
Το Okuribito (Departures), μία σύγχρονη εξαιρετική ιαπωνική ταινία (2008), αναφέρεται με ξεχωριστή ευαισθησία σε ένα μουσικό, που με την απόλυσή του από την ορχήστρα που έπαιζε βιολοντσέλο, βλέπει το όνειρο της ζωής του να καταρρέει. Αναζητώντας δουλειά στην επαρχιακή πόλη που μετοικεί με τη γυναίκα του, παγιδεύεται από την υψηλή αμοιβή που του προσφέρει ιδιοκτήτης γραφείου κηδειών. Η απέχθεια του για τα πτώματα και η κοινωνική του απαξίωση προοδευτικά μεταλλάσσονται σε μία βαθύτερη αντίληψη του θανάτου που περνά μέσα από το σεβασμό του νεκρού. Αντίληψη πως ο νεκρός κάποτε ήταν ζωντανός και το όλο τελετεργικό του μακιγιαρίσματος είναι ζωτικής σημασίας για τους συγγενείς. Αλλά και για τον ίδιο, που πλέον αντιλαμβάνεται πως το αρχικά φρικώδες επάγγελμα είναι τελικά λειτούργημα. Βεβαίως στην πορεία θα έχει την ευκαιρία να προετοιμάσει το εξώδιο ταξίδι και για δικούς του ανθρώπους, με τους οποίους επικοινωνεί από τη θέση αυτή καλύτερα και ουσιαστικότερα από όταν ήταν ζωντανοί.
Το όλο θέμα πολύ βαθύτερα ανεπτυγμένο στην ιαπωνική αυτή ταινία, θυμίζει μία μικρή σκηνή από ένα άλλο έργο, του Τιμ Μπάρτον, τη «Νύφη». Όταν οι σκελετοί έρχονται από την κατοικία τους να συναντήσουν τους ζωντανούς, οι τελευταίοι φρίττουν και τρομοκρατούνται κατά τα γνωστά πρότυπα των θρίλερ. Μόνο ένα παιδάκι κάνει ένα βήμα μπρος και κραυγάζοντας από χαρά τρέχει και πέφτει στην αγκαλιά του παππού του, που αναγνώρισε ανάμεσα στους σκελετούς. Και φυσικά ο παππούς ανταποδίδει. Στο Okuribito ο θάνατος δεν είναι μία απλή φυσική κατάληξη, ένα ιατρικό γεγονός, ο τρόμος του αγνώστου, η απέχθεια προς το πτώμα που σήπεται. Είναι το αναπόφευκτο που στολίζεται από τους ζωντανούς με τελετουργίες όχι περιττές, ούτε αδιάφορες ή τυπικές, αλλά γεμάτες με σεβασμό για τον άνθρωπο που αναχώρησε. Κάτι σαν τελευταίο χάδι φευγαλέο στην ψυχή που σάλπαρε ήδη. Κάτι σαν τελευταία απέλπιδη προσπάθεια των ζώντων να επικοινωνήσουν με τον αγαπημένο τους.
Και κάτι ακόμα. Πολύ σημαντικό. Το μακιγιάζ που τελετουργικά και επιμελημένα κάνει ο ήρωας σαν ιδιότυπος καλλιτέχνης στον εκάστοτε νεκρό, αφήνει μία τελευταία εικόνα ανθρώπου όμορφου και ακτινοβόλου σα ζωντανού. Επιτρέπει με άλλα λόγια την ψευδαίσθηση πως ο νεκρός είναι όχι μόνο ζωντανός, αλλά και σε κάποιου είδους ακμή. Ο νεκρός λοιπόν θα συνεχίσει να ζει στη μνήμη των ανθρώπων όχι ως ένα μακάβριο πτώμα, όχι ως κάτι ξένο και άψυχο και απωθητικό, αλλά ως κάτι δικό, γνωστό, αγαπημένο. Αυτήν την τελευταία εικόνα, ακριβώς επειδή η ώρα του αποχαρετισμού είναι σκληρή, γεμάτη θλίψη, και συναισθηματικά βαρύνουσα, την κλείνουν οι εναπομείναντες τόσο έντονα και χρωματισμένα στη μνήμη τους που η ζήση του νεκρού και οι όμορφες στιγμές της ξεθωριάζουν. Κάθε φορά που πάνε οι ζωντανοί να φέρουν στο νου τους τα χίλια μύρια όμορφα που περάσανε στο παρελθόν με τον άνθρωπο που τώρα αποχαιρετούν, αυτά καλύπτονται από το μαύρο του πανιασμένου πτώματος. Αυτή η τελευταία κακή εικόνα φεύγει δύσκολα και με πολύ αγώνα από τη μνήμη, τόσο που τελικά αλλοιώνει την πραγματική εικόνα, αυτή που έχτισε ο άνθρωπος ζώντας, σε βαθμό να θαμπώνει ολάκερη τη θύμηση της ζήσης του. Υπάρχει κανείς που να έχει θρηνήσει δικούς και αγαπημένους και να μην τον πλακώνει για πολύ καιρό μετά το φευγιό και την τελετή η κακή εικόνα του τέλους, τόσο που να επικρατεί όλων των άλλων αμαυρώνοντας και ακυρώντας ουσιαστικά τη θύμηση του ανθρώπου;
Το Okuribito ασχολείται με το θάνατο, ναι. Αλλά με τέτοιο τρόπο που αυτός μοιάζει σαν συνέχεια της ζωής. Τον προσεγγίζει ή καλύτερα προσεγγίζει την τελετή που τον συνοδεύει με σεβασμό και ανθρωπιά και ομορφιά.
Με το θάνατο ασχολείται και η έκθεση Bodies που ήρθε εδώ και λίγο καιρό στη χώρα μας. Πόσο διαφορετικά όμως. Ο σεβασμός προς το νεκρό, εδώ δεν υφίσταται. Το σώμα πλαστικοποιείται, τεμαχίζεται ξεγυμνώνεται μέχρι το μεδούλι των κοκκάλων κυριολεκτικά. Τίποτα δε μένει κρυφό. Το πτώμα ή τμήματά του έτσι πλαστικοποιημένο, έχοντας κατακτήσει μια ανεπιθύμητη και απεχθή αθανασία, εκτίθεται σε κοινή θέα. Με πρόσχημα τους ιατρικούς λόγους (τότε γιατί δεν τα μελετούν μόνο γιατροί, φοιτητές ιατρικής ή επιστήμονες που σχετίζονται με την ιατρική) ή τη δυνατότητα κατανόησης των ασθενειών μας ή ακόμα χειρότερα την τέχνη περιφέρονται ανά τον κόσμο τα πτώματα ανθρώπων που επιδεικνύουν τη θνητότητα τους παρά την προβαλλόμενη πλαστική αθανασία τους. Εδώ ο θάνατος δεν αποπνέει δέος, μυστικισμό, θλίψη για το αναπόφευκτο, ελπίδα για μετεμψύχωση, πόνο για τους εναπομείναντες, προβληματισμό για το εφήμερο της ύπαρξης, κυνισμό για τους Διογένηδες. Γιατί ακόμα και στην τελευταία αυτή περίπτωση η φιλοσοφική αδιαφορία του Διογένη για το το σαρκίο του μετά θάνατον μετατρέπεται σε στεγνή και στυγνή τεχνοκρατική αδιαφορία που στερείται πάσης φύσεως φιλοσοφικό υπόβαθρο. Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι η μουμιοποίηση βρίσκει το αντίστοιχό της στην πλαστικοποίηση. Με τη διαφορά ότι ο θανών ευελπιστούσε την επανακατοίκηση του σώματός του από την ψυχή και σίγουρα όχι το ξεγύμνωμα από αδιάκριτα βλέμματα, κάποτε μάλιστα με νοσηρή περιέργεια. Αναρωτιέμαι τι θα σκεπτόταν για την εν λόγω έκθεση και την κυριακάτική μας βόλτα σε αυτήν, εκείνος ο άστεγος Ινδός που θεωρούσε σκοπό ζωής να περισυλλέγει αφιλοκερδώς μέλη ανθρώπων που πετούσαν στα σκουπίδια πλάι από ένα νοσοκομείο, και να τα ενταφιάζει. Και δήλωνε απόλυτα ευτυχισμένος με αυτό που έκανε παρά την εξαθλίωσή του.
Όπως και νά’χει δεν έχω πρόθεση να καταδείξω εκτεταμένα τα αρνητικά της ιδέας να εκτίθενται σε κοινή θέα πλαστικοποιημένα πτώματα. Ας προσθέσω μόνο ότι παρόμοια θλίψη μου φέρνουν και οι αιγυπτιακές μούμιες ή τα κτερίσματα στα μουσεία που με το πρόσχημα της χρονικής και πολιτισμικής απόστασης βεβηλώθηκαν, όχι απλά για να μελετηθεί και να φωτογραφηθεί ο πολιτισμός της εποχής, πράγμα θεμιτό, αλλά και για να εκτεθούν (χώρια βεβαίως τα κτερίσματα από τα οστά που στην καλύτερη περίπτωση στοιβάζονται στις αποθήκες κάποιου μουσείου). Λες και οι αιώνες που διαβήκαν και τα ταφικά έθιμα που μας χωρίζουν δίνουν το δικαίωμα για βεβήλωση των τάφων. Εδώ θέλω μονάχα να μιλήσω για τη έντονη εντύπωση που μου προξένησε η ευαίσθητη και βαθειά ανθρώπινη προσέγγιση του θανάτου από την ιαπωνική ταινία. Και για τη θλίψη που ένιωσα για την ισοπέδωση του θανάτου από την έκθεση Bodies. O θάνατος σε μορφή ποπ κορν για να περνάει η ώρα στο σινεμά της ζωής. Των άλλων.
Περισσότερα...