Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Το κάτι που περπάτησε λέξη τη λέξη


Nude Youth Sitting by the Sea 1836, Hippolyte Flandrin

Το κάτι που περπάτησε λέξη τη λέξη,
κύτταρο το κύτταρο,
σταγόνα τη σταγόνα,
από τις άκρες των δακτύλων στα μύχια του σώματος
και πλημμύρισε τα μάτια:
Το βουβό κλάμα.

Το που γεμίζει το χώρο. Το που νιώθεται χωρίς να γυρίσει κανείς το κεφάλι.

Το που ρέει αβίαστα. Το αστέρευτο και αστείρευτο. Το απρόσμενο.

Το που γκρεμίζει τα τείχη που με τόσην επιμέλεια υψώναμε. Από τον Εαυτόν.

Το εξοντωτικό. Ο κάματος. Ο που νιώθεται με το σώμα, αν και τον προκάλεσαν λέξεις.
Το κάτι, το που γέννησε το άρρητο, το που δε χωράει σε λέξεις.

Το που μουσκεύει το πρόσωπο, τα λευκά άστρωτα σεντόνια, τα λυτά μαλλιά στην κόψη του κρεβατιού, στην κόψη της νύχτας.

Το κάτι το ζωοποιό. Το που καταύγαζε σκότος,
αλλά γέννησε φως,
το μπάσταρδο τέκνο,
εν τη απουσία του και εν αγνοία του.

Το κάτι το ακατανόητο,
που με αρνείται ή δε με αρνείται,
το που αρνούμαι ή δεν το αρνούμαι,
τα πάντα στην κόψη,
του κρεβατιού,
του σώματος,
του Εαυτού,
του πάθους και της απάθειας,
του θάρρους και της αλήθειας,
τα πάντα στο μεταίχμιο νύχτας και μέρας,
ονείρου και πραγματικότητας,
του μεγάλου τίποτα και του παντός.

Όμως εγώ δεν το ξέρω το τίποτα. Ξέρω το βουβό κλάμα. Όμως εγώ έχω ακόμα τη γεύση της αλμύρας του στο στόμα. Όμως εγώ συνέλαβα το Άυλο με τις αισθήσεις μου. Είναι πια απτό. Δε δύναμαι να το αρνηθώ. Ούτε να μου το αρνηθούν. Το άγγιξα με τα δάκτυλα που μάκρυναν και ομόρφυναν για να μπορέσουν να το φτάσουν. Άλλαξα το λοιπόν μαζί τους.
Έγινα η Μαγδαληνή που πλένει με τα μουσκεμένα της ξέπλεκα μαλλιά τα πόδια του Χριστού.
Η βασίλισσα των βασιλισσών που σκεπάζει με αυτά τη γύμνια της.
Η Ειράς που τα κάνει ασπίδα να μην τη θανατώσει η αφοσίωση.
Η Φρύνη που τα παραμερίζει να φανεί το γυμνό της στήθος.
Η πεταλούδα στην άκρη του δάσους, που τα αντιγυρίζει στο τσαλακωμένο χαρτονόμισμα.
Η Μούσα που ξορκίζει με αυτά την τρέλα.

Η Φαίδρα που ντρέπεται που έκλεψε από τον Ιππόλυτο το φευγαλέο βλέμμα, για να το κάνει πράξη στην αγκαλιά του συντρόφου της. Πράξη σωτήρια, πράξη λυτρωτική, πράξη υλική.


Και έπειτα ξημερώνει. Έτσι απλά και αναπόφευκτα. Ο ήλιος, ο Απόλλωνας, έρχεται να διαλύσει τις ονειροφαντασίες. Οι Μαγδαληνές και οι Φαίδρες μικρύναν να χωρέσουνε στο ένα, το σαρκίο και το πνεύμα το στενό.
Αλλά.
Από το ένα αυτό, το ξεκάθαρο περίγραμμα της μορφής και του πνεύματος,
κάτι ξεφεύγει,
κάτι άυλο,
κάτι που περπάτησε λέξη τη λέξη του Ιππόλυτου:
Τα λυτά μαλλιά στην κόψη της νύχτας και του κρεβατιού,
τα βρεμμένα από το βουβό κλάμα.
Που δεν στεγνώνουν.
Που οδηγούν το αυτοκίνητο στη λεωφόρο πλάι στην καθαρτήρια θάλασσα,
έτσι πεζά,
έτσι ντάλα μεσημέρι,
έτσι απτά,
με τέρμα γκάζι αμέσως μετά το μπλόκο της τροχαίας,
με παραβιασμένο το όριο.
Ταχύτητας.

Και γέλιο.
Γάργαρο, καθάριο, αβίαστο, ζωογόνο, λυτρωτικό, ανήκουστο, ανεξήγητο, αστείρευτο και αστέρευτο, καθαρτήριο, ευκάματον. Βουβό.
Από αυτό που κάνει τα δάκρυα να τρέχουν και να μουσκεύουν την κόμη, την ανεμίζουσα.
Που δε λέει να στεγνώσει από τα δάκρυα της χαράς.
Από αυτό που κατακλύζει το χώρο.
Από αυτό που δεν χρειάζεται να γυρίσει κανείς το κεφάλι για να το νιώσει.
Περισσότερα...

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Κρυφτό


Siona Benjamin. Finding Home

«Η στιγμή, όταν βγαίνεις λίγο έξω από το ρόλο και κοιτάς για κάποια κλάσματα δευτερολέπτου το θεατή κατά πρόσωπο και αυτός νοιώθει την αμηχανία, αν έχει να αντιμετωπίσει το ρόλο ή εσένα τον ίδιο.»
Γιώργος Τζωρτζής

-Θέλεις να παίξουμε κρυφτό; Οι τέσσερεις μας. Εσύ, εγώ και οι ρόλοι μας. Έλα, μη ντρέπεσαι. Είναι εύκολο, ξέρεις.

-Όταν φοβάσαι τον εαυτό σου, θα κρύβεσαι πίσω από το ρόλο σου. Πολύ δύσκολα θα σε ανακαλύψει εκεί. Ο Εαυτός σου, εννοώ. Ο Ρόλος ανέκαθεν ήταν μία καλή κρυψώνα.

-Όταν φοβάσαι εμένα, θα κρύβεσαι πάλι πίσω από το Ρόλο σου. Ναι, ναι, αυτόν που τόσο καλά υποδύεσαι από τότε που έπαψες να είσαι παιδί. Τη σμίλευσες καλά την κρυψώνα σου σε όλη την ενήλικη ζωή σου. Με κάθε δυνατή μανιέρα. Αλίμονο.

-Το ίδιο θα κάνω και εγώ. Όταν φοβάμαι-σχεδόν πάντα δηλαδή-θα κρύβομαι. Πίσω από το δικό μου Ρόλο. Σε συμβουλεύω να πλάσεις και κανά δυο εφεδρικούς, για να καλύπτεται πλήρως η προσωπικότητά σου με όλη της την πολύπλευρη ανάπτυξη. Προσωπικά, διαπίστωσα ότι δε με χωράει ένας μόνον ρόλος, με στένευε λιγάκι.

-Αυτοί είναι οι κανόνες του παιγνιδιού. Πρόσεξε. Απαράβατοι. Το παιγνίδι αυτό παίζεται με τέσσερεις. Ή και παραπάνω. Μπορείς, είπαμε, να φέρεις μαζί σου και τους εφεδρικούς σου ρόλους. Μόνον αυτούς. Α, και μην ξεχάσεις τον Εαυτό σου. Ξέρω, ξέρω, έμαθες εν τω μεταξύ να του κρύβεσαι τόσο καλά, που τώρα ντρέπεσαι να τον δεις. Και αν τον δεις, θα τον αναγνωρίσεις άραγε; Ή θα τον περάσεις για ξένο;

-Τι είπες; Ότι παίζεις τόσα χρόνια κρυφτό με τον Εαυτό σου, που τον μπερδεύεις με το Ρόλο σου; Ποιος είναι ο Εαυτός και ποιος ο Ρόλος; Ναι, συμβαίνει μερικές φορές. Έχεις προσέξει στα πολύ ερωτευμένα ζευγάρια πως τα χέρια τους μετά από χρόνια μοιάζουν; Κάτι τέτοιο εννοείς; Όχι;

-Μη μου πεις ότι αγαπάς το Ρόλο σου πιο πολύ από τον Εαυτό σου; Ναι; Και ότι ανάγκασες τον Εαυτό σου να μοιάζει με το Ρόλο σου; Έλα, δεν πειράζει. Εκπολιτισμός λέγεται αυτό. Είσαι πολιτισμένος. Αυτό είναι όλο. Στάσου μια στιγμή να σε σιάξω. Ένα φύλλο κισσού ξέμεινε μπλεγμένο στα ανάκατα μαλλιά σου. Από τότε που έτρεχες με βλέμμα αλλοπαρμένο στα βουνά.

-Πώς ούτε εκεί είναι το πρόβλημα; Τι; Να μη σου πειράξω αυτό το τελευταίο φύλλο κισσού; Πώς; Τον Εαυτό σου τον βρήκες, αλλά δεν ξέρεις αν θα αναγνωρίσεις τώρα το Ρόλο σου; Τον παραμέλησες εν τω μεταξύ κατά την αναζήτηση του περιβόητου Εαυτού και πρέπει τώρα να σου δείξω μια φωτογραφία του, μπας και θυμηθείς κομμάτι πώς ήτανε και αρχίσεις πάλι να τον εκλεπτύνεις; Καλά, καλά. Εντάξει. Άσε και το φύλλο του κισσού στα μαλλιά, αφού επιμένεις. Καλύτερα. Σου δίνει και αέρα εξωτικής ομορφιάς. Όχι όμως και ολάκερο στεφάνι! Θα παραήτανε φολκόρ. Αλλά σιάξε λίγο το χαμόγελό σου. Να κάθεται καλύτερα στο Ρόλο σου. Να, κοίτα τη φωτογραφία. Βλέπεις πως ήτανε παλιά; Αστραφτερό μονίμως. Κάνε τέλος πάντων ό,τι νομίζεις. Αρκεί να παίξεις.

-Ά, ήρθατε τελικά; Τα καταφέρατε; Ωραία! Το ήξερα. Για σταθείτε μια στιγμή! Ποιος από τους δυο είναι ο Εαυτός σου και ποιος ο Ρόλος σου; Ζαβολιά! Αυτό δεν είναι στους κανόνες του παιγνιδιού! Απαιτώ να μου πεις ποιος είναι ποιος. Σιχαίνομαι την αμηχανία. Με αφήνει μετέωρο και δεν ξέρω τι να κάνω. Πού να πατήσω. Σε τι να πιστέψω. Λυπήσου με! Πρέπει να το ξεκαθαρίσεις. Ακόμα κι αν είναι να τους δώσεις στην τύχη τα ονόματά τους.

(Ήσυχα-ήσυχα πηγαίνει και κάθεται πίσω από ένα παραβάν. Από διπλανό πανομοιότυπο παραβάν βγαίνει ο άλλος, που καθόταν ήσυχα μέχρι τώρα και επαναλαμβάνει με ταραχή αυτολεξεί τα λόγια του πρώτου. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι που οι δύο παίκτες μπερδεύουν τα παραβάν. Στο διόλου πρωτότυπο παιγνίδι που παίζουν εν αγνοία τους αναβάλλεται διαρκώς το τέλος και η νέα αρχή.)
Περισσότερα...

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Παιδί και μουσείο

Αν ένας ενήλικος επισκεφθεί ένα μουσείο ή αρχαιολογικό χώρο χωρίς να έχει κάποια πληροφόρηση για το είδος των εκθεμάτων, τον πολιτισμό που τα γέννησε, τη χρηστικότητά τους, τον τρόπο ζωής και την καθημερινότητα των ανθρώπων που τα δημιούργησαν, την ιστορία τους, την εμπλοκή τους με άλλους λαούς κ.ο.κ., τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι θα περιηγηθεί γρήγορα και αδιάφορα και σύντομα θα ανακαλύψει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην καφετέρια του χώρου. Αν τώρα στην θέση του ενηλίκου βάλουμε ένα παιδί, τα πράγματα χειροτερεύουν. Το παιδί δε θα ικανοποιηθεί με την καφετέρια και η λέξη μουσείο θα καταντήσει περίπου ταυτόσημη με την ανία και την καταπίεση. Τι κάνουμε λοιπόν;

1. Επιλογή περιορισμένου αριθμού εκθεμάτων της ίδιας εποχής και πολιτισμού
Λίγες μέρες πριν την επίσκεψη προσεγγίζουμε τα εκθέματα. Όχι όλα όσα υπάρχουν, αλλά από δύο-τρία έως καμμιά δεκαριά ανάλογα με την ηλικία και την εξοικείωση του παιδιού. Η καταναλωτική θέαση δεν προσφέρει και πολλά πράγματα ούτε σε παιδιά ούτε σε μεγάλους. Είναι προτιμότερο να επισκεφθεί κανείς ξανά και ξανά το χώρο για τα υπόλοιπα.

2. Προσέγγιση των επιλεγμένων εκθεμάτων
Δείχνουμε απαραιτήτως εικόνες αυτών των ελάχιστων σχετικά με την πληθώρα εκθεμάτων και εξηγούμε στο παιδί τι είναι αυτό που βλέπει, σε τι χρησιμεύει, ποιοι το χρησιμοποιούσαν, πότε, πώς κατασκευάστηκε και από ποιο υλικό, ποιος τυχόν μύθος αναπαρίσταται ή αφορά στο έκθεμα ή στο μνημείο, σε ποια εποχή ανήκει. Αυξάνουμε το βάθος και το εύρος των πληροφοριών ανάλογα με την ηλικία του παιδιού.

3. Συλλογή πληροφοριών για τα εκθέματα ή την εποχή μέσα από παραμύθια, ταινίες, ιστορικά βιβλία κ.τ.λ.
Αναζητάμε παιδικά βιβλία ή ταινίες ή βιντεάκια ή πληροφορίες από το διαδίκτυο που τυχόν αναφέρονται στο θέμα μας. Ο Υπερκινητικός Δάσκαλος για παράδειγμα μπορεί να προσφέρει ωραιότατες πληροφορίες (π.χ. Δωδεκάθεο Ολύμπου), όπως επίσης και ο δάσκαλος Γρηγόρης Ζερβός (π.χ. Ακρόπολη). Ακόμα και βιβλία που απευθύνονται σε ενηλίκους μπορούν να χρησιμοποιηθούν, όχι ασφαλώς για να διαβάσουμε στα μικρά παιδιά το κείμενο, αλλά για να τους δείξουμε μια σειρά εικόνων έργων τέχνης, κατόψεων, ενδυμάτων, πολεμικού εξοπλισμού κ.τ.λ. που θα συντείνουν σε μία σφαιρικότερη αντίληψη της εποχής. Προσοχή χρειάζεται στην πληθώρα των πληροφοριών, γιατί ο αποπροσανατολισμός δεν είναι δύσκολος. Συμπληρωματικά ή εναλλακτικά μπορούμε να αναγνώσουμε ένα παραμύθι που κρίνουμε ότι θα προσελκύσει το ενδιαφέρον (τέτοια είναι: Οι 10 Ιστορίες του Πήλινου Σφονδυλιού της Μάνια Δούκα, εκδ. Φυτράκη, το μόνο αξιόλογο που μέχρι στιγμής έχει πέσει στην αντίληψή μου και τα παραμύθια με αρχαιολογικό ενδιαφέρον από το παρόν ιστολόγιο, Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια και ο Νεαρός Ψαράς, Ο Κούρος και το αγόρι που αγαπούσε τα όπλα ή Ποιος είπε ότι τα αγάλματα δεν κλαίνε, και Τα ξενιτεμένα ξαδέλφια).

4. Επινόηση παραμυθιού
Πλάθουμε μια ιστορία, υποτυπώδη ή πιο σύνθετη ανάλογα με τις ανάγκες μας, στην οποία να συμμετέχει το παιδί και το βάζουμε να φανταστεί ότι χρησιμοποιεί το αντικείμενο που βλέπει στη φωτογραφία (π.χ. ότι αναμειγνύει κρασί και νερό σε έναν κρατήρα και ότι είναι ο οινοχόος που θα γεμίσει την κύλικά σας...). Ασφαλώς σκοπός είναι να συμμετέχει όσο το δυνατόν περισσότερο το ίδιο το παιδί στην επινόηση της ιστορίας με σκοπό την αφήγηση ή θεατρικοποίησή της.

5. Θεατρική αναπαράσταση του μύθου
Αναφερόμαστε στην τυχόν ιστορία ή μύθο που απεικονίζεται στο αντικείμενο ή αφορά στον αρχαιολογικό χώρο και αποπειρώμεθα να τον αναπαραστήσουμε θεατρικά μαζί με τα παιδιά (εδώ πιθανότατα στην περίπτωση του χρυσού Κύπελλου του Νέστορα με παράσταση αιχμαλώτισης ταύρου, εσείς να κάνετε τον αφελή ταύρο που ερωτοτροπεί με την αγελάδα και το βλαστάρι σας τον ωραίο Μυκηναίο που τον αιχμαλωτίζει με θηλειά).

6. Εικαστική απεικόνιση
Τα προτρέπουμε να σκιτσάρουν κάτι από αυτά που είδαν και ζωγραφίζουμε και εμείς μαζί τους ή πλάθουμε με πηλό ένα αγγείο, ή φτιάχνουμε με πλαστελίνες έναν ναό κ.ο.κ. Με την εικαστική προσέγγιση, σε όσο απλό επίπεδο και αν λαμβάνει χώρα, κάνουμε το παιδί να συμμετέχει ενεργητικά βγάζοντάς το από τη θέση του παθητικού θεατή ενός έργου τέχνης.

Εν γένει κάνουμε οτιδήποτε φανταστούμε, ώστε να προσεγγίσουμε την εποχή, τον πολιτισμό και το ιστορικό πλαίσιο που ανήκει το έκθεμα ή το μνημείο. Δημιουργούμε έτσι προσμονή στο παιδί, το οποίο από μόνο του θα θελήσει βέβαια και μάλιστα με ενθουσιασμό να δει από κοντά αυτό, που τόσο καλά πια ξέρει και μάλιστα φαντάστηκε ότι χρησιμοποιεί ή συμμετέχει.


Παραθέτω δύο παραδείγματα προσέγγισης: Το ένα, που παρατίθεται άμεσα, αφορά στη γνωριμία με συγκεκριμένα εκθέματα από την αίθουσα των μυκηναϊκών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αθήνα. Το δεύτερο, που θα ακολουθήσει σε επόμενη ανάρτηση, σχετίζεται με τον αρχαιολογικό χώρο του ιερού της Βραυρωνίας Αρτέμιδας.

Επίσκεψη στην αίθουσα των Μυκηναϊκών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου
Η επιλογή των εκθεμάτων που θα εστιάσει κανείς είναι σχετικά προσωπική υπόθεση, που έχει να κάνει με το τι νομίζουμε ότι θα τραβήξει το ενδιαφέρον του παιδιού ή ακόμα και με τυχόν αντικείμενα που γοητεύουν εμάς και θα θέλαμε να τα γνωρίσουμε στα παιδιά μας. Ή απλά με το πληροφοριακό υλικό που διαθέτουμε. Θα μπορούσε λοιπόν π.χ. κάποιος να εστιάσει από τα πάμπολλα αξιόλογα αντικείμενα της αίθουσας στα εξής:

α. Χάλκινο εγχειρίδιο με παράσταση κυνηγίου λιονταριών, 16ος αι. π.Χ., από τον ταφικό κύκλο Α΄ των Μυκηνών


β. Χρυσή νεκρική προσωπίδα, 16ος αι., από τον ταφικό κύκλο Α΄ των Μυκηνών


γ. Κρατήρας με παράσταση πολεμιστών, 12ος αι. π.Χ., από την Ακρόπολη των Μυκηνών


Οπωσδήποτε μπορεί κανείς να αφήσει το ίδιο το παιδί να επιλέξει όσα του κάνουν εντύπωση ξεφυλλίζοντας εν προκειμένω τον τόμο Η Αυγή της Ελληνικής Τέχνης από τη σειρά Ελληνική Τέχνη της Εκδοτικής Αθηνών.

Παρατηρώντας τις εικόνες των αντικειμένων ενθαρρύνουμε τα παιδιά να σκεφτούν τι είναι αυτό που βλέπουν, ποιος νομίζουν ότι το χρησιμοποιούσε, ένας βασιλιάς ή ένας απλός άνθρωπος και βέβαια απαντάμε στις ερωτήσεις τους, όσο καλύτερα μπορούμε και ανάλογα με την προεργασία που εμείς οι ίδιοι έχουμε κάνει. Για τα συγκεκριμμένα αντικείμενα ο απλούστερος τρόπος είναι να έχει διαβάσει πριν ο γονιός ή ο εκπαιδευτικός τις πληροφορίες από το προαναφερόμενο τόμο και για μία αδρή γενικότερη γνώση του μυκηναϊκού πολιτισμού τις δέκα σχετικές σελίδες από τον Ιστορικό Άτλα της Αρχαίας Ελλάδας, Angus Konstam, των εκδ. Σαββάλας, που περιέχουν και πλούσιο υλικό κατόψεων, σχεδιαστικών αναπαραστάσεων, αεροφωτογραφιών, χαρτών.

Από το σημείο αυτό και μετά το «χάλκινο εγχειρίδιο» θα πάψει να είναι απρόσωπο. Θα μετατραπεί σε ένα πανέμορφο σπαθάκι με λιοντάρια και κυνηγούς μυκηναίους, που κρατούσε ένας άνακτας που έχουμε λίγο-πολύ μάθει πού και πώς ζούσε. Δύσκολα τα παιδιά θα αντισταθούν να φανταστούν πως κρατάνε το όμορφο σπαθί, πράγμα που συχνά αυθόρμητα ή με μικρή παρότρυνση θα κάνουν με μιμική. Όσο για την αναπαράσταση της απεικονιζόμενης σκηνής μάλλον εσείς θα πάρετε το χειρότερο ρόλο ως συνήθως, του κακού κυνηγού και το πιτσιρίκι του λιονταριού που μάλιστα στη φαντασία του είναι άτρωτο... Η δε «νεκρική προσωπίδα» θα συνδεθεί με τον Αγαμέμνονα και θα φέρει στο νού τον Τρωικό πόλεμο και τις τόσες ιστορίες που έχουν ακούσει τα παιδιά για αυτόν. Ή θα δουν και θα μελετήσουν τον οπλισμό ηρώων, όπως ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας μέσα από τον κρατήρα των κάπως αστείων μυταράδων πολεμιστών, τους οποίους μάλλον θα θελήσουν να σκιτσάρουν. Συμπληρωματικά μπορεί κανείς να διαβάσει το θαυμάσιο παραμύθι Η Ιστορία του Μικρού Σπαθιού από το προαναφερόμενο βιβλίο της Μάνιας Δούκα, με πρωταγωνιστές το εγχειρίδιο με παράσταση κυνηγίου λιονταριών και την προσωπίδα του Αγαμέμνονα (το ίδιο βιβλίο περιέχει άλλες εννέα ωραιότατες ιστορίες σχετικές με αντικείμενα του μυκηναϊκού, μινωικού και κυκλαδικού πολιτισμού).

Την επίσκεψη τέλος στο Εθνικό Αρχαιολογικό παρουσιάστε την σαν κυνήγι θησαυρού. Ζητείστε από τα παιδιά να περιηγηθούν στην αίθουσα και να ανακαλύψουν μόνα τους τα αντικείμενα που ήδη γνωρίζουν. Ή ακόμα για τα μεγαλύτερα παιδιά να τα σχεδιάσουν στο μπλοκ τους επιτόπου. Ζητείστε τους να προσποιηθούν ότι φοράνε τα κοσμήματα της εποχής που από μόνα τους πρόσεξαν σε διπλανή προθήκη και απολαύστε το ύφος τους που δεν υπολείπεται σε τίποτα από το ύφος αυτών που πραγματικά κάποτε τα φορούσαν. Ζητείστε τους, ακόμα και να φορέσουν στο δάκτυλό τους το δακτυλίδι με το σφραγιδόλιθο, που μόλις τους τράβηξε την προσοχή και τους εντυπωσίασε και να φανταστούν ότι αφήνουν το αποτύπωμα του σε ένα αγγείο, όπως θα έκανε ένας αυθεντικός Μυκηναίος για να πιστοποιήσει την ιδιοκτησία του. Ο ενθουσιασμός που αποτυπώνεται στα παιδικά πρόσωπα έπειτα από μία τέτοια προσέγγιση είναι κάτι που σίγουρα θα απολαύσετε, εκτός από τον απαραίτητο βέβαια καφέ στην θαυμάσια εσωτερική αυλή του μουσείου.
Περισσότερα...

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

H λίστα του σούπερ μάρκετ

Jasper Johns, False start

Πρωί πρωί αποφάσισε να οργανωθεί. Να μην ξεχάσει τίποτα αυτή τη φορά. Να είναι όλα στο μυαλό της σε τάξη. Να εξασφαλίσει ηρεμία και ασφάλεια. Έπιασε χαρτί και μολύβι, κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας, χαμογέλασε στη φάτσα της στον καθρέπτη απέναντι, δεν αντιστάθηκε να κάνει μία γκριμάτσα, συνήθεια παιδική, και έγραψε:

Να μην ξεχάσω:
-δύο μπουκάλια γάλα
-πορτοκάλια
-μήλα
-φακές
-χαρτοπετσέτες
-μπαχαρικά (Από τις μακρινές Ινδίες. Προπάντων)

Κοίταζε και ξανακοίταζε τη λίστα. Ήθελε να είναι σίγουρη ότι αυτή τη φορά τίποτα δε θα ξεχνούσε. Ικανοποιημένη. Θα τα έκανε όλα οργανωμένα και όπως έπρεπε. Εντός ορίων. Χρονικών. Ή μήπως και ψυχικών.


Σηκώθηκε και πήγε να βγει από την εξώπορτα. Κοντοστάθηκε. Όρθια έριξε μια τελευταία ματιά στην λίστα. Ξανακάθησε αφήνοντας το σώμα της να την οδηγήσει πίσω στην καρέκλα. Παίρνει ένα άλλο χαρτί και γράφει:

Να μην ξεχάσω:
-να κολυμπήσω μέχρι να φτάσω το σώμα μου στα όριά του
-να δώσω μέχρι να γεμίσω
-να πάρω τόσο, ώστε να μπορώ να συνεχίσω να δίνω
-να θυμώσω τόσο ώστε να εξαγνιστώ, να καώ και να αναδυθώ νηφάλια
-να συμφιλιώσω την Οντέτ και την Οντίλ
-να γεμίσω τη θάλασσα μου με τα σαράντα και βάλε κύματα που θα κουβαλήσω σιωπηλή ή φωνάζοντας (αδιάφορο) με τα τσαλακωμένα φτερά της Οντέτ και τα ατσαλάκωτα της Οντίλ
-να ονειρευτώ με βαριές κοτρώνες δεμένες στα πόδια μου να μην με πάρει ο αέρας
-να κάνω τη λίμνη μου, που ξάφνου στένεψε, να με χωρέσει
-να σβύσω με τα χέρια μου τον κύκλο που χάραξα με ένα ξερόκλαδο γύρω μου στην άμμο. Να μη με στενεύει
-να πάψω να προσπαθώ να καταλάβω
-να μάθω να αφουγκράζομαι
-να χαμογελάω εκστασιασμένη σα μικρό παιδί μπροστά σε κάθε τι
-να κάνω τον κύκνο μου να αναδυθεί επιτέλους μέσα από το ασχημόπαπο μου...

Ξάφνου φύσηξε δυνατός αέρας. Άνοιξαν τα παράθυρα με βία. Άρπαξε ο άνεμος τις λίστες και τις στριφογύριζε μέχρι που τις πήρε μαζί του. Βγήκε ταραγμένη στο μπαλκόνι και τις είδε πολύχρωμο χαρτοπόλεμο να ραίνουν τους περαστικούς που χαμογελούσαν αμήχανα. Ανασήκωσε θλιμμένα τους ώμους χαμογελώντας το ίδιο αμήχανα. Μπήκε μέσα, άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το καβούκι της να πάει στο σούπερ μάρκετ. Χωρίς λίστες αυτή τη φορά.
Περισσότερα...

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Μιαν ασωτία ιδιωτική

Sitzende Frau, 1917 by Egon Schiele

Άτιτλο

Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
ή από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.
Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.
Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…
Τώρα επιστρέφω με μιαν ύποπτη προσπάθεια
να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει
στους κόλπους του μιαν ασωτία ιδιωτική.
Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,
που με κρατάει πάντα μακριά.
Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,
τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ιθάκη, εκδ. Διαγώνιος , Θεσσαλονίκη 1992
Περισσότερα...

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Άνθρωποι (ή Η Συνομιλία)


Ο Μαχητικός: Ζήτω ο αγώνας για τον αγώνα, η διαφωνία για την διαφωνία. Έρχομαι με τον πολιορκητικό κριό μου.

Ο Βαλλόμενος: Μα τι κάνεις; Δε βλέπεις πως οι πύλες είναι ανοιχτές και πως με τη φόρα που έχεις πάρει θα βγεις έξω από το κάστρο;

Ο Ονειροφαντασμένος: Ελάτε τώρα, παρατάτε τα αυτά. Καβαλείστε από ένα σύννεφο και πάμε να ζήσουμε κρυμμένοι στα όνειρα. Τι πιο εύκολο.

Ο Ρεαλιστής: Μα αυτό δεν είναι ζωή απτή, είναι αέρας κοπανιστός.

Ο Ανασφαλής: Τι είπατε; Με αγαπάτε; Είμαι σίγουρος ότι αυτό μου λέτε.

Ο Φοβισμένος: Τι είπες; Φοβάσαι το θάνατο; Και εγώ!

Ο Αγαπών: Και εγώ το ίδιο! Αγαπώ τη ζωή, το φως.

Ο Νοσηρός: Αγαπάς να εκτίθεσαι; Ντροπή σου. Χρήζεις καταδίκης! Να βρούμε τρόπο να σε καθαρίσουμε.

Ο Ματαιόδοξος: Να βρείτε τρόπο να με εκθειάζετε; Με συγκινείτε!

Ο Απογοητευμένος: Με συγκινείτε πράγματι με την επιμονή σας να μη με καταλαβαίνετε. Ελπίδα καμμιά.

Ο Αισιόδοξος: Ελπίδα παντού γύρω μου με τυλίγει. Είναι δυνατόν να αποτύχω;

Ο Μικρός: Να αποτύχω εγώ; Σε τι; Για τι πράγμα μιλάτε;

Ο Μεγάλος: Μιλάμε για την ελίτ. Ε, μας βλέπεις από εκεί κάτω;

Ο Αλαζόνας: Κάτω οι άλλοι όλοι, και μόνον εγώ ο άξιος πάνω. Ας κάνω τον κόπο να μιλήσω σαν ίσος προς ίσο, να μην σας τρομάξω και βλέπουμε.

Ο Αδιάφορος: Είμαστε ίσος προς ίσον, ναι, μα τι να το κάνω που αδιαφορώ για όλα τούτα.

Ο Ζωντανός: Κανείς δεν κατάλαβε κανέναν. Και πώς να αδιαφορήσω για αυτό;
Περισσότερα...

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

Εγώ ο πεινών και διψών έως τα πέρατα του χρόνου (ή «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο»)

Ασπάλαθος

Πώς θα ανακτήσω το χαμένο χρόνο που επίμονα και διακαώς εγώ, ο θνητός με την πικρή γεύση του χώματος στο στόμα αναζητώ; Πώς θα δώσω νόημα στη ζωή μου, όταν ξέρω ότι όλα είναι μάταια, ότι όλα τα καταπίνει το τίποτα, το μαύρο του θανάτου;
Πώς θα γραπώσω το χρόνο που διαρκώς γλιστράει μέσα από τα δάκτυλά μου; Τόσα καλοκαίρια περάσανε κι ούτε μια μυρουδιά καρπουζιού, ούτε το βλέμμα ενός κοριτσιού, ούτε το κλάμμα ενός μωρού, ούτε μια μικρή κλωτσιά στα σωθικά μου του μικρού θεού που μεγάλωνε μέσα μου, αλλά διάλεξε τη χώρα των αθανάτων κι όχι των θνητών, τίποτα, τίποτα δεν συγκράτησε η χούφτα μου να πιω να ξεδιψάσω, εγώ ο πεινών και διψών έως τα πέρατα του χρόνου. Του χρόνου που αναζητώ. Του χρόνου που τρέχω στο κατόπι του και θα κυνηγώ μέχρι τη στερνή μου ανάσα με την ψυχή μου να γδέρνεται καθώς τραβολογιέται ξωπίσω του στα αγκάθια των ασπαλάθων.

Και από τον πόνο που σου προκαλούν τα βελόνια τούτα δύστυχη ψυχή μου, τι κρίμα να μην κρατάς για φυλαχτό το κίτρινο από άκρατο φως χρώμα των ανθών τους. Έχω άραγε ποτέ μου προσέξει την αθάνατη ομορφιά των λουλουδιών των ασπαλάθων ή έχω μάτια μοναχά για τα αγκάθια τους; Γιατί ποτέ ως τώρα δε σταμάτησα το χρόνο για να χωρέσει τη φωτερή ομορφιά των κίτρινων ανθών των καμωμένων από ανόθευτο φως; Γιατί ποτέ δε στάθηκα έκθαμβη απέναντι σε αυτούς τους μικρούς ήλιους; Γιατί το φως τους γλίστρησε ανάμεσα από τα δάχτυλά μου; Τόσα καλοκαίρια περάσανε κι ούτε ένα λουλούδι ασπάλαθου δεν συγκράτησε η χούφτα μου. Μόνον αγκάθια.


«Ο φόβος του θανάτου είναι ο φόβος της ζωής».
Ποιος, ποιος το είπε αυτό; Που κρύφτηκες;
«Εσύ κρύβεσαι, όχι εγώ».

Ναι, έχεις δίκιο Θάνατε. Πρέπει κάποτε να βγω από την κρυψώνα μου και να δω τα βελόνια των ασπαλάθων που τρυπάν τα χέρια μου. Να τα αγαπήσω. Γίναν πια κομμάτι μου έτσι που χώθηκαν για πάντα βαθιά στις σάρκες μου. Να αγαπήσω τη νύχτα τους. Δίχως αυτή δε θα έβλεπα τα φωτερά λουλούδια των ασπαλάθων. Δε θα ήξερα τη μέρα τους. Σκότος και φως. Κατάπιε το σκοτάδι που σου όρισε η μοίρα. Κατάπιε το σκοτάδι που κυνηγάς στη σαστιμάρα σου. Διότι ούτως ή άλλως το κουβαλάς μέσα σου. Είσαι πλασμένος από αυτό. Είναι στη φύση σου. Μόνον έτσι θα δεις το φως. Μόνον έτσι θα κρατήσω τρυφερά στα χέρια μου το λουλούδι του ασπάλαθου. Να το νανουρίζω γλυκά να βυζαίνει τον κόρφο μου, ώσπου να με λυπηθεί ο χρόνος, να κοντοσταθεί: η ρωγμή στο χρόνο ένα βλέφαρο στην αθανασία.

Με ακούς Θάνατε; Δε σε φοβάμαι γιατί σε αγαπάω. Εγώ, η Ζωή σε κουβαλάω μέσα μου. Όσο αγαπώ εμένα, άλλο τόσο και σένα. Μαζί θα σταματήσουμε τον αμείλικτο χρόνο. Που θα ξεράνει τα λουλούδια του ασπάλαθου. Εκτός αν τον σκίσουμε με τα αγκάθια του και κοιτάξουμε πίσω από το βαρύ του παραπέτασμα. Το πάγωμα της στιγμής είναι ζωή αθάνατη. Η αγάπη του θανάτου είναι αγάπη της ζωής. Γλυκέ μου Σουάν, καθώς θα αναζητάς τον χαμένο χρόνο, θυμήσου πως δεν έχει σημασία που θα ξεραθούν κάποτε τα άνθη των ασπαλάθων στη χούφτα μας. Δεν πειράζει που θα σβήσει κάποτε το φως στο δωμάτιο. Γιατί έτσι σοφός που έγινες εν τω μεταξύ έμαθες να σταματάς την πιλάλα του χρόνου. Έμαθες να τριγυρνάς ανάμεσα στα όσα θαυμαστά φωτίζει η λάμπα στο δωμάτιο και να τα γεύεσαι με την ησυχία σου. Θα μένουν για πάντα εκεί. Ακίνητα στο διηνεκές του χρόνου. Μόνον εσύ θα κινείσαι. Αρκεί να σκίσεις την κουρτίνα με τα αγκάθια των ασπαλάθων τα καρφωμένα κάτω από τα νύχια σου. Να φέξει.

«Ο φόβος της ζωής είναι ο φόβος του θανάτου»
Ποιος, ποιος το είπε αυτό; Πού κρύβομαι;
«Πίσω μου. Όσοι φοβούνται τη ζωή, κρύβονται πίσω από το απόλυτο σκότάδι μου. Πίσω από εμένα, το Θάνατο. Τον καλύτερο φίλο της Ζωής.»

Φοβάμαι να ζήσω, λες αλήθεια Θάνατε, γι’ αυτό φοβάμαι και να πεθάνω. Είναι δύσκολο πολύ να μάθεις να ζεις. Πιο πολύ κι από το να μάθεις να πεθαίνεις. Τα δόντια κροταλίζουν από τον τρόμο στο ολόφωτο δωμάτιο ώρες-ώρες: τι υπάρχει άραγε πίσω από τους τοίχους; Και αυτό το ερώτημα επιταχύνει το χρόνο, νά’τη πάει η ζωή μου, πέρασε και δεν πρόλαβα να αγγίξω ούτε τυχαία την άκρη του αέρινου κάτασπρου φορέματος της. Δε μου έμεινε ούτε αυτή η μνήμη, του τυχαίου αγγίγματος. Και φάνταζε τόσο ορμητική, τόσο σαρωτική, τόσο λαμπρή. Ζωή, γιατί τη νύχτα που θεμέλιωναν τις πυραμίδες δε σε είχα ανάστροφα στην άμμο ζαβώσει; Γιατί άφησα το θα να κατασπάράξει το τώρα; Θα βγώ κάποτε από το δωμάτιο. Από την μόνη έξοδο. Το θάνατο. Τι κρίμα να αφιερωθεί κανείς στην έξοδο και να ξεχάσει να απολαύσει τα όσα θαυμαστά του δείχνει η αναμμένη λάμπα μέσα στο δωμάτιο. Τώρα. Θα σε ζαβώσω ανάστροφα στην άμμο. Τώρα που θεμελιώνουν τις πυραμίδες. Δε σε φοβάμαι Ζωή. Σε ποθώ όσο και τον αχώριστο εραστή σου. Με το τώρα θα σας δαμάσω και τους δυο σας εις τους αιώνας των αιώνων. Ζωή και Θάνατε.

Εγώ, ο πεινών και διψών στα πέρατα του χρόνου. Που βρήκα τρόπο κορέσω την πείνα και τη δίψα μου.
Περισσότερα...

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Μικρή ερωτική ιστορία

Portrait of Giovanni Arnolfini and his wife (detail), 1434, Jan van Eyck

Περπατούσε όπως ένιωθε. Σαν να πετάει. Τόσο πολύ το ένιωθε και το πίστευε που και οι άλλοι το ίδιο πίστευαν για κείνη. Ότι τα πόδια της ίσα που δεν άγγιζαν τη γη. Με τον καιρό ανακάλυψε πως ξεκολλάει ευκολότερα από το χώμα περπατώντας εν ακινησία. Μικρά μικρότατα βηματάκια προσεκτικά και τελετουργικά που εγκλωβίζουν όλη την ενέργεια. Αυτήν που την κάνει να πετάει στην παραμικρή ελάχιστή της κίνηση. Και πράγμα παράδοξο, ακόμα κι άνθρωποι που τύχαινε να έχουν στραμμένη αλλού την κεφαλή ή ακόμα ήταν κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο, νιώθαν τόσο έντονα αυτήν τη συμπυκνωμένη ενέργεια στα μικρά μικρότατα βηματάκια της και τις σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις της, καθώς περνούσε, που θέλοντας και μη γυρνούσαν να δουν ποιος καλός ή κακός άγγελος τους άγγιξε κατά λάθος με την άκρη της φτερούγας του στο διάβα του.

Οι πιο πολλοί πάντως σκιαζόντουσαν, όταν περνούσε, γιατί τη θεωρούσαν αερικό, ξωθιά με σάρκα και οστά. Και μια ξωθιά ποτέ δεν ξέρεις τι προθέσεις έχει. Να πετάξει μαζί σου φυσώντας σου στο στόμα λίγο από το πάθος της στις πτήσεις ή να σε παρασύρει στην ανήλιαγη σπηλιά της σε μια πτώση στην άβυσσο που έκρυβε μέσα της. Δεν ξεχνούσαν πως τα πιο τρομακτικά παραμύθια των γιαγιάδων δεν ήταν ούτε για δράκους φοβερούς, ούτε για άγρια θεριά. Ήταν για λάμιες. Που κατασπάρασσαν όποιον ανυποψίαστο γητεύαν. Οι γιαγιάδες τους, λάμιες κι οι ίδιες στα νειάτα τους, θέλαν να προστατεύσουν τα σερνικά βυζασταρούδια. Τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους ήταν οι μόνοι άντρες που φείδονταν και συμπονούσαν. Γι’αυτό και τους εμφυσούσαν από μικρά το φόβο για τις λάμιες μπας και δεν τις πλησιάσουν, όταν μεγαλώσουν και σωθούν.

Υπάρχουν και λίγοι, ανυποψίαστοι, πολύ μικροί και άπειροι. Αυτούς, λέγανε οι γιαγιάδες στα παραμύθια τους, οι λάμιες τους ελυπούντο τα μάλα και δεν τους καταβρόχθιζαν, αλλά τους μάρκαραν με πυρακτωμένο φιλί στο μέτωπο και τους άφηναν έπειτα να τριγυρνούν τη λοιπή τους ζήση μισότρελοι να ψάχνουν τη μονάκριβη λάμια τους στον καθρέπτη όποιου θηλυκού τύχαινε στο διάβα τους. Αλλά να μη την βρίσκουν.

Εκείνο που σχεδόν καμιά γιαγιά δεν έλεγε στα παραμύθια της ήταν ότι λίγοι, πολύ λίγοι είναι αλήθεια, με έφεση στις υψηλές πτήσεις και πτώσεις τις πλησίαζαν τις λάμιες με τον πόθο της πτήσης. Αυτοί με μάτια που γυαλίζαν έπεφταν στα δίχτυα τους και πραγματικά πετούσαν μαζί τους, χωρίς να νοιάζονται τελικά αν θα είναι προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ακόμα λιγότεροι σώζονταν από την τελική πρόσκρουση στο χώμα. Η λάμια σωζόταν συνήθως, αλλά ο μαγγανεμένος ξεχνιόταν για πάντα εκεί χάμω να αναπολεί τις αθώες εποχές, τότε, πριν τιμωρηθεί για το θράσσος του να θαρρεί πως θα τα βγάλει πέρα με μια λάμια αρτιμελής. Γιατί στο τέλος περίτρομοι ανακάλυπταν οι εκπεπτωκότες την αναπηρία τους: τα δάχτυλα των χεριών δεν αλλάζαν πια, παρά μέναν αναλλοίωτα θέλοντας να παγώσουν τη μνήμη του αγγίγματός της. Αλλά με τέτοια ανάπηρα χέρια που αρνούνται να εγγράψουν άλλα αγγίγματα, ο νέος έμενε για πάντα μαγγανεμένος στη γοητεία της λάμιας.

Από φόβο λοιπόν για την επώδυνη αναπηρία των χεριών, ένας νέος ξεχωριστός που κατείχε πολλά για το κινητούν ακίνητο και την τέχνη του, μόλις αντιλήφθηκε από ένστικτο τη γυναίκα που περπατούσε σαν να πετούσε και που οι άλλοι την έλεγαν λάμια, τα κάλυψε τα δάκτυλά του, να μη φαίνονται, να τα προστατεύσει. Η λάμια κάλυψε κι εκείνη τα δικά της από σεβασμό για την τέχνη του νέου και τα όμορφα δάχτυλα που μάντευε κάτω από το κάλυμμα των χεριών του. Δεν ήθελε να δει τα χέρια του να παγώνουν στο χρόνο μετά το άγγιγμά της. Χώρια που φοβόταν πως, παρόλο που μόνο ακουστά είχε κάτι τέτοιο, υπήρχαν και απόγονοι του Οδυσσέα, θρυλούμενοι και ικανοί να δαμάσουν μια λάμια και να αφήσουν εκείνοι ανεξίτηλο το σημάδι τους στα μακριά και σαγηνευτικά δάχτυλα της Κίρκης που αγγίζαν.

Ο νέος και η γυναίκα που περπατούσε σαν να πετούσε, με όλες τις προφυλάξεις και τα χέρια κρυμμένα σε λεπτά υφάσματα -που μάλλον αναδείκνυαν τις χάρες των χεριών τους παρά τις έκρυβαν- πλησίασαν ο ένας τον άλλο με εκείνα τα λεπτά λεπτότατα βηματάκια και τις ανεπαίσθητες κινήσεις. Αυτές για τον κώδικά τους ήταν πιο έντονες και εκφραστικές από τους έντονους και ορατούς με την πρώτη ματιά τρόπους. Οι κινήσεις τους στον αέρα χάραζαν αραβουργήματα λεπτά δουλεμένα που τα κορμιά τους τα ακολουθούσαν εξ αποστάσεως. Διότι πρώτιστο μέλημά τους ήταν ο έρωτάς τους να παγώσει στο χρόνο αντί για τα χέρια τους. Ένα αίσθημα που μπορούσαν να σμιλεύσουν με κάθε λεπτομέρεια και λεπτές τεχνικές και έπειτα να απομακρυνθούν και να το θαυμάζουν εξ αποστάσεως αναλλοίωτο στο χρόνο. Τέλειο στην ιδεατότητά του. Και έπειτα, όταν πια η απόσταση θα γινόταν τόσο μεγάλη, ώστε να μην κινδυνεύει ο ένας από τον άλλο, θα ξεσκέπαζαν τα λεπτοδουλεμένα χέρια τους και θα συνέχιζαν. Εκείνη να παγώνει τα χέρια των ανδρών που δεν ήταν απόγονοι του Οδυσσέα, εκείνος τα χέρια των γυναικών που όταν περπατούσαν δεν ήταν σαν να πετάνε.
Περισσότερα...

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Διάλογος μονολογούντων

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Αφιερωμένο στην Κατερίνα Τσκόϊτζε που μου γνώρισε και μετέφρασε τους στίχους

«Περπατάει απαρατήρητος στο δρόμο και τον θεωρούν νάνο,
ενώ είναι Γολιάθ στην ψυχή.
Από μικρός κουβαλάει κρυμμένα φτερά
Κι οι πολλοί νομίζουν πως είναι καμπούρα»
Shota Nishniahidri, σύγχρονος Γεωργιανός ποιητής
Μετάφραση Eka Tchkoidze (Κατερίνα Τσκόϊτζε)


-ΠΕΡΠΑΤΑΩ ΑΠAΡΑΤΗΡΗΤΟΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ. (Δυνατά αλλά άχρωμα σαν ντελάλης που ανακοινώνει κάποιο αδιάφορο σε αυτόν συναισθηματικά νέο.)
-...(Παύση.)
-Κανείς δε γυρνά να με κοιτάξει. Κανένα βλέμμα δε σκαλώνει πάνω μου για λίγα δευτερόλεπτα. Για λίγο. Για τοσοδούλι. Γλιστράνε οι ματιές των διαβατών από πάνω μου. Σαν να είμαι κενό. Σαν να μην υπάρχω. Σαν να είμαι διάφανος και άδειος. Η παρουσία μου είναι ι-σο-δύ-να-μη με την απουσία μου. Για αυτούς. Τίποτα αξιόλογο πάνω μου να τους κάνει να κοντοσταθούν. Ένα μπλε μάτι, ένα αλαζονικό ύφος, ένας αέρας κοσμολολίτη, ένα μοδάτο γυαλί. Ένα κούρεμα βρε αδελφέ στυλάτο. Με ακούει κανείς;
- ΚΑΝΕΙΣ, ΚΑνείς, κανείς.
-Μου απαντάει ο αντίλαλος. Είμαι σε ένα άδειο δωμάτιο. Με τόσους ανθρώπους μέσα. Τι κρίμα. Τέτοιος συνωστισμός κι όμως το δωμάτιο να είναι τόσο άδειο, που μόνο ο αντίλαλος μου μού απαντάει.
-Ξέρω γιατί δε χαλαλίζετε ούτε ένα βλέμμα για μένα. Είναι που...

-ΜΕ ΘΕΩΡΕΙΤΕ ΝΑΝΟ! (Η ένταση της φωνής του από σιγανή και μονότονη γίνεται ξάφνου ουρλιαχτό θυμωμένο και κοφτό.)
-ΝΑΝΟ, ΝΑνο, νάνο.
-Καταραμένε αντίλαλε. Πάψε να με χλευάζεις. Χάσου από το μυαλό μου. ( Σπαθίζει απέλπιδα με τα χέρια του τον αέρα, ώσπου στο τέλος χτυπάει το ίδιο του το κεφάλι).
- (Χαμηλόφωνα παραιτημένος με τα χέρια να κρέμονται). Αλλά ραπίζω τη σκέψη μου, τα σωθικά μου, τη μοναξιά μου, το εγώ μου. Κι αυτό πονάει πιο πολύ από το χλευασμό σου αντίλαλε. Πώς να σε πολεμήσω; Είναι σα να πολεμάω τον εαυτό μου. Κι η μάχη τού μέσα και του έξω μου άνιση.

-ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΝΑΝΟΣ. ( Κοφτά και αποφασιστικά με όλη του την ενέργεια μαζεμένη στη ματιά του. Οι ώμοι πεσμένοι, το σώμα καταβεβλημμένο.)
Τι κι αν είμαι μαζεμένος. Ναι, τα χάνω μπροστά σε μια ωραία γυναίκα. Ναι, τα βλέφαρά μου πεταρίζουν από άγχος και φόβο μπροστά σε άνετους, και κοινωνικούς που ξέρουν να πλασάρουν σε καλοσχεδιασμένη βιτρίνα το εμπόρευμά τους. Σκάρτο ή διαμάντι, αδιάφορο. Ξέρουν όμως πώς να αιχμαλωτίζουν το βλέμμα των περαστικών. Αυτό είναι που μετράει. Η μόστρα. Η βιτρίνα ντε.

-Ε, λοιπόν εγώ δεν ξέρω. Δεν την κατέχω την τέχνη της γοητείας στο παιγνίδι που παίζουν οι πολλοί. Δεν τους καταλαβαίνω, δε με καταλαβαίνουν.
Πώς, όταν ακούμε κάποιους να μιλάνε σε γλώσσα που δεν κατέχουμε, στην αρχή γυρνάμε παραξενεμένοι το κεφάλι, έπειτα όμως αδιαφορούμε γιατί όλες οι λέξεις τους ακούγονται σαν μουσική ακατανόητη ή συχνότερα σαν βουητό; Έτσι και με μένα. Στην αρχή οι άνθρωποι με κοίταζαν παράξενα. Τους φαινόταν αλλόκοτη η ανυπαρξία μου. Νάνος καμπούρης. Δύσμορφος ατάλαντος χωρίς ίχνος γοητείας, χωρίς πολύχρωμες χάντρες να στολίζουν το κρέας μου. Χωρίς τη γοητεία του φύλου μου. Αδύνατο σήμα, λέει, εκπέμπω, στην καλύτερη περίπτωση. Μετά η ματιά τους έμαθε να με προσπερνάει. Έμεινα α-πα-ρα-τή-ρη-τος στα α-ζή-τη-τα. Να αφουγκράζομαι μόνος τα πρωτοβρόχια αργά το βράδυ δίχως την ήρεμη ανάσα του συντρόφου όταν κοιμάται στο κρεβάτι πλάι μου. Λειψή βροχή. Λειψή μορφή. Η μορφή μου. Η δύσμορφη.
-Όμως εμένα δε με νοιάζει, γιατί…(Παρατεταμένη παύση από αυτές που προμηνύουν το οριστικό τέλος ή τη νέα θυελλώδη αρχή.)…

-ΕΙΜΑΙ ΓΟΛΙΑΘ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ! (Ζητωκραυγάζοντας με πάθος, κάτι σαν επώδυνη κραυγή ελευθερίας.)
-Νυχθημερόν ανοίγω σήραγγες να ανακαλύψω θησαυρούς του πνεύματος, της ψυχής, βρώμικος, ιδρωμένος, κατάκοπος, με ασπρουλιάρικο ημιδιάφανο δέρμα σαν εκείνα τα πλάσματα στα βάθη των ωκεανών που ποτέ δεν τα είδε ο ήλιος. Αντίθετα, εσείς, οι ωραίοι, γοητευτικοί και άνετοι που πίνετε με άνεση το ποτό σας στο μπαρ και το μαυρισμένο δέρμα σας εκπέμπει υγιεία, ανεμελιά, αθωότητα. Και βλακεία. Κάνετε εύκολα παρέες, αλλάζετε όπως το φίδι τα πουκάμισά του τους ερωτικούς συντρόφους, τις συζύγους, τους φίλους. Η γοητεία σας, η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας. Όμως.

-ΟΜΩΣ. (Η λέξη ακούγεται σα σφύριγμα λαιμητόμου.)
Κάτω από το γοητευτικό σας μαύρισμα (στο σολάριουμ κατά προτίμηση), τη μαυρισμένη άνεση με το ακριβό γυαλί και τη γλοιώδη οικειότητα που αναπτύσσετε προς όλες τις κατευθύνσεις, κρύβεται ένας, μαντέψτε τι!
-Νάαααα-νος. (Συρτή κοροϊδευτική φωνή και θριαμβευτικό χαμόγελο νικητή.)
Δύσμορφος και καμπούρης με ζαρωμένη και αδύναμη ψυχή να κρύβεται στην καμπούρα του. Πλαστικά φτερά τσαλακωμένα ένα μικρό θλιβερό κουβάρι, στην τσέπη του παιδικού παντελονιού που ποτέ δεν βγάλατε από πάνω σας. Αυτό είστε άνετοι κι ωραίοι μου. Και τυφλοί. Πάνω από όλα. Γιατί ποτέ δεν κατορθώσατε να δείτε, έτσι στραβωμένοι από τις ανακλάσεις της στιλβωμένης επιφάνειας σας που καθρεφτίζεστε διαρκώς ότι...

-ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΥΒΑΛΑΩ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ! (Γελώντας δυνατά με γέλιο αβίαστο, γάργαρο, απελευθερωμένο. Η μορφή του σταδιακά μεταλλάσσεται, από στεγνή, ζαρωμένη, στερημένη, αγχώδης, ρουφηγμένη σε δυο κατακόκκινα μάγουλα που σφύζουν από υγιεία.)
Ρωμαλέα, κάτασπρα σαν αρχαίας Νίκης. Καμωμένα για υψηλές πτήσεις. Όταν ήμουν παιδί, ένιωσα ξάφνου πόνους ανάμεσα στις ωμοπλάτες. Ο γιατρός μίλησε για γρήγορη ανάπτυξη του σώματος. Έκανε λάθος. Γρήγορα μεγάλωσε το μέσα μου. Τότε ήταν που φύτρωσαν τα φτερά. Φάνταζαν αλλόκοτα, γι'αυό κι εγώ τα δίπλωνα προσεκτικά και τα έκρυβα στην καμπούρα μου, όταν δεν ήμουν μόνος μου. Το σώμα μου σταδιακά ξέμεινε πίσω. Δεν ξέρω τι προηγήθηκε. Τα φτερά που μεγάλωναν ρουφώντας τη δύναμη από τη ζωώδη σάρκα μου ή η αδυναμία της σαρκός μου που άφησε τα φτερά μου να φυτρώσουν; Έβλεπα μέρα τη μέρα το πρόσωπό μου να ασχημαίνει, τα δάχτυλά μου να γίνονται δύσκαμπτα, τις κινήσεις μου ασταθείς, το νέο σώμα μου να αποκτά αύρα γηρατειών, πρόωρο γήρας να με καταπίνει. Με έβλεπα να στεγνώνω. Μα εγώ δεν έσκαγα δα από τη στενοχώρια μου, γιατί ήξερα πως μπορώ κρυφά να ξεδιπλώσω τα εξαίσια φτερά μου, για να πετάξω,ουουου, εκεί που φτάνουν οι αετοί. Και τα πιο τρελά όνειρα των φυλακισμένων. Ήταν υπέροχα.

-ΟΜΩΣ. (Απότομη παύση. Το βλέμμα σταθερό στο κενό σαν να βλέπει να προβάλλονται στο άπειρο ολοζώντανες σκηνές του παρελθόντος.Το σώμα στητό και αγέρωχο, αλλά με ακινησία αγάλματος που αιχμαλώτισε στο διηνεκές του χρόνου μία σημαντική στιγμή.)
Ποτέ δεν συνάντησα εκεί πάνω κανέναν. Κι αν έβλεπα αραιά και πού κάποιον να χαρχαλεύει τα όνειρα των φυλακισμένων και να δοκιμάζει φτερά αετού, αυτός γρήγορα με εγκατέλειπε, για να σταθεί στην ουρά. Περίμενε υπομονετικά να τον μεταμορφώσει η Κίρκη σε γουρούνι και να φορέσει κατάσαρκα τη γλύκα της απτής σάρκας.
Σκέφτηκα να αφήσω τις υψηλές πτήσεις και να αφεθώ στη φροντίδα της Κίρκης. Όμως τα φτερά μου αρνούνται να με κατεβάσουν. Κι όσο θεριεύουν, τόσο μου ρουφάνε τη σάρκινή μου υπόσταση. Και τόσο πιο πολύ ποθώ να αγκαλιάσω και να αγκαλιαστώ. Προδοσία! Παγίδα! Τα φτερά μου με παγίδευσαν και δεν με υπακούουν πια! Χαλάλι τους. Είναι πολύ όμορφα και πολύ δυνατά. Μόνο που...

-ΟΙ ΠΟΛΛΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΜΠΟΥΡΑ. (Κρύβει με τα χέρια του το πρόσωπό του. Τον συνταρράσσουν αναφιλητά. Καταρρέει στο χώμα. Παύση σχεδόν τελεσίδικη. Ξάφνου αρχίζει να κινείται. Αργά-αργά σέρνεται σαν φίδι που αλλάζει δέρμα. Με μόχθο και αγώνα. Σηκώνεται και ορθώνει το ανάστημα του. Αργά και όλο και λιγότερο φοβισμένα στέκεται στις μύτες των ποδιών, τεντώνει τα χέρια του όσο ψηλότερα γίνεται. Φωτοβολάει ολόκληρος. Ξεκολλάει από το χώμα και πετάει, ενώ ακούγονται να πλαταγίζουν τα κάτασπρα δυσανάλογα μεγάλα για το δέμας του φτερά του. Ρίχνει μια τελευταία ματιά στους περαστικούς που αδιάφοροι πλημμυρίζουν το έδαφος κάτωθε του. Τους χαμογελάει για στερνή φορά χωρίς φόβο και πάθος. Τώρα όσο πάει και ξεμακραίνει στον ουρανό αποφασισμένος να κατακάψει τα εξαίσια φτερά του και τη μαραμένη του σάρκα στον ήλιο. Γαία πυρί μειχθήτω.


ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

«Ολοι οι πικραμένοι, δυστυχισμένοι, μοναχικοί άνθρωποι που αισθάνονται εξαπατημένοι, που αισθάνονται προδομένοι από τις δυνάμεις, κατηγορούν τη ζωή, κατηγορούν τις περιστάσεις, κατηγορούν τους άλλους ενώ στην πραγματικότητα αυτοί είναι εντελώς άνοστοι, ευσυνείδητα κοινότοποι, αυτοί είναι δειλοί και ατάραχοι, βυθισμένοι στην αυτολύπηση, τίποτε σωστό δεν έχουν κάνει, νιώθουν όμως αδικημένοι, κατακλύζουν τη γη με τα παράπονά τους, με το μίσος· επαναλαμβάνουν μέρα τη μέρα και νύχτα τη νύχτα τις ευνουχισμένες κινήσεις τους. Πληγώνει τη γη ολόκληρη, πληγώνει τα πάντα τούτη η σπατάλη· η φρίκη όλης αυτής της σπατάλης».
Τσαρλς Μπουκόφσκι, 70 χρόνια φαγούρα, μετάφραση Χαρ. Γιαννακόπουλος, εκδόσεις Ηλέκτρα

-Ο Δεύτερος Μονόλογος με εφόρμηση το κείμενο του Μπουκόφσκι θα απαντά-διαλέγεται με τον Πρώτο μονόλογο.

-Ανοιχτή πρόσκληση σε όποιον επιθυμεί να επινοήσει-γράψει-σχεδιάσει με όποιον εκφραστικό κώδικα θεωρεί καταλληλότερο (διήγημα, ποίημα, σκίτσο, μουσική, φωτογραφία, ταινία, πεζό...) τον Δεύτερο Μονόλογο. Όποιος τυχόν ενδιαφερθεί, ας μην παραλείψει να αφήσει το link του στα σχόλια.
Περισσότερα...

Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Μικροί διάλογοι ή Σσσς, πες το από μέσα σου να ακουστεί καλύτερα (2)

Διάλογος τρίτος: Πατέρας και γιος

Ανοίγει το μπαούλο. Κάτι άλλο έψαχνε. Πέφτει πάνω σε παλιές φωτογραφίες. Του πατέρα του. Πολύ παλιές. Και κιτρινισμένες. Του κλέψανε το χρόνο. Γονατίζει να τις δει εκεί κάτω, στον πάτο του μπαούλου. Και για αυτό ακόμα μετάνοιες χρειάζονται. Πόσο γέρασες πατέρα! Κοίτα εδώ. Το μουστάκι μαύρο ακόμα. Και εδώ φαντάρος της αεροπορίας, περήφανο κοκοράκι. Μα όμορφο. Εδώ, έφηβος στητός και αγέρωχος στο γλέντι πάνω στον Αη Λια. Πιο πίσω δεν έχει. Δεν έλαχε φωτογράφος από αυτούς που γυρίζανε στα χωριά. Μα δεν πειράζει. Σαν ταινία που προβάλλεται ανάποδα η ζωή σου. Δε μου χρειάζονται φωτογραφίες για να δω την συνέχεια. Σε βλέπω τώρα παιδί ξυπόλητο με κοντά παντελόνια, μια να ροβολάς στις πλαγιές και μια να παίζεις με την πιτσιρικαρία. Το κεφάλι κουρεμένο γουλί, τα μάγουλα ξαναμμένα από την τρεχάλα, το βλέμμα γυρίζει τον κόσμο ανάποδα και τον ξαναφέρνει στα ίσα του.

-«Γέρασα», λέει ο πατέρας που μπαίνει εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο.
-«Καθόλου», απαντά ο γιος. Και το εννοούσε.

Ο γέρος πατέρας το ένιωσε πως ο γιος του έβλεπε μέσα του το μικρό αγόρι που έκρυβε καλά. Και χαμογέλασε ένοχα και σκανταλιάρικα μέσα του ο ατίθασος πιτσιρικάς που τον πιάσανε να παίζει κρυφτό, ενώ το παιγνίδι είχε τελειώσει.

Ο γιος το ένιωσε πως είχε απότομα γεράσει. Είχε μάθει πια πως υπάρχουν δυο τρόποι να βλέπεις μια ταινία: από την αρχή προς το τέλος και από το τέλος προς την αρχή. Την δικιά του ταινία όμως την έβλεπε προς το παρόν από την αρχή προς το τέλος μόνο. Αλάθητο σημάδι γήρατος.


Διάλογος τέταρτος: Οι μάνες

Μάνα και παιδί (λεπτομέρεια από το έργο Οι τρεις ηλικίες της γυναίκας), Gustav Klimpt, 1905

Η φίλη της ενθουσιασμένη στο τηλέφωνο με τις προετοιμασίες για το μωρό που θα. Φλυαρεί για την κούνια και τα προικιά του αγέννητου που κυοφορεί. Τις κουδουνίστρες. Τα σεντονάκια, τα ρουχαλάκια, τις κουβερτούλες. Τις πιπίλες, τα μπιμπερό, τα καπελάκια. Τα σκουφάκια και τα φανελάκια. Τα κοντομάνικα και τα αμάνικα. Η άλλη ακούει στωικά. «Α, ωραία». Η φωνή τής βγαίνει σβυσμένη, μα το νιώθει πως κάτι πρέπει να πει. Οι μεγάλες παύσεις δεν είναι ευγενικές. Προπάντων. «Α, ωραία». Η έγγυος πετάει ανάμεσα σε ροζ και γαλάζια συννεφάκια πασπαλισμένα με ταλκ για μωρά. Είναι πολύ απορροφημένη για να αντιληφθεί το σβύσιμο στη φωνή της άλλης. «Α, πολύ ωραία». Τι υπέρβαση! Πρόσθεσε το ‘πολύ’.

-«Τι χρώμα να το βάψω;», ακούγεται μια φωνή από κάπου πολύ μακριά, από τα ροζ και γαλάζια συννεφάκια.
-«Ποιο;», απαντά η σβυσμένη φωνή.
-«Μα το δωμάτιο! Είναι, λένε, πολύ σημαντικό για την ψυχολογία του παιδιού».
-«...». Σιωπή. Καθόλου ευγενικό. Προπάντων. Ίσως και ύποπτο. Για φθόνο.
-«Πρέπει να με συμβουλεύσεις. Είσαι ή δεν είσαι η καλύτερή μου φίλη;»

Η άλλη κοντοστάθηκε πριν απαντήσει. Μπροστά της άναβε μια τεράστια φωτιά κι εκείνη να πετάει, άχρηστα όλα, κούνιες και ρουχαλάκια και σεντονάκια με ζωάκια και παιγνιδάκια πολύχρωμα και κουδουνίστρες θαυμαστές και παπλωματάκια με λαγουδάκια και πιπίλες με καρδούλες και μπιμπερό με αστεράκια και αρκουδάκια χνουδωτά. Και όλο η φωτιά να θεριεύει, να φτάνει μέχρι τον ουρανό μαζί με το θρήνο της και τα ουρλιαχτά της. Και όλο να μοιρολογάει για του κύκλου τα γυρίσματα και του τροχού τα αλλάματα που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου. Στα βάθη. Τα απύθμενα. Εκεί που δεν υπάρχουν τα ηλίθια ροζ και γαλάζια συννεφάκια που κάποτε είχε καβαλήσει και η ίδια. Ζαλίστηκε. Γραπώθηκε από μια καρέκλα να μη χυθεί χάμω.

-«Περιμένω! Ροζ ή γαλάζιο; Μήπως κάτι άλλο;». η φωνή της καλύτερής της φίλης στρίγγλιζε χαδιάρικα ανηλεής.

Τι να πει; Για του κύκλου τα γυρίσματα; Για τις μωρές παρθένες; Για την άφρονη αλαζονεία του θνητού, που ζει θαρρώντας πως είναι αθάνατος; Τι χρώμα έχουν όλα τούτα; Τι;

-«Άσπρο με ροζ και γαλάζια συννεφάκια παντού».
-«Καταπληκτική συμβουλή! Το ήξερα πως είσαι η καλύτερή μου φίλη!»

Κατέβασαν βιαστικά το ακουστικό. Η μία, αθώα, πήγε να συνεχίσει την αιώρησή της στα ροζ και γαλάζια σύννεφα. Η άλλη, υποψιασμένη, πήγε να περπατήσει σκυφτή για να βλέπει καλύτερα τη θνητή χωματένια της φύση.
Περισσότερα...

Τρίτη 25 Αυγούστου 2009

Μικροί διάλογοι ή Σσσς, πες το από μέσα σου να ακουστεί καλύτερα (1)

Διάλογος πρώτος: Η γιορτή

Fernando Botero, The dinner, 1992

-«Βάλε του κι άλλο παγωτό, θα το φάει. Δεν έχει κλείσει τα δύο ακόμα, αλλά το καταφέρνει!».

Η μάνα-βουνό κοιτάζει περήφανη το παιδάκι της.

-Τι λες γυναίκα χωρίς το σχήμα γυναίκας που έθαψες τη μορφή σου κάτω από ένα βουνό και έπειτα το θεοποίησες και το προσκυνάς. Ξέχασες με τι μοιάζει η Γυναίκα και είναι δύσκολο πια να θυμηθείς. Σκότωσες την Εύα μέσα σου και τώρα σπρώχνεις τα παιδιά σου να γίνουν κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν σου. Είπε ουρλιάζοντας από μέσα της η καλεσμένη που προθυμοποιήθηκε να σερβίρει το παγωτό στο τέλος της γιορτής.

-«...», είπε απ’έξω της γνέφοντας καταφατικά αμίλητη. Γεμίζει το μπωλ. Ξέχυλο. Παιδάκια κλώνοι με ξέχυλα κρέατα σαν τους γονιούς τους ουρλιάζουν γύρω της να τα σερβίρει . «Μπορεί παρακαλώ κάποιος να συνεχίσει;» Χαμογελάει. Ψεύτικα. Και παγωμένα. Δεν έγινε αντιληπτή. Όλοι κοιτάνε το παγωτό. Κανείς εκείνη. Κάθεται σε μια γωνιά. Βλέπει τον εαυτό της απέναντι χωρίς στόμα. Δεν της χρειάζεται. Δε θέλει να ξαναφάει. Σε μια γιορτή τριάντα ατόμων δεν υπάρχει ένας Αδάμ. Ούτε Εύα. Είναι όλοι άνθρωποι-βουνά. Και το θεωρούν νορμάλ να παραμορφώνουν έτσι το σώμα τους. Θέλουν να το κάνουν και στα παιδιά τους. ΔΕ θέλει να ξαναφάει. Λίγο ακόμα και θα χάσει το μέτρο εδώ. Όχι. Ψαχουλεύει το πρόσωπό της. Έχει στόμα. Την κοιτάνε εκείνες οι δύο και τη σχολιάζουν απαξιωτικά που παρεκκλίνει από το μοντέλο τους. Τους χαμογελάει τρομαγμένη. Που είδε στο βλέμμα τους την απόρριψη που αγαπά το σώμα της και το τιμά. Βγάζει φτερά, ένα δυνατό ζευγάρι ριζωμένα στην πλάτη και πετά μακριά. Κρατά το μήλο της Εύας γερά στο χέρι. Πήρε μαζί της και τα παιδάκια να τους δείξει τους κούρους και τις κόρες. Να σφηνωθεί στο μυαλό τους η ομορφιά. Για πάντα. Κι όταν τους λείπει, να κατατρύχονται από νόστο για δαύτην. Να αγαπήσουν τη σάρκα τους, το σώμα τους, τη χωματένια και απτή τους υπόσταση. Για να μπορέσουν έτσι να ερωτευτούν. Και να είναι ερωτεύσιμα. Και να πετάξουν. Να μην καρφωθούν στα χαμηλά. Τουλάχιστον όχι λόγω βάρους. Παραείναι ευτελής λόγος.

-"Καληνύχτα".
-"Καληνύχτα".
Χαμόγελα κολλημένα στα δόντια, που θα φύγουν επιτέλους με το βραδυνό βούρτσισμα.
Η πόρτα κλείνει. Η γιορτή είχε τελειώσει.

Διάλογος δεύτερος: Οι ερωτευμένοι


Rene Magritte, The lovers, 1928


-«Αααα...», βαθειά ανάσα που προδίδει εκείνο το λεπτότατο σημείο που αντιλήφθηκε εκείνη τη μικρή λεπτομέρεια στην ταινία, τον κρυμμένο θησαυρό. Που είναι πολύ εύκολο να τον προσπεράσεις. Αλλά δεν τον προσπέρασε.

-«Αααα...», ακούει δίπλα της, την ίδια ακριβώς στιγμή.
Γυρνάει να κοιτάξει. Ταυτόχρονα με τον άλλο. Κανείς εκτός από τους δύο δεν είχε δει το θησαυρό, την υπέροχη κρυφή στιγμή στην ταινία. Ένα φύσημα του αέρα στην κουρτίνα ήταν. Τίποτα άλλο. Κρατούν την ανάσα τους. Κοιτιώνται κλεφτά με μάτια συνένοχα.

-Θά’θελα να σου πω ευχαριστώ, λέει εκείνος από μέσα του, για την ευχάριστη έκπληξη. Που ήρθα μόνος μου σινεμά εν μέσω μεγάλης παρέας και εκεί που το είχα πάρει απόφαση πως μονάχος θα δω την ταινία, βρίσκω εσένα. Νομίζω πως, πως σε...

-...Σε ερωτεύτηκα, λέει εκείνη από μέσα της. Μόνο και μόνο για αυτό το Αααα το συνένοχο, τη μικρή κρυφή στιγμούλα, που καταλάβαμε και νιώσαμε το ίδιο, όμοια με εραστές σφιχταγκαλιασμένους που όμως ξεχωρίζουν από όλο το σφιχταγκάλιασμα τη μία εκείνη στιγμή, τη μονάκριβη, της ένωσης της απόλυτης.

-Είμαι ευτυχισμένος που σε ερωτεύτηκα, είπαν τα μάτια του.

-Είμαι ευτυχισμένη που σε ερωτεύτηκα, είπαν τα χέρια της.

-Αντίο, είπαν τα χέρια του.

-Αντίο, είπαν τα μάτια της.

Τα είχαν πει όλα ανάμεσα σε δύο Αααα.
Περισσότερα...

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Οι Δον-Κιχώτηδες είναι επίκαιροι όσο ποτέ


Ghost Dog, o θρύλος των σαμουράι, Jim Jarmusch (Η σκηνή από την ταινία εδώ)

Σε μια εποχή που οι μεγαλόπνοες αξίες και οι ορατές ιδέες, ικανές να εμπνεύσουν και να συσπειρώσουν γύρω τους τη μάζα, σε γενικές γραμμές-τονίζω το γενικές- εκλείπουν ή είναι αλληλοαναιρούμενες και θολές, τα άτομα επινοούν προσωπικές θρησκείες και θυσιάζονται για αυτές με τίμημα τη γραφικότητα. Αν όμως γραφικός είναι αυτός που πράττει διαφορετικά αποκομμένος από τους πολλούς, τότε οι γραφικοί έχουν αυξηθεί τόσο, που κινδυνεύουν να γίνουν ο κανόνας. Ο γραφικός επινοεί δικές του αξίες και πιστεύει σε αυτές μόνος ή έστω οι αξίες που τον ενέπνευσαν είτε ανήκουν στο παρελθόν, είτε κατοικοεδρεύουν κάπου μακριά και απρόσιτα, στην άλλη άκρη της γης. Χαρακτηριστικό του η πίστη του στο σύμπαν που έχτισε τόσο παράταιρο με την κοινωνία του και η αδιαφορία του για τις κοροϊδίες των πολλών που αμαχητί αποδέχθηκαν τις χύμα αξίες της αγοράς: τον καταναλωτισμό, τον ωχαδελφισμό, την χυδαιότητα στη θέση του ερωτισμού, την λατρεία της υποκουλτούρας, του φαγητού, του χρήματος, της καριέρας, του ανερμάτιστου τίποτα. Μερικές φορές αδράχνεται από κάποια από τις αγοραίες αξίες που τις μεταλλάσσει με το προσωπικό του στίγμα. Αλλά ακόμα κι αν το πρόβλημά του δεν είναι αποκλειστικά αξιακό, προσκρούει σε άλλο σκόπελο. Στην αγωνιστική του διάθεση που δεν ξέρει πού να τη διοχετεύσει. Στη δεύτερη αυτήν περίπτωση, αν είναι έντιμος και δεν την ξοδέψει στα γήπεδα βάλλοντας κατά της αντίπαλης ομάδας ή στις εκκλησίες παραλληρώντας εναντίον άλλων θρησκευμάτων, τότε γραπώνεται από μία δική του ιδέα ουτοπική στις συγκεκριμένες συνθήκες ή μακρινή χωροχρονικά και κοινωνικά και αγωνίζεται για αυτήν με πάθος και συνέπεια. Γι’αυτόν τον δεύτερο τύπο γραφικού μεγαλύτερη σημασία έχει ο αγώνας αυτός καθ’αυτός παρά το αντικείμενό του. Σε κάθε περίπτωση οι Δον-Κιχώτηδες είναι επίκαιροι όσο ποτέ.

Ο Jim Jarmusch στην ταινία του "Ghost Dog, ο θρύλος των Σαμουράι" μας περιγράφει πολύ καλά την κατάσταση, ιδίως στη σκηνή, όπου ο ήρωας περπατά στην πόλη του, μία σύγχρονη μεγαλούπολη των Ηνωμένων Πολιτειών, ακολουθώντας πιστά την ιδεολογία και το τελετουργικό των σαμουράι. Διασταυρώνεται με άλλον «γραφικό» που εμφορείται από άλλη ιδέα. Η αξία της σκηνής βρίσκεται στο σεβασμό και την αποδοχή που δείχνει ο ένας στον άλλο, παρόλο που πιστεύουν με πάθος τελείως διαφορετικά πράγματα. Ο Δον-Κιχώτης βλέπει το είδωλό του στον καθρέπτη. Και του αρέσει αυτό που αντικρίζει.

Αντίστοιχους γραφικούς δεν βλέπει κανείς μόνο στις ταινίες. Αν περπατήσει στην Αθήνα ή σε κάποια μεγαλούπολη με όλα τα ζευγάρια μάτια του ανοιχτά, εκπλήσσεται με το πόσοι γραφικοί υπάρχουν. Ορισμένοι θα έχουν την ψευδαίσθηση ότι σε κάθε δεύτερο βήμα βλέπουν μια παραλλαγή του εαυτού τους στα διάσπαρτα κάτοπτρα που παραμονεύουν. Αιωνόβιος με αργό, σταθερό και κατεβασμένο βλέμμα ανεβαίνει στη ζέστη καλοκαιριάτικου μεσημεριού τις σκάλες του μετρό στην Κοραή κρατώντας την ελληνική σημαία. Από πάνω ακούγονται από τα μεγάφωνα τραγούδια της Αντίστασης. Ο παλαιός αγωνιστής πηγαίνει στην προγραμματισμένη εκδήλωση, αλλά δεν υπάρχει κανείς εκτός από τα μεγάφωνα και τους πελάτες των καφέ που κατακλύζουν το δρόμο. Κανείς; Όχι κάποιος υπάρχει. Ζευγάρι τουριστών-εκείνος λαμέ σακάκι, εκείνη με επίσημο γδύσιμο με στράς- πλησιάζουν τον γέροντα μειδιώντας για την γραφικότητά του και τον τραβούν φωτογραφίες. Μερικοί δεν αντιλαμβάνονται πότε βλέπουν το είδωλό τους στον καθρέπτη, ώστε να το σεβαστούν. Ούτε ότι παραπίσω κάποιος άλλος τους «φωτογραφίζει», γιατί μέσα από τις πολλαπλές ανακλάσεις που άθελά τους σχηματίζουν, βλέπει τον εαυτό του.

Παραπέρα στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης ρασοφόρος μοναχός με κομποσχοίνια και περπατησιά ανθρώπου που εμφανώς είναι έξω από τα συνήθη του, περιηγείται στις αίθουσες δίχως να αντιλαμβάνεται την καθολική του διαφορά με τους λοιπούς επισκέπτες. Παρακεί κοπέλα που θεοποίησε τη σάρκα της, αφού τη στόλισε τελετουργικά ώρες ατέλειωτες με χάντρες και καθρεπτάκια του σταρ-σύστεμ, φαντασιώνεται πως ανεβαίνει σε κάποιο βάθρο δίπλα από τις κόρες, για να την θαυμάζουν οι άνθρωποι. Πιθανότατα κανείς τους δεν αντιλήφθηκε πως ανάμεσα στους επισκέπτες κάποιος έγειρε την κεφαλή ως χαιρετισμό. Ακριβώς όπως έκανε ο ήρωας του Jarmusch, όταν συνάντησε τον άλλο πιστό. Σε τι; Δικό του θέμα. Εδώ σημασία έχει να μπορεί κανείς ακόμα να διακρίνει το είδωλό του μέσα από τις πολλαπλές ανακλάσεις. Και αυτό συνέβη, όταν κατάλαβε ότι οι σερβιτόροι στο καφέ του μουσείου, τον είχαν πια μάθει. «Πάλι εσείς εδώ; Ξέρω, ξέρω, ένα ποτήρι λευκό κρασί».

Άθελά του ο Δον-Κιχώτης τείνει να γίνει το σύμβολο της εποχής μας όσο κανένα άλλο. Υπομονή και κατανόηση για τους περιφερόμενους ιππότες της προσωπικής ουτοπίας. Οι καθρέπτες παραμονεύουν για να τιμωρήσουν τον υβριστή που τους περιγέλασε. Πάντα το ζήτημα των ανακλάσεων. Πάντα μπροστά μας.
Περισσότερα...

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Ευχαριστούσε το άστρο της που γλίτωσε κι αυτή τη φορά


The funeral, Edouard Manet


Καθ’οδόν για την κηδεία του Ντίγκναμ

«Ο κ. Μπλουμ μπήκε και κάθησε στην άδεια θέση. Τράβηξε την πόρτα πίσω του και τη χτύπησε δυνατά, μέχρι που έκλεισε εντελώς. Πέρασε το μπράτσο του στην κρεμαστή λαβή και κοίταζε σοβαρός από το ανοιχτό παράθυρο της άμαξας τα κατεβασμένα στόρια των σπιτιών της λεωφόρου. Κάποιο τραβήχτηκε στα πλάγια. Μια γριά κρυφοκοίταζε. Η μύτη της πλακουτσωτή πάνω στο τζάμι. Ευχαριστούσε το άστρο της που γλίτωσε κι αυτή τη φορά.»

Οδυσσέας, Τζαίημς Τζόυς, σ.118, μετάφραση Σωκράτης Καψάσκης, εκδ. Κέδρος



-Ντριννν...(παρατεταμένο κουδούνισμα που φανερώνει οικειότητα. Η πόρτα ανοίγει μετά από ώρα)

-Είσαι καλά; Κοιμόσουν;

-Ναι, ήταν πολύ έντονες οι τελευταίες μέρες. Χθες πήγαμε στην κηδεία τού. Δράμα. Νέος άνθρωπος. Δυο χρόνια με καρκίνο. Άφησε δυο μικρά παιδιά ορφανά. Αγόρια. Δύσκολα. Καταλαβαίνεις.

(παύση: κοιτάζει κλεφτά τα παιδιά της που στέκονται παραδίπλα)

-... Καταλαβαίνω. (παύση: χαμηλώνω τα μάτια και σκέπτομαι τα παιδιά μου που στέκονται δίπλα μου)


Σηκώνουν τα μάτια τους έτοιμες να σπάσουν τη σιωπή. Στην ελάχιστη εκείνη στιγμή από την παύση στην ομιλία, οι ματιές τους συναντιούνται. Είχαν συνεννοηθεί απόλυτα. Άρχισαν να μιλάνε ξέφρενα χωρίς να κοιτιώνται. Ντράπηκαν που είχαν πιάσει η μία την άλλη στα πράσσα να κρυφοκοιτάζει την κηδεία τού. Με την μύτη της πλακουτσωτή πάνω στο τζάμι να ευχαριστεί το άστρο της που γλίτωσε κι αυτή τη φορά.


Περισσότερα...

Η Τέχνη δεν ομορφαίνει απλώς τη ζωή. Την κάνει πιο εύκολη


Σκηνή από το Seppuku (1962), του Masaki Kobayashi: οι δύο σαμουράι σε έναν αγώνα Άντρα προς Άντρα.


Σκηνή από το Πέρα από το πλοίο (1968), του Αλέξη Δαμιανού: οι δύο σιδεράδες σε έναν αγώνα Άντρα προς Άντρα (από 25:00 έως 28:20min)
(αν κανείς εντοπίσει ή έχει τις τεχνικές γνώσεις να ανεβάσει την εν λόγω σκηνή, παρακαλείται να αφήσει σχετικό σχόλιο, ώστε να παραπέμπω σε αυτήν)

Εδώ δεν είναι τα κριάρια που κουτουλάνε, ούτε οι κεραμιδόγατοι που καβγαδίζουν. Και πολύ λιγότερο είναι οι εποχούμενοι άντρες που εκτονώνουν την αντρική ροπή για αριστεία και επίδειξη ή επιβολή δύναμης επί άλλων αρσενικών «σε ξιφομαχίες στην άσφαλτο για το άδικο». Εδώ οι σκηνοθέτες, ο καθένας με τον τρόπο του, προήγαγαν αυτό το εγγενές χαρακτηριστικό του αρσενικού για αγώνα με το άλλο αρσενικό σε αγώνα του Άντρα εναντίον του Αντρός. Σε χαρακτηριστικό αρχέγονο, σύμφυτο με τη φύση του Ανδρός που γίνεται έπος ή τραγωδία ή και τα δύο. Που μεταλλάσσεται σε κάτι ανώτερο, σχεδόν θεϊκό. Άρα έχει ανάγκη να καθιερωθεί με τελετουργία που φαντάζουν να αντιλαμβάνονται και υιοθετούν πλήρως σαν να ξεπηδά από μέσα τους οι αντίπαλοι Άντρες. Ξαφνικά στα μάτια μας μεγαλύνθηκαν. Μοιάζουν με θεούς που αποδέχονται τη μοίρα τους, τη φύση τους με άλλα λόγια -γιατί ακόμα και αυτοί υπόκεινται σε τούτη- και στέκονται αντιμέτωποι με πλήρη συναίσθηση του είναι τους, τoυ ρόλου τους, της αντρειοσύνης τους, της ανάγκης τους για αντιπαλότητα και εξουσία. Η φουσκωμένη στο λαιμό τους φλέβα το δείχνει. Η ένταση στο βλέμμα που δεν απομακρύνεται στιγμή από τον Μεγάλο Αντίπαλο. Η ένταση στα χέρια, στην κάθε ελάχιστη υπολογισμένη κίνηση, σε κάθε σύσπαση του προσώπου λες και αυτή είναι η τελευταία της ζωής τους. Η ύπαρξή τους όλη συμπυκνωμένη σε αυτή τη φουσκωμένη φλέβα ή σύσπαση ή μαχαιριά στο βλέμμα. Ο απόλυτος έλεγχος κάθε μυ, ώστε το σώμα, εκεί που σερνόταν ασταθές, τώρα ξάφνου βρήκε το λόγο ύπαρξης για τον οποίο προοριζόταν από γεννησημιού του. Πατάει πια γερά στα πόδια του σίγουρο για την κάθε του κίνηση. Τώρα ξέρει τον προορισμό του. Τώρα δεν παραπατάει. Τώρα γιγαντώθηκε στ’άλήθεια. Μέχρι την εσαεί πτώση του βεβαίως από το δυνατώτερο αρσενικό.

Αυτό είναι Τέχνη. Να μεταμορφώνεις τα ζαβά κριάρια που κουτουλάνε, σε θεούς θεριεμένους από την προσμονή της νίκης, που το ξέρει ότι είναι εφήμερη μα καθόλου γι’αυτό υποτιμημένη. Αυτοί πλέον δεν προκαλούν την ειρωνεία για την αψιά φύση του άρσενικού -που δύσκολα φορές φορές κρύβεται κάτω από το κουστούμι του-, αλλά το δέος. Εδώ η Τέχνη δεν ομορφαίνει απλώς τη ζωή. Την κάνει πιο εύκολη. Γιατί, αν αδυνατεί κανείς να αποδεχτεί είτε άντρας είτε γυναίκα την τάση, περισσότερο ή λιγότερο ισχυρή, ή ακόμα και εμμονή του αρσενικού στις κουτουλιές και θύμωνει για την αποτυχία αιώνων πολιτισμού να την ξεχορταριάσουν από τον Άντρα, τώρα ξέρει πως ο Διόνυσος δεν ξεριζώνεται έτσι εύκολα από τον Απόλλωνα και τον πολιτισμό του. Αλλά δεν παύει να είναι και αυτός θεός ισότιμος. Ενίοτε μεγαλειώδης. Είναι σίγουρα πιο εύκολο πια να αντέξεις, είτε άντρας είτε γυναίκα την αιώνια αντιπαλότητα του Ανδρός στις όποιες καθημερινές της εκφάνσεις. Ίσως όχι να την αποδεχθείς με κάθε όρο ή να την ενθαρρύνεις αλλά να κατανοήσεις τις πηγές της. Η Τέχνη του Δαμιανού και του Kobayashi φρόντισαν τα μάλα γι’αυτό.
Περισσότερα...

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Το Kαθόλου και το Tίποτα


The painter to the moon, Mark Chagall

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν...», ξεκινάει η μαμά κομπιάζοντας, γιατί κανένα παραμύθι δεν της έρχεται στο μυαλό, «...το Καθόλου και το Τίποτα», συνεχίζει οργισμένο το παιδάκι που είχε τις κακές του, όπως όλα τα παιδάκια που νυστάζουν φρικτά, αλλά επιμένει η μαμά τους να τα βουρτσίζει στη μπανιέρα. «Πού το ξέρεις;» αντιγυρίζει η μαμά χαμογελώντας ανακουφισμένη που το πιτσιρίκι της τής έδωσε ιδέα για παραμύθι.

«Το Καθόλου και το Τίποτα έπαιζαν μεταξύ τους ευτυχισμένα, αλλά κάποτε θέλησαν να γνωρίσουν κι άλλους. Πλησιάζουν λοιπόν ένα πανέμορφο πολύχρωμο πλασματάκι και το ρωτάνε αν θέλει να παίξουνε. Όμως εκείνο, ούτε που τους είδε, γιατί ήταν άχρωμοι. Απογοητευμένα πλησιάζουν ένα άλλο υπέροχο πλάσμα, που αντί για χνάρια σκόρπαγε πίσω του μελωδίες. Όμως εκείνο δεν τους άκουσε, γιατί το Καθόλου και το Τίποτα δεν έβγαζαν κανέναν ήχο. Ακόμα πιο απογοητευμένα, πλησίασαν ένα πλασματάκι που ήταν φτιαγμένο από στίχους. Όμως εκείνο δεν τα κατάλαβε, γιατί το Καθόλου και το Τίποτα δεν ήξεραν κανένα ποίημα.

Και τώρα; Δε θέλουν να είναι άχρωμα. Κοιτάνε γύρω τους και παίρνουν ρόζ από την αυγή, πορτοκαλί από το ηλιοβασίλεμα, μπλέ από τη θάλασσα, πράσινο από τις φυλλωσιές των δέντρων και κίτρινο από τις μαργαρίτες. Μπήκαν και σε μια πινακοθήκη και πήραν και από εκεί χρώματα πολλά. Και αρχίζουν να ζωγραφίζουν το ένα το άλλο μέχρι που έγιναν πολύχρωμα σαν πίνακας ζωγραφικής.

Δε θέλουν όμως ούτε άλαλα να είναι. Τρέχουν σε μια ρεματιά και αρπάζουν νότες από το αηδόνι. Ακούν και κάποιο βιολιτζή και αδράχνουν τις νότες του βιολιού του. Ακούν στο ραδιόφωνο μια συναυλία και τότε, ουου, γεμίσαν τα πουγκιά τους νότες από αμέτρητα μουσικά όργανα. Και αρχίζουν να τις κολλάνε το ένα στ’άλλο, μέχρι που έγιναν μουσική.

Τώρα τους έλειπαν τα ποιήματα. Τρεχάλα στη βιβλιοθήκη χώνονται σε στίβες βιβλία και ροκανίζουν ποιήματα μικρά, μεγάλα, ποιήματα που τα καβαλάς και σε ταξιδεύουν ή άλλα που μπαίνουν στην καρδιά και δεν φεύγουν με τίποτα. Και αρχίζουν να παίζουν πετώντας στιχάκια το ένα στο άλλο, μέχρι που έφτιαχναν ποιήματα όμορφα σαν ποιητές.

Κοιτάνε το ένα το άλλο κατάπληκτα. Τι χρώματα, τι μουσικές, τι ποιήματα που είναι στολισμένα! Και πόσο όμορφα νιώθουν! Πώς και δεν το είχαν καταλάβει τόσο καιρό πόσο, πόσο..., να, πόσο άτεχνα και αδειανά ήταν. Μα τώρα πια δεν είναι. Ούτε τους ταιριάζουν τα ονόματά τους. Το Καθόλου από τότε το φωνάζανε Ζωή και το Τίποτα...», κομπιάζει η μαμά, γιατί ιδέα δεν της έρχεται καμμιά. «Ψυχή», πετιέται το πιτσιρίκι καταχαρούμενο που έγινε νονά του Τίποτα. «Άξια νονά!», το φιλάει και το σκουπίζει η μαμά του. Το μπάνιο είχε τελειώσει.
Περισσότερα...

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Ερυσίχθων ή η υπερτροφία του Εγώ


Απόσπασμα από συνέντευξη του Αλέξη Δαμιανού

"Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος, πολύ λίγο γνωστός, που μοιάζει να είναι το πρώτο οικολογικό μήνυμα στην ιστορία της ανθρωπότητας και φανερώνει τις ολέθριες συνέπειες της υπερτροφίας του “εγώ”. Ο μύθος του Ερυσίχθονα. Ο Ερυσίχθων, νέος, ωραίος, δυνατός, πλούσιος και επιτυχημένος, βλασφημεί, κόβοντας το ιερό δέντρο της Δήμητρας την ώρα της γιορτής. Οι Δρυιάδες, κόρες της Θεάς, που κατοικούσαν στο δέντρο, βγαίνουν ματωμένες από τις φυλλωσιές και αλλόφρονες τρέχουν στη μητέρα τους. Η Δήμητρα θυμώνει και βρίσκει την Πείνα. Ήτανε τότε που μόλις είχανε αποτραβηχτεί τα νερά του Αιγαίου από την Θεσσαλία και η πεδιάδα φάνταζε ένας ξερός απέραντος τόπος γεμάτος αλάτι και μαύρα βράχια. Η Πείνα καθόταν ξεδοντιάρα κουρελού, στην μαύρη ξεραΐλα. Η Δήμητρα της λέει να πάει να βρει τον Ερυσίχθονα και να του δώσει ένα φιλί στο στόμα. Η Πείνα πηγαίνει, τον βρίσκει να κοιμάται, του δίνει το φιλί και χάνεται. Εκείνος ξυπνάει κι αισθάνεται λιγούρα. Πεινάει. Τρώει. Πεινάει κι άλλο. Ξανατρώει. Πεινάει. Πεινάει. Πεινάει. Ακατάσχετα. Τρώει πια ότι βρίσκει μπροστά του: φυτά, ζώα, τη γυναίκα του, την κόρη του -που μόλις προλαβαίνει να μεταμορφωθεί σε φοραδίτσα και τρέχει να γλιτώσει-, τα ξύλα του σπιτιού του, τα πάντα. Μέχρι που πια δεν υπάρχει τίποτα γύρω του και μέσα στην μέση της ερημιάς, αγριεμένος τρώει τα κρέατά του. Τις σάρκες του.

Αυτή η ρίζα του Ερυσίχθονα -και μην ξεχνάμε ότι έρυσις σημαίνει πληγή και χθών σημαίνει γη, δηλαδή Ερυσίχθων μπορεί και να σημαίνει πληγή της γής-, αυτή η ρίζα, το αδυσώπητο “εγώ”, που επισημάνθηκε επίμονα και με πολλές παραλλαγές από τους αρχαίους Έλληνες (Προκρούστης, Θυέστης, Ατρέας, Οιδίπους), στις μέρες μας έχει θεριέψει και νομιμοποιηθεί. Ατομισμός, υπερκαταναλωτισμός, ανταγωνισμός, παγκοσμιοποίησις της εξουσίας. Αυτές είναι οι αξίες μας σήμερα, αυτές προβάλλονται και επιβάλλονται από τα marketing, τα advertising, τα ΜΜΕ, την κάθε υπερδύναμη. Σ’αυτές σκοτωνόμαστε να ανταποκριθούμε και σαν τον Ερυσίχθωνα τρώμε τις σάρκες μας και βλαστημάμε τη ζωή μας… Τώρα στη βραδινή πορεία μου ακούω το αχολογητό των δασών, που φέρνει με αλαφριά σκόνη τον θρήνο του κονιορτοποιημένου ρητού “το κατά φύσιν ζην εστί κατ’αρετήν”. Αυτά θέλω να γράψω και να πετύχω να ξεφύγω από την μιζέρια και τον παραλογισμό της καινούργιας εποχής μας, χρησιμοποιώντας την ιστορική γνώση, όσο το δυνατόν λιγότερο παραποιημένη ή δικολαβική."
Περισσότερα...

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Επειδή δεν πιστεύουμε στη φύση που υπάρχει μέσα μας

Ο Καθρέπτης, 1975 Αndrei Tarkovsky Σκηνή: 8:20-11:15 min από εδώ

(Ο Άντρας επιχειρεί να κάτσει στο ξύλινο φράχτη δίπλα από τη Γυναίκα. Σπάει και πέφτει κάτω. Γελάει και ξαφνικά σοβαρεύει)

Άντρας: Έπεσα και βρήκα ρίζες, θάμνους...
Σκέφτηκες ποτέ ότι και τα φυτά νιώθουν, καταλαβαίνουν;
Αυτή η καρυδιά...
Γυναίκα: Συμήδα είναι.
Άντρας: Δεν έχει σημασία. Δεν πάνε πουθενά. Όπως εμείς που τρέχουμε συνεχώς, αισχρολογούμε...
Επειδή δεν πιστεύουμε στη φύση που υπάρχει μέσα μας
Δυσπιστούμε, βιαζόμαστε
Δε σκεφτόμαστε
...
Έλα στο Τόμσινο, περνάμε καλά εκεί.
(Φεύγει)
Γυναίκα: Αίμα.
Άντρας: Πού;
Γυναίκα: Πίσω από το αυτί σου.

(Ξαφνικό δυνατό κύμα αέρα που μοιάζει να σπρώχνει τον Άντρα πίσω προς τη γυναίκα. Ο Άντρας κοντοστέκεται. Γυρνάει και κοιτάει πίσω. Συνεχίζει το δρόμο του.

Δεύτερο κύμα αέρα. Ο Άντρας κοντοστέκεται πάλι και ξανακοιτάει πίσω του. Στρέφεται μπροστά και συνεχίζει οριστικά το δρόμο του)

-----------------------------------------------------------------------------

Η παραλία στο νησί νωρίς το πρωί. Σχεδόν έρημη με βοτσαλάκια χίλια μύρια χρώματα να λαμπυρίζουν πάνω σε μαύρη ψιλή άμμο. Νερά διάφανα να αντιφεγγίζουν το λυκαυγές. Η ζέστα να χαράζει. Το βουνό θεόρατο να γέρνει από πάνω, εραστής που κρατάει ακόμα για λίγο στη σκιά τα μυστικά του. Ο ήλιος σκάει. Το μαϊστράλι ακροπατά ίσα να ψαύει το κορμί. Τα μάτια μισόκλειστα να μη θαμπωθούν από την πολλή ομορφιά. Αρώματα από ρίγανες, λυγαριές, φύκια με τυλίγουν. Εμβαπτίζομαι. Θαρρώ πως λούζομαι στη Στύγα. Βγαίνω και μένω να μετεωρίζομαι στ’ανάμεσο στεριάς και θάλασσας να αναλογίζομαι την κληρονομιά του θνητού. Την αχίλλειο πτέρνα μου.

Χίλιοι μύριοι οι καθάριοι ήχοι της φύσης από εδώ. Μα ένας μπαίνει μέσα μου από κάθε πόρο και με κυριεύει με την ήρεμη επαναληπτικότητά του, τόσο που να θαρρώ πως οι κτύποι της καρδιά μου εναρμονίστηκαν μαζί του. Φλοισβ, φλοισβ. Τικ, τακ. Ο φλοίσβος. Λέξη που κλείνει μέσα της αυτούσιο το χαρχάλεμα που κάνουν τα κύματα στα βότσαλα με τα πέρα-δώθε τους. Φλοισβ, φλοισβ. Τόση εντύπωση είχε κάνει στους ανθρώπους το χαρχάλεμα αυτό, που το φυλάκισαν σε μία λέξη να το κουβαλούν μαζί τους όταν ξεμακραίνουν από τη θάλασσα και δε τ’ακούν. Φλοισβ, φλοισβ και πάλι και πάλι και πάλι. Νανουρίζει ή αφυπνίζει τις κοιμισμένες αισθήσεις μου;


Η αρμονία μέσα από την επανάληψη του φλοίσβου. Εδώ είναι όλα σε αυτή την ερημιά. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα. Τα ερωτήματα τα ίδια. Αρκεί να έχω τα μάτια ανοιχτά. Τις κόρες διεσταλμένες να ρουφούν κατάστηθα. Ο έχων ώτα ακουέτω. Το Φλοίσβο. Ψιθυρίζει με την ήρεμη επανάληψή του πως υπάρχει τάξη, πως υπάρχει αρμονία, πως υπάρχει κάτι που κοντράρει στα ίσα το τυχαίο. Πως μπορεί και να μην κρέμομαι από μια κλωστούλα του με τους σπασμούς του κρεμασμένου να τινάζουν τα σώψυχα και ξώψυχά μου, κάθε που το τυχαίο χορεύει το χορό της Σαλώμης. Πως μπορεί να μη δω το κεφάλι μου στο πιάτο για το καπρίτσιο της πόρνης τύχης. Ναι, ο Φλοίσβος μου επαναλαμβάνει διαρκώς. Υπάρχει ρυθμός, τάξη, αρμονία. Ρυθμός τάξη, αρμονία. Μπορεί και να μην είναι το ανθρωπάκι που τα χέρια του κουνώ και το μυαλό του, το ανθρωπάκι μου, ο απόλυτα τυχαίος συνδυασμός ωαρίου και σπερματοζωαρίου στον εντελώς συμπτωματικό χωροχρόνο. Με την τυχαία γέννηση και τον τυχαίο θάνατο. Με την τυχαία ζωή, με τις τυχαίες σπασμωδικές δράσεις και αντιδράσεις. Με τους τυχαίους ανθρώπους δίπλα του, και αυτό το ίδιο τυχαίο για αυτούς. Και εγώ ο ίδιος τυχαίος για αυτούς. Στις τυχαίες ουτοπίες να παραδέρνω και στους φαύλους κύκλους να περπατώ με αυστηρή προσήλωση. Μην ξεφύγω από το περίγραμμά τους και διασαλέψω τη φαυλότητά τους.


Αυτή η σιγουριά πως το ένα φλοισβ διαδέχεται το άλλο επ’άπειρον είναι βάλσαμο. Ογκόλιθος να πατήσω. Να σταθώ όρθιος σταθερά χωρίς τρεκλίσματα μεθυσμένου, που αλλού υπολόγιζε πως πατά το ποδάρι του κι αλλού τον πάνε τα παραπατήματα. Πού να το φανταζόμουν πως το μόνο σίγουρο μέρος να πατήσω να μην γκρεμιστώ είναι ο αφρός των κυμάτων. Μεγάλη η παραμυθία σου Φλοίσβε. Να κάθομαι ώρες ατέλειωτες να σε αφουγκράζομαι, να μου ξορκίζεις το φόβο, να με γαληνεύεις κομμάτι το δόλιο, τον αλλοπαρμένο, που άλλο από το να γυρνά αλαλιασμένος από το καμουτσίκι της Τύχης δεν ξέρει. Και πιο πριν χειρότερα. Γύρναγα ο δόλιος, ο καψερός, στητός και ντούρος με τα γαλόνια και τα παράσημα στη μόστρα να μπερδεύω τα τσαλίμια και τα τσακίσματα της Τύχης με την «ιδίαν βούλησιν». Δε βαριέσαι ο άνθρωπος δε μαθαίνει. Τι κοτζάμ Οιδίποδες τρανταχτοί φάγανε τα μούτρα τους και ξεροκατάπιαν την περίφημη βούλησή τους, αυτός εκεί. Βούληση να σου κοπανάει ξανά και ξανά. Και άντε από το ένα άκρο στο άλλο, όταν αυτή ξεπέφτει. Τύχη σου λέει μετά, όχι βούληση.


Κάνω τη σκέψη να κοντοσταθεί. Δε μου χρειάζεται. Μου αρκεί που αφουγκράζομαι το Φλοίσβο. Τι είναι αυτό; Κι άλλοι ήχοι ξεδιαλύνονται. Ο άνεμος πόσο διαφορετικά ακούγεται όταν βαδίζει στο νερό και πόσο όταν περπατά στην άμμο. Άκου τον τώρα δα θροίζει στα ξερόκλαδα του σκίνου. Τόσες ριπές ανέμου κι όλες διαφορετικές, ένας κόσμος ολόκληρος! Πού κρυβόταν και δεν τον άκουγα; Πίσω από το θόρυβο του αυτοκινήτου μου. Πίσω από το θόρυβο της σκέψης μου. Πίσω από το θόρυβο της έριδας. Πίσω από την πιλάλα στον ξύπνιο και τον ύπνο μου. Η τυχαία κίνηση των τυχαίων μορίων ενός τυχαίου αερίου που συγκρούονται τυχαία. Α, ήμουν συνεπής στην τυχαία μου κίνηση. Δε σταμάτησα λεπτό ως τώρα να κινούμαι. Και αν έπεφτε η θερμοκρασία του αερίου μου, και επιβραδυνόταν η κίνησή μου, αποπροσανατολιζόμουν, εγώ, το μόριο το καταδικασμένο να κινούμαι διαρκώς, να κινούμαι άσκοπα. Δεν μπορούσα να σταματήσω για λίγο να θεαθώ εκτός και εντός. Κάθε επιβράδυνση με έκανε να καπνίζω πιο πολύ, να σκέφτομαι πιο πολύ, να ερωτεύομαι πιο πολύ, να γελάω πιο πολύ, να κλαίω πιο πολύ, να πίνω πιο πολύ, να δημιουργώ πιο πολύ, να καταστρέφω πιο πολύ. Να αναπληρώσω την κινητική ενέργεια.


Τώρα σταμάτησα. Σταματώ. Με έκανε ο Φλοίσβος να σταματήσω. Αφουγκράζομαι το Φλοίσβο μέσα μου. Τώρα που δεν ακούω θόρυβο, εδώ στην έρημη νησιώτικη παραλία, κανέναν, ούτε εκτός ούτε εντός. Τώρα γαληνεύω. Δε θέλω άλλο τίποτα. Τίποτα δεν ποθώ. Για τίποτα δε χρειάζεται να τρέχω δαιμονισμένα. Για τίποτα δε χρειάζεται να φοβάμαι. Ούτε και το τέλος. Η φύση γύρω μου κι ο Φλοίσβος ήρεμα διαλαλούν πως κι ο θάνατος ακόμα έχει τη θέση του στην τάξη των πραγμάτων είναι μέρος της αρμονίας. Δίχως αυτόν η πλάστιγγα γέρνει. Προς τη δυσαρμονία. Κάθε τέλος το διαδέχεται μία αρχή. Κάθε αρχή έχει ανάγκη ένα τέλος. Ο αέναος κύκλος της φύσης. Ο αέναος κύκλος μέσα μου. Εμένα του ανθρώπου. Που άφησα για μια χαραμάδα της ύπαρξής μου το Φλοίσβο να με διδάξει. Ότι η αχίλλειος πτέρνα μου δεν είναι η θνητότητά μου. Είναι που δεν πίστευα στη φύση που υπάρχει μέσα μου.

Περισσότερα...

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009

Μάσκα και Ψυχή

.
The Scream (1893), E. Munch

Όταν πέφτουν οι πρώτες μάσκες σαν το φλοιό δέντρου και όταν αναλαμβάνουν ποιητές.

Από σχόλιο του Ψουξ στην ανάρτηση του παρόντος ιστολογίου "Η μάσκα"-Ποιητική ανασύνθεση των σχολίων του Tyler Durden, του ιδίου του Ψουξ και του κειμένου "Η μάσκα"


Βιάσου.

Ψάξε στην ντουλάπα το κατάλληλο κουστούμι.

Μην ξεχάσεις την μάσκα.

Αυτή είναι ό,τι πρέπει.

Έχει ελαφρύ ερωτικό μενεξεδί γελάκι

Ύφος γαλήνης

και τόνο Επιδοκιμασίας για τη μάσκα των άλλων.

Στάσου.

Ζωγράφισε τον πιο έντονο

τον θαυμασμό για τους άλλους.

Τον έχουν ανάγκη για να συνεχίσουν

να υπάρχουν.

Έτσι μπράβο

Ελα τώρα να πάρεις

Κοινωνική αποδοχή με μπόλικη ζάχαρη άχνη.

Επ, τι πας να κάνεις; Φόρα αμέσως τη μάσκα σου!

Έτσι μπράβο..Κοινωνικοποίηση.

Τώρα και οι δυο μαζι…

«Ε-κκοι-ννω-νι-σμός Ε-κκοι-ννω-νι-σμός».

Μην ξεχνάς, να κρύβεσαι.

Έτσι θα τα έχεις καλά με

«φίλους, συναδέλφους και συγγενείς,

-μπακάλη, χασάπη και σύντροφο!»

Νάνι, νάνι το ανθρωπάκι

Μην λες αυτό που σκέπτεσαι και νιώθεις.

Νάνι, νάνι το ανθρωπάκι,

Κανείς δε νιώθει φόβο για τον «άλλο»

τον κρυμμένο πίσω από τη μάσκα.

Νάνι, νάνι το ανθρωπάκι

Πίσω από τη μάσκα είσαι ολομόναχη με τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου

Σαν θεατής στην αίθουσα θεάτρου όταν σβήσουν τα φώτα της Πλατείας.

και τη μάσκα να βγάλεις πάλι μόνος μένεις.

Η διαφορά είναι πως με τη μάσκα δεν χρειάζεσαι κουκούλα

Έλα φτάνουν τα επαναστατικά

Στάσου - βγάλε λίγο ρουζ

Δεν κάνει να φαίνονται. Δεν προβλέπονται.

Πάρε θάρρος

Πάρε τύχη.

……………………………………………………………………….

Την μάσκα την φοράς πάνω από την άλλη μάσκα

αυτή που φοράς για τα οικεία πρόσωπα –

έχοντας επίγνωση

πως πίσω από αυτήν το χάος

ο Αέρας

Μπορεί αυτό να είναι η ψυχή

κάτι που χρωματίζεται με τα εκάστοτε Ατέλειωτα

όμως δικό μας και υπαρκτό.

Η ψυχή μας.

Ναι, σου πετάω το γάντι

Δεν αστειεύομαι

……………………………………………………………………………….

Το να δημιουργείς με την επίγνωση του χάους και του τίποτα,

είναι εξίσου ωραίο με το να πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι το πιο

αληθινό και συγκροτημένο πίσω από όλα αυτά.
Άλλωστε το τίποτα δεν σημαίνει μη ύπαρξη, αλλά κάτι το πέραν

της ανθρώπινης δυνατότητας για κατανόησή του.



Αυτό που μπορούμε να κατανοήσουμε ως ανθρώπινα όντα είναι

η κοινωνική και υποκειμενική "σμίλευση" αυτού του τίποτα,

δηλαδή η δημιουργία μιας εικόνας, μιας μάσκας και κάτι τέτοιο

πιστεύω πως είναι και η έννοια της ψυχής όπως την

φανταζόμαστε ως μιας αυτοτελούς οντότητας, έστω και αιθέριας.



Το ανάπτυγμα της ύπαρξης μου, μια Μάσκα Ζωντανή με

χαρακτηριστικά Πεθαμένου
ή Αντιστρόφως


Περισσότερα...