Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Η Τέχνη δεν ομορφαίνει απλώς τη ζωή. Την κάνει πιο εύκολη


Σκηνή από το Seppuku (1962), του Masaki Kobayashi: οι δύο σαμουράι σε έναν αγώνα Άντρα προς Άντρα.


Σκηνή από το Πέρα από το πλοίο (1968), του Αλέξη Δαμιανού: οι δύο σιδεράδες σε έναν αγώνα Άντρα προς Άντρα (από 25:00 έως 28:20min)
(αν κανείς εντοπίσει ή έχει τις τεχνικές γνώσεις να ανεβάσει την εν λόγω σκηνή, παρακαλείται να αφήσει σχετικό σχόλιο, ώστε να παραπέμπω σε αυτήν)

Εδώ δεν είναι τα κριάρια που κουτουλάνε, ούτε οι κεραμιδόγατοι που καβγαδίζουν. Και πολύ λιγότερο είναι οι εποχούμενοι άντρες που εκτονώνουν την αντρική ροπή για αριστεία και επίδειξη ή επιβολή δύναμης επί άλλων αρσενικών «σε ξιφομαχίες στην άσφαλτο για το άδικο». Εδώ οι σκηνοθέτες, ο καθένας με τον τρόπο του, προήγαγαν αυτό το εγγενές χαρακτηριστικό του αρσενικού για αγώνα με το άλλο αρσενικό σε αγώνα του Άντρα εναντίον του Αντρός. Σε χαρακτηριστικό αρχέγονο, σύμφυτο με τη φύση του Ανδρός που γίνεται έπος ή τραγωδία ή και τα δύο. Που μεταλλάσσεται σε κάτι ανώτερο, σχεδόν θεϊκό. Άρα έχει ανάγκη να καθιερωθεί με τελετουργία που φαντάζουν να αντιλαμβάνονται και υιοθετούν πλήρως σαν να ξεπηδά από μέσα τους οι αντίπαλοι Άντρες. Ξαφνικά στα μάτια μας μεγαλύνθηκαν. Μοιάζουν με θεούς που αποδέχονται τη μοίρα τους, τη φύση τους με άλλα λόγια -γιατί ακόμα και αυτοί υπόκεινται σε τούτη- και στέκονται αντιμέτωποι με πλήρη συναίσθηση του είναι τους, τoυ ρόλου τους, της αντρειοσύνης τους, της ανάγκης τους για αντιπαλότητα και εξουσία. Η φουσκωμένη στο λαιμό τους φλέβα το δείχνει. Η ένταση στο βλέμμα που δεν απομακρύνεται στιγμή από τον Μεγάλο Αντίπαλο. Η ένταση στα χέρια, στην κάθε ελάχιστη υπολογισμένη κίνηση, σε κάθε σύσπαση του προσώπου λες και αυτή είναι η τελευταία της ζωής τους. Η ύπαρξή τους όλη συμπυκνωμένη σε αυτή τη φουσκωμένη φλέβα ή σύσπαση ή μαχαιριά στο βλέμμα. Ο απόλυτος έλεγχος κάθε μυ, ώστε το σώμα, εκεί που σερνόταν ασταθές, τώρα ξάφνου βρήκε το λόγο ύπαρξης για τον οποίο προοριζόταν από γεννησημιού του. Πατάει πια γερά στα πόδια του σίγουρο για την κάθε του κίνηση. Τώρα ξέρει τον προορισμό του. Τώρα δεν παραπατάει. Τώρα γιγαντώθηκε στ’άλήθεια. Μέχρι την εσαεί πτώση του βεβαίως από το δυνατώτερο αρσενικό.

Αυτό είναι Τέχνη. Να μεταμορφώνεις τα ζαβά κριάρια που κουτουλάνε, σε θεούς θεριεμένους από την προσμονή της νίκης, που το ξέρει ότι είναι εφήμερη μα καθόλου γι’αυτό υποτιμημένη. Αυτοί πλέον δεν προκαλούν την ειρωνεία για την αψιά φύση του άρσενικού -που δύσκολα φορές φορές κρύβεται κάτω από το κουστούμι του-, αλλά το δέος. Εδώ η Τέχνη δεν ομορφαίνει απλώς τη ζωή. Την κάνει πιο εύκολη. Γιατί, αν αδυνατεί κανείς να αποδεχτεί είτε άντρας είτε γυναίκα την τάση, περισσότερο ή λιγότερο ισχυρή, ή ακόμα και εμμονή του αρσενικού στις κουτουλιές και θύμωνει για την αποτυχία αιώνων πολιτισμού να την ξεχορταριάσουν από τον Άντρα, τώρα ξέρει πως ο Διόνυσος δεν ξεριζώνεται έτσι εύκολα από τον Απόλλωνα και τον πολιτισμό του. Αλλά δεν παύει να είναι και αυτός θεός ισότιμος. Ενίοτε μεγαλειώδης. Είναι σίγουρα πιο εύκολο πια να αντέξεις, είτε άντρας είτε γυναίκα την αιώνια αντιπαλότητα του Ανδρός στις όποιες καθημερινές της εκφάνσεις. Ίσως όχι να την αποδεχθείς με κάθε όρο ή να την ενθαρρύνεις αλλά να κατανοήσεις τις πηγές της. Η Τέχνη του Δαμιανού και του Kobayashi φρόντισαν τα μάλα γι’αυτό.
Περισσότερα...

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Το Kαθόλου και το Tίποτα


The painter to the moon, Mark Chagall

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν...», ξεκινάει η μαμά κομπιάζοντας, γιατί κανένα παραμύθι δεν της έρχεται στο μυαλό, «...το Καθόλου και το Τίποτα», συνεχίζει οργισμένο το παιδάκι που είχε τις κακές του, όπως όλα τα παιδάκια που νυστάζουν φρικτά, αλλά επιμένει η μαμά τους να τα βουρτσίζει στη μπανιέρα. «Πού το ξέρεις;» αντιγυρίζει η μαμά χαμογελώντας ανακουφισμένη που το πιτσιρίκι της τής έδωσε ιδέα για παραμύθι.

«Το Καθόλου και το Τίποτα έπαιζαν μεταξύ τους ευτυχισμένα, αλλά κάποτε θέλησαν να γνωρίσουν κι άλλους. Πλησιάζουν λοιπόν ένα πανέμορφο πολύχρωμο πλασματάκι και το ρωτάνε αν θέλει να παίξουνε. Όμως εκείνο, ούτε που τους είδε, γιατί ήταν άχρωμοι. Απογοητευμένα πλησιάζουν ένα άλλο υπέροχο πλάσμα, που αντί για χνάρια σκόρπαγε πίσω του μελωδίες. Όμως εκείνο δεν τους άκουσε, γιατί το Καθόλου και το Τίποτα δεν έβγαζαν κανέναν ήχο. Ακόμα πιο απογοητευμένα, πλησίασαν ένα πλασματάκι που ήταν φτιαγμένο από στίχους. Όμως εκείνο δεν τα κατάλαβε, γιατί το Καθόλου και το Τίποτα δεν ήξεραν κανένα ποίημα.

Και τώρα; Δε θέλουν να είναι άχρωμα. Κοιτάνε γύρω τους και παίρνουν ρόζ από την αυγή, πορτοκαλί από το ηλιοβασίλεμα, μπλέ από τη θάλασσα, πράσινο από τις φυλλωσιές των δέντρων και κίτρινο από τις μαργαρίτες. Μπήκαν και σε μια πινακοθήκη και πήραν και από εκεί χρώματα πολλά. Και αρχίζουν να ζωγραφίζουν το ένα το άλλο μέχρι που έγιναν πολύχρωμα σαν πίνακας ζωγραφικής.

Δε θέλουν όμως ούτε άλαλα να είναι. Τρέχουν σε μια ρεματιά και αρπάζουν νότες από το αηδόνι. Ακούν και κάποιο βιολιτζή και αδράχνουν τις νότες του βιολιού του. Ακούν στο ραδιόφωνο μια συναυλία και τότε, ουου, γεμίσαν τα πουγκιά τους νότες από αμέτρητα μουσικά όργανα. Και αρχίζουν να τις κολλάνε το ένα στ’άλλο, μέχρι που έγιναν μουσική.

Τώρα τους έλειπαν τα ποιήματα. Τρεχάλα στη βιβλιοθήκη χώνονται σε στίβες βιβλία και ροκανίζουν ποιήματα μικρά, μεγάλα, ποιήματα που τα καβαλάς και σε ταξιδεύουν ή άλλα που μπαίνουν στην καρδιά και δεν φεύγουν με τίποτα. Και αρχίζουν να παίζουν πετώντας στιχάκια το ένα στο άλλο, μέχρι που έφτιαχναν ποιήματα όμορφα σαν ποιητές.

Κοιτάνε το ένα το άλλο κατάπληκτα. Τι χρώματα, τι μουσικές, τι ποιήματα που είναι στολισμένα! Και πόσο όμορφα νιώθουν! Πώς και δεν το είχαν καταλάβει τόσο καιρό πόσο, πόσο..., να, πόσο άτεχνα και αδειανά ήταν. Μα τώρα πια δεν είναι. Ούτε τους ταιριάζουν τα ονόματά τους. Το Καθόλου από τότε το φωνάζανε Ζωή και το Τίποτα...», κομπιάζει η μαμά, γιατί ιδέα δεν της έρχεται καμμιά. «Ψυχή», πετιέται το πιτσιρίκι καταχαρούμενο που έγινε νονά του Τίποτα. «Άξια νονά!», το φιλάει και το σκουπίζει η μαμά του. Το μπάνιο είχε τελειώσει.
Περισσότερα...

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Ερυσίχθων ή η υπερτροφία του Εγώ


Απόσπασμα από συνέντευξη του Αλέξη Δαμιανού

"Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος, πολύ λίγο γνωστός, που μοιάζει να είναι το πρώτο οικολογικό μήνυμα στην ιστορία της ανθρωπότητας και φανερώνει τις ολέθριες συνέπειες της υπερτροφίας του “εγώ”. Ο μύθος του Ερυσίχθονα. Ο Ερυσίχθων, νέος, ωραίος, δυνατός, πλούσιος και επιτυχημένος, βλασφημεί, κόβοντας το ιερό δέντρο της Δήμητρας την ώρα της γιορτής. Οι Δρυιάδες, κόρες της Θεάς, που κατοικούσαν στο δέντρο, βγαίνουν ματωμένες από τις φυλλωσιές και αλλόφρονες τρέχουν στη μητέρα τους. Η Δήμητρα θυμώνει και βρίσκει την Πείνα. Ήτανε τότε που μόλις είχανε αποτραβηχτεί τα νερά του Αιγαίου από την Θεσσαλία και η πεδιάδα φάνταζε ένας ξερός απέραντος τόπος γεμάτος αλάτι και μαύρα βράχια. Η Πείνα καθόταν ξεδοντιάρα κουρελού, στην μαύρη ξεραΐλα. Η Δήμητρα της λέει να πάει να βρει τον Ερυσίχθονα και να του δώσει ένα φιλί στο στόμα. Η Πείνα πηγαίνει, τον βρίσκει να κοιμάται, του δίνει το φιλί και χάνεται. Εκείνος ξυπνάει κι αισθάνεται λιγούρα. Πεινάει. Τρώει. Πεινάει κι άλλο. Ξανατρώει. Πεινάει. Πεινάει. Πεινάει. Ακατάσχετα. Τρώει πια ότι βρίσκει μπροστά του: φυτά, ζώα, τη γυναίκα του, την κόρη του -που μόλις προλαβαίνει να μεταμορφωθεί σε φοραδίτσα και τρέχει να γλιτώσει-, τα ξύλα του σπιτιού του, τα πάντα. Μέχρι που πια δεν υπάρχει τίποτα γύρω του και μέσα στην μέση της ερημιάς, αγριεμένος τρώει τα κρέατά του. Τις σάρκες του.

Αυτή η ρίζα του Ερυσίχθονα -και μην ξεχνάμε ότι έρυσις σημαίνει πληγή και χθών σημαίνει γη, δηλαδή Ερυσίχθων μπορεί και να σημαίνει πληγή της γής-, αυτή η ρίζα, το αδυσώπητο “εγώ”, που επισημάνθηκε επίμονα και με πολλές παραλλαγές από τους αρχαίους Έλληνες (Προκρούστης, Θυέστης, Ατρέας, Οιδίπους), στις μέρες μας έχει θεριέψει και νομιμοποιηθεί. Ατομισμός, υπερκαταναλωτισμός, ανταγωνισμός, παγκοσμιοποίησις της εξουσίας. Αυτές είναι οι αξίες μας σήμερα, αυτές προβάλλονται και επιβάλλονται από τα marketing, τα advertising, τα ΜΜΕ, την κάθε υπερδύναμη. Σ’αυτές σκοτωνόμαστε να ανταποκριθούμε και σαν τον Ερυσίχθωνα τρώμε τις σάρκες μας και βλαστημάμε τη ζωή μας… Τώρα στη βραδινή πορεία μου ακούω το αχολογητό των δασών, που φέρνει με αλαφριά σκόνη τον θρήνο του κονιορτοποιημένου ρητού “το κατά φύσιν ζην εστί κατ’αρετήν”. Αυτά θέλω να γράψω και να πετύχω να ξεφύγω από την μιζέρια και τον παραλογισμό της καινούργιας εποχής μας, χρησιμοποιώντας την ιστορική γνώση, όσο το δυνατόν λιγότερο παραποιημένη ή δικολαβική."
Περισσότερα...

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Επειδή δεν πιστεύουμε στη φύση που υπάρχει μέσα μας

Ο Καθρέπτης, 1975 Αndrei Tarkovsky Σκηνή: 8:20-11:15 min από εδώ

(Ο Άντρας επιχειρεί να κάτσει στο ξύλινο φράχτη δίπλα από τη Γυναίκα. Σπάει και πέφτει κάτω. Γελάει και ξαφνικά σοβαρεύει)

Άντρας: Έπεσα και βρήκα ρίζες, θάμνους...
Σκέφτηκες ποτέ ότι και τα φυτά νιώθουν, καταλαβαίνουν;
Αυτή η καρυδιά...
Γυναίκα: Συμήδα είναι.
Άντρας: Δεν έχει σημασία. Δεν πάνε πουθενά. Όπως εμείς που τρέχουμε συνεχώς, αισχρολογούμε...
Επειδή δεν πιστεύουμε στη φύση που υπάρχει μέσα μας
Δυσπιστούμε, βιαζόμαστε
Δε σκεφτόμαστε
...
Έλα στο Τόμσινο, περνάμε καλά εκεί.
(Φεύγει)
Γυναίκα: Αίμα.
Άντρας: Πού;
Γυναίκα: Πίσω από το αυτί σου.

(Ξαφνικό δυνατό κύμα αέρα που μοιάζει να σπρώχνει τον Άντρα πίσω προς τη γυναίκα. Ο Άντρας κοντοστέκεται. Γυρνάει και κοιτάει πίσω. Συνεχίζει το δρόμο του.

Δεύτερο κύμα αέρα. Ο Άντρας κοντοστέκεται πάλι και ξανακοιτάει πίσω του. Στρέφεται μπροστά και συνεχίζει οριστικά το δρόμο του)

-----------------------------------------------------------------------------

Η παραλία στο νησί νωρίς το πρωί. Σχεδόν έρημη με βοτσαλάκια χίλια μύρια χρώματα να λαμπυρίζουν πάνω σε μαύρη ψιλή άμμο. Νερά διάφανα να αντιφεγγίζουν το λυκαυγές. Η ζέστα να χαράζει. Το βουνό θεόρατο να γέρνει από πάνω, εραστής που κρατάει ακόμα για λίγο στη σκιά τα μυστικά του. Ο ήλιος σκάει. Το μαϊστράλι ακροπατά ίσα να ψαύει το κορμί. Τα μάτια μισόκλειστα να μη θαμπωθούν από την πολλή ομορφιά. Αρώματα από ρίγανες, λυγαριές, φύκια με τυλίγουν. Εμβαπτίζομαι. Θαρρώ πως λούζομαι στη Στύγα. Βγαίνω και μένω να μετεωρίζομαι στ’ανάμεσο στεριάς και θάλασσας να αναλογίζομαι την κληρονομιά του θνητού. Την αχίλλειο πτέρνα μου.

Χίλιοι μύριοι οι καθάριοι ήχοι της φύσης από εδώ. Μα ένας μπαίνει μέσα μου από κάθε πόρο και με κυριεύει με την ήρεμη επαναληπτικότητά του, τόσο που να θαρρώ πως οι κτύποι της καρδιά μου εναρμονίστηκαν μαζί του. Φλοισβ, φλοισβ. Τικ, τακ. Ο φλοίσβος. Λέξη που κλείνει μέσα της αυτούσιο το χαρχάλεμα που κάνουν τα κύματα στα βότσαλα με τα πέρα-δώθε τους. Φλοισβ, φλοισβ. Τόση εντύπωση είχε κάνει στους ανθρώπους το χαρχάλεμα αυτό, που το φυλάκισαν σε μία λέξη να το κουβαλούν μαζί τους όταν ξεμακραίνουν από τη θάλασσα και δε τ’ακούν. Φλοισβ, φλοισβ και πάλι και πάλι και πάλι. Νανουρίζει ή αφυπνίζει τις κοιμισμένες αισθήσεις μου;


Η αρμονία μέσα από την επανάληψη του φλοίσβου. Εδώ είναι όλα σε αυτή την ερημιά. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα. Τα ερωτήματα τα ίδια. Αρκεί να έχω τα μάτια ανοιχτά. Τις κόρες διεσταλμένες να ρουφούν κατάστηθα. Ο έχων ώτα ακουέτω. Το Φλοίσβο. Ψιθυρίζει με την ήρεμη επανάληψή του πως υπάρχει τάξη, πως υπάρχει αρμονία, πως υπάρχει κάτι που κοντράρει στα ίσα το τυχαίο. Πως μπορεί και να μην κρέμομαι από μια κλωστούλα του με τους σπασμούς του κρεμασμένου να τινάζουν τα σώψυχα και ξώψυχά μου, κάθε που το τυχαίο χορεύει το χορό της Σαλώμης. Πως μπορεί να μη δω το κεφάλι μου στο πιάτο για το καπρίτσιο της πόρνης τύχης. Ναι, ο Φλοίσβος μου επαναλαμβάνει διαρκώς. Υπάρχει ρυθμός, τάξη, αρμονία. Ρυθμός τάξη, αρμονία. Μπορεί και να μην είναι το ανθρωπάκι που τα χέρια του κουνώ και το μυαλό του, το ανθρωπάκι μου, ο απόλυτα τυχαίος συνδυασμός ωαρίου και σπερματοζωαρίου στον εντελώς συμπτωματικό χωροχρόνο. Με την τυχαία γέννηση και τον τυχαίο θάνατο. Με την τυχαία ζωή, με τις τυχαίες σπασμωδικές δράσεις και αντιδράσεις. Με τους τυχαίους ανθρώπους δίπλα του, και αυτό το ίδιο τυχαίο για αυτούς. Και εγώ ο ίδιος τυχαίος για αυτούς. Στις τυχαίες ουτοπίες να παραδέρνω και στους φαύλους κύκλους να περπατώ με αυστηρή προσήλωση. Μην ξεφύγω από το περίγραμμά τους και διασαλέψω τη φαυλότητά τους.


Αυτή η σιγουριά πως το ένα φλοισβ διαδέχεται το άλλο επ’άπειρον είναι βάλσαμο. Ογκόλιθος να πατήσω. Να σταθώ όρθιος σταθερά χωρίς τρεκλίσματα μεθυσμένου, που αλλού υπολόγιζε πως πατά το ποδάρι του κι αλλού τον πάνε τα παραπατήματα. Πού να το φανταζόμουν πως το μόνο σίγουρο μέρος να πατήσω να μην γκρεμιστώ είναι ο αφρός των κυμάτων. Μεγάλη η παραμυθία σου Φλοίσβε. Να κάθομαι ώρες ατέλειωτες να σε αφουγκράζομαι, να μου ξορκίζεις το φόβο, να με γαληνεύεις κομμάτι το δόλιο, τον αλλοπαρμένο, που άλλο από το να γυρνά αλαλιασμένος από το καμουτσίκι της Τύχης δεν ξέρει. Και πιο πριν χειρότερα. Γύρναγα ο δόλιος, ο καψερός, στητός και ντούρος με τα γαλόνια και τα παράσημα στη μόστρα να μπερδεύω τα τσαλίμια και τα τσακίσματα της Τύχης με την «ιδίαν βούλησιν». Δε βαριέσαι ο άνθρωπος δε μαθαίνει. Τι κοτζάμ Οιδίποδες τρανταχτοί φάγανε τα μούτρα τους και ξεροκατάπιαν την περίφημη βούλησή τους, αυτός εκεί. Βούληση να σου κοπανάει ξανά και ξανά. Και άντε από το ένα άκρο στο άλλο, όταν αυτή ξεπέφτει. Τύχη σου λέει μετά, όχι βούληση.


Κάνω τη σκέψη να κοντοσταθεί. Δε μου χρειάζεται. Μου αρκεί που αφουγκράζομαι το Φλοίσβο. Τι είναι αυτό; Κι άλλοι ήχοι ξεδιαλύνονται. Ο άνεμος πόσο διαφορετικά ακούγεται όταν βαδίζει στο νερό και πόσο όταν περπατά στην άμμο. Άκου τον τώρα δα θροίζει στα ξερόκλαδα του σκίνου. Τόσες ριπές ανέμου κι όλες διαφορετικές, ένας κόσμος ολόκληρος! Πού κρυβόταν και δεν τον άκουγα; Πίσω από το θόρυβο του αυτοκινήτου μου. Πίσω από το θόρυβο της σκέψης μου. Πίσω από το θόρυβο της έριδας. Πίσω από την πιλάλα στον ξύπνιο και τον ύπνο μου. Η τυχαία κίνηση των τυχαίων μορίων ενός τυχαίου αερίου που συγκρούονται τυχαία. Α, ήμουν συνεπής στην τυχαία μου κίνηση. Δε σταμάτησα λεπτό ως τώρα να κινούμαι. Και αν έπεφτε η θερμοκρασία του αερίου μου, και επιβραδυνόταν η κίνησή μου, αποπροσανατολιζόμουν, εγώ, το μόριο το καταδικασμένο να κινούμαι διαρκώς, να κινούμαι άσκοπα. Δεν μπορούσα να σταματήσω για λίγο να θεαθώ εκτός και εντός. Κάθε επιβράδυνση με έκανε να καπνίζω πιο πολύ, να σκέφτομαι πιο πολύ, να ερωτεύομαι πιο πολύ, να γελάω πιο πολύ, να κλαίω πιο πολύ, να πίνω πιο πολύ, να δημιουργώ πιο πολύ, να καταστρέφω πιο πολύ. Να αναπληρώσω την κινητική ενέργεια.


Τώρα σταμάτησα. Σταματώ. Με έκανε ο Φλοίσβος να σταματήσω. Αφουγκράζομαι το Φλοίσβο μέσα μου. Τώρα που δεν ακούω θόρυβο, εδώ στην έρημη νησιώτικη παραλία, κανέναν, ούτε εκτός ούτε εντός. Τώρα γαληνεύω. Δε θέλω άλλο τίποτα. Τίποτα δεν ποθώ. Για τίποτα δε χρειάζεται να τρέχω δαιμονισμένα. Για τίποτα δε χρειάζεται να φοβάμαι. Ούτε και το τέλος. Η φύση γύρω μου κι ο Φλοίσβος ήρεμα διαλαλούν πως κι ο θάνατος ακόμα έχει τη θέση του στην τάξη των πραγμάτων είναι μέρος της αρμονίας. Δίχως αυτόν η πλάστιγγα γέρνει. Προς τη δυσαρμονία. Κάθε τέλος το διαδέχεται μία αρχή. Κάθε αρχή έχει ανάγκη ένα τέλος. Ο αέναος κύκλος της φύσης. Ο αέναος κύκλος μέσα μου. Εμένα του ανθρώπου. Που άφησα για μια χαραμάδα της ύπαρξής μου το Φλοίσβο να με διδάξει. Ότι η αχίλλειος πτέρνα μου δεν είναι η θνητότητά μου. Είναι που δεν πίστευα στη φύση που υπάρχει μέσα μου.

Περισσότερα...

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009

Μάσκα και Ψυχή

.
The Scream (1893), E. Munch

Όταν πέφτουν οι πρώτες μάσκες σαν το φλοιό δέντρου και όταν αναλαμβάνουν ποιητές.

Από σχόλιο του Ψουξ στην ανάρτηση του παρόντος ιστολογίου "Η μάσκα"-Ποιητική ανασύνθεση των σχολίων του Tyler Durden, του ιδίου του Ψουξ και του κειμένου "Η μάσκα"


Βιάσου.

Ψάξε στην ντουλάπα το κατάλληλο κουστούμι.

Μην ξεχάσεις την μάσκα.

Αυτή είναι ό,τι πρέπει.

Έχει ελαφρύ ερωτικό μενεξεδί γελάκι

Ύφος γαλήνης

και τόνο Επιδοκιμασίας για τη μάσκα των άλλων.

Στάσου.

Ζωγράφισε τον πιο έντονο

τον θαυμασμό για τους άλλους.

Τον έχουν ανάγκη για να συνεχίσουν

να υπάρχουν.

Έτσι μπράβο

Ελα τώρα να πάρεις

Κοινωνική αποδοχή με μπόλικη ζάχαρη άχνη.

Επ, τι πας να κάνεις; Φόρα αμέσως τη μάσκα σου!

Έτσι μπράβο..Κοινωνικοποίηση.

Τώρα και οι δυο μαζι…

«Ε-κκοι-ννω-νι-σμός Ε-κκοι-ννω-νι-σμός».

Μην ξεχνάς, να κρύβεσαι.

Έτσι θα τα έχεις καλά με

«φίλους, συναδέλφους και συγγενείς,

-μπακάλη, χασάπη και σύντροφο!»

Νάνι, νάνι το ανθρωπάκι

Μην λες αυτό που σκέπτεσαι και νιώθεις.

Νάνι, νάνι το ανθρωπάκι,

Κανείς δε νιώθει φόβο για τον «άλλο»

τον κρυμμένο πίσω από τη μάσκα.

Νάνι, νάνι το ανθρωπάκι

Πίσω από τη μάσκα είσαι ολομόναχη με τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου

Σαν θεατής στην αίθουσα θεάτρου όταν σβήσουν τα φώτα της Πλατείας.

και τη μάσκα να βγάλεις πάλι μόνος μένεις.

Η διαφορά είναι πως με τη μάσκα δεν χρειάζεσαι κουκούλα

Έλα φτάνουν τα επαναστατικά

Στάσου - βγάλε λίγο ρουζ

Δεν κάνει να φαίνονται. Δεν προβλέπονται.

Πάρε θάρρος

Πάρε τύχη.

……………………………………………………………………….

Την μάσκα την φοράς πάνω από την άλλη μάσκα

αυτή που φοράς για τα οικεία πρόσωπα –

έχοντας επίγνωση

πως πίσω από αυτήν το χάος

ο Αέρας

Μπορεί αυτό να είναι η ψυχή

κάτι που χρωματίζεται με τα εκάστοτε Ατέλειωτα

όμως δικό μας και υπαρκτό.

Η ψυχή μας.

Ναι, σου πετάω το γάντι

Δεν αστειεύομαι

……………………………………………………………………………….

Το να δημιουργείς με την επίγνωση του χάους και του τίποτα,

είναι εξίσου ωραίο με το να πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι το πιο

αληθινό και συγκροτημένο πίσω από όλα αυτά.
Άλλωστε το τίποτα δεν σημαίνει μη ύπαρξη, αλλά κάτι το πέραν

της ανθρώπινης δυνατότητας για κατανόησή του.



Αυτό που μπορούμε να κατανοήσουμε ως ανθρώπινα όντα είναι

η κοινωνική και υποκειμενική "σμίλευση" αυτού του τίποτα,

δηλαδή η δημιουργία μιας εικόνας, μιας μάσκας και κάτι τέτοιο

πιστεύω πως είναι και η έννοια της ψυχής όπως την

φανταζόμαστε ως μιας αυτοτελούς οντότητας, έστω και αιθέριας.



Το ανάπτυγμα της ύπαρξης μου, μια Μάσκα Ζωντανή με

χαρακτηριστικά Πεθαμένου
ή Αντιστρόφως


Περισσότερα...

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Η μάσκα


Modern masks

Εννιά η ώρα. Βιάσου. Σε λίγο καταφθάνουν οι καλεσμένοι. Ψάξε στην ντουλάπα το κατάλληλο κουστούμι. Προς θεού, μην ξεχάσεις το κυριότερο. Τη μάσκα. Αυτή εδώ είναι για σήμερα το βράδυ ό,τι πρέπει. Αυτοκόλλητο μόνιμα φιλικού και ελαφρώς ερωτικού χαμόγελου από χείλη βαμμένα μενεξεδιά. Μάτια ζωγραφισμένα με ύφος γαλήνιας ηλιθιότητας, υπέρμετρης ευτυχίας και έναν τόνο κατανόησης και επιδοκιμασίας για τη μάσκα των άλλων. Στάσου. Ζωφράφισε με το eye liner πιο έντονο το θαυμασμό για τους άλλους. Την έχουν ανάγκη την ψευδοεπιβεβαίωση για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Επιρρεπείς στην κολακεία. Έτσι μπράβο, τέλεια. Καλό κορίτσι. Άργησες, αλλά έμαθες να επιλέγεις την σωστή μάσκα ανάλογα με την περίσταση. Έλα τώρα να πάρεις το λουκουμάκι σου. Κοινωνική αποδοχή πασπαλισμένη με μπόλικη ζάχαρη άχνη. Κούνα και λίγο την ουρά σου. Σήκω και στα μπροστινά ποδαράκια σου. Βρε πώς το έχαψε... Χε, χε. Πολύ καλά. Σωστά εκπαιδευμένη. Όλοι τώρα θα είναι ευχαριστημένοι μαζί σου. Κανείς δεν κοιτάει με εμπάθεια, φθόνο ή έχθρα, απορία, αιδώ και όνειδος μαζί για την ύπαρξή του, θυμό και ευθιξία, επειδή λες αυτό που σκέπτεσαι και νιώθεις, επειδή βαρέθηκες τα προσχήματα, έβγαλες τη μάσκα και έκανες λίγο μπουου. Κανείς δε νιώθει απειλούμενος και τρομαγμένος, όταν φοράς μάσκα. Άκου, δε σου γρυλλίζουν πια οι άνθρωποι από φόβο ότι θα αναγκαστούν να πετάξουν κι αυτοί τις μάσκες τους. Ή από θυμό, γιατί δεν βλέπουν πια την ευγενέστατη κολακεία που τους τύλιγε και τους υπνώτιζε και τους νανούριζε γλυκά-γλυκά. Νάνι, νάνι το ανθρωπάκι, για δες το ομορφούλι που είναι κι αυτό. Όταν φοράει τη μάσκα του. Όπως κι εσύ.

Επ, τι πας να κάνεις; Φόρα αμέσως τη μάσκα σου! Αμέσως είπα! Θέλεις πάλι να ξυπνήσει απότομα το ανθρωπάκι και να σκούζει και να σε δαγκώσει; Ή να αρχίσεις να δαγκώνεις και συ μέχρι να αλληλοσπαραχθείτε; Ανόητο κορίτσι, ακόμα να μάθεις. Πάλι στη γωνιά θα καταλήξεις μόνο σου να γλύφεις τα τραύματά σου και να αλυχτάς τη νύχτα, καθώς οι μασκοφόροι θα ανοίγουν τα παντζούρια ενοχλημένοι να σου πετάξουν κατακέφαλα ό,τι βρουν μπροστά τους, να σκάσεις επιτέλους, να πάψεις τα γυμνά σου αλυχτίσματα τα γεμάτα νόστο. Για τον «άλλο», τον κρυμμένο πίσω από τη μάσκα. Έτσι μπράβο. Αργείς αλλά μαθαίνεις. Κοι-νω-νι-κο-ποί-η-ση. Έλα να το πούμε και μαζί τα δυο μας: «κοι-νω-νι-κο-ποί-η-ση». Εύγε, λίγες επαναλήψεις χρειάζεσαι και θα γίνεις ξεφτέρι. Η καλύτερη ηθοποιός στο θέατρο του παραλόγου. Και μην ξεχνάς, το παν είναι η μάσκα. Το παν είναι να κρύβεσαι. Έτσι θα τα έχεις καλά με όλους, σύντροφο, φίλους, συναδέλφους, συγγενείς, γείτονες, τον μπακάλη, το χασάπη, κ.τ.λ., κ.τ.λ...

Πώς είπες; Τι ψιθυρίζεις; Πώς πίσω από τη μάσκα είσαι ολομόναχη με τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου που με κανέναν δεν μπορείς να τα μοιραστείς; Ναι, ναι, το ξέρω. Καϋμένο κορίτσι. Αχ, κι εγώ στα νειάτα μου τις ίδιες σκέψεις έκανα. Δε βαριέσαι και τη μάσκα να βγάλεις πάλι μόνος μένεις. Και τη μάσκα να φοράς, πάλι μονάχος. Η διαφορά είναι πως με τη μάσκα σε λένε ευγενικό, διακριτικό, φιλικό, κοι-νω-νι-κο-ποι-η-μέ-νο. Έλα κοριτσάκι μου, φτάνουν πια οι αμφιβολίες και τα επαναστατικά. Δέκα η ώρα. Χτυπάει το κουδούνι. Ήρθαν οι πρώτοι καλεσμένοι. Στάσου να βάλω λίγο ρουζ, να καλύψει τη θλίψη. Δεν κάνει να φαίνεται. Δεν την προβλέπει το σαβουάρ βιβρ. Τώρα μοιάζεις χαρούμενη. Έτοιμη για τη μεγαλειώδη έξοδό σου στη σκηνή. Πάρε θάρρος. Ίσως στο τέλος ακούσεις και χειροκρότημα, αν κρατήσει βέβαια η μάσκα σου μέχρι το τέλος. Αν δεν ξεβάψει να τρέχουν οι λυωμένες μπογιές από έξω. Και από μέσα τα δάκρυα. Καλή σου τύχη.
Περισσότερα...

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Της νύχτας τα καμώματα

Starry night, Vincent Van Gogh

Από τη μάνα μου πήρα την αγάπη για τη μάθηση. Από τον πατέρα μου τις σταθερές αξίες. Ένα βράδυ αργά μισοξύπνησα και είδα τους γονιούς μου σε χίλιες δυο στιγμές τους καθαρά. Τότε ήταν που το κατάλαβα. Έτσι ξαφνικά λουσμένη στον ιδρώτα της καλοκαιριάτικης ζέστης είδα για πρώτη φορά αληθινά τους γεννήτορές μου. Μέχρι τώρα στον ξύπνιο μου έβλεπα θολά. Όλο αρνητικά. Όλο δυσφορία. Ήταν κι αυτή η ερώτηση η τυχαία που μου κάνανε, να πω ένα καλό που έχω να θυμάμαι τη μάνα μου κι εγώ δεν έβρισκα τίποτα, ούτε το είχα σκεφτεί μέχρι τότε. Εντυπωσιάστηκα, μα γρήγορα το ξέχασα. Χρόνια μετά, φαίνεται πως με έτρωγε το μαράζι, το αίνιγμα, και μιας που εγώ στο συνειδητό μου δε μπόρεσα να βρω απάντηση, ανέλαβε το υποσυνείδητο.

Τις πιο καθαρές σκέψεις τις έχω κάνει χωρίς να τις προκαλέσω, σε μια κατάσταση λήθαργου εξωτερικού, μα εσωτερικής εγρήγορσης, μισοκοιμισμένη να αιωρούμαι σε μέρη που έζησα, να ξαναβλέπω ανθρώπους και καταστάσεις που έζησα, όχι όμως μέσα από τα μάτια μου και την κρίση μου, αλλά απ’έξω σαν ξένος που παρατηρεί και γι’αυτό, μιας και δεν εμπλέκεται, κρίνει καλύτερα. Έχω δει τον ίδιο μου τον εαυτό να μιλάει να σκέφτεται να νιώθει να δρα, και ταυτόχρονα και τους άλλους από μέσα και απ’έξω. Μια ταινία που φαίνονται σκέψεις, κινήσεις, λόγια, συναισθήματα, συνειρμοί, προθέσεις, βαθύτερα κίνητρα και αίτια, αφορμές, φόβοι και ανασφάλειες, η ψυχή ολάκερη εκείνης της στιγμής. Και τότε κατανοώ απόλυτα το γιατί και το πώς ολονών μας, πρώτα των άλλων και μετά του εαυτού μου. Βλέπω πια τις συνδέσεις και τους συνδυασμούς και τις παρεξηγήσεις ολονών προς όλους, βλέπω τις άστοχες κρίσεις και την έλλειψη κατανόησης όλου αυτού του πλέγματος που απαρτίζει τον καθένα μας και που αποτυγχάνουμε να το δούμε ή έστω να είμαστε επιφυλακτικοί, πριν εξαπολύσουμε καταδίκες ή διθυράμβους. Επειδή τον πραγματικό χρόνο που βιώναμε όλοι μας τη στιγμή, μας έλειπε εκείνη η εσωτερική θέαση.

Λες κι ο θεός την έκανε λειψή τη δουλειά και μας έδωσε μισή την όραση να βλέπουμε μόνον τα απ’έξω. Λίγο το λοιπόν. Πολύ λίγο και ανεπαρκές. Και έρχεται σαν να καταλαβαίνει το τραγικό του λάθος να μας μοιράσει μια-δυο φορές στη ζήση μας άλλο ένα ζευγάρι μάτια που τρυπάνε το τσόφλι και βλέπουν αληθινά. Και έρχεται τότε η αγαλλίαση και η πληρότητα, παύουμε να νιώθουμε ξένους τους εαυτούς μας, παύουμε να νιώθουμε ξένους τους άλλους, βλέπουμε πια με τα νέα μάτια μαχαίρια βαθιά σε τομή πως όλοι της ίδιας ουσίας μετέχουμε, πως όλοι οι άνθρωποι με τα ίδια εργαλεία δουλεύουμε, μονάχα, να, δεν το ξέραμε μέχρι τώρα, θαρρούσαμε πως είμασταν διαφορετικοί, ανώτεροι ή κατώτεροι, ενώ απλά μας λείπανε τα μάτια τα καλά, για να καταλάβουμε πως είμαστε ίδιοι. Από παρεξήγηση το λοιπόν λόγω ελλειπούς εξοπλισμού οι καβγάδες, η απομάκρυνση, η αντιπάθεια, οι κλίκες, οι τάξεις, ο ρατσισμός, η έχθρα. Ο πόλεμος σε όλη την ιστορία του ανθρώπου. Του Κάιν και του Άβελ. Του Λάιου και του Οιδίποδα. Του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Των Αχαιών και των Τρώων. Των θεών και των ανθρώπων.

Είναι όμως και μερικοί άνθρωποι που ποιος ξέρει πώς, πήρανε πεσκέσι και τα δυο ζευγάρια μάτια και τα έχουν για να βλέπουν πραγματικά όλη την ώρα. Και υπάρχουν στ’αλήθεια τέτοιοι. Μπορεί να τύχει να συναντήσουμε έναν στη ζωή μας, μπορεί και κανέναν. Οι θρησκείες πού και πού μας προμηθεύουν κανά τέτοιο να έχουμε να ελπίζουμε. Ένα Χριστό ή ένα Βούδα. Έστω και ξεθωριασμένους. Αλλά άμα τύχει και δούμε μπροστά μας κανέναν με τα μάτια τα καλά, πράγμα παράξενο, όλοι το καταλαβαίνουμε και τον σεβόμαστε. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε, αλλά έτσι από ένστικτο. Τότε κάνουμε όλοι, και ας είμαστε αλλιώτικοι σε όλα τα ορατά με τη μία γνωρίσματα, στη μπάντα κύκλο γύρω του να χορέψει μόνος το βαρύ ηπειρώτικο στο σκοτεινό ξέφωτο με τις βελανιδιές δίπλα από το ξωκλήσσι. Τελετουργία το λοιπόν και όχι κοινό γλέντι. Με τα αδύναμα μάτια μας να τον τρώνε και να ελπίζουν. Με την τύφλα μας να αντικρύζει τη λάμψη του και να αγάλλεται. Τότε όλοι μας σιωπούμε και το συναισθανόμαστε. Και όλοι μας νιώθουμε μέσω αυτού του ένα που βλέπει στ’άλήθεια, πως έχουμε κάτι κοινό. Και πέφτουν προς στιγμή τα τείχη. Και πέφτουν τα λόγια κουρέλια. Μένει μόνο η σκοτεινιά και η αστραπή του βλέποντος που τη σκίζει.

Και μετά κλείνουν πάλι οι ουρανοί, και συνεχίζουμε να ψαχουλεύουμε στα τυφλά και να σκουντουφλάμε στα αναχώματα που οι ίδιοι υψώσαμε και να πέφτουμε στους λάκκους που οι ίδιοι σκάψαμε. Και να κουταλάμε αναμεταξύ μας σα τα ζαβά κριάρια που άλλο δε φτάνουν παρά αυτό να κάνουν. Χρόνια είχα να σε θυμηθώ Λεωνίδα εσένα τον αγράμματο, τον απλό από την Αιανή Κοζάνης με τα κοφτερά αλλά αγαθά σου μάτια, ένα φεγγάρι που δούλευα στο μουσείο του χωριού σου. Τότε που αρχαιολόγοι, συντηρητές, εργάτες ανασκαφής και ντόποιοι ξεχνούσαμε τα βράδυα τις διαφορές, τις ίντριγκες και τα καπελώματα και γλεντούσαμε όλοι μαζί. Και τα ξεχνούσαμε ακόμα πιο πολύ, όταν σε βλέπαμε με έναν μαγικό τρόπο να μας αντιμετωπίζεις με εμπάθεια καμμιά όλους ίσους από την ίδια μαγιά φτιαγμένους. Είναι άραγε τυχαίο ότι, όταν επέστρεψα από την Αιανή, «επιστήμων» με διασυνδέσεις και ζωσμένος με την πλήρη εξάρτυση του σύγχρονου τρόπου επιβίωσης και ανόδου, το πρώτο και μόνο πράγμα που με ρώτησε είναι τι κάνει ο Λεωνίδας; Ακόμα και οι πιο τυφλοί συναισθάνθηκαν. Ώρα για ηρωποιήσεις και ωραιοποιήσεις σίγουρα δεν είναι. Η εποχή των ηρώων και των θεών είναι για τους πολύ νέους ή τους πολύ ηλικιωμένους. Στην ψυχή εννοώ. Μόνο να, σε θυμήθηκα απόψε για μια στιγμή Λεωνίδα, τα ξημερώματα που μου χαρίστηκε η όραση. Κι απόμεινα τώρα που έγινε μέρα να συσκοτίζει τα πράγματα να αναπολώ κι εσένα και τη σοφή απλότητά σου.
Περισσότερα...

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

Το βουνό

Dark mountain sky, Kirstie Cohen

Βάρος μεγάλο την πλάκωνε. Της έλιωνε το στήθος. Αν δεν ντρεπόταν θα άφηνε τη δύσπνοια να φανεί. Στεκόταν ακίνητη δίπλα του. Στη θέση του συνοδηγού. Τον ένιωθε ακίνητο δίπλα της να ξεφυσά με τη θανατερή του ανάσα. Στη θέση του οδηγού. Θα τον αφήνει μια ζωή να οδηγεί; Χαμογέλασε που είχε ακόμα διάθεση για ποιητικές αλληγορίες. Της έκανε καλό. Το βάρος αλάφρυνε λιγάκι. Πάλι τσακωμένοι. Καλοκαιράκι με πανσέληνο ανάμεσα στη θάλασσα και τα βουνά. Το αυτοκίνητο να τρέχει με τα παράθυρα ολάνοιχτα να μπουκάρει το σεληνόφως. Φωτεινό από την πλευρά της θάλασσας. Σκοτεινό από τον όγκο των βουνών. Όπως στα παραμύθια. Το έμαθε πια πως δεν πρέπει να πιστεύει στα παραμύθια. Είναι μια απώλεια αυτό. Σκληρή. Τον κοίταξε με την άκρη του ματιού της. Φαινομενικά ακίνητη. Το ίδιο θα έπαθε και εκείνος. Έπαψε να πιστεύει στα παραμύθια. Να και κάτι κοινό. Τον συμπόνεσε σαν τον εαυτό της. Τι διάολο. Ακόμα και οι κολασμένοι πονάνε ο ένας τον άλλο. Το μόνο που τους έμενε να κάνουν. Είναι κάτι και αυτό. Το θηρίο δίπλα της φρούμαξε σιωπηλά. Το μεγαλύτερό του όπλο. Έβαλε πάλι την πανοπλία της. Και τότε το άκουσε. Το θηρίο μέσα της. Ποιον να πρωτοπολεμήσει. Ο γαλάζιος πρίγκηπάς της ξέβαφε με τον καιρό μέχρι που έγινε σταχτής δράκος. Η ευαίσθητη πριγκήπισσά της σκλήρυνε με τον καιρό μέχρι που έγινε κακιά μάγισσα. Έχουν μια αλήθεια τα παραμύθια τελικά για όποιον ξέρει να τα διαβάζει. Χαμογέλασε ξανά. Αλάφρυνε κι άλλο. Ατέλειωτη η επιστροφή με τους νέους τους ρόλους.

Κι είναι τόσο όμορφα έξω. Γιατί δεν είναι έξω; Κι οι δυο τους. Ο σώσων εαυτόν σωθήτω. Να ανοίξει την πόρτα να κατέβει. Να πάει πού. Στην ερημία. Σάμπως έρημη δεν είναι τώρα; Και τότε είδε τη μάγισσα να ανοίγει και να βγαίνει από μέσα άλλη μπαμπούσκα και άλλη και άλλη μέχρι που έμεινε η τελευταία. Πριγκήπισσα λιτή, γυμνή από ξόμπλια να τη βουλιάζουν, ελαφριά σαν αερικό. Βάρος κανένα δεν την κράταγε αλυσοδεμένη με τη μούρη στο χώμα να γεύεται την πικρή του γεύση. Πέταξε ολόγυμνη, ούτε καν τη βούληση δε ζώστηκε να κρύψει την ύπαρξή της. Η μεγάλη μπαμπούσκα που την έκλεινε την αγνάντεψε λεύτερη στα βουνά, ένα με τη σκοτεινιά τους που την απορρόφαγε εκείνη, τη γυμνή πριγκήπισσα λίγο-λίγο και αχόρταγα σαν άμμος ξεραμένη που δροσίζεται από το νερό που την ποτίζει με το κουβαδάκι του μικρό παιδί . Κι εκείνη άπλωνε και θέριευε και γινόταν ένα με το βουνό και όσο αυτό τη ρουφούσε, έτσι βαρύ κι ακίνητο και αιώνιο, τόσο ετούτη ξόδευε κάθε ανάσα της να ενωθεί μαζί του. Δίχως φόβο για τη σκοτεινιά του. Δίχως φόβο για τη μοναξιά του την εις τους αιώνας των αιώνων. Δίχως φόβο για την ακινησία και τον τεράστιο όγκο του. Ξεκόλλαγε από τις σάρκες της τους τελευταίους Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες που της ρουφούσαν σα βδέλλες την αθανασία και τους γκρέμιζε στη θάλασσα κάτωθε της να λουφάζουν τρομαγμένοι και θνητοί και περαστικοί στα σπήλαιά της. Ας ασχοληθεί η κακιά μάγισσα με δαύτους που απόμεινε πίσω της να αλαλάζει από τον τρόμο του εφήμερου και χαμερπού. Το κακό της γέλιο αντήχησε λιγάκι στις βουνουπλαγιές αλλά δεν την πρόφθασε. Είχε γίνει πια ένα με το απέραντο πανήψυλο, αιώνιο βουνό. Και τα βουνά είναι τυφλά τα τε ώτα τον τε νουν τα τ’όμματα. Μετέχουν της φύσης του θεού. Κι ας κόπτεται ο Τειρεσίας για το αντίθετο.

Τι είναι τούτο πάλι; Πού πήγε η ευτυχία της; Πού πήγε το βουνό; Πού πήγε η αυτάρκεια της αθανασίας της; Γιατί ένιωσε το θανατερό δάγκωμα του φόβου; Η ερημία να της χτίζει λίθο λίθο κελί δίχως παράθυρο και πόρτα και αέρα να ανασάνει. Η ταινία προβάλλεται από την ανάποδη. Είδε τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες να αναγεννιώνται από τις στάχτες τους, να ξεπηδάν από τα Τάρταρά τους και να ξανακολλούν στις μαλακές της σάρκες. Δεν ήταν πια ένα με το βουνό. Δεν ήταν βράχος άτρωτος και σκοτεινιά γαλήνια. Ήταν αίμα και σάρκα και πάθη και εφήμερο. Το πλάκωμα στο στήθος γη στα χέρια του Άτλαντα που λύγισε από το βάρος και σκορπάει χάμω χίλια κομμάτια και αυτός και η γη του. Το γέλιο της μέγαιρας στα αυτιά της. Την προφταίνει, την πρόφθασε. Η μεγάλη μπαμπούσκα καταπίνει τη γυμνή πριγκήπισσα. Τα ξόμπλια καρφώθηκαν στη γυμνή της σάρκα. Δεν πειράζει, τα βογγητά της δεν ακούγονται. Είναι η γριά μάγισσα που τα σκεπάζει. Με συναίσθηση της αδυναμίας της όμως τώρα πια. Η φυλακισμένη πριγκήπισσα έμαθε να δραπετεύει. Και το ξέρουν και οι δυο.

Το αυτοκίνητο συνέχιζε να διασχίζει στεγνές πια θάλασσες και άλαλα παγωμένα βουνά μες στο κατακαλόκαιρο. Φτάσανε επιτέλους. Κατέβηκε. Eξουθενωμένη. Και μαλακωμένη. Άφησε στο χωλ εκείνο το βράδυ μαζί με τα παπούτσια της τη μπαμπούσκα της κακιάς μάγισσας. Έβγαλε κι ένα-ένα τα ξόμπλια με πόνο, μέχρι που η πριγκήπισσα έμεινε γυμνή. Με φροντίδα έξυσε με τα νύχια της το σταχτή δράκο από πάνω του. Εκείνο το βράδυ τον αγκάλιασε με πάθος πρωτόγνωρο και ζωώδες μέχρι να λάμψει το γαλάζιο χρώμα του πρίγκηπά της. Κι άρχισε να γράφει παραμύθια.


Περισσότερα...

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Παιδιά και τέχνη

Joan Miro, Women, Bird by Moonlight, 1949
Tate, London

The art book for children, εκδ. Phaidon
Το βιβλίο της τέχνης για παιδιά

Ένα εξαίρετο βιβλίο αγγλόγλωσσο (δεν το βρήκα μεταφρασμένο στα ελληνικά) που βοηθά τα παιδιά από τριών χρονών έως δέκα να προσεγγίσουν με κατανοητό και ενδιαφέροντα τρόπο τη ζωγραφική κατά κύριο λόγο διάφορων τεχνοτροπιών, εποχών, δημιουργών, χωρών. Από το Λεονάρντο ντα Βίνσι και τη Μόνα Λίζα έως τον Ιάπωνα Χοκουσάι και τις ξυλογραφίες του με θέμα το βουνό Φούτζι. Από τον Μποτιτσέλι και την Άνοιξή του έως τους Gilbert and George και το έργο τους Thumbing. Από το Βαν Γκογκ και τα Ηλιοτρόπιά του έως τον Πικάσο και τα Δάκρυα του. Παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου καμμιά τριανταριά καλλιτέχνες, κάθε ένας από τους οποίους εκπροσωπείται από συνήθως ένα γνωστό του έργο.

Ο τρόπος προσέγγισης εκάστου έργου είναι διαδραστικός και πρωτότυπος χωρίς να παραλείπεται και η παράθεση ζωτικών για την κατανόηση πληροφοριών τόσων ώστε να μην κουράζουν με το εύρος τους, ούτε και να είναι ελλιπείς με την περιληπτικότητά τους. Δίδεται για κάθε καλλιτέχνη κάποιο στοιχείο ικανό να προκαλέσει το ενδιαφέρον ενός παιδιού και να το συγκρατήσει.

Για παράδειγμα, στην παρουσίαση του Μιρό και του έργου του Γυναίκες, Πουλί στο φεγγαρόφως, γράφει (σε δική μου κατά προσέγγιση μετάφραση):

«Χουάν Μιρό
Σχήματα
Αυτός ο πίνακας τιτλοφορείται Γυναίκες, Πουλιά στο φεγγαρόφως. Μπορούμε να δούμε ένα μεγάλο μπλε μισοφέγγαρο και ένα άσπρο αστέρι, έτσι ξέρουμε ότι είναι νύχτα, αλλά πού είναι οι γυναίκες και το πουλί; Σου μοιάζει τίποτα με πουλί ή γυναίκα; Ίσως κάθε ζευγάρι μικρών κύκλων να υποδηλώνει τα μάτια. Ίσως τα μεγάλα μαύρα σχήματα να είναι τα φορέματα των γυναικών. Μπορεί το πουλί να είναι αυτό το παράξενο άσπρο σχήμα στην κάτω δεξιά γωνία με κόκκινο ράμφος και τρεις γραμμές για φτερά της ουράς.

Κανείς δε μπορεί να πει στα σίγουρα. Εσύ τι λες;

Ο δάσκαλος του Χουάν Μιρό του ζήτησε κάποτε να προσπαθήσει να ζωγραφίσει απλά σχήματα, όπως κύκλους, τετράγωνα, αστέρια και τρίγωνα με δεμένα μάτια. Το αποτέλεσμα ίσως να ήταν κάτι ανάλογο με αυτό που βλέπεις στην εικόνα.

Γιατί δεν προσπαθείς να ζωγραφίσεις μια γυναίκα και ένα πουλί με τα μάτια κλειστά;»

Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί και το The art book for children, book two, το οποίο ακόμα δεν έχω προμηθευτεί, ώστε να αναφερθώ σε αυτό. Ωστόσο από μια πρόχειρη έρευνα αγοράς διαπίστωσα ότι μπορεί κανείς να βρει το πρώτο βιβλίο τουλάχιστον στον Παπασωτηρίου, όχι όμως και το δεύτερο. Σίγουρα μπορεί να προμηθευτεί κανείς και τα δύο από ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο του εξωτερικού, ακόμα και από τον ίδιο τον εκδοτικό οίκο. Μάλιστα υπάρχει προσφορά, αν αγοράσει κανείς και τα δύο μαζί.
Περισσότερα...

Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Ακμή και παρακμή της εκπαίδευσης: Βιέννη και Αθήνα

Τεχνικό Μουσείο, Βιέννη

Ο τρόπος που μια κοινωνία αντιμετωπίζει το παιδί και την εκπαίδευσή του αντανακλά την κουλτούρα της και ακόμα παραπέρα τα όνειρά της για το μέλλον και την ανοδική ή παρακμιακή πορεία της. Έτσι είτε υποθηκεύει η ίδια το μέλλον της κληροδοτώντας στους αυριανούς πολίτες την υποκουλτούρα, είτε προετοιμάζει το αύριο και την άνθισή της μεθοδεύοντας την μετάγγιση στα παιδιά της μίας κουλτούρας περισσότερο ή λιγότερο αξιόλογης, αλλά πάντως κουλτούρας. Μία σύγκριση της σύγχρονης ελληνικής αντιμετώπισης των παιδιών και των συνομηλίκων τους στη Βιέννη, έτσι όπως μπορεί κανείς εμφανέστατα να διαπιστώσει έστω και σε ολιγοήμερο ταξίδι στην πρωτεύουσα της Αυστρίας προκαλεί στον Έλληνα θλίψη βαθιά για την εμφανή μειονεξία του στον τομέα αυτό.

Στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης (Kunst Historisches Museum, Wien), το μάλλον μεγαλύτερο μουσείο της Βιέννης μπορεί κανείς να δει μαθητές και μαθήτριες Γυμνασίου και Λυκείου να ψάχνουν επιμόνως σε όλους τους πίνακες από αίθουσα σε αίθουσα να ανακαλύψουν μία λεπτομέρεια (κάποια μορφή). Θαυμάσια εργασία που προφανώς τους δόθηκε από τους εκπαιδευτικούς τους, που προτρέπει τα παιδιά όχι μόνο να επισκεφθούν το μουσείο, αλλά και να αλληλεπιδράσουν με τα εκθέματα με αυτόν τον παιγνιώδη τρόπο. Ή μπορεί κανείς να συναντήσει ομάδες μαθητών που παλεύουν προσηλωμένοι να σκιτσάρουν κάποια λεπτομέρεια ή και ολόκληρο τον πίνακα που τους ζητήθηκε. Ήταν πράγματι εξαιρετικά ευχάριστη έκπληξη να βλέπει κανείς αυτούς τους εφήβους καθισμένους κατάχαμα να ξεκινούν μάλλον βαριεστημένοι και σταδιακά να τους απορροφά και να τους γοητεύει τόσο αυτό που κάνουν, ώστε να δίνονται ολόψυχα και να υπερβαίνουν τα όρια τους. Υπάρχει καλύτερος τρόπος να μελετήσεις ένα έργο τέχνης όχι ρίχνοντας του μια ματιά απλώς, αλλά ακολουθώντας με το μολύβι σου τη μεγαλοφυία του καλλιτέχνη σε κάθε της βήμα; Να προσθέσω πως όλα αυτά γίνονταν πρωινές ώρες μιας καθημερινής, άρα σε διδακτική ώρα.

Τη στιγμή που ελληνόπαιδο σε προσχολική ηλικία ζήτησε από τη γιαγιά του που παρίστανε τη δασκάλα να μπουν μέσα στο σπίτι και όχι έξω στον κήπο, γιατί "στο σχολείο κάνουν μάθημα μέσα". Έχει γίνει σαφές στο παιδάκι που δεν έχει ακόμα σχολική εμπειρία πως στο ελληνικό σχολείο το μάθημα για να είναι σοβαρό πρέπει να γίνεται μέσα και να είναι καθηλωμένο στην καρέκλα του να ακούει παθητικά τον διδάσκοντα. Τη στιγμή που επίσκεψη σχολείου στο Εθνικό Αρχαιολογικό σημαίνει κατά κανόνα ανία για τους μαθητές εύλογη ασφαλώς, αφού κανείς καθηγητής δεν τους εξηγεί καν τι είναι αυτά που βλέπουν. Βέβαια πρέπει κανείς να παραδεχθεί πως θα ήταν δύσκολη μία έστω στοιχειώδης ξενάγηση από την καφετέρια του μουσείου, όπου καταφεύγουν οι διδάσκοντες.Τα ίδια προβλήματα θα αντιμετώπιζαν και οι συνάδελφοι τους που σε εκπαιδευτική εκδρομή στο Λαύριο δεν ευκαίρησαν να πουν στα παιδιά τουλάχιστον πως εκεί υπήρχαν μεταλλεία αργύρου στην αρχαιότητα ή το αρχαίο θέατρο του Θορικού. Δε συζητάμε βεβαίως να πάνε τους μαθητές να τα δούνε. Το αποτέλεσμα; Σε ερώτηση μου σε κάποιο από αυτά τα παιδιά, τι είδες παιδί μου στο Εθνικό Αρχαιολογικό ή στο Λαύριο, να λάβω την απάντηση, ωραία μπιλιαρδάδικα.

Η σύγκριση δεν τελειώνει εδώ. Στη Βιέννη το παιδί έχει προεξάρχοντα ρόλο. Σε κάθε βήμα μπορεί κανείς να το διαπιστώσει πως οι Βιεννέζοι δεν προσποιούνται πως δεν υπάρχει. Στο τεχνικό μουσείο (Technisches Museum, Wien), εξαιρετικό για μικρούς και μεγάλους, τα παιδιά ποικίλων ηλικιών δε θα δουν μόνον εκθέματα, πράγματι εξαιρετικά εντυπωσιακά, αλλά θα συμμετάσχουν σε πολυποίκιλες δραστηριότητες, ώστε να κατανοήσουν με απλό τρόπο διάφορα φαινόμενα ή τεχνολογίες. Μπορούν να κάνουν ένα καρδιογράφημα, ή να παράγουν ηλεκτρισμό με ένα χειροκίνητο μύλο ή να μετρήσουν την ενέργεια που παράγεται μετακινώντας ένα σύννεφο μπροστά από έναν προβολέα-τεχνητό ήλιο που φωτίζει ηλιακά κάτοπτρα ή, ή, ή... Δεκάδες δραστηριότητες, πραγματικά ανεξάντλητες μεταξύ των οποίων και η επαφή με την τηλεόραση από την πλευρά του εκφωνητή ειδήσεων. Το παιδί κάθεται μπροστά από αληθινές κάμερες και εκφωνεί κάποιο κείμενο. Ποια είναι η αντίστοιχη επαφή του παιδιού στην Ελλάδα με την τηλεόραση; Επίσκεψη ιδιωτικού μάλιστα σχολείου σε εκπομπή της Τατιάνας. Τα παιδιά ήταν το φιλοθέαμον κοινό.

Το τελειωτικό κτύπημα δόθηκε περνώντας έξω από το κτήριο της Όπερας της Βιέννης, όπου διαφημιζόταν όπερα για παιδιά. Χαρακτηριστικό της σημασίας που δίνεται στο γεγονός το μέγεθος του πανό στην πρόσοψη του κτηρίου. Τι να πει κανείς για την ελληνική πραγματικότητα; Για τις καλές παιδικές θεατρικές παραστάσεις στα καθ'ημάς που δε μετριούνται καν στα δάκτυλα του ενός χεριού και την πληθώρα κακών που αντιμετωπίζουν το παιδικό θέατρο ως ευκαιρία για εύκολο χρήμα νομίζοντας πως αρκούν τα φανταχτερά κουστούμια και τα χολυγουντιανά σκηνικά για να ονομαστεί το θέαμα που προσφέρουν θεατρικό; Για τη δε μουσική παιδεία των ελληνόπαιδων πραγματικά δεν ξέρω εκτός από την αξεπέραστη Λιλιπούπολη του Μάνου Χατζιδάκη ή Τα μυστικά του κήπου του Νίκου Κυπουργού και τα παιδικά τραγούδια της Μαρίζας Κωχ, ίσως και ελάχιστα ακόμα που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν, τι άλλο δεν είναι μάλλον κακής ποιότητας και υποκουλτούρα.

Μπορώ να συνεχίσω να παραθέτω και άλλα παραδείγματα σχετικά. Κι όλα αυτά από μια ολιγοήμερη επίσκεψη στην καρδιά της Ευρώπης. Αλλά νομίζω πως είναι αρκετά αυτά. Προσωπικά σαν γονιός και εκπαιδευτικός ομολογώ πως μαράζωσα βλέποντας την τεράστια απόσταση που έχουμε να καλύψουμε και σε επίπεδο εκπαιδευτικής πολιτικής και αναφορικά με τη νοοτροπία του μέσου γονέα, δασκάλου, θεατρικού παραγωγού...του καθενός από εμάς. Μαράζωσα όμως κυρίως γιατί αντιλήφθηκα πως αυτό που στην πατρίδα μας επαφίεται στην ατομική προσπάθεια που έχει να υπερπηδήσει πολλά εμπόδια και σκοπέλους, στη Βιέννη είναι θέμα συλλογικό και προ πολλού κατακτημένο. Και η πόλη των Αψβούργων ήταν μόνο ένας τυχαίος ευρωπαϊκός ταξιδιωτικός προορισμός...
Περισσότερα...

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Ο χωρισμός

Study of hands, Leonardo da Vinci

Ο άντρας: Κοίτα τα χέρια σου. Αλλάξανε. Κάποτε τα δάχτυλα ήταν μακριά και λυγερά. Νευρώδικα σαν δορκάδα που τινάζεται με περίσσεια χάρη στο άκουσμα του πρώτου κλαδιού που έσπασε το απρόσεκτο πόδι του κυνηγού και που τώρα απόμεινε να κοιτάει μαγεμένος το τίναγμά της ανίκανος να τη σκοτώσει. Θυμωμένα σαν κύματα αφρισμένα που ορμάνε στα βράχια και σπάζουν σε χίλια κομμάτια απολαμβάνοντας το μεγαλείο τους. Αρμονικά σαν τις νότες αγαπημένου τραγουδιού που είναι διαφορετικές, αλλά ξέρουν η καθεμιά χώρια την τέλεια θέση για να ταιριάξουν με τις άλλες. Ερωτικά σαν εραστής που ξέρει πότε ακριβώς να αγγίξει το αντικείμενο του πόθου του σίγουρος για την ανταπόκριση. Αποφασιστικά σαν το πρώτο βήμα μωρού που ξέρει ότι σε λίγο θα πατάει σταθερά και το παραπάτημα του γερόντου που γνωρίζει πως κάποτε υπήρξε κι αυτός μωρό. Σίγουρα σαν το τελευταίο μητρικό χάδι της νύχτας πριν αποκοιμηθεί το αποκαμωμένο παιδί. Όμορφα και κοφτερά σαν το χνούδι στις παρειές του εφήβου και τα αγκάθια των ασπαλάθων. Σβέλτα σαν τιτίβισμα σπουργίτι και τα μελτέμια του Αυγούστου. Διαρκώς απασχολημένα σαν κελάρυσμα ρυακιού που μεγαλώνει στο διάβα του από τα λυωμένα χιόνια και το φλοίσβο ανοιξιάτικης θάλασσας σε παραλία ερημική. Ανάγλυφα με τις φλέβες σαν τις πτυχές χιτώνα αρχαίου ελληνικού αγάλματος. Που υποψιάζεσαι πως κάτω από την ακινησία τους ρέει ορμητικά το αίμα. Το έξυπνον ενύπνιον των χεριών σου ήταν που με έκανε να σε ερωτευθώ. Το ξέρεις.

Η γυναίκα: Κοίτα τα χέρια μου. Αλλάξανε. Τα δάχτυλα κοντύναν και παχύναν. Μόνον αυτά. Όχι το άλλο σώμα. Το ήξερα πως δε θα σου ξέφευγε. Το ήξερα πως δε θα μπορούσες να είσαι πια ερωτευμένος με αυτά τα χέρια. Στην αρχή σκέφτηκα να στα κρύψω. Ήταν τότε που μόνη με τα χέρια μου έμαθα να τα παρατηρώ και να τα αγαπώ. Μετά δεν είχα λόγο να στα κρύβω. Δεν ντεπόμουνα πια για αυτά. Έμαθα να αγαπώ τα παχουλά μου δάχτυλα σαν μποτίλιες στο πέλαγος που κρατούν ερμητικά κλεισμένο το ραβασάκι της ψυχής του ναυαγού που αγάπησε το ερημονήσι του. Και δε θέλει πια να φύγει. Και δε θέλει πια να βρει κανένας τις μποτίλιες του. Έμαθα να αγαπώ τις χαραγές στις παλάμες που με τόσο κόπο χάραξα, αυτά τα ατέλειωτα διαδαλώδη μονοπάτια τους που δεν ξέρω πού οδηγούν και κάθε φορά χαράζω νέα, πιο βαθιά, πιο ερωτικά. Γεμίζω πια τις χούφτες με νερό κι αυτό δε γλιστράει όλο. Είναι που βάθυναν τα αυλάκια και μάθαν να το συγκρατούν. Έμαθα να αγαπώ τη μειλιχιότητα που με δίδαξαν οι ήρεμοι αμμόλοφοι των δακτύλων μου. Έμαθα να γλιστρώ πάνω τους γλυκά και απρόσκοπτα. Δεν κατακρημνίζομαι πια στις χαράδρες ούτε πληγιάζω από τα απότομα τινάγματα των παλιών νευρώδικων δακτύλων μου. Έμαθα να αγαπώ την ομορφιά τους. Να βλέπω τον αισθησιασμό στις αφράτες και μητρικές αναγεννησιακές μαντόνες. Έμαθα να εκτιμώ τη διστακτικότητά τους. Σαν στιγμιαίο τίναγμα πουλιού λίγο πριν πιαστεί στην ξόβεργα. Που γλιτώνει χάρη στο τίναγμά του αυτό, το σωτήριο. Έμαθα να αγαπώ τη σιωπή τους. Εκείνη την ήρεμη, ταπεινή, καταδεκτική που με χωράει ολάκερη μέσα της και με γλυκαίνει και ξορκίζει την αλαζονεία. Κοίτα τα χέρια μου. Ωρίμασαν. Δεν είναι πια στυφά σαν άγουρα φρούτα. Γεμίσαν ζουμερούς χυμούς. Τα αγαπώ. Το ξέρεις.
Περισσότερα...

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Νερό. Θάλασσα παντού γύρω μου. Βουλιάζω.

"Under my sea", Nancy Wagner

Νερό. Θάλασσα παντού γύρω μου. Βουλιάζω. Αφήνομαι να βουλιάξω. Απλά, απαλά, ήσυχα. Το σώμα μου λυγίζει στην εμβρυακή στάση. Άθελά μου. Γλιστράν από πάνω μου όλα. Σκέψεις, πάθη, άγχη, όνειρα, πόθοι, πόνοι, συναισθήματα. Κολυμπώ στο κενό χωρίς να θέλω τίποτα. Κοιτώ τα χέρια μου. Απέκτησαν δική τους κίνηση. Δεν τα ελέγχω. Κινούνται σαν τα πλοκάμια της μέδουσας. Μειλίχεια και αρμονικά. Δε ζητούν να αδράξουν. Κοιτώ τα πόδια μου. Κολλημένα στο σώμα πριν, αρχίζουν να γλιστράνε. Δε ζητούν να πατήσουν πουθενά. Απλά αιωρούνται με την απόλυτη ακινησία της γάτας που ελέγχει κάθε μυ και τον εξαναγκάζει να παραιτηθεί απολύτως από κάθε υποψία νεύρου. Κοιτώ την ψυχή μου. Άδεια από μνήμη. Άδεια από παρελθόν και μέλλον. Αυτάρκης στη γαλακτερή της μακαριότητα. Κοιτώ πάνωθε μου. Η διαχωριστική επιφάνεια του νερού με τον αέρα. Ο ήλιος φτάνει στρεβλωμένος εδώ κάτω. Σπάει σε χίλιες ακτίνες. Με φτάνουν και δε με φτάνουν. Δεν έχει σημασία. Εδώ πέρα δεν είμαι το κέντρο του παντός. Δεν είμαι οι πέντε αισθήσεις που διυλίζουν τα ερεθίσματα. Είμαι οι χίλιες μικρές αχτίδες που διασκορπίζονται παντού. Που δεν τις ελέγχω. Που είμαι εγώ και δεν είμαι. Διαχέομαι στο νερό. Βρίσκομαι παντού σε κάθε σταγόνα του. Είμαι το νερό. Απλά και όμορφα υπάρχω παντού. Εξαϋλώθηκα;

Κοιτάω πάλι τα χέρια μου. Όχι, βρίσκονται εκεί δίπλα μου. Τα πλοκάμια της μέδουσας ζητούν τώρα να αρπάξουν. Πεινάσανε. Κοιτάω τα πόδια μου. Ζητούν να πατήσουν γερά. Δε βρίσκουν. Κινούνται μόνα τους. Ανεβάζουν το σώμα μου προς τα πάνω. Κοιτώ την ψυχή μου. Ασκός του Αιόλου που γέμισε φόβο για το θάνατο και λαχτάρα για ζωή. Αέρας. Στέρεψε εδώ και ώρα και δεν το κατάλαβα. Θέλω ανάσα. Ορμάω στον πάνω κόσμο. Οι χίλιες ηλιαχτίδες όσο ανεβαίνω μπλέκονται σε μία. Σταθερή και ευθύγραμμη. Φτάνω στη διαχωριστική γραμμή. Θέλω να γυρίσω να κοιτάξω πίσω μου. Να δω τη μακαριότητα της παραίτησης που άφησα. Να δω τη γαλήνη των θεών. Να δω για τελευταία φορά τη γαλήνη της ανυπαρξίας. Το σώμα δεν υπακούει. Η σαϊτα έφυγε από το τόξο. Τρυπάει την επιφάνεια του νερού. Εκτοξεύεται στον αέρα. Ανάσα. Βαθειά και λαίμαργη. Δίνει πνοή στο μισοπνιγμένο σώμα. Ο ασκός του Αιόλου παραγέμισε. Με θέλω μπορώ πρέπει παλεύω νιώθω. Με το θλιβερό εγώ που δεν πάει παραπέρα από όσο το αφήνουν οι δεσμώτες του, οι αισθήσεις. Κοιτάζω τον ήλιο κατάματα. Κοιτάζει μόνο εμένα. Και με τυφλώνει. Να μη μπορώ να δω πολύ πέρα από εμένα. Φυλακισμένη. Κοιτάζω το βυθό. Σκοτεινός και θολός. Από τα χυμένα εγώ που γίνανε ένα, όταν ο ήλιος έδυσε. Γιατί κάποτε δύει. Όταν έρθει η ώρα του.
Περισσότερα...

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Κοινωνική καταξίωση: είναι πάντα αξιόπιστη;

Αναρωτιέται κανείς κατά πόσο σε πολλές περιπτώσεις το άτομο που δέχθηκε μία κοινωνία να εντάξει, αξίζει πράγματι αυτή την ένταξη και την αποδοχή των υπολοίπων. Και αντίστροφα, άτομα περιθωριοποιημένα και απόβλητα άξιζαν πράγματι την αποπομπή ή κρίθηκαν με επιφανειακά κριτήρια μακριά από την ουσία ακόμα και αυτή που η ίδια η κοινωνία καυχιέται ότι προασπίζεται και δρα εν ονόματι της; Ασφαλώς θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι μία δεδομένη κοινωνία λειτουργεί βάσει αξιών ή έστω στερεοτύπων καλών ή κακών κατά την κρίση του καθενός, αλλά αυτό είναι αδιάφορο. Οι κανόνες της είναι σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χωροχρόνου δεδομένοι. Και υπέρτερος όλων η αποδοχή ή απόρριψη ανάλογα με τον βαθμό υπακοής σε αυτούς. Ωστόσο δεν αναφέρομαι σε αυτό. Αλλά σε περιπτώσεις- και ίσως δεν είναι τόσο μεμονωμένες- ανθρώπων που αναρριχήθηκαν και απέκτησαν κοινωνικό γόητρο κραδαίνοντας ακριβώς αξίες που θεωρητικά είναι απορριπτέες, πλην όμως αυτές είναι που τους επέτρεψαν την εδραίωσή τους. Και τούμπαλιν άλλους που, ενώ βαδίζουν με τις ίδιες ακριβώς αξίες που ποδοπάτησαν οι προηγούμενοι, ωστόσο επειδή παραβίασαν άλλους λιγότερο σημαντικούς κανόνες, αποβάλλονται στο πυρ το εξώτερον.

Αρκετά ευανάγνωστο το παράδειγμα από τον κινηματογράφο, αν και μου φαίνεται ότι περιπτώσεις από την καθημερινή ζωή καταδεικνύουν αμεσότερα το λεγόμενο. Στην πρόσφατη γαλλική ταινία «Η τάξη» μαθήτρια διαστρεβλώνει επιμελώς τα λόγια του δασκάλου της για συμμαθητή της στο συμβούλιο των καθηγητών με τη μέθοδο της απόκρυψης πληροφοριών. Δηλώνει ότι ο δάσκαλός τους χαρακτήρισε το συμμαθητή της ως άτομο με ελλιπή αντίληψη και αποκρύπτει ότι αυτός ο ίδιος άνθρωπος πάλευε να ανατρέψει την ομόφωνη γνώμη όλων των υπολοίπων καθηγητών να τον αποβάλλουν δια παντός από το σχολείο. Ο μαθητής απογοητευμένος από το χαρακτηρισμό του δασκάλου του και βιώνοντας έντονα συναισθήματα απόρριψης στρέφεται βίαια λεκτικά κατά πάντων και με έντονες κινήσεις που προκαλούν άθελά του τραυματισμό μιας μαθήτριας, αποχωρεί. Τελικά ο μαθητής εξαιτίας αυτής της τελευταίας συμπεριφοράς του χάνει κάθε ελπίδα να παραμείνει στο σχολείο και αποβάλλεται δια παντός.

Η συκοφαντία είναι απαξία. Η μαθήτρια ουσιαστικά συκοφαντώντας το δάσκαλό τους πυροδότησε μία αφελή φωνακλάδικη συμπεριφορά του απογοητευμένου από τα στρεβλά λόγια συμμαθητή της, ο οποίος, αν και δεν ήταν συκοφάντης και όντας μάλλον αγαθός, τιμωρείται. Αντίθετα η μαθήτρια που έστησε την πλεκτάνη –και το τρομακτικό ήταν ότι προς ώρας δεν συναισθανόταν το κακό που προκαλούσε- συνέχισε τη ζωή της, για να εξελιχθεί πιθανότατα μετά τις κρίσεις της εφηβείας που την έστειλαν σε υποβαθμισμένο σχολείο, σε καριερίστα δικηγόρο σαν την αδελφή της ή εν πάσει περιπτώσει σε άνθρωπο που επιβιώνει και καταξιώνεται χάρη στα πισώπλατα μαχαιρώματα που συνειδητά ή ασύνειδα καταφέρνει. Διότι ναι μεν στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε εμφανής σκοπιμότητα να δράσει όπως έδρασε, αλλά σίγουρα ως ενήλικη θα βρει τρόπους να αξιοποιήσει το «ταλέντο» της προς ίδιον όφελος. Εδώ λοιπόν έγκειται η απορία. Είναι χειρότερος ο φωνακλάς και υβρεολόγος μαθητής -που σε τελευταία ανάλυση δε διαφέρει και πολύ από το μωρό που αδυνατώντας να εκφράσει αλλιώς τα αρνητικά συναισθήματά του κλαίει- από την ύπουλη συμμαθήτριά του, σε βαθμό να χάσει για το ατόπημά του την ευκαιρία της ένταξης στον κοινωνικό περίγυρο; Και τα βίαια ξεσπάσματά του αξίζουν την καταδίκη του, επειδή οδηγούν σε δυσλειτουργία της κοινωνίας περισσότερο από όσο το ήθος της μαθήτριας που υποβλέπει και συκοφαντεί; Ποιο από τα δύο προκαλεί μεγαλύτερη κοινωνική δυσλειτουργία, οι όποιες βρισιές της στιγμής του αγοριού ή η συνεχής πλην όμως καλυμμένη αρνητική συμπεριφορά του κοριτσιού που συστηματικά υποσκάπτει το δάσκαλο με κάθε μέσο και αμφίβολο ήθος; Ποιος έπρεπε πραγματικά να αποβληθεί;

Πολλές οι ανάλογες περιπτώσεις που έρχονται στο νου από την καθημερινή ζωή. Όπως αυτή ενός νεαρού στρατιώτη αγαθού, ευαίσθητου, πανέξυπνου αλλά με τερατώδεις ελλείψεις σε πάσης φύσεως διαπαιδαγώγηση. Ρωτούσε στα σοβαρά αν μπορεί να πάρει άδεια μέχρι τις τριάντα οκτώ του μήνα- κι αυτό είναι το λιγότερο. Έκλεψε λοιπόν μία των ημερών ένα στρατιωτικό τζιπ, για να βγάλει βόλτα το κορίτσι του. Ούτε που του είχε περάσει από το μυαλό ότι κάτι τέτοιο ήταν ακριβώς κολάσιμο. Του φαινόταν απλό και σχεδόν φυσικό. Φυσικά τιμωρήθηκε με μεγάλη σκληρότητα για την άγνοια των αξιών που η κοινωνία ξέχασε να του διδάξει, αλλά ποτέ δεν επιβραβεύθηκε για την γενικότερη ανιδιοτέλεια ή ευαισθησία του. Ενώ ένας δημαγωγός που χειρίζεται τις τεχνικές της πειθούς και ξέρει να ελλίσσεται και να μεταμφιέζει σε προσφορά για το κοινό καλό τον επικίνδυνο λαϊκισμό του, αυτός διαφεύγει της τιμωρίας. Οι κανόνες τον αφήνουν άθικτο. Ποιος λοιπόν πρέπει να αποβληθεί τελικά από τους δύο, μπας και πάρει μπρος η κατακαϋμένη κοινωνία;
Περισσότερα...

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Γιατί να έχει κανείς blog (2)


Νεφελοκοκκυγία-νεφέλωμα

Πριν λίγους μήνες, όταν ξεκίνησε ετούτο το ιστολόγιο, υπήρχε η δειλή διάθεση για μοίρασμα σκέψεων, διαθέσεων, αισθημάτων με ένα ανώνυμο κατά βάσει κοινό. Ανώνυμη και εγώ η ίδια ένιωθα ελεύθερη να εκφραστώ πέρα από συμβάσεις, αναστολές, φοβίες, κρυψίνοια. Τότε ο φόβος μπροστά στο δυνητικό απρόσωπο μη ελέγξιμο κοινό, μια ανάγκη για αυτοπροσδιορισμό και εξήγησης στον ίδιο μου τον εαυτό για την αναγκαιότητα του ιστολογίου και ίσως η πρόσθετη φοβία πως η ανοιχτή αυτή επιστολή θα έμενε ανανταπόδοτη, είχαν γεννήσει το κείμενο Γιατί να έχει κανείς blog ή οι Δον-Κιχώτηδες του διαδικτύου. Εκείνο που δε φανταζόμουνα είναι ότι το κοινό αυτό θα έπαυε να είναι ανώνυμο με την έννοια του απρόσωπου. Άνθρωποι που ούτε τους γνωρίζω ούτε με γνωρίζουν εξ όψεως ή εξ επωνυμίας θα εξελλίσσονταν σε ένα είδος συνοδοιπόρου, θα γίνονταν σταδιακά γνωστοί ίσως πολύ περισσότερο και πολύ ουσιαστικότερα από αρκετούς γνωστούς στην «πραγματική» ζωή. Η διαδικτυακή ζωή μπορεί να αποδειχτεί σε αρκετές στιγμές της μια παράλληλη ζήση που γεννά αισθήματα, ενδιαφέρον, συνενοχή, γέφυρες, ανθρωπιά, θαυμασμό, και ένα κάρο δυνατά συναισθήματα με τρόπο άμεσο, συχνά αμεσότερο από αυτόν μιας κατά πρόσωπο συνάντησης. Τα πράγματα επιταχύνονται δραματικά, καθότι οι όποιες αναστολές που μας συγκρατούν και ενίοτε ανακόπτουν την επικοινωνία σε τετ-α-τετ συνομιλίες, εδώ δεν υπάρχουν. Η αυθεντικότητα και ο αυθορμητισμός κερδίζουν έδαφος και τελικά δικαιώνονται. Ακόμα και bloggers που άμεσο και κυρίαρχο σκοπό έχουν την επισκεψιμότητα, το μεγάλο αριθμό αναγνωστών και τα χρηματικά ποσά που κερδίζουν από διαφημίσεις, ακόμα και αυτοί γράφοντας ανωνύμως ξεπερνούν τις αναστολές τους και εκφράζονται με αυθεντικό και χαρακτηριστικό θράσος που δύσκολα θα αποκάλυπταν αλλιώς. Όπως και να έχει, ο λόγος δεν αφορά τις περιπτώσεις αυτές. Αφορά εκείνους που δεν ενδιαφέρονται παρά για ένα άλλο είδος επικοινωνίας, για ξεδίπλωμα ψυχής, για σύμπλευση ή γόνιμη αντιπαράθεση απόψεων, για κοινά μεράκια, για κουβεντούλα σοβαρή ή χαλαρή, για πληροφόρηση σε πάμπολλους τομείς, για το κάτι τις δικό τους που έχουν όλη την καλή διάθεση να το μοιραστούν με άλλους.

Αυτή η παράλληλη διαδικτυακή ζωή συνήθως δεν έρχεται να καλύψει κενά της άλλης, της «πραγματικής». Συμπορεύονται οι δυο τους ανεξάρτητα. Ναι μεν η δεύτερη τροφοδοτεί την πρώτη μεταγγίζοντάς της εμπειρίες, σκέψεις, αισθήματα, πλην όμως δεν εξαρτάται δουλικά από αυτήν. Όσοι επιλέγουν να διατηρούν προσωπικό ιστολόγιο δεν είναι άτομα με ελλείψεις στην προσωπική τους ζωή, μοναχικοί, με περιορισμένες κατ’ανάγκη δυνατότητες επικοινωνίας. Ίσα-ίσα, κι αυτό καθρεπτίζεται άμεσα στα γραφόμενά τους, πρόκειται για ανθρώπους με πλήρη συνήθως ζωή. Εννοώ ότι δε χρειάζεται να καταφύγουν στο ιστολόγιό τους, για να καταφέρουν να ζήσουν. Μήπως εξάλλου η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων ή η παρακολούθηση κινηματογραφικών ταινιών δεν έρχεται ως δυνατότητα πολλαπλών παράλληλων ζωών, αφού περισσότερο ή λιγότερο ταυτιζόμαστε με τους ήρωες; Εκεί έγκειται η μέγιστη αξία της λογοτεχνίας και του σινεμά, στο να ζούμε πολλές παράλληλες ζωές πέρα από αυτήν που πραγματικά διάγουμε και έχουμε επιλέξει, ζωές που τα βιολογικά και θνητά μας όρια δεν επιτρέπουν να βιώσουμε αληθινά. Το αποτέλεσμα είναι ένα βάθεμα και ένας πλούτος ψυχής από τις πολλαπλές τούτες εμπειρίες. Με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και η διαδικτυακή ζωή. Είμαστε ικανοποιημένοι με τη δική μας, αλλά θα την εμπλουτίσουμε ακόμα παραπάνω με την εμπειρία του ιστολογείν. Το πρόσθετο πλεονέκτημα συγκριτικά με τη λογοτεχνία και το σινεμά εμφανές: ο blogger δε ζει παθητικά έναν παράλληλο βίο που του προτείνει ο συγγραφέας ή ο σκηνοθέτης, αλλά ενεργητικά, όχι μόνον γιατί ο ίδιος τον πλάθει, μα κυρίως γιατί αλληλεπιδρά μέσω των σχολίων με άλλους bloggers, περσόνες όχι φανταστικές μα υπαρκτές και αληθινές. Πιο αληθινές δε γίνεται.

Οι Δον-Κιχώτηδες λοιπόν βρήκαν άλλους ιππότες της ουτοπίας. Η συνεύρευση αίρει την ουτοπία και την κάνει τόπο απτό, γη γόνιμη και καρπερή. Η Νεφελοκοκκυγία κατέβηκε από τα σύννεφα και εδράζεται στο διαδίκτυο. Μονάχα που τώρα βρήκε κατοίκους ταιριαστούς και όχι αλμπάνηδες. Οι τοιoύτοι πάντα βέβαια θα υπάρχουν. Και οι νεφέλες αποκτούν χρώματα ποικίλα, ικανά να εκφράσουν κάθε απόχρωση ανερυθρίαστα και ανέμελα και ουσιαστικά και ανθρώπινα.

Όταν πρωτοξεκίνησε τούτο το ιστολόγιο, δεν μπορούσα να φανταστώ πρώτα από όλα ότι θα διάβαζα με ενδιαφέρον τις αναρτήσεις άλλων. Όχι βεβαίως γιατί δε μου περνούσε από το μυαλό ότι έχουν κάτι να μου πουν, αλλά γιατί ξεκινούσα να εκφραστώ προσωπικά αγνοώντας την ύπαρξη των άλλων. Όταν τους γνώρισα τα πράγματα αλλάξανε άρδην προς δύο κατευθύνσεις.

Η μία έχει να κάνει με το πώς νιώθω εγώ για αυτούς. Δεν μπορούσα να φανταστώ πως αργά ένα βράδυ μετά από μία πανέμορφη μέρα θα ήμουν ακόμα αρκετά ανοιχτή, ώστε να βάλω δυο ποτήρια κρασί , να αγναντεύω το φεγγάρι από τη βεράντα μόνη μου και να ακούω και να ξανακούω το τραγούδι που είχε αναρτήσει η DimitrAt. Μαντέψτε για ποιον ήταν το δεύτερο ποτήρι. Ούτε ότι θα φανταζόμουν το σκίτσο που διάλεξε για εικονίδιό του ο Webwalker να ζωντανεύει και να παρατηρεί τα άστρα ενθουσιασμένος σε εκδήλωση για την αστρονομία ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, αλλά κανείς τους δεν έμοιαζε να παρατηρεί ότι ήταν σκίτσο. Ούτε ότι, όποτε διαβάζω κείμενα της Χρονοστιβάδας θα την βλέπω σχεδόν ζωντανή μπροστά μου να βλέπει παλιές ελληνικές ταινίες και να ξεκαρδίζεται στα γέλια ενώ παντού γύρω απλώνεται άρωμα δαντέλας. Ή το Γρηγόρη το δάσκαλο να ξελαρυγγιάζεται μαζί με τους μαθητές του τραγουδώντας τραγούδια στη γιορτή του Πολυτεχνείου παρασύροντάς τους με το πάθος του (επ, ζαβολιά, αυτή τη λεπτομέρεια μου την είπε ο ίδιος, αλλά από τότε μόνο έτσι τον φέρνω στο μυαλό μου. Ελπίζω Γρηγόρη να μην ενοχλήθηκες που το αποκάλυψα, αλλά ήταν τόσο όμορφη και δυνατή εικόνα). Ή το ΓΙΑΝΝΗΒΕΡ να εκτελείται καθημερινά στον πίνακα του Γκόγια που διάλεξε για εικονίδιό του, αλλά να σηκώνεται ξανά απτόητος για να εκτελεστεί ξανά. Μέχρι την επόμενη φορά... Ή τον TylerDurden να καταβροθίζει ταινίες με μια μπύρα στο χέρι. Ή ότι θα περίμενα πότε θα γεννήσει η σύζυγος του Σχολιαστή με εκείνο το είδος της προσμονής που έχουν οι γνωστοί μεταξύ τους άνθρωποι. Υπάρχουν και λίγοι ακόμα, πιο καινούριοι, που όμως δεν πρόλαβα να αλληλεπιδράσω τόσο ώστε να τους φανταστώ αρκετά.

Η άλλη κατεύθυνση της αλλαγής που διαπίστωσα έχει αντίστροφη πορεία. Ας μην ξεχνάμε ότι οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας, για να καταξιωθεί ως τέτοια πρέπει να είναι αμφίδρομη. Μιλώ για τις αντιδράσεις άλλων bloggers προς την αφεντιά μου. Πολύ περισσότερες οι όμορφες στιγμές από όσες περίμενα, ωστόσο θα σταθώ ειδικά σε μία που από μόνη της καταξιώνει και δικαιολογεί την ύπαρξη του blog αυτού. Ακόμα κι αν αυτό ήταν το μοναδικό σχόλιο-δίοδος επικοινωνίας, θαρρώ πως μονάχα για αυτό το ένα αξίζει τον κόπο να ξεπεράσει κανείς τους ενδοιασμούς του για τη δημιουργία προσωπικού ιστολογίου. Αντιγράφω αυτούσιο το σχόλιο του Worldcity ( La Ivolution) στο κείμενο Γιατί να έχει κανείς blog ή οι Δον-Κιχώτηδες του διαδικτύου. Για να πούμε την αλήθεια, αυτό το σχόλιο είναι που πυροδότησε αυτήν την ανάρτηση.

«Πριν μερικά χρόνια, είχα πάει να συναντήσω τον Χριστιανόπουλο στην Διαγώνιο. Συζητώντας για το αν κάποιος πρέπει να δημοσιοποιεί τα κείμενα του, μου είπε χαρακτηριστικά ότι αν δεν δημοσιοποιείται ότι γράφουμε, τότε αυτό δεν υπάρχει. Θυμάμαι ότι είχα πολλές ενστάσεις τότε που του τις είπα. Μετά από καιρό, κατάλαβα ότι είχε δίκιο...

Μου είπε, ακόμη, ότι αν γράφεις δημοσιοποίησέ το, ή τουλάχιστον μοιράσου το με τους άλλους. Χωρίς να περιμένεις από τους άλλους.

---

Η γραφή ενώ είναι μια προσωπική διαδικασία ερμηνείας και μια συνεχόμενη έκθεση της θέσης που παίρνουμε, είναι ταυτόχρονα μια άσκηση λόγου, μια αναμέτρηση με ότι συντελείται εντός και εκτός, είναι ένας καθρέφτης μπροστά στον οποίο τελικά βλέπουμε ότι δίπλα στο είδωλο μας εμφανίζεται μόνιμα ο "άλλος".

---

Έψαξα και βρήκα αυτήν την ανάρτησή σας (Γιατί να έχει κανείς blog ή οι Δον-Κιχώτηδες του διαδικτύου)

αφότου διάβασα το "Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις",

και θέλοντας κάτω από το δεύτερο κείμενό σας να μην γράψω οτιδήποτε, να το αφήσω έτσι ακριβώς όπως το διάβασα.

Αν υποθέσουμε ότι γράψατε τα κείμενα αυτά στο χαρτί, επιτρέψτε μου να πω - αντί οποιουδήποτε σχολίου - ότι ήταν σαν να κρατούσα και εγώ το στυλό με το οποίο τα γράψατε.

ίσως έχει μια μικρή αξία αυτό, μια, κάποια, χρήση

ευχαριστώ

worldcity»

Δε χρειάζεται να πω ότι ένα τέτοιο σχόλιο αγγίζει κατευθείαν την καρδιά. Δεν είναι πως κολακεύτηκα. Δεν είναι πως φούσκωσα από έπαρση. Δεν είναι πως είναι ιδιαίτερο ή σπουδαίο τα κειμενάκι μου. Είναι πως μέσα από το πλήθος εμφανίστηκε κάποιος που ακριβώς αυτό το κειμενάκι που ξεπήδησε έτσι αυθόρμητα από μέσα μου, το μοιράστηκε πραγματικά μαζί μου. Που με έκανε να νιώσω πως κι εγώ κρατάω το στυλό μαζί του όταν γράφω. Αν αυτό δεν είναι επικοινωνία, τότε τι είναι; Χαμογελάω. Και νιώθω τη νηνεμία μετά την καταιγίδα.

Εδώ σταματώ. Να συμπληρώσω μονάχα κάτι. Ξαναδιαβάζοντας τούτη την ανάρτηση φοβήθηκα πως εκπέμπει μία γλυκερότητα που θα ήθελα να αποφύγω πάσει θυσία. Για αυτό προβληματίστηκα αν θα την δημοσιεύσω. Πλην όμως αντιλήφθηκα άλλο ένα καλό της διαδικτυακής μοιρασιάς. Πράγματα που τω όντι θα ήταν γλυκερά και θα ακούγονταν ανειλικρινή σε μία δια ζώσης κουβέντα, εδώ στέκονται στο ύψος τους. Είναι και η ανωνυμία που τα προστατεύει από τον ξεπεσμό.

Και η επωδός; Νεφελοκοκκυγιάτες και Νεφελοκοκκυγιάτισσες, ζωγραφίστε ελεύθερα σε όλες τις αποχρώσεις. Αξίζει τον κόπο.
Περισσότερα...

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις


Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις θα με έχεις ξεχάσει. Θα έχεις θάψει κάπου βαθιά και ανείπωτα το βλέμμα που σε κοίταζα και σε άφηνα να βλέπεις μέσα μου. Τώρα σε κοιτώ με το ίδιο βλέμμα, αλλά εσύ ξέχασες να βλέπεις. Μονάχα με κοιτάς, κάτι ψυχανεμίζεσαι και προσπερνάς. Την ουσία, την ψυχή, τη σάρκα. Ακουμπάς λιγάκι την επιφάνεια και το θαρρείς αρκετό. Μιζέρια θα μου πεις. Και κλάψα. Είναι που μου ξέμεινε το βλέμμα αυτό το ανοιχτό. Που το αποφεύγεις σα να φοβάσαι μην πέσεις μέσα και χαθείς. Μη σε καταπιεί. Μεγαλοπιάνομαι. Πόσο θα ήθελα να ήταν έτσι. Μονάχα που δεν είναι. Γιατί απλά είσαι τυφλός πια και δεν το βλέπεις. Ή το συνήθισες. Ή το βαρέθηκες. Ή έχεις να ασχολήθείς με τον εαυτό σου και δε σου περισσεύει χρόνος. Ή και όλα μαζί. Τότε που το κατάλαβα, το βλέμμα μου θόλωσε από απογοήτευση. Και να ήθελες πια να με δεις, άντε να σκίσεις τα πέπλα της ομίχλης. Έπειτα η κόρη του ματιού μίκρυνε. Από οργή για το ανεπίδοτο ραβασάκι της ψυχής μου. Τέλος τα μάτια μου μεγάλωσαν αλλά δεν έδειχναν τίποτα πια. Από επιθυμία για εκδίκηση. Το μόνο βαθύ που έμεινε να αισθανθώ για σένα. Κάτι είναι κι αυτό. Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις θα σε έχω ξεχάσει.

Πόσοι αλέκτορες λαλήσαν στην ζωή μας; Πόσους από αυτούς ακούσαμε και πόσων το λάλημα παρανοήσαμε νομίζοντας πως είναι ξύπνημα της αυγής; Κι αν όντως ο αλέκτωρ σηματοδοτούσε το χάραμα μιας νέας αρχής; Κι αν όντως έτσι ήταν γιατί έτσι πιστέψαμε; Κι αν δεν ήταν η προδοσία αλλά η νέα αρχή, η κάμπια που γίνεται πεταλούδα, η ηλιαχτίδα που της μέλλεται να γίνει ήλιος μεσημεριού; Πρέπει να διαλέξεις. Πρέπει να αποφασίσεις τον τρόπο που θα δεις τα πράγματα. Στο χέρι σου είναι. Πίστεψε το. Και μάθε να ακούς μονάχα τα πετεινάρια που αναγγέλλουν την καινούργια μέρα. Άσε τους αλέκτορες ως άλλους κακούς μαντατοφόρους Λαοκόοντες να τους πνίξουν τα φίδια του Ποσειδώνα για την ολιγοπιστία τους και την καχυποψία τους. Η Τροία κάηκε, αλλά χτίστηκε άλλη πάνωθέ της.

Παραληρήματα θα πεις. Και θα έχεις δίκιο. Κοκόρια δεν υπάρχουν πια. Κι αυτά που ξεμείνανε λαλούν μέρα μεσημέρι. Αναξιόπιστα το λοιπόν. Βάλε αγάπη μου καφέ. Ξημέρωσε κιόλας.
Περισσότερα...

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Το άγριο ζώο μέσα μας

Προσωπεία του Διονύσου

Όσο πιο υψηλό είναι το πολιτισμικό επίδεδο, τόσο πιο περιορισμένη η βία που πηγάζει από τον άνθρωπο. Τα πρωτόγονα ένστικτα συμπεριλαμβανομένης της βίας, της σωματικής τουλάχιστον, απαλύνονται –κατ’άλλους καμουφλάρονται- από τον πολιτισμό. Ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος βρίσκονται σε προαιώνια διαμάχη. Το φως, η πρόοδος, η εκλέπτυνση μάχονται τα αρχέγονα και κάποτε άγρια ένστικτα. Πλην όμως ποτέ ο Απόλλωνας δεν επικράτησε πλήρως του Διονύσου και ο Πενθεύς που πίστεψε στις Βάκχες του Ευριπίδη πως ξερίζωσε δια παντός το διονυσιακό στοιχείο, τιμωρήθηκε σκληρά με διαμελισμό από την ίδια του τη μάνα. Ας αρκεστούμε λοιπόν σε περιορισμό του Διονύσου και ας δουλέψουμε, όσο γίνεται τον Απόλλωνα μέσα μας. Ας μην απατώμαστε όμως. Το άγριο ζώο ενυπάρχει εντός μας. Κι ας έρχεται το απολλώνειο φως του πολιτισμού να το ντύσει με μεταξωτά και αρώματα.

Έρχονται φορές που ξεχνάμε την αλήθεια αυτή. Που βαυκαλιζόμαστε πως είμαστε «πολιτισμένοι», αν μη τι άλλο για τα πλέον προφανή. Η σωματική βία για παράδειγμα είναι κατακριτέα και ορθώς. Η χειροδικία παραπέμπει σε πρωτογονισμό της χειρίστης μορφής, όταν ο λόγος έχει εκπνεύσει ή είναι αδύναμος σε βαθμό που να μην μπορεί να υποστηρίξει ούτε στοιχειωδώς την άποψή μας. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που ο λόγος, όσο κι αν πιστεύουμε σε αυτόν, απλά εκμηδενίζεται μπροστά στην παντοκρατορία του ζώου εντός μας, που ξεπηδά εν αγνοία μας και παρά τη βούλησή μας; Ο Διόνυσος παραμονεύει να τιμωρήσει τον αφελή Πενθέα που τον αγνόησε.

Κλικ σε σκηνή ειρηνική και όμορφη από αυτές που έχουν όλες τις προϋποθέσεις να προστεθούν στο άλμπουμ των οικογενειακών αναμνήσεων ως ειδυλλιακές. Τα παιδάκια να παίζουν με άλλα πιτσιρίκια άγνωστα σε προαύλειο εκκλησίας το μεγαλοβδόμαδο. Χαρούμενα παιδικά ξεφωνητά, αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, συναγωνισμός ποιο θα σκάσει πρώτο τις φούσκες που έκανε κάποιο τους. Αίφνης πλησιάζει έτερο παιδάκι, αγοράκι, λιγάκι αλλιώτικο. Βλέμμα αγριωπό, έντονα ανταγωνιστικό, σπρωξιές βίαιες, επιθετική στάση. Οι γονείς του το βλέπουν και παρόλο που ρίχνει κάτω τα άλλα παιδιά και τα χτυπάει δεν επεμβαίνουν. Οι λοιποί γονείς εμφανώς αμήχανοι, περιμένουν την εξέλιξη. Είναι και η επίγνωση πως ένα παιδί πρέπει να μάθει να τα βγάζει πέρα μόνο του. Ξάφνου, πριν περάσει πολλή ώρα, το επιθετικό αγόρι, σπρώχνει με τέτοιο αφύσικο μένος και απίστευτα πολλαπλασιασμένη ως εκ τούτου δύναμη κατά πολύ μικρότερό του αγοράκι, που παραλίγο να του θρυμματίσει το κρανίο στο πλακόστρωτο.

Η μητέρα του παιδιού που έπεσε, άνθρωπος κατά της βίας ως συνειδητή στάση ζωής, που του είναι αδιανόητο να επιλύσει οποιαδήποτε διαφορά της με χειροδικία, που θεωρεί εαυτόν σχετικά «πολιτισμένο» και που παλεύει για αυτό, ορμάει, σπρώχνει με τη σειρά της το βίαιο παιδί –η λογική της τη συγκράτησε τελευταία στιγμή ανακόπτοντάς της την ορμή, αλλά όχι ακυρώνοντας την ενέργειά της- και κατόπιν σπεύδει να διαπιστώσει την κατάσταση του πεσμένου παιδιού της, που από καθαρή τύχη δεν είχε χτυπήσει. Ενήλικος χειροδίκησε εναντίον παιδιού εντελώς άγνωστου. Ανάρμοστο και απαράδεκτο. Νόμοι της ζούγκλας. Συντετριμμένη η «πολιτισμένη» μάνα, όταν συνειδητοποίησε την πράξη της. Δεν μπορούσε να καταλάβει τον εντελώς αταίριαστο με αυτήν τρόπο που έδρασε. Τη στιγμή εκείνη το αίμα της είχε ανεβεί στο κεφάλι, μια έκρηξη μέσα της ακύρωνε οποιαδήποτε μορφή σύνεσης και λογικής. Δεν είχε αντιληφθεί ότι μιλούσε μόνο το άγριο ζώο μέσα της. Πώς, το ζώο υπακούοντας στα ένστικτά του ορμάει να ξεσκίσει με νύχια και με δόντια οποιαδήποτε απειλή για τα μικρά του, έτσι και κείνη. Τη στιγμή αυτή δε διέφερε σε τίποτα απ’αυτό. Τα αρχέγονα ένστικτα, κοινά σε ζώα και ανθρώπους που θέλουν τη μάνα να αγριεύει, όταν πειράξει κάποιος τα μωρά της, θριάμβευσαν. Ο Απόλλωνας παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του κατατροπώθηκε από τον παντοδύναμο Διόνυσο που κρύβουμε μέσα μας. Όσο πιο γρήγορα τον αποδεχτούμε, τόσο πιο εύκολα θα τον εξευμενίσουμε, ώστε να ξεπηδάει με μικρότερη ορμή. Ο Πενθεύς είναι υπαρκτό πρόσωπο. Ας μην είμαστε εμείς.
Περισσότερα...

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

Προτεινόμενες κινηματογραφικές ταινίες για παιδιά


Η εικόνα ως γνωστόν κινητοποιεί το συναισθηματικό μέρος του εγκεφάλου και διαμορφώνει αισθητική άποψη. Επιπλέον μαγνητίζει, ιδίως η κινούμενη, περισσότερο από το γραπτό λόγο. Τουλάχιστον όσον αφορά στα παιδιά τα μαγνητίζει σε βαθμό παθητικοποίησης. Γι’αυτό η επαφή τους με αυτήν πρέπει να είναι επιλεκτική και κατά το δυνατόν ποιοτική. Και βέβαια η αναγκαιότητα της επιλογής μεταξύ των πάμπολλων παιδικών ταινιών που κυκλοφορούν αυξάνεται από το γεγονός ότι τα μικρά παιδιά, πριν ακόμα διαμορφώσουν ισχυρή κρίση, εξ ορισμού ρουφάνε αξίες, πρότυπα, πληροφορίες αδιακρίτως καλές και κακές. Ας φροντίσουμε λοιπόν να είναι, όσο γίνεται, καλές. Και οπωσδήποτε, όπως συμβαίνει με το καλό παιδικό θέατρο, οι αξιόλογες παιδικές ταινίες μπορούν να παρακολουθηθούν και από ενήλικες εξίσου καλά.

Να λοιπόν μερικές ταινίες που περνάνε τον πήχυ:


Οι λιγότερο γνωστές:

  1. Κιρικού. Πρόκειται για απόδοση αφρικάνικου λαϊκού μύθου από Γάλλους. Θαυμάσια η αισθητική του animation. Απλός λόγος, όπως ταιριάζει σε λαϊκό παραμύθι, που ταυτόχρονα βοηθά την κατανόησή του ακόμα και από πολύ μικρές ηλικίες. Θίγονται με απτό τρόπο θέματα όπως η καταδυνάστευση από την κεντρική εξουσία (μάγισσα Καραμπά), που τρομοκρατεί το χωριό όχι μόνο με τους βοηθούς της, αλλά με τις προλήψεις για το μαγικό που διασπείρει και συντηρεί. Το πιο σημαντικό όμως είναι η μαζοποίηση αλλά και η αχαριστία των κατοίκων προς τον Κιρικού, το ικανό και γεμάτο απορίες βρέφος με τις υπεράνρθωπες δυνάμεις που βοηθά το χωριό ενάντια στην Καραμπά. Βεβαίως η ταινία ξεπερνά την απλοϊκή εκδοχή του απόλυτα και μόνιμα κακού και καλού. Η μάγισσα είναι κακιά γιατί υποφέρει και μόλις ο Κιρικού τη βοηθήσει να άρει την αιτία του πόνου, γίνεται ανθρώπινη και καλή. Ρεαλιστική θα έλεγα η εκδικητική στάση των κατοίκων απέναντι στην καλή πια μάγισσα, ως χαρακτηριστική των αδυνάμων που περιμένουν να αποκτήσουν ισχύ μόνο και μόνο για να γίνουν οι ίδιοι δυνάστες.
  2. Ο γέρος και η θάλασσα. Ρώσικο animation από τον Alexander Petrov που μας το έκανε γνωστό ο ΓΙΑΝΝΗΣΒΕΡ στο ιστολόγιο 36ο Δημοτικό σχολείο Περιστερίου, όπου μπορείτε να το δείτε με ελληνικούς υπότιτλους. Το πραγματικό αυτό αριστούργημα καταφέρνει εντός ημιώρου να μας αποδώσει το πνεύμα του λογοτεχνικού έργου του Χεμινγουέυ μέσα από εικόνες που δεν είναι παρά κινούμενες μορφές ζωγραφικού πίνακα με ιμπρεσσιονιστική τεχνοτροπία. Η ηθική νίκη του γέρου εκφράζεται με τον καλύτερο τρόπο και επιπλέον τέρπονται τα όμματά μας από τις εξαιρετικές εικόνες.
  3. Το αστέρι της Λόρας. Γερμανική ταινία που αφηγείται την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, το οποίο περιθάλπει ένα αστέρι που έπεσε από τον ουρανό, αλλά γρήγορα αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να το κρατήσει για πάντα κοντά της, γιατί έξω από το φυσικό του περιβάλλον αργοπεθαίνει. Για τους μικρούς θεατές περνάει ένα ενδιαφέρον μήνυμα για την κτητικότητα. Για τους ενήλικες γονείς μεταδίδει ένα ακόμα πιο ενδιαφέρον μήνυμα για την υφέρπουσα τάση να κρατήσουν τα δικά τους «αστεράκια» κοντά τους ακόμα κι όταν αυτά θα έπρεπε να έχουν αυτονομηθεί. Επιπλέον υπάρχει ωραιότατη απεικόνιση του κτηρίου της όπερας.
  4. Ο Πέτρος και ο Λύκος. Η γνωστή ιστορία και μουσική του Σεργκέι Προκόβιεφ του 1939, εδώ εξελλίσσεται σε καταγγελία για το φόβο του ανθρώπου που τον εξαχρειώνει σε βαθμό τα θηρία να φαντάζουν μπροστά του ανθρωπινότερα και αθωότερα. Ο Πέτρος ελευθερώνει τελικά τον λύκο που αιχμαλώτισε, για να τον σώσει από το αγριώτερο όλων των ζώων: τον άνθρωπο. Φαντάζομαι ότι ο Τyler Durden που ασχολείται στο ιστολόγιό του eco-cinema με σινεμά και οικολογία θα είχε να πει πολλά καλά λόγια για τo μικρό αυτό animation.


Οι πιο εμπορικές και γνωστές:

  1. Σρεκ 1 και 2. Ανατροπή του κλασικού μοντέλου παραμυθιών του προηγούμενου αιώνα. Εδώ ο αληθινός πρίγκηπας είναι ο τερατόμορφος Σρεκ και η πριγκήπισσα κάθε άλλο παρά παθητική. Η καλή νεράιδα δεν είναι διόλου καλή και εν γένει το φαίνεσθαι και το είναι έρχονται σε πλήρη διάσταση. Χιούμορ και παρωδία είναι τα πρόσθετα πλεονεκτήματα των ταινιών αυτών. Η ελπίδα μας να δούμε τα κοριτσάκια να επιλέγουν κάποια διαφορετική αμφίεση τις Απόκριες από της ροζ πριγκήπισσας.
  2. Γουόλυ. Θαυμάσια γραφικά για την ωραιότατη ταινία που πέρα από το οικολογικό της μήνυμα ή μάλλον ως επέκταση αυτού σχολιάζει με δριμύ και καυστικό τρόπο τον καταναλωτισμό και την αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου. Η γη κατοικείται στο μέλλον μόνον από ένα ρομπότ, επειδή έχει καλυφθεί από σκουπίδια. Οι δε άνθρωποι έχουν μετοικήσει σε ένα διαστημικό σταθμό και περνούν τη ζωή τους καθηλωμένοι σε ιπτάμενα καθίσματα λόγω υπερβολικού πάχους. Χρειάζεται να ειπωθούν και άλλα;
  3. Cars. Παρά την εμπορικότητά της η ταινία αυτή έχει ένα βασικό ατού. Η αλαζονεία του αγωνιστικού αυτοκινήτου Κεραυνού Μακ Κουήν αντικαθίσταται από συναισθήματα αλληλεγγύης, αφού δέχεται να θυσιάσει τη σίγουρη νίκη του στο όνομα της ανθρωπιάς. Αν είναι έτσι οι εμπορικές ταινίες, τότε δεν υπάρχει καμμιά αντίρρηση για την παραγωγή τους.
  4. Ρατατούης. Ένας αρουραίος είναι ο πλέον ταλαντούχος σεφ του Παρισίου. Καταφέρνει να καταξιωθεί ως τέτοιος παρά τη φύση του και τις αντιρρήσεις των ανθρώπων αλλά και των αρουραίων. Το βιβλίο δεν κρίνεται πάντα από το εξώφυλλο. Ομοίως ο σεφ δεν κρίνεται από ...την καταγωγή.
  5. Ντόρα η εξερευνήτρια (σειρά τηλεοπτική για παιδιά το πολύ πέντε ετών). Εξαιρετικά απλή στη σύλληψή της, πλην όμως μαθαίνει κάποια πραγματάκια στις πολύ μικρές ηλικίες, όπως λίγες αγγλικές λέξεις ή κάποιες βασικές αξίες και επιπλέον είναι αξιοπρεπής σε αντίθεση με πολλά άλλα παιδικά τηλεοπτικά προγράμματα με τέρατα, βία κ.τ.λ. Αν κανείς δεν μπορεί να αποφύγει την τηλεόραση, η σειρά είναι μία κάποια λύση...


Οι παλαιότερες:

  1. Αστερίξ και Κλεοπάτρα, Αστερίξ και Βρεττανοί. Κινούμενα σχέδια σχετικά πιστά στα αντίστοιχα αξεπέραστα κόμιξ. Πηγή ιστορικών και αρχαιολογικών πληροφοριών ακριβέστατων, που δίδονται στα παιδιά με εύληπτο και εύπεπτο τρόπο.
  2. Ο Μόγλης. Παμπάλαιη ταινία της Disney που όμως παρά την απλοϊκότητά της για τα σύγχρονα δεδομένα, διαθέτει ήρεμους ρυθμούς και όχι καταιγιστική εναλλαγή εικόνων κατά τα πρότυπα των περισσοτέρων σύγχρονων. Το αποτέλεσμα είναι ένα αίσθημα γαλήνης ακόμα και στις σκηνές που εμφανίζονται οι κακοί της υπόθεσης.
  3. Μια φορά και έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος (σειρά τηλεοπτική). Τουλάχιστον τριών δεκαετιών παλαιά γαλλική τηλεοπτική σειρά που προβαλλόταν στην ελληνική τηλεόραση και αναπτύσσει την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού με στάσεις στις σημαντικότερες εποχές και γεγονότα. Τα κινούμενα σχέδιά της φαντάζουν σήμερα αστεία και ο ήχος της μεταγλώτισσης ακούγεται άσχημα, ωστόσο εξακολουθεί, από όσο ξέρω, να είναι κλασσική στο είδος της. Ως πρώτη επαφή των παιδιών με διάφορες πολιτισμικές περιόδους είναι εξαιρετική και το βασικότερο, καταδεικνύει τη χρονική σειρά των πολιτισμών, πράγμα διόλου αυτονόητο για τις μικρές ηλικίες. Επιπρόσθετα αποτελεί έρεισμα για να κάνει αναφορές ο γονιός στους πολιτισμούς και στις φάσεις που αναφέρονται σε κάθε ευκαιρία.


Περισσότερα...