τι;» ούρλιαξαν ο κουρσάρος και το κοκόρι μαζί και χίμηξαν πάνω του. Ο κόκορας του ράμφιζε το κεφάλι, που έβγαζε ήχο σαν τενεκές και ο πειρατής τον απειλούσε με τη σπάθα του. Μέσα σε λίγα λεπτά η Ακρόπολη έγινε πεδίο μάχης για άλλη μια φορά στην πολύχρονη ιστορία της. Το τσούρμο των πειρατών, που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσαν μια τον ένα, μια τον άλλο χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν τι γίνεται, τώρα πήραν τα πάνω τους. Με άγριες κραυγές και τα μάτια τους να γυαλίζουν όρμησαν στα ζώα-τουρίστες. Αυτά σκόρπισαν κακαρίζοντας και βελάζοντας, ενώ μέσα στον πανικό οι πειρατές ορμούσαν ακόμα κι ο ένας στον άλλο! Τα ρομπότ θυμήθηκαν πως κάπου είχαν γραμμένο στον εγκέφαλό τους ένα πρόγραμμα καράτε κι έτσι μπήκαν κι αυτά στον καβγά. Οι αρχηγοί των παρατάξεων, ο αρχιπειρατής, ο γάιδαρος και το ρομπότ-ποδηλάτης κάθονταν παράμερα σε μια βεράντα του σπιτιού του Ράιτ, αγνάντευαν τον καβγά και συζητούσαν στρατηγικές και τεχνικές πολέμου. «Κι-ά-ι!!!» φώναξαν όλα μαζί τα ρομπότ και επιτέθηκαν με κινήσεις καράτε στους κουρσάρους, ενώ τα ζώα έκαναν την αντεπίθεσή τους χρησιμοποιώντας το μυστικό τους όπλο: ξεπουπουλιάστηκαν και μαδήθηκαν, για να φτιάξουν θανατηφόρα μαξιλάρια!

(Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ: Μέρος πέμπτο)

4 σχόλια:

tzonakos είπε...

Πρέπει να κάτσω να διαβάσω όλη τη σειρά. Ειναι πολυ ενδιαφέρον.
Μετά θα σχολιάσω αν εχω να πω κατι.
Το παθαίνω καμμια φορά, δεν ξέρω τι να σχολιάσω.

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Αν αντέξεις να το διαβάσεις όοολο αυτό το μακρινάρι, αυτό αρκεί. Είναι ήδη ένας άθλος.

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

@tsonakos, συμπληρωματικά, αν επιμένεις να διαβάσεις κάτι που δεν ανήκει στο χώρο του επίκαιρου προβληματισμού, τότε αντί για κάποιο παραμύθι (που γενικά πρέπει να έχεις παιδιά ή να είσαι φανατικός του είδους), δοκίμασε ένα μικρό διήγημα. Προτείνω τον Κυνηγό στο Πεζά για μεγάλους, http://paramythiakaiallatina.blogspot.com/2008/12/blog-post.html. Αρκεί να μην είσαι φανατικός κυνηγός. Εκεί μάλλον κάτι θα βρεις να σχολιάσεις, θετικό ή αρνητικό. Πολύ θα με ενδιέφερε.

tzonakos είπε...

Δεν ειμαι κυνηγός καν.
Ψαρέυω καμμια φορά μόνο.
Πάω να το διαβάσω.