Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις


Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις θα με έχεις ξεχάσει. Θα έχεις θάψει κάπου βαθιά και ανείπωτα το βλέμμα που σε κοίταζα και σε άφηνα να βλέπεις μέσα μου. Τώρα σε κοιτώ με το ίδιο βλέμμα, αλλά εσύ ξέχασες να βλέπεις. Μονάχα με κοιτάς, κάτι ψυχανεμίζεσαι και προσπερνάς. Την ουσία, την ψυχή, τη σάρκα. Ακουμπάς λιγάκι την επιφάνεια και το θαρρείς αρκετό. Μιζέρια θα μου πεις. Και κλάψα. Είναι που μου ξέμεινε το βλέμμα αυτό το ανοιχτό. Που το αποφεύγεις σα να φοβάσαι μην πέσεις μέσα και χαθείς. Μη σε καταπιεί. Μεγαλοπιάνομαι. Πόσο θα ήθελα να ήταν έτσι. Μονάχα που δεν είναι. Γιατί απλά είσαι τυφλός πια και δεν το βλέπεις. Ή το συνήθισες. Ή το βαρέθηκες. Ή έχεις να ασχολήθείς με τον εαυτό σου και δε σου περισσεύει χρόνος. Ή και όλα μαζί. Τότε που το κατάλαβα, το βλέμμα μου θόλωσε από απογοήτευση. Και να ήθελες πια να με δεις, άντε να σκίσεις τα πέπλα της ομίχλης. Έπειτα η κόρη του ματιού μίκρυνε. Από οργή για το ανεπίδοτο ραβασάκι της ψυχής μου. Τέλος τα μάτια μου μεγάλωσαν αλλά δεν έδειχναν τίποτα πια. Από επιθυμία για εκδίκηση. Το μόνο βαθύ που έμεινε να αισθανθώ για σένα. Κάτι είναι κι αυτό. Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις θα σε έχω ξεχάσει.

Πόσοι αλέκτορες λαλήσαν στην ζωή μας; Πόσους από αυτούς ακούσαμε και πόσων το λάλημα παρανοήσαμε νομίζοντας πως είναι ξύπνημα της αυγής; Κι αν όντως ο αλέκτωρ σηματοδοτούσε το χάραμα μιας νέας αρχής; Κι αν όντως έτσι ήταν γιατί έτσι πιστέψαμε; Κι αν δεν ήταν η προδοσία αλλά η νέα αρχή, η κάμπια που γίνεται πεταλούδα, η ηλιαχτίδα που της μέλλεται να γίνει ήλιος μεσημεριού; Πρέπει να διαλέξεις. Πρέπει να αποφασίσεις τον τρόπο που θα δεις τα πράγματα. Στο χέρι σου είναι. Πίστεψε το. Και μάθε να ακούς μονάχα τα πετεινάρια που αναγγέλλουν την καινούργια μέρα. Άσε τους αλέκτορες ως άλλους κακούς μαντατοφόρους Λαοκόοντες να τους πνίξουν τα φίδια του Ποσειδώνα για την ολιγοπιστία τους και την καχυποψία τους. Η Τροία κάηκε, αλλά χτίστηκε άλλη πάνωθέ της.

Παραληρήματα θα πεις. Και θα έχεις δίκιο. Κοκόρια δεν υπάρχουν πια. Κι αυτά που ξεμείνανε λαλούν μέρα μεσημέρι. Αναξιόπιστα το λοιπόν. Βάλε αγάπη μου καφέ. Ξημέρωσε κιόλας.

2 σχόλια:

Θερμεσιλαος είπε...

σωστά τα λέτε. κοκκόρια δεν υπάρχουν πια παρά μόνον στην μορφή του κρασάτου και του καστράτου. κότες όμως?
Θερμεσίλαος ο Μάγνης

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Ας μην ξεχνάμε ότι κότες δε δύνανται να υπάρξουν άνευ κοκόρων που τις αναζητούν και τις δημιουργούν. Με άλλα λόγια όσοι είναι οι κόκορες, άλλες τόσες και οι κότες. Άντε σε λίγο μεγαλύτερη αναλογία οι δεύτερες, αφού ένα κοκόρι που σέβεται τον εαυτό του, πρέπει να περιστοιχίζεται από δύο τουλάχιστον και βάλε κοτούλες...