Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Τα ξενιτεμένα ξαδέλφια

Εισαγωγή
Όλοι έχουμε υπ’όψιν μας την εικόνα παιδιών που βαριούνται αφόρητα τα μουσεία. Και έχουν δίκιο. Τι να τους πουν τα αντικείμενα μιας άλλης εποχής, όταν αγνοούν τη χρησιμότητά τους, το μύθο που απεικονίζουν, την εποχή που τα γέννησε κ.ο.κ. Το παραμύθι αυτό φιλοδοξεί, όχι βέβαια να καλύψει τους πολυάριθμους τομείς που απαιτούνται για να μπορέσουν τα παιδιά να κατανοήσουν και εν τέλει πραγματικά να θαυμάσουν τα μουσειακά εκθέματα, αλλά τουλάχιστον να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους. Ενσωματώνοντας πληροφορίες με τον πλέον ανώδυνο τρόπο του παραμυθιού τα κάνει, πιστεύω, να αντιληφθούν ότι όλα τούτα που παρατάσσονται απρόσωπα στις προθήκες, προορίζονταν για ανθρώπους σαν και τα ίδια. Και ότι βεβαίως είναι κάτι πολύ παραπάνω από τα ξερά ταμπελάκια που τα συνοδεύουν.

Έχουν επιλεγεί μια σειρά από έργα της κεραμεικής, αγγεία κυρίως. Κάποια από αυτά βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Κάποια άλλα σε μουσεία του εξωτερικού (εξού και ο τίτλος "Τα ξενιτεμένα ξαδέλφια"). Οι εικόνες που συνοδεύουν το παραμύθι είναι παρμένες από τον τόμο «Αρχαία Αγγεία» της σειράς Ελληνική Τέχνη της Εκδοτικής Αθηνών. Δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω εικόνες των νευρόσπαστων και του πήλινου ομοιώματος του σπιτιού. Υπόσχομαι να επιστρέψω με περισσότερες πληροφορίες για αυτά. Σίγουρα αξίζει τον κόπο να τα αναζητήσετε στο δεύτερο όροφο του Εθνικού Αρχαιολογικού. Καλή ανάγνωση για όσους κάνουν τον κόπο να διαβάσουν το παραμύθι στα παιδιά τους. Κι αν μετά από χρόνια ένα τουλάχιστον παιδί αναγνωρίσει έστω και ένα από τα αγγεία που πρωταγωνιστούν, θα θεωρήσω πως άξιζε τον κόπο η όλη προσπάθεια.



Μια φορά κι έναν καιρό, όχι τα παλιά χρόνια που τα λέμε παρελθόν, ούτε πολύ μετά από εμάς στο μέλλον, αλλά τώρα στο παρόν, ήταν μια παρεούλα από αρχαία αγγεία και άλλα όμορφα αντικείμενα από πηλό. Μένανε εδώ και χρόνια σε μια μεγάλη αίθουσα του Μουσείου. Ήταν φίλοι, αν και φτιάχτηκαν σε διαφορετικές εποχές, πάντως όχι πολύ μακρινές μεταξύ τους. Τη μέρα στέκονταν ακίνητα, ακούνητα, αμίλητα να παριστάνουν τα άψυχα αντικείμενα περασμένων εποχών. Μεγαλοπρεπή μέσα σε γυάλινες βιτρίνες, τις προθήκες τους, τα πιο μικρά και άλλα ελεύθερα κοίταζαν τον κόσμο έξω από βιτρίνες. Κόσμος πολύς, που γέμιζε την αίθουσα καθημερινά, θαύμαζε την παρεούλα. Τα βράδια όμως, όταν δεν ακούγονταν τα βαριά βήματα του φύλακα, που νυσταγμένος περιδιάβαινε από αίθουσα σε αίθουσα, τα αγγεία πιάναν κουβεντούλα, όπως κάνει κάθε παρεούλα.

Το συνηθισμένο τους παιγνίδι ήταν να μαντέψουν τι γλώσσες μιλούσαν οι επισκέπτες της κάθε μέρας και δεν κρατιόντουσαν από τον ενθουσιασμό τους, αν τύχαινε να έρθει κανείς που μιλούσε γλώσσα που δεν είχαν ξανακούσει. Τότε στοιχημάτιζαν και καμμιά φορά μάλιστα αρπάζονταν μεταξύ τους. «Μα το ζωγράφο του Νέττου, το δημιουργό μου, να μη με λένε αττικό μελανόμορφο αμφορέα, αν η γλώσσα που μιλούσανε εκείνοι οι σημερινοί επισκέπτες, δεν ήταν Καρχηδονιακά!» είπε ένας μεγάλος αμφορέας που είχε πολλούς θαυμαστές και ονειρευόταν πως τους υπογράφει αυτόγραφα. «Ασφαλώς Καρχηδονιακά ήταν!» φρούμαξε ο κένταυρος Νέσσος, μισός άλογο, μισός άνθρωπος, της παράστασης που ήταν ζωγραφισμένη στο λαιμό του αμφορέα. Ο Ηρακλής, που είχε πιάσει από τα μαλλιά το Νέσσο, χαλάρωσε το τράβηγμα για λίγο, για να συμφωνήσει μαζί του. «Βέβαια!» είπε κουνώντας το ξίφος του πάνω κάτω.

«Μα τι λέτε;» χλιμίντρισαν περήφανα τα άλογα του Αχιλλέα, που φημίζονταν για την ανθρώπινη λαλιά τους. «Σήμερα δε μιλιούνται πια τα Καρχηδονιακά. Είναι προ πολλού μια νεκρή γλώσσα», πήρε το λόγο το λευκό άλογο και τίναξε την υπέροχη μακριά του χαίτη λοξοκοιτώντας τα αδέρφια του, τα δύο μαύρα γυαλιστερά άλογα. Το τέταρτο άλογο δεν ήταν μαζί τους. Βρισκόταν σε ένα άλλο κομμάτι αγγείου, ένα όστρακο δηλαδή κάπου στην Ακρόπολη, αφού δεν κατάφεραν να το βρουν οι αρχαιολόγοι. «Μα τι έξυπνα άλογα που έχω!» καμάρωσε ο Αχιλλέας, που χάιδευε στοργικά τη μουσούδα του πιο κοντινού του αλόγου, πανέμορφος και κατάμαυρος, όπως ήταν όλοι μαύροι, μελανοί, στα αγγεία της εποχής που φτιάχτηκε, τα μελανόμορφα. «Μα το Νέαρχο, το δημιουργό μας», είπε φωναχτά ο Αχιλλέας, «έχουν δίκιο τα άλογα μου!» και χάιδεψε ξανά το μουσούδι του πιο κοντινού του αλόγου.

«Ουφ, τι ξιπασμένος αυτός ο Αχιλλέας!» σκέφτηκε η θεά Αθηνά σε έναν παναθηναϊκό αμφορέα παραδίπλα, μαύρη κι αυτή, όπως και ο Αχιλλέας, μόνο σαν γυναίκα που ήταν, είχε λευκό πρόσωπο και πόδια. «Επειδή ανήκει σε όστρακο που έτυχε να σώζει πάνω του την υπογραφή του αγγειογράφου του, νομίζει πως είναι κάποιος!» «ΝΕΑΡΧΟΣ ΜΕ ΕΓΡΑΦΣΕΝ», είπε κοιτώντας κοροϊδευτικά τον Αχιλλέα και τα άλογά του κάνοντας τάχα πως τώρα εκείνη αντιλαμβάνεται την επιγραφή. Τα κοκόρια πάνω στους δύο κίονες, ένα από κάθε πλευρά της θεάς, έβγαλαν ένα μακρύ κικιρίκου τονίζοντας τον κοροϊδευτικό τόνο των λόγων της αφέντρας τους. «Δηλαδή ο παναθηναϊκός μας αμφορέας, τέτοιο έπαθλο για τους νικητές αθλητές στους αγώνες που γίνονταν για χάρη της θεάς Αθηνάς στην Αθήνα, είναι λιγότερο σπουδαίος μόνο και μόνο γιατί είναι ανυπόγραφος;» γρύλισαν σχεδόν οι δύο παλαιστές που κυλιόντουσαν χάμω στην άλλη πλευρά του αμφορέα.

«Έλα τώρα, μη ζηλεύεις!» είπε χαμογελώντας χαριτωμένα μια κομψή λευκή λήκυθος, σωστή κυρία, σεμνή και μετρημένη, όπως ταιριάζει σε ένα αγγείο που συνοδεύει τους ανθρώπους στην τελευταία τους κατοικία, όταν αφήνουν τη ζωή και άσπρισε ακόμα περισσότερο. Ο όμορφος νεαρός καθιστός άντρας με τα μελαγχολικά μάτια και την παραίτηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, συνέχισε να ατενίζει αφηρημένος τον άλλο κόσμο που τον περίμενε, ενώ η γυναίκα του δίπλα, που κρατούσε την ασπίδα του, συμπλήρωσε: «Ελάτε τώρα, σταματείστε! Υπάρχει ένα άλλο θέμα να συζητήσουμε πολύ πιο σοβαρό από το ποιοι από εμάς έχουν το όνομα του αγγειογράφου ή του αγγειοπλάστη τους γραμμένο πάνω τους. Ούτε ίσως έχει πολύ σημασία τι γλώσσα μιλούσαν οι σημερινοί τουρίστες. Άκουσα ένα νέο συνταρακτικό!» Ο άντρας της με τα μελαγχολικά μάτια που καθόταν δίπλα της, συνέχιζε να κοιτάζει αδιάφορος κάπου πέρα μακριά.

«Ξέρω για τι μιλάς!» αντήχησε η βαθιά και μεγαλοπρεπής φωνή ενός λέβητα, αγγείου που χρησιμοποιούσαν σε γάμους. «Κάτι άκουσα κι εγώ», σφύριξαν όλα μαζί τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας, του τέρατος που πάλευε ο Ηρακλής μαζί με το φίλο του Ιόλαο, όλοι μαύροι, αφού ο λέβης ήταν μελανόμορφος. Κούνησε το φαρδύ λαιμό του, που είχε πάνω του ζωγραφισμένο ένα άρμα με τέσσερα άλογα, τόσο που παραλίγο να του πέσει το καπάκι του, ανακάθισε στο δυνατό του πόδι, που ήταν κι αυτό ζωγραφισμένο και συνέχισε στη θέση της γυναίκας που παριστανόταν στη λευκή λήκυθο: «Άκουσα πως θα μας επισκεφθούν τα ξενιτεμένα ξαδέρφια μας που μένουν σε χώρες του εξωτερικού σε μεγάλα μουσεία και κόσμος πολύς τα θαυμάζει. Όσο για γιατρούς και νοσοκομεία υπάρχουν, λέει, και εκεί συντηρητές που τα έχουν μη στάξει και μη βρέξει και περίφημα εργαστήρια συντήρησης».

«Α!» αναφώνησαν ενθουσιασμένα όλα μαζί τα αγγεία. «Και πότε θα μας επισκεφθούν με το καλό;» τσίριξε ένα μικρό νευρόσπαστο, μια πήλινη κούκλα δηλαδή, που τα χέρια και τα πόδια της ήταν ξέχωρα κομμάτια δεμένα με σπάγγο στο σώμα της. «Πολύ σύντομα. Είδα μια αφίσα, καθώς με γυρνούσαν από το ινστιτούτο ομορφιάς, όπου οι συντηρητές μου κάναν έναν καθαρισμό αλάτων που επικάθονταν πάνω μου», είπε ο λέβης και ανακάθισε με φιλαρέσκεια. «Μιλούσε για μια έκθεση που θα ξεκινήσει την άλλη βδομάδα και θα διαρκέσει ένα μήνα». «Υπέροχα!» είπε με ψιλή φωνούλα ένα δεύτερο νευρόσπαστο και ξαφνικά νοστάλγησε το κοριτσάκι που την έπαιζε. «Χμ, ενδιαφέρον!» μουρμούρισε ένα πήλινο ομοίωμα σπιτιού, που ήταν μοναδικό στο είδος του και περηφανευόταν πολύ γι’αυτό. Έτριξε λίγο τη σκεπή του και είπε γουρλώνοντας τα σαν μάτια παραθυράκια του: «Να υποδεχτούμε τα ξενιτεμένα μας ξαδέρφια, όπως τους αξίζει! Να τα φιλοξενήσουμε έτσι ώστε να τιμήσουμε το Δία, το θεό της φιλοξενίας!» και άρχισε αμέσως να ξεσκονίζει το μοναδικό του δωμάτιο και να γυαλίζει τη ζωγραφισμένη του στέγη.

«Ναι, ναι!» συμφώνησαν ενθουσιασμένα όλα τα αγγεία και αυτή τη φορά ακόμα και ο καθιστός άντρας με τα μελαγχολικά μάτια στη λευκή λήκυθο φάνηκε να δείχνει επιτέλους κάποιο ενδιαφέρον για όσα γίνονταν γύρω του. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του κάνοντας τη νεαρή γυναίκα δίπλα του να πετάξει από χαρά, τόσο που παραλίγο να της πέσει η ασπίδα του! Ο Ηρακλής και ο κένταυρος Νέσσος έπαψαν να τσακώνονται, οι παλαιστές του παναθηναϊκού αμφορέα σηκώθηκαν από κάτω, όρθωσαν τα κορμιά τους και μια και δυο όλοι έπιασαν να γυαλίζουν τα σώματα των αγγείων τους και να ξεσκονίζουν τις προθήκες. Ο Αχιλλέας καταπιάστηκε να χτενίζει τις χαίτες των υπέροχων αλόγων του και είπε από μέσα του τι καλά που θα ήταν να γινόταν ένα θαύμα και να βρισκόταν το όστρακο με το τέταρτο άλογο του, που πολύ του έλειπε, λίγο πριν καταφθάσουν τα ξενιτεμένα τους ξαδέρφια. Η θεά Αθηνά γυάλισε την ασπίδα και το κράνος της και ευχήθηκε να έβρισκε κάπου λίγο λάδι να γεμίσει τον παναθηναϊκό αμφορέα που ήταν πάνω του ζωγραφισμένη. Γιατί με λάδι γεμάτο τον έδιναν ως έπαθλο στους νικητές αθλητές των αγώνων της και της κακοφαινόταν που τώρα ήταν αδειανός. Όσο για τα δύο νευρόσπαστα, αυτά από τη χαρά και τον ενθουσιασμό τους κουνούσαν τόσο πολύ τα χέρια και τα πόδια τους, που δεν κατάφεραν να κάνουν τίποτα.

Οι μέρες περνούσαν γρήγορα. Τα αγγεία μας, όταν δεν καθάριζαν και δεν στίλβωναν τα σώματά τους, έκαναν προβλέψεις για το ποια από τα διάσημα ξαδέρφια τους θα κατέφθαναν. Ώσπου ξημέρωσε επιτέλους η πολυπόθητη μέρα. Η αίθουσα έκλεισε για το κοινό και πρωί πρωί οι άνθρωποι του Μουσείου, φύλακες, συντηρητές και άλλοι άρχισαν να στοιβάζουν μεγάλα κιβώτια, που ήταν προσεκτικά κλεισμένα και με ένα νούμερο το καθένα γραμμένο με κόκκινο χρώμα στο καπάκι. Τα αγγεία μας καρδιοχτυπούσαν από την αγωνία και ακούνητα, ακίνητα, αμίλητα, γιατί ήταν μέρα και παρίσταναν τα άψυχα μπροστά στους ανθρώπους, περίμεναν να ανοιχτούν τα κιβώτια.

«Λάκη, βοήθα με να ανοίξω τούτο το κιβώτιο», είπε ένας άνθρωπος και άφησε απορημένα τα αγγεία που τον άκουγαν. «Λάκη, άκου Λάκη, τι όνομα είναι αυτό; Ούτε Ανακρέοντας ή Λαομέδοντας ή Ευριβιάδης, ένα τέλος πάντων από τα συνηθισμένα ονόματα!» Γρήγορα όμως σταμάτησαν να ασχολούνται με το όνομα του Λάκη, καθώς βλέπουν -ω θεοί!- ένα ανθρωπάκι κοντόχοντρο και κοιλαράδικο να τρέχει ολόγυμνο φορώντας μόνο ένα περίεργο καπελάκι, τον πίλο. «Ποιος είναι αυτός;» έκραξε το μικρό νευρόσπαστο τρομαγμένο.
«Είμαι ο Οδυσσέας, αλλά είμαι κάπως αστείος κι όχι σαν τον Οδυσσέα που ξέρετε, τον γοητευτικό και καταφερτζή, γιατί ανήκω σε έναν καβειρικό σκύφο, που μας θέλει όλους σαν γελοιογραφία. Χαίρω πολύ. Τι ατέλειωτο ταξίδι και σαν να μην έφτανε αυτό, με κυνηγάει συνεχώς η Κίρκη να με ποτίσει το μαγικό ποτό της και να με κάνει γουρούνι. Ακούς εκεί γουρούνι!» Κι αμέσως βλέπουν τα αγγεία να τρέχει ξοπίσω του μια άσχημη κοντόχοντρη γυναικούλα, που σε τίποτα δε θύμιζε την πανέμορφη μάγισσα Κίρκη. «Από πού κατάγεσαι και πούθε μας έρχεσαι;» μόλις που πρόλαβε να του φωνάξει ο γαμικός λέβης, καθώς ο αστειούλης Οδυσσέας ξεμάκραινε. «Στη Θήβα φτιάχτηκα, στην Οξφόρδη με πήγανε να μείνω, μακριά από την πατρίδα μου», ακούστηκε από μακριά η φωνή του κι ύστερα χάθηκε στις διπλανές αίθουσες. Τα αγγεία του Μουσείου κρατούσαν την κοιλιά τους από τα γέλια. «Δεν ήξερα ότι έχουμε τόσο αστείο ξάδελφο!» είπε και γέλασε τόσο το ομοίωμα του σπιτιού που παραλίγο να του φύγει η σκεπή.

«Αγαπητά ξαδέρφια, καλώς σας βρήκαμε. Πολύ χαιρόμαστε που επισκεπτόμαστε έστω και για λίγο την πατρίδα!» ακούστηκε ξάφνου μια φωνή νεανική και μελωδική από ένα κιβώτιο που μόλις είχε ανοίξει. Και βλέπουν όλοι με μάτια γουρλωμένα από τον θαυμασμό μια πανέμορφη κύλικα με δυο μορφές ερυθρές, κοκκινωπές δηλαδή, σε μαύρο φόντο.
Ήταν η περίφημη ερυθρόμορφη κύλικα του Σωσία, έτσι υπέγραφε ο αγγειοπλάστης που την έφτιαξε. Ο ένας από τους δύο νέους φορούσε κράνος και θώρακα και έδενε το τραύμα που είχε στο χέρι του ο νεαρός φίλος του δίπλα του. «Να σας συστηθούμε. Είμαι ο Αχιλλέας κι από εδώ ο καλός μου φίλος Πάτροκλος». «Χαιρετώ...» βόγγηξε ο Πάτροκλος που πονούσε. «Άσχημο πράγμα ο πόλεμος. Κοιτάξτε τι έπαθα!» «Γεια σου Αχιλλέα. Πολύ χαίρομαι που είσαι εξίσου όμορφος με μένα», πετάχτηκε από το βάθος ο άλλος Αχιλλέας, ο μελανόμορφος, που χάιδευε στο όστρακό του τα άλογά του. Συγκινημένοι περιεργάζονταν ο ένας τον άλλο. «Ωχ!» βόγγηξε ξανά ο Πάτροκλος και τα λευκά του δόντια άστραψαν.

Και ξάφνου φωνές βαριές, αντρικές, ψιλές, νεανικές, κοριτσίστικες, γυναικείες, επιφωνήματα χαράς, ενθουσιώδεις χαιρετισμοί, ήχοι πολλοί και διάφοροι ακούγονταν από παντού. Είχαν ανοίξει οι άνθρωποι όλα τα κιβώτια και ξεπρόβαλαν πλήθος αγγεία, ψιλόλιγνα, κοντόχοντρα, με ψηλό πόδι, με κοντό πόδι, με λαβές, χωρίς λαβές, με σώμα λεπτό, με σώμα πιο παχύ, όλα ζωγραφισμένα, άλλα με μορφές μαύρες σε ερυθρό φόντο, άλλα με ερυθρές μορφές σε φόντο μαύρο. Τα τελευταία, τα ερυθρόμορφα, ήταν νεότερα από τα άλλα, τα μελανόμορφα. Κάποιοι φορούσαν πανοπλία, μερικοί χιτώνες, άλλοι ήταν γυμνοί, πολλές γυναίκες φορούσαν πέπλο στα καλλίγραμμα σώματά τους.

Και τότε μουσικές πλημμύρισαν την αίθουσα, που έβγαιναν από ένα μελανόμορφο πινάκιο, ένα πιάτο.
Μια όμορφη γυναίκα έπαιζε αυλό και ο άντρας μπροστά της χόρευε λυγίζοντας τη μέση του και σέρνοντας ρυθμικά τα βήματά του. Το ποτήρι με το κρασί που κρατούσε, η κύλικα του, μόλις που στεκόταν στο χέρι του, ενώ με το άλλο χέρι κράταγε μια λύρα. Νότες, νότες παντού αιωρούνταν στην αίθουσα, πέταγαν στο ταβάνι, χώνονταν στα κιβώτια, κόλλαγαν στις προθήκες. Κισσοί και κληματαριές ξέφυγαν από τα αγγεία και τα τύλιξαν και αγκάλιασαν τους τοίχους, ενώ λωτοί και ανθέμια και ρόδακες έπεφταν παντού σαν ψιλόβροχο. Άλλα αγγεία έπιασαν να χορεύουν, μερικά να τραγουδούν, πολλά το έρριξαν στο κρασάκι και όλοι, μα όλοι έπαψαν να τσακώνονται, να παλεύουν ή να πολεμούν μεταξύ τους. Τώρα ήταν γιορτή. Και τι γιορτή! Προς τιμή των ξενιτεμένων αγγείων, των ξάδερφών τους, που έμεναν πια μόνιμα σε διάσημα μουσεία του εξωτερικού. Τι Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, τι Βρεττανικό Μουσείο, τι Λούβρο στο Παρίσι και ένα σωρό άλλα!

Ακόμα και πάνω σε έναν κρατήρα ο Ύπνος και ο Θάνατος, τα δύο φτερωτά δίδυμα αδέρφια που μετέφεραν το Σαρπηδόνα, το γιο του Δία, που έπεσε στη μάχη, πίσω στην πατρίδα του, ξεχάστηκαν για λίγο, έπαψαν να είναι βλοσυροί και ανέκφραστοι, όπως ταιριάζει στην άχαρη δουλειά τους και χαμογέλασαν. Γρήγορα ο θεός Ερμής που τους παρακολουθούσε, τους ανακάλεσε στην τάξη. Χαμογέλασε βέβαια και ο ίδιος λιγάκι κουνώντας τις μικρές φτερούγες του καπέλου του, ξεχάστηκε για λίγη ώρα, αλλά πώς να τον παρασύρει τελείως η γιορτή, αφού έβλεπε το Σαρπηδόνα, τέτοιο παλικάρι, να το παίρνουν μαζί τους ο Ύπνος και ο Θάνατος. «Άχ», αναστέναξε, «ακόμα και τα παιδιά των θεών φεύγουν από τη ζωή!»

Διέκοψε τις σκέψεις του η κομψή λευκή λήκυθος, που τον πλησίασε και χαμογελώντας μετρημένα τον ρώτησε: «Ποιος είναι ο Λέαγρος;» και του έδειξε με το βλέμμα μια επιγραφή στα δεξιά του. Ο Ερμής απορημένος έστρεψε το βλέμμα του να δει την επιγραφή «ΛΕΑΓΡΟΣ ΚΑΛΟΣ» λίγο παραδίπλα του, ενώ ο Ύπνος και ο Θάνατος, σαν άτακτα παιδιά, βρήκαν ευκαιρία να ξαναπιάσουν τα γελάκια. Μόνο ο Σαρπηδόνας στεκόταν ξαπλωμένος με τα όμορφα μάτια του μισάνοιχτα και τις πυκνές του βλεφαρίδες ακίνητες, απαθής για όσα συνέβαιναν γύρω του. «Ο Λέαγρος ήταν ένας πολύ ωραίος νέος την εποχή που μας ζωγράφισε ο Ευφρόνιος. Θέλησε λοιπόν ο αγγειογράφος μας, ο φημισμένος Ευφρόνιος να διαλαλήσει την ομορφιά του νεαρού αυτού γράφοντάς το στο αγγείο του, τον κρατήρα μας». «Α ναι, αυτό το γνωρίζω. Και σε πολλά αγγεία του Μουσείου μας υπάρχουν παρόμοιες επιγραφές για άλλους ωραίους νέους. Έλεγα μήπως ήξερες τον Λέαγρο προσωπικά», είπε η θλιμμένη γυναίκα της λευκής ληκύθου, έρριξε μια ματιά όλο κατανόηση στο Σαρπηδόνα, που τόσο έμοιαζε το ύφος του με του άντρα της κι έφυγε με αργά μεγαλοπρεπή βήματα, που είχαν γίνει και λίγο λικνιστά εξαιτίας της μουσικής.

Την αρπάζει τότε ο Ηρακλής, λίγο άξεστα είναι η αλήθεια, αυτός που πάλευε με τη Λερναία Ύδρα και την παρασέρνει στο χορό. Δυο Διόνυσοι, αρχηγοί του γλεντιού, έσερναν το χορό, ένας μελανόμορφος κι ένας ερυθρόμορφος και πλήθος Σάτυροι και Μαινάδες και των δύο ειδών στροβιλίζονταν παντού. Ακόμα κι ο Πάτροκλος παρά το πληγωμένο του χέρι κατέβασε ένα-δυο κύλικες κρασί, νερωμένο βέβαια, όπως το έπιναν όλοι, και άρχισε να χορεύει. Τι χρώματα κι αρώματα και μουσικές, τι ατμόσφαιρα γιορτινή, πραγματικά διονυσιακή!

«Ιιιιιι...» έτριξε τότε μια πόρτα. Τα αγγεία είχαν βρει ευκαιρία να στήσουν το γλεντάκι τους, ενώ οι άνθρωποι είχαν φύγει για λίγο από την αίθουσα, για να κολατσίσουν. Μόλις που πρόλαβαν να γυρίσουν στις θέσεις τους και να προσποιηθούν τα ακίνητα, ακούνητα, αμίλητα. Τα αμπελόφυλλα και οι κισσοί γύρισαν πίσω στα αγγεία από όπου είχαν ξεπηδήσει. Μερικοί ρόδακες και ανθέμια ξέμειναν κολλημένα στην ταβάνι. Ο Ηρακλής πήδηξε γρήγορα-γρήγορα στο λέβη του και έκανε πως παλεύει με τη Λερναία Ύδρα, μόνο που ξέχασε να πάρει το σπαθί του. Τα νευρόσπαστα έπαψαν να κουνούν χεράκια-ποδαράκια στο ρυθμό της μουσικής. Τα άλογα του Αχιλλέα σταμάτησαν να τριποδίζουν ρυθμικά, ενώ ο Ύπνος και ο Θάνατος έκαναν τάχα πως μεταφέρουν το Σαρπηδόνα. Όσο για τον αστείο Οδυσσέα, λίγο έλειψε να τον πιάσει η Κίρκη και να τον ποτίσει με τα βοτάνια της, για να γίνει γουρούνι. Οι παλαιστές του παναθηναϊκού αμφορέα ξανακυλίστηκαν χάμω κι έκαναν πως παλεύουν, ενώ ο άλλος Ηρακλής και ο κένταυρος Νέσσος έτρεξαν πίσω στον αμφορέα τους, μόνο που τώρα πιο πολύ έμοιαζαν να αγκαλιάζονται παρά να τσακώνονται.

«Χμ, πόσο σου αλλάζει τη διάθεση ένα κολατσιό και ένας ζεστός καφές!» μουρμούρισε ο Λάκης, μόλις μπήκε στην αίθουσα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει αλλιώς αυτήν την περίεργη χαρά που πλανιόταν στον αέρα. «Εμπρός παιδιά, δουλειά!» φώναξε στους υπόλοιπους και όλοι μαζί καταπιάστηκαν να τοποθετήσουν τα νεοφερμένα αγγεία στις προθήκες. «Η έκθεση ανοίγει αύριο, βιαστείτε να προλάβουμε», συμπλήρωσε με την αίσθηση ότι κάτι περίεργο συνέβαινε, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι ήταν αυτό. «Ουφ, δεν είμαι με τα καλά μου!» είπε στον εαυτό του και συνέχισε τη δουλειά του χωρίς να δίνει πια σημασία στην περίεργη αίσθησή του. Μέχρι το απόγευμα είχαν τελειώσει. Όλα τα αγγεία που επισκέφθηκαν για λίγο την πατρίδα τους, μπήκαν με τάξη στις προθήκες. Έβαλαν και στο καθένα από ένα ταμπελάκι, είναι αλήθεια λίγο ξερό και τυπικό: «Βοιωτικός μελανόμορφος καβειρικός σκύφος, 410-400 π.Χ.», για το αγγείο του αστειούλη Οδυσσέα και της άσχημης Κίρκης. Ή «Αττική ερυθρόμορφη κύλικα 500 π. Χ.», για το αγγείο του Αχιλλέα που με αγάπη δένει το τραύμα του φίλου του του Πάτροκλου. Ή «Αττικός ερυθρόμορφος καλυκωτός κρατήρας, 515-510 π.Χ.», για τον μακρυμάλλη γλυκό νέο, το Σαρπηδόνα που είχε πέσει στη μάχη και τον πήγαιναν στην πατρίδα του τα δύο φτερωτά αδέρφια, ο Ύπνος και ο Θάνατος. Παρόμοια ταμπελάκια είχαν και τα αγγεία του Μουσείου μας: «Παναθηναϊκός αμφορέας 490 π.Χ.», για τον αμφορέα με την Αθηνά και τους παλαιστές. Και πού να φανεί στο ταμπελάκι το κικιρίκου των δυο κοκόρων πάνω στους κίονες, που ανάμεσα τους στέκει η θεά Αθηνά... Ή «Αττικός μελανόμορφος κάνθαρος (τμήμα) 560-555 π.Χ.», για το όστρακο με τον Αχιλλέα και τα άλογά του. Και πώς να ακουστεί στο ταμπελάκι το χλιμίντρισμα των τριών αλόγων και πώς να φανεί ο καϋμός του Αχιλλέα για το τέταρτο άλογο του, που δε βρέθηκε...

«Όλα έτοιμα», φώναξε ο Λάκης, όταν τοποθέτησαν και το τελευταίο ταμπελάκι. «Πάμε, αύριο πάλι εδώ θα είμαστε, είναι η μεγάλη μέρα των εγκαινίων της έκθεσης», είπε και έφυγαν διπλοκλειδώνοντας την πόρτα. Η έκθεση άνοιξε την άλλη μέρα τις πόρτες της στο κοινό. Κόσμος πολύς ήρθε, για να θαυμάσει τα αγγεία, που ήρθαν προσωρινά από διάσημα μουσεία του εξωτερικού. Διάβαζαν τα ταμπελάκια, περιεργάζονταν για λίγο κάθε αγγείο και έφευγαν. Κανείς δεν άκουγε τα κικιρίκου και τα χλιμιντρίσματα, που αραιά και πού ξέφευγαν, ούτε τα πνιχτά γελάκια. Ούτε κανείς έβλεπε τους ρόδακες και τα ανθέμια που είχαν ξεμείνει κολλημένα στο ταβάνι.

Κανείς εκτός από ένα κοριτσάκι, μικρό, πολύ μικρό, μόλις που είχε αρχίσει να μιλάει. Άκουσε τα χλιμιντρίσματα και έπιασε τα γελάκια. Της έκλεισε το μάτι ο Ηρακλής και ενθουσιάστηκε. Κούνησαν τα νευρόσπαστα τα χεράκια και τα ποδαράκια τους και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Όταν μάλιστα άκουσε λίγες νότες που έπαιξε η αυλήτρια για χάρη της, άρχισε να χορεύει. «Μα τι έπαθε το παιδί μας;» αναρωτιόνταν κατάπληκτοι οι γονείς της και βιάστηκαν να κρύψουν το χαμόγελό τους, γιατί τους φάνηκε αστείο σε έναν τέτοιο χώρο με τόσο σοβαρούς ανθρώπους το κοριτσάκι τους να γελάει και να χορεύει. Ξαφνικά αντιλήφθηκε με την άκρη του ματιού του ο μπαμπάς της ένα αστείο, γυμνό και κοντόχοντρο ανθρωπάκι να τρέχει και ξωπίσω του μια γυναικούλα εξίσου αστεία να προσπαθεί κάτι να τον ταϊσει! «Α, δε νιώθω πολύ καλά σήμερα...» παραπονέθηκε στη γυναίκα του. «Θα πάρω μια βδομάδα άδεια να ξεκουραστώ. Έχω αρχίσει, μου φαίνεται, να καταρρέω από την πολλή δουλειά», σκέφτηκε και προχώρησε να διαβάσει το επόμενο ταμπελάκι τόσο απορροφημένος, που δεν πρόσεξε πως το κοριτσάκι τους ξεκαρδιζόταν ακόμα στα γέλια και συνέχιζε να χορεύει. Ούτε πρόσεξε πως κάποια στιγμή κύλισε ένα δάκρυ από το αριστερό της ματάκι, όταν είδε ότι μόνο ο Σαρπηδόνας ήταν πραγματικά ακίνητος, ακούνητος, αμίλητος.


ΑΓΓΕΙΑ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Από το βιβλίο ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ, ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΓΕΙΑ, Μιχάλης Τιβέριος, εκδ. Εκδοτική Αθηνών

1. εικ. 19-20, σ. 64-5, Ο Ηρακλής με τον κένταυρο Νέσσο, Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
2. εικ. 25, σ. 69, Ο Αχιλλέας με τα άλογα του, Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
3. εικ. 55, σ. 92, Αυλήτρια και κωμαστής, Βασιλεία, Antikenmuseum und Summlung Ludwig.
4. εικ. 59, σ. 96, Παναθηναϊκός αμφορέας, Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
5. εικ. 75, σ. 108, Ο Ηρακλής με την Λερναία Ύδρα, Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
6. εικ. 76-77, σ. 109, Ο Οδυσσέας και η Κίρκη, Οξφόρδη, Ashmolean Museum.
7. εικ. 94-95, σ. 124, Ο Σαρπηδόνας, Νέα Υόρκη, Metropolitan Museum of Art.
8. εικ. 104, σ. 132, Αχιλλέας και Πάτροκλος, Βερολίνο, Antikenmuseum, Staatliche Museen, Preubischer Kulturbesitz.
9. εικ. 219-220, σ. 232-3, Λευκή λήκυθος με καθήμενο πολεμιστή, Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: