Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Ο Κούρος και το αγόρι που αγαπούσε τα όπλα ή Ποιος είπε ότι τα αγάλματα δεν κλαίνε

Μια φορά κι έναν καιρό, τα πολύ παλιά χρόνια, τόσο παλιά που τα ονομάζουν αρχαιότητα, ήταν ένα 'oμoρφo αγ'oρι, που το έλεγαν Κούρο. Ήταν φτιαγμένος από μάρμαρο και το γυμνασμένο του άσπρο και λείο κορμί άστραφτε στον ήλιο. Τα μακριά μαλλιά του έπεφταν σε μπούκλες πάνω στους φαρδιούς του ώμους. Βόστρυχους τις λένε οι αρχαιολόγοι, αυτοί που μελετάνε την αρχαιότητα. Χαμογελούσε συνεχώς, θαρρείς και το χαμόγελο είχε πετάξει όμοιο πεταλούδα και στόλιζε το ομορφοκαμωμένο του στόμα. Το αριστερό του πόδι έκανε ένα βήμα μπροστά σαν να βάδιζε αργά-αργά και να παρατηρούσε τον κόσμο με την ησυχία του. Άλλωστε είχε όλο τον καιρό μπροστά του, αφού δε θα έφευγε από τον κόσμο αυτό ποτέ. Ήταν αθάνατος. Όμως ο Κούρος ήταν πάντα ακίνητος να αγναντεύει τον ήλιο, να τον χαϊδεύει το αεράκι, να μυρίζει τα αγριολούλουδα, να τον λούζει η βροχούλα, να θαυμάζει την πλάση. Όρθιος και χαμογελαστός πάνω στο βάθρο του, ακίνητος και αθάνατος και γαλήνιος.

Κάποτε αναρωτήθηκε γιατί άραγε βρίσκεται εκεί. Και ανακάλυψε πως ένα άλλο αγόρι, που δε ζούσε πια, αλλά που ήταν εξίσου όμορφο με αυτόν, βρισκόταν παραδίπλα δίχως ήλιο, φως , αγέρα, βροχή. Εκείνος ο νέος κάποτε τα χαιρόταν όλα τούτα. Του άρεσε μάλιστα να παλεύει με άλλα αγόρια στην παλαίστρα, να γυαλίζει την ασπίδα του, να ρίχνει το ακόντιό του. Ήρθαν όμως δύσκολοι καιροί και ανακάλυψε πως έπρεπε να παλεύει με άλλα αγόρια από άλλα μέρη και να ρίχνει το ακόντιο, όχι όμως πια για παιγνίδι. Τον έστειλαν να πολεμήσει άλλα όμορφα αγόρια. Και τώρα δε γέλαγε και δε χαιρόταν. Δεν του άρεσαν πια τα όπλα, αλλά ήταν πολύ αργά. Ένα ακόντιο όμοιο με το δικό του τον χτύπησε και μόλις που πρόλαβε να αντικρίσει για τελευταία φορά τον ήλιο και να νιώσει το απαλό αεράκι να του χαϊδεύει το πρόσωπο και να μυρίσει τα αγριολούλουδα γύρω του, καθώς σωριαζόταν καταγής. Έφυγε από τον κόσμο αυτό και πήγε σε έναν άλλο κόσμο μακριά από τους γονείς του, τους φίλους του, την πόλη του, τα λουλούδια, τον αέρα, τη βροχή.

Οι γονείς του απαρηγόρητοι τον έβαλαν να κοιμηθεί για πάντα. Θρηνούσαν για το αγόρι τους που δεν μπορούσε να δει, να μιλήσει, να γευτεί, να μυρίσει. Δεν ήξεραν πια τι να του προσφέρουν, για να χαρεί. Ώσπου κάθισαν και σκέφτηκαν να παραγγείλουν να τους φτιάξουν ένα όμορφο σαν το αγόρι που χάσανε άγαλμα, τον Κούρο. Ένα αγόρι που θα ήταν αθάνατο σε αντίθεση με το δικό τους αγόρι και που θα χαιρόταν για πάντα το φως, τον αέρα, τις βροχές. Ακόμα θα συντρόφευε το γιο τους που είχε φύγει μακριά τους. Ένας γλύπτης λοιπόν έβαλε όλη του την τέχνη και το συναίσθημα και να! Δημιουργήθηκε ο Κούρος! Τον στήσανε σε ένα βάθρο δίπλα από εκεί που ήταν ξαπλωμένο για πάντα το αγόρι τους, που του άρεσε κάποτε να παίζει με τα όπλα.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και θαύμαζαν οι άνθρωποι το χαμογελαστό μαρμάρινο αγόρι, τον Κούρο. Και θυμόντουσαν βλέποντας τον το άλλο αγόρι, που αγαπούσε τα όπλα κάποτε και τώρα βρισκόταν ξαπλωμένο παρακεί. Κι έτσι κοιτώντας τον Κούρο παρηγοριόνταν οι γονείς και οι φίλοι του αγοριού, που δεν ήταν πια μαζί τους. Και μετά από πολύ-πολύ καιρό, όταν έπαψαν πια να υπάρχουν κι αυτοί, θαύμαζαν οι περαστικοί τον όμορφο Κούρο κι αναρωτιόνταν για ποιο ωραίο αγόρι, που δε ζούσε πια, είχε φτιαχτεί. Εκείνο που δεν ήξεραν είναι πως με τον καιρό τα δυο παιδιά έγιναν φίλοι. Έλεγε ο Κούρος στο αγόρι κάτω από το χώμα τι έβλεπε, τι μύριζε, τι ένιωθε, όταν τον άγγιζε ο ήλιος και ο αγέρας και η βροχή. Κι έλεγε το αγόρι κάτω από το χώμα στον Κούρο πώς είναι να μπορείς να κινείσαι, να σταματήσεις να χαμογελάς, να κλαις, να αγαπάς, να διαλέγεις. Έτσι έδινε ο καθένας στον άλλο αυτό που του έλειπε.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες και γίνονταν όλο και περισσότερο φίλοι τα δυο παιδιά, ο μαρμάρινος Κούρος και ο νέος που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Ώσπου ξάφνου ένας δυνατός σεισμός τράνταξε τον Κούρο και τον έριξε από το βάθρο του. Έχασε για λίγο την αιώνια γαλήνη του και δεν μπορούσε πια να κοιτάζει από ψηλά τους διαβάτες και τους αγρούς. Αλλά δεν τον πείραζε, γιατί τώρα άθελά του ξάπλωσε δίπλα από το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Ήταν πια πιο κοντά και τα λέγανε καλύτερα. Ύστερα ήρθαν καταιγίδες και νεροποντές και πάλι καταιγίδες και πάλι νεροποντές και ο Κούρος λίγο-λίγο σκεπάστηκε με το χώμα που παρέσυρε το νερό. Στην αρχή καλύφθηκε το μισό αριστερό του πόδι. Μετά όλο το δεξί του χέρι. Τέλος κρύφτηκε ολόκληρος κάτω από τη γη δίπλα από το φίλο του.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες, ώσπου ξάφνου τα δυο αγόρια ακούνε θόρυβο! Γκαπ, γκουπ! «Μα τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκαν. Κι όλο και πλησίαζαν οι χτύποι. Γκαπ, γκουπ! Περίμεναν με περιέργεια να δουν τι είναι αυτό που τους ανησυχεί. Οι ήχοι γίνονταν όλο και πιο δυνατοί, έρχονταν όλο και πιο κοντά. Και νά, ξαφνικά μια ηλιαχτίδα τους τυφλώνει! Κι άλλη, κι άλλη! Και λούστηκαν στο φως. Ήλιος! Και μαζί αεράκι και οι ευωδιές από τα αγριολούλουδα! Μα τι είναι αυτό που ακούγεται; Φωνές, επιφωνήματα θαυμασμού! «Α, τι υπέροχος!». Άνθρωποι πολλοί που θαύμαζαν ξανά μετά τόσους αιώνες το μαρμάρινο αγόρι. Που αναρωτιόνταν ξανά μετά τόσους αιώνες για το άλλο αγόρι, εκείνο που για χάρη του σμιλεύτηκε στο μάρμαρο ο Κούρος. Ήταν αρχαιολόγοι και άλλοι πολλοί. Πιάσαν όλοι μαζί προσεκτικά το χαμογελαστό Κούρο και τον σήκωσαν. Ξανά όρθιος μετά τόσους αιώνες! Μετά μάζεψαν με προσοχή τα οστά του αγοριού που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Βρήκαν δίπλα του την ασπίδα του φαγωμένη από το χρόνο. Και το ακόντιο του. Και την πανοπλία του. Τα όπλα του που δεν τα αγαπούσε πια. Όλα σκουριασμένα και σχεδόν κατεστραμμένα. Τα μάζεψαν και αυτά.

Τα δυο αγόρια ανασκίρτησαν. «Και τώρα που μας πάνε; Θα μας χωρίσουν άραγε;» «Μα δε γίνεται αυτό», απάντησε φοβισμένος ο Κούρος. «Εγώ φτιάχτηκα για να σε συντροφεύω και να σε θυμίζω στους ανθρώπους που με βλέπουν!» Τον πήρανε τον Κούρο. Τον έστησαν σε ένα ωραίο μουσείο μαζί με πολλά άλλα εκθέματα. Πολλοί επισκέπτες τον κοίταζαν με θαυμασμό, άλλοι απλά τον γυρόφερναν με περιέργεια, σχεδόν κανείς όμως δεν σκεπτόταν το φίλο του, το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα, ούτε και ξέρανε την ύπαρξη του. Εκείνος πάντα συνέχιζε να χαμογελά. Αλλά τα βράδια, όταν το μουσείο κλείδωνε τις πόρτες του και μέναν μόνα τους τα αγάλματα, ο Κούρος έπαυε να χαμογελά, γιατί του έλειπε ο φίλος του. Πού ήταν; Κανείς δεν ήξερε. Ίσως σε κάποιο υπόγειο του μουσείου ή σε κάποια αποθήκη. Μα πώς μπόρεσαν να τους χωρίσουν; Ένα δάκρυ κύλησε στο μαρμάρινο μάγουλο του. Κι ύστερα άρχισε πάλι να χαμογελά. Σκέφτηκε πως περνώντας οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες ίσως ξανάβρισκε το φίλο του, το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα, μα τώρα δεν τα αγαπούσε καθόλου. Έτσι κι αλλιώς ήταν αθάνατος. Είχε όλο τον καιρό δικό του να περιμένει και να ελπίζει. Μια αιωνιότητα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: