Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Πέρασα να αφήσω τα κλειδιά πάνω στην πόρτα.

Το ιστολόγιο αυτό, αν ήδη δεν έγινε αντιληπτό, τερματίζει τη λειτουργία του. Πέρασα να αφήσω τα κλειδιά πάνω στην πόρτα. Μπορεί κατά καιρούς να το επισκεφθεί όποιος περαστικός θελήσει.

Άκαμπτες γραμμούλες που ονειρεύονται ότι είναι σαρκώδη χείλη που τρέμουν.
Seprevives που τους έλειψε το θάρρος, σίγουρα όχι ο λόγος, αλλά κουνάν δασκαλίστικα το δαχτυλάκι τους εκ τους ασφαλούς. Αβρόχοις ποσίν λοιπόν.
Ευαίσθητοι που ξέρουν να αφουγκράζονται με αξιοπρέπεια παλαβές και ανήκουστες ιστορίες για αρχαιολόγους και αγάλματα.
Σκατόμυγες του νου που στερούνται οι δυστυχείς κάθε χάρη και κομψότητα.
Απελπισμένοι Παρασκευάδες που φοβούνται για τον Ροβινσώνα τους-αυτούς πραγματικά τους πόνεσα-.
Άδολοι περιπατητές.
Και άλλοι μερικοί.
Κύκλοι πάντως που πίστευαν ότι είναι χοάνες ικανές να καταπιούν ακόμα και τον ίδιο τους τον εαυτό, δε θα περάσουν. Αυτοί δουλεύουν το βάθος τους αλλού πια με μεγαλύτερη δύναμη και σοφία, ίσως και με μια μικρή αναπόφευκτη θλίψη για όποιον είναι σταθερά προσανατολισμένος στη ζωή.

Πάντως, αν θέλω να είμαι έντιμη-και πάντα πιστεύω ότι ήμουν και θα είμαι-, όλοι με βοήθησαν. Αγνοώ αν τους το ανταπέδωσα -πράγμα που πραγματικά εύχομαι- και υποψιάζομαι ότι δε θα μάθω.

Έχω σκορπίσει παντού στο έρημο σπιτικό φαναράκια. Για να τα ανάψετε χρησιμοποιείστε έρωτα και θάρρος. Όχι σκότος σκέτο. Δε θα δείτε τίποτα.
Αν έστω ένα από τα συστατικά λείψει, δε θα αντιληφθείτε παρά μόνον σημειακές τελείες χωρίς διαστάσεις, μελό, υπερβολές, φαντασιώσεις, ξεπουλήματα, τελευταίες ευκαιρίες, υπερτιμημένα συναισθήματα, πλάνες και ό,τι τέλος πάντων έχει ο καθένας μέσα του. Αλλά όχι αυτό το ιστολόγιο.

Γεια χαρά και σας ευχαριστώ για το ταξίδι!

Y.Σ. Να προσθέσω μόνον ότι τη λυσίκομη κόρη και το νερένιο βέλος θα τα πάρω για πάντα μαζί μου. Παραείναι πολύτιμα για να τα αφήσω στην τύχη τους και στα ερωτηματικά τους.
Περισσότερα...

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Απορία

Συνώνυμο της δυσκολίας, η έλλειψη πόρων, η αδυναμία εξεύρευσης λύσης. Δυσκολεύομαι να. Δυσκολεύομαι στ’αλήθεια;
Πόση δυσκολία μπορεί να συναντήσει ένας κύκλος, κατ’εξοχήν ερωτικό σχήμα
Μία γραμμή; Κατ’εξοχήν αντιερωτική, άσχετα με το τι η ίδια πιστεύει.
Μία γραμμή βέβαια μπορεί να πάρει πολλά σχήματα κατά καιρούς.
Και πως μπορούν να διασταυρωθούν μία γραμμή και ένας κύκλος;
Δεν μπορούν.
Ούτε στ’ άλήθεια ποτέ μπόρεσαν, παρά τα φαινόμενα.

Μπορεί ένας κύκλος να δεχτεί να παίξει τσέρκι με τη γραμμή
και η γραμμή να διερευνά την υπομονή της με αυτόν τον τρόπο.
Ή μπορεί ο κύκλος να ζαλίστηκε από τις γύρες.
Ή μπορεί η γραμμή να νόμιζε ότι είναι κύκλος ή μαγικό ραβδί, ή ένα τοτέμ ή , ή, ή…
Ή μπορεί ο κύκλος να έμεινε τελικά ακίνητος ενώ νόμιζε ότι κινείται ή να ήταν ιπτάμενος δίσκος ή το ταψί μίας κουζίνας ή, ή, ή…

Ή μπορεί απλά ο κύκλος να ήταν μία ξεδιάντροπη πόρνη και η γραμμή ένας πελάτης που δεν πρόλαβε.

Ή τίποτα από όλα αυτά.


Κι όμως παρά τα φαινόμενα και η γραμμή και ο κύκλος, γελάνε καλόκαρδα.
Βασικά γελάνε με αγάπη.
Και ανθρώπινη κατανόηση ο ένας για την απορία του άλλου.
Περισσότερα...

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Το πάρε-δώσε των βλεμμάτων: και ποιος θα ξεχωρίσει το α΄ από το β΄ ενικό πρόσωπο;-Σπουδή πάνω στην εμπλοκή του Εγώ και του Εσύ

Δώσε: Το βράδυ, το μαύρο σου να ενωθεί με τη μουσική της ώριμης Λένας Πλάτωνος. Τα βάθη του πνιγμού. Και να μην μπορείς να ουρλιάξεις. Ή έστω να κλάψεις.
Πάρε: Το ψιθύρισμα της γυναίκας του Ψαρά πάνω στο ψαροκάικο, καθώς σε αντιλαμβάνεται να πλησιάζεις: «Φτου σου κοπέλα μου». Της χαμογελάω ίσια στα μάτια. Δε χρειάζεται να κοιταχτώ μέσα τους. Ξέρω ότι είμαι άυπνη, αναμαλλιασμένη, με βρώμικα αθλητικά, άβαφη. Ξέρω όμως και τι έδωσα το προηγούμενο βράδυ, για να πάρω τώρα έτσι αναπάντεχα από αυτή τη μεγάλη γυναίκα.
Δεν αγόρασα ψάρια από αυτήν. Προχώρησα παρακάτω. Δεν την πείραξε καθόλου. Είχε ήδη πάρει από μένα. Όχι χρήματα.

Δώσε: Τον παρανοϊκό ξαφνικό φόβο στη ματιά ένα καλοκαιριάτικο βράδυ, ότι ένα φίδι θα σκαρφαλώσει και θα χωθεί στο κρεβάτι σου από το ανοιχτό παράθυρο. Να προσπαθείς να σταματήσεις την αιμορραγία του τρόμου από το βλέμμα σου και αυτή να αρνείται να υποταχθεί στη λογική σου.
Πάρε: Την ανακούφιση, όταν ξημέρωσε και βλέπεις μια οχιά νεκρή ακριβώς κάτω από το παραθύρι σου. Τραύμα κανένα πάνω της. Τι να τη σκότωσε άραγε;
Ανακούφιση όχι γιατί δε σε τσίμπησε. Αλλά γιατί μου απέδειξε το δύστυχο πλάσμα με το νεκρό σώμα του, ότι δεν είμαι τρελλή.

Δώσε: Ένα χαμόγελο ζωντανό και προκλητικό στο φωτογράφο. Το αγόρασες ακριβά στην αγορά του μαύρου. Δε σου χαρίστηκε τζάμπα. Προχώρα. Μη φοβάσαι. Δεν το έκλεψες. Το πλήρωσες.
Πάρε: Το βλέμμα του φωτογράφου. Ένα βλέμμα απύθμενα τρυφερό. Σταθερά. Από αυτά που προσπαθούν να σε πείσουν με νύχια και με δόντια ότι το «για πάντα» είναι στο χέρι μας. Ακόμα και μετά θάνατον.
Δεν πειράζει που δεν το κατάφερε. Να σε πείσει. Γιατί «για πάντα» θα σε αγκαλιάζει αυτό το αέναο βλέμμα, όταν σφίγγεσαι πάνω του τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Ακόμα και όταν δεν είναι εκεί πάντα, να περιμένει να τελειώσει ο αέναος χειμώνας σου. Εσύ θα το θυμάσαι.

Δώσε: Μια μικρή σιωπή, μιαν ανάσα, στο τηλέφωνο αργά το βράδυ. Είναι το μόνο που έχεις να δώσεις. Είναι το μόνο που σου ζητάει. Το παν δηλαδή. Το ξέρεις ότι για αυτό χτυπάει το τηλέφωνο τέτοια ώρα. Δεν είναι λοιπόν όλα παρανοήσεις;
Πάρε: Ό,τι ακριβώς έδωσες. Αν δώσεις παρανόηση, θα πάρεις παρανόηση. Αν δώσεις αλήθεια, θα πάρεις αλήθεια. Αν δώσεις την ομιλούσα σιωπή σου θα πάρεις την ανάσα μου. Για μία φορά. Είναι βαθειά. Μη φοβάσαι. Φτάνει. Θα σε κρατήσει μέχρι τέλους.

Δώσε: Όταν σου ζητάω. Όταν μου ζητάς. Δεν είναι ζήτημα φιλανθρωπίας. Ή οίκτου. Ή πάρε-δώσε με τους νόμους της αγοράς. Είναι αναγκαιότητα. Ανάγκα γαρ και οι θεοί πείθονται. Φαντάσου. Και συ, και γω, δεν είμαστε παρά κοινοί θνητοί. Πώς να την αρνηθούμε; Την αναγκαιότητα.
Πάρε: Όταν σου δίνω. Όταν μου δίνεις. Ου μενετοί οι καιροί για σπατάλες έμψυχου υλικού. Ποτέ εξάλλου δεν ήταν. Δέχεσαι; Δέχομαι, δέχεσαι. Δεχόμαστε. Εμείς. Σταθερά το πιο δύσκολο. Σχεδόν μυθικά ακατόρθωτο. Σχεδόν.
Περισσότερα...

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Αν δεν πεις καληνύχτα, δεν μπορείς να πεις καλημέρα: Η συναυλία της Λένας Πλάτωνος στο Παλλάς

Λένα Πλάτωνος, η συναυλία στο Παλλάς

Η Γυναίκα άφησε τη μαυρίλα της στη μουσική της και τη φωνή της. Ανεξίτηλο χρώμα χαράχθηκε ανεξίτηλα στις νότες της και στον αβίαστο άφωνο λυγμό της απαγγελίας της. Μόνες πινελιές συνάδουσες η αβάσταχτη ειρωνία προς τον εαυτό της. Η αβάσταχτη κοφτερή οργή. Η αβάσταχτη περιδίνηση στις αποχρώσεις του μαύρου. Τέχνη της να συγχρονίζει τα κομμάτια της παραφωνίας της σε μελωδία. Τέχνη της να καθιστά ένα επίθετο, το μαύρο, άνευ ουσιαστικού, σε απτό. Το άρρητο χρώμα σε ρητή νότα. Ολοκληρωτικά επελαύνει από τη σκηνή στους πολύχρωμους θεατές. Ετερόκλητοι. Το πλήρες φάσμα ηλικιών, φύλων, τάξεων, ιδεολογιών, κοσμοθεωριών, κουλτούρας. Ασύλληπτη η διαφορετικότητα τους. Η Γυναίκα βρίσκει το ενοποιό στοιχείο τους. Τον προσδιορισμό άνευ προσδιοριζόμενου: λέγε με μαύρο.

Το πρώτο μέρος. Τα φώτα σβύνουν. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Οι θεατές παύουν να μιλούν. Παύουν να ακούνε μαζί. Ο καθένας αφουγκράζεται μέσα από το δικό του, κατάδικο του τούνελ. Σχεδόν τα αγγίζεις. Γέμισε ο χώρος σωλήνες ίσης ροής. Στη μια του άκρη ο καθένας μονάχος. Στην άλλη η μουσική της Γυναίκας. Η ίδια δε γύρισε το κεφάλι από το πιάνο της και το μικρόφωνό της παρά μία φορά και αυτή, για να μη δει. Μόνη, ολομόναχη στη δικιά της σωλήνα, ολόιδια με του καθενός. Ένας μόνον άντρας γύρισε ξαφνικά πανικόβλητος και φίλησε στο στόμα τη γυναίκα του. Σκιαγμένος. Φοβήθηκε γι’ αυτήν μήπως δε βγεί από το τούνελ της. Ένας άλλος κουνιόταν διαρκώς στον ρυθμό, υπερβολικά παράταιρα και προσπαθούσε να παρασύρει στο φάλτσο του λίκνισμα τη γυναίκα του. Μάταια. Άλλος σκιαγμένος. Πέραν τούτου τίποτα: στριγγλή ειρωνία για στριγγλές παρανοήσεις και τυφλούς λαβύρινθους. Απίστευτο ξεγύμνωμα. Μέχρι τα κόκκαλα. Με το χοντρό μπιζέλι, προτελευταίο τραγούδι, να χορεύει το τσιφτετέλι του αθώου παιδιού πάνω στα κόκκαλά μας. Τελευταίο τραγούδι: Ρόζα Ροζαλία. Η σύνδεση με τον επάνω κόσμο. Το θλιμμένο φωτερό όνειρο. Επιτέλους. Τα φώτα ανάβουν.

Διάλλειμμα. Οι σωλήνες πρέπει να εξαφανιστούν. Και πώς να γίνει τόσο γρήγορα. Αγωνία. Φοριούνται όπως-όπως οι μάσκες. Σε οποιοδήποτε χρώμα πλην του μαύρου. Τι σόι μάσκες θα ήταν. Μετά έρχεται ο φόβος. Τα ζευγάρια αρχίζουν πάλι να κοιτιώνται, τα δάκτυλα της γυναίκας να ψάχνουν τα χέρια του άντρα. Και του άντρα της γυναίκας. Τα πρώτα δειλά χαμόγελα φοριούνται. Στην αρχή από λεπτότητα. Μετά από ανάγκη. Η πολυχρωμία είναι αρετή. Όχι καλλιτεχνική ή ποιητική. Ζωτική.

Το δεύτερο μέρος. Τα παλιότερα τραγούδια. Απαλυμένα. Η Γυναίκα που τα δημιούργησε ήταν πιο νέα. Είχε αρχίσει να φαλτσάρει το μαύρο, αλλά με μία γλυκειά ελπίδα διεξόδου. Ειρωνία που δε γυμνώνει μέχρι τα κόκκαλα. Ακόμα. Η εξέλιξη θα έρθει αργότερα. Εν τω μεταξύ τα τούνελ χάνονται. Τα κορμιά ανεπαισθήτως γέρνουν με συντροφικότητα προς το διπλανό τους. Δειλά-δειλά. Η εσώτερη λυγισμένη ζωή είναι η παραμυθία και όχι η παραίτηση, που λυγίζει έτσι. Τα κορμιά. Αυτή η ελάχιστη. Αρκεί.

Το τέλος. Θυελλώδη χειροκροτήματα προς τη Γυναίκα, που κατάφερε το μαύρο της, που είναι ολόιδιο με το δικό μας, το ανθρώπινο, να το κάνει απτό. Νά’ το, εδώ μπροστά μας. Μπορούμε να το ψαχουλέψουμε, να το αγγίξουμε, να το αντικρύσουμε επιτέλους, έτσι συμπαγές, μονολιθικό, βαθιά ανθρώπινο. Τώρα, πεπεισμένοι για την ύπαρξή του. Δεν είναι ονειροφαντασίες μας. Δεν είναι η ιδέα μας. Δε σημαίνει ότι, επειδή εμείς δεν μπορούμε να το περιγράψουμε, δεν μπορούν και οι άλλοι: η Γυναίκα. Η συνθέτρια. Το κατάφερε. Μπορούμε πια, εμείς οι θεατές να φύγουμε ξαλαφρωμένοι. Το είδαμε το μαύρο. Το χορτάσαμε. Είπαμε. Μέχρι τα κόκκαλα. Τώρα, που αγγίξαμε το μαύρο, που το ξεχωρίσαμε, θα πάψει να θολώνει τα άλλα χρώματα. Και τους καθρέπτες μας. Τώρα μόνο τα ανόθευτα χρώματά μας θα λάμψουν. Ίσως και εκτυφλωτικά.

Οι παρέες έξω από το συναυλιακό χώρο τιτιβίζουν. Πολύχρωμα και λαμπερά. Με σποραδικές νότες ανακούφισης.
Περισσότερα...

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Οι μύγες νομίζουν ότι βαλσαμώνουν το βαλς


Οι μύγες νομίζουν ότι βαλσαμώνουν το βαλς

Αλλά τελικά «Οι μύγες βαλσαμώνονται με βαλς»

Αν και η διαφορά αδιάφορη για το ίδιο το βάλς
Που έχει ήδη φύγει
Που συνεχίζει το χορό του παραπέρα
Στο επόμενο τραγούδι
Ας πούμε στο Διάφανο ή στο Αερικό.
Ή κάπου αλλού. Σε άλλο δίσκο άλλου τραγοδοποιού.

Οι μύγες μπορούν να συνεχίσουν να επιτελούν το έργο τους
Το ίδιο και το βαλς


Εμπνευσμένο και αναφερόμενο στο δίσκο Διάφανο του Θανάση Παπακωνσταντίνου
Περισσότερα...

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Τα παιδιά μου τραβούν μια γραμμή στο χαρτί. Και το πετάνε.

Τα παιδιά μου τραβούν μια γραμμή στο χαρτί.
Και το πετάνε.
Τους λέω να κάνουν οικονομία.

Εγώ τραβάω μια γραμμή στους ανθρώπους.
Και τους πετάω.
Μου λένε να κάνω οικονομία.

Γιατί το χαρτί και οι άνθρωποι
-ως γνωστόν-
είναι άγραφα.
Εμείς θα ζωγραφίσουμε πάνω τους.

Ωραία ή άσχημα.
Περισσότερα...

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Καρυάτιδα


Καρυάτιδα

...
Όταν τα περιθώρια στενεύουν.
Κάθε άνθρωπος και μια απώλεια,
που χαράσσεται στο μούτρο,
που έπαψε να είναι πρόσωπο,
γιατί πρόσωπο το κάνουν οι ματιές των ανθρώπων.

Όταν μία-μία οι ματιές ξεκολλούν από το πρόσωπο,
τότε σβήνουν τα χαρακτηριστικά του,
σαν των Καρυάτιδων,
απαλειμμένα, θολά,
ρουθούνια που δεν αναπνέουν
μάτια που αρνούνται να δουν
χείλη που δεν κρατούν φιλήματα
παρειές που δεν αντέχουν το χάδι.

Και πότε οι άνθρωποι δεν θα προσμετρώνται ως απώλειες;
Πότε η παρουσία τους θα είναι εν τέλει πιο δυνατή από την απουσία τους;
Πότε το κλάμα θα είναι πιο δυνατό για το παρόν τους;
Απών, απών, απούσα
Όλοι απόντες κυριολεκτικά και μεταφορικά
Και εσύ έρμε Σαρπηδόνα που φάνταζες πιο απών και από νεκρό,
Έγινες ξαφνικά το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς
Κι αυτό γιατί εν τη αφελεία του ο μπουχτισμένος πιστεύει πως, αν ζούσες- λέμε τώρα, αν- δε θα καταγραφόσουν, ίσως, πιθανώς, στις απώλειες
Και που να το φανταζόμουν πως το απόν βλέμμα του Σαρπηδόνα μου θα γινόταν η μόνη μου ελπίδα

Που είναι οι παρουσίες; Να δω χεράκια ψηλά
Κανένας δεν το ξέρει το μάθημα;
Όλα τα χεράκια κάτω
Για φαντάσου
Δε θα πέσω στην παγίδα να πω πότε εγώ σήκωσα χεράκι, όταν ρωτούσαν άλλοι
Μπορεί πράγματι να μη σήκωσα,
Γιατί δεν κατάλαβα
Παρανόησα ως συνήθως
Παρανόησες ως συνήθως
Παρανόησε ως συνήθως
Παρανοήσαμε ως συνήθως
Ξέχασα κανένα πρόσωπο;
Εγώ, Εσύ, Αυτός,
Εμείς. Το πιο δύσκολο από όλα.

Στοπ. Νέα γραμματική. Νέο πρόσωπο στις στρατιές των παρανοήσεων και των απουσιών.
Εγώ, η Καρυάτιδα
Με τα χαρακτηριστικά σβυσμένα
Εγώ η Καρυάτιδα που αναρωτιέμαι αν είχα στ’αλήθεια ποτέ πρόσωπο
Εγώ η Καρυάτιδα που καταριέμαι την αδυναμία μου να χρειάζομαι το βλέμμα σου
για να αποκτήσω πρόσωπο,
ελικοβλέφαρα,
βοστρύχους,
το χαμόγελο της κόρης του Ευθυδίκου,


όλα αυτά τα εκλεπτυσμένα και θαυμαστά που μου στερείς
και σου στερώ αγαπημένε
και σου στερώ αγαπημένη
εν βουερή τη απουσία μου.

Βουερή: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο απουσία-δεικνύει μόνιμη ιδιότητα.
Πιο απλά, οι απουσίες
μου
πάντα εκκωφαντικές δηλαδή.
Όπως και οι σιωπές μου.
Τι διάολο σπούδαζα τόσα χρόνια, να μη μπορώ να εξηγήσω έναν κατηγορηματικό προσδιορισμό;

Τώρα στην άλλη άκρη.
Με εξαντλημένα και τα ενδιάμεσα τι άλλο μένει
Παρά η εκκωφαντική φλυαρία;
Θηρίο στο κλουβί
Που δε θέλω να πιστέψω ότι εξ αρχής φτιάχτηκε δίχως πόρτα

Μόνο να,
Περιμένω,
ως συνήθως, να στεγνώσουν τα δάκρυα
από τη θλίψη της νέας απώλειας,
της πανομοιότυπης με την παλιά,
της ακατανόητης
πανομοιοτύπως με την παλιά
για να δω καλύτερα
για άλλη μια φορά.

Δοξάστε το Σίσσυφο,
που ποτέ δεν ηττάται,
που πάντα θα ανεβάζει την πέτρα
κι όλο θα του πέφτει.
Πες μου τέλος πάντων εξυπνάκια Σίσσυφε
Καλύτερη λύση από την ουτοπία δεν είχες;
Αυτό ήταν όλο;

Τρομώδες παραλήρημα θα μου πεις.
Όχι θα σου πω.
(Ξέχασα και το όνομά σου. Τόσο δεδομένη είναι η απώλειά σου, που δεν ξέρω αν έχει πια νόημα να σε θυμάμαι με το όνομά σου. Μια Καρυάτιδα είσαι εξάλλου και εσύ. Και πως να σε αναγνωρίσω με τα χαρακτηριστικά σου σβυσμένα)

Η μόνη μου δύναμη είναι αυτό.
Η στοιχειώδης μου γνώση.

Που την έχεις και εσύ.
Και βλαστημάς που δε γεννήθηκες πτωχός τω πνεύματι
Και ευτυχής και αδιάφορος
Και κόσμιος και με πρέπουσα συμπεριφορά
Και με στεγνά μάτια

Να μη στενοχωρείς και τη μαμά σου
Που τελευταία της ελπίδα είσαι εσύ
Που πιστεύει με νύχια και με δόντια ότι στα σύννεφα του φθινοπώρου θα βλέπεις «για πάντα» λαγουδάκια και σκυλάκια που τρέχουνε.

Μην τρομάζεις. Το έχεις ζήσει και εσύ.
Το τρομώδες παραλήρημα εννοώ.
Ξέρεις ότι είναι περαστική αδιαθεσία.
Αύριο πρωί θα σηκωθείς,
Θα κοιταχτείς στον καθρέπτη, θολό ξεθολό αυτόν έχεις, κάνει,
Θα σχεδιάσεις μόνος σου τα χαρακτηριστικά σου.
Τα αυτεπίστροφα.
Και θα βγεις έξω.
Ξημέρωσε δα.
Μη μιλάς έτσι, θα σε περάσουν για «τρελλή με τρομώδες παραλήρημα».

Και αφού ευπρεπιστείς
-δόξα σοι ο Θεός, ξημέρωσε επιτέλους-,
θα δεις τη ζωή με άλλα μάτια, πιο-πώς να στο πω- χαρούμενα, καταφατικά προς τη ζωή
.
Μέχρι την επόμενη απώλεια
-το έμαθες πια-.

Ένα πρόβλημα μόνον.
Τα λυτά σου μαλλιά.

Εκεί,
στην κόψη της νύχτας με τη μέρα.
Δεν ξέρω πια αν ευωδιάζουν.
Ή αν είναι άοσμα.
Δεν ξέρω πια αν έχασες το τελευταίο σου χαρακτηριστικό,
το μόνο που δεν ήταν θολό.
Το μόνο που κατάφερες να εγγράψεις στο πρόσωπό σου
Μετά από τόσων χρόνων σισσύφιο μόχθο.
Κι ας το έκανε να φαίνεται πιο γερασμένο.
Περισσότερα...

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Καθημερινές φωτογραφίες λίγων ημερών με ή χωρίς εικόνα

Κλικ στον μίμο έξω από το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης που επιδεικνύει την απόλυτη ακινησία του σώματος και του βλέμματος κάτω από μία κάτασπρη μάσκα, αλλά κινεί ταραγμένα τα μάτια που ξεχάστηκαν, δεν άντεξαν και ακολούθησαν το αυθόρμητο πέρασμα της γυναίκας μπροστά του. Που τον κοίταζε με απορία για την εθελούσια ακινησία του.

Κλικ, στο χιλιόχρονο ξωκλήσσι την ώρα του λυκόφωτος με το μισοφέγγαρο πάνω από τον τρούλο του και το φεγγαρόφως στα ξέφρενα τρεχαλητά και γέλια μικρών παιδιών, που κυνηγιούνται στα θεμέλιά του. Και το κάνουν να ριγεί και να σαλεύει στ’αλήθεια.

Κλικ στο βλέμμα της μαραμένης γυναίκας, που την ρωτήσανε αν έκανε και εκείνη τσουλήθρα μικρή στις γυαλιστερές μαρμάρινες κουπαστές σκάλας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όπως τώρα τα εγγόνια της. Που έγνεψε καταφατικά και έλαμψε, και ζωντάνεψε στη θύμηση αυτή.

Κλικ στο βλέμμα της νύφης της, που για μια στιγμή είδε το ζωηρό κοριτσόπουλο να λαμπυρίζει στην στεγνή ματιά της. Και που τώρα πια ξέρει ότι οι άνθρωποι στεγνώνουν, επειδή δεν τους ποτίσαμε με μνήμη. Για τα παρελθόντα ή τα μελλοντικά.

Κλικ στο τρομαγμένο και επιθετικό από τον τρόμο βλέμμα της σμέρνας που επιδεικνύει τα σαγόνια της στην επήλυδα που κατά λάθος την πλησίασε. Κλικ στο αλληλέγγυο βλέμμα της κολυμβήτριας τη στιγμή που συμπονά τη σμέρνα. Και δεν τη σκοτώνει με το μαχαίρι της.

Κλικ στην κίνηση της καλόγνωμης, της κολλημένης στο βράχο, που κλείνει απότομα και γραπώνεται μάταια στέρεα. Γιατί το βλέμμα του ψαρά, πρόλαβε και την είδε.

Κλικ στην ακίνητη ματιά του αμετάκλητα νεκρού Σαρπηδόνα στον κρατήρα του Εξηκία και στο βαθιά πονεμένο βλέμμα της Πενθεσίλειας τη στιγμή που τη θανατώνει ο Αχιλλέας. Που ξέρει ότι ο Αχιλλέας θα την ερωτευτεί, όταν πια θα είναι αργά. Αλλά αναγκαία.

Κλικ στα σκασμένα ρόδια που σφαδάζουν αμάζευτα στη ροδιά της κυρίας Λούλας. Τώρα που το σπίτι της ερήμωσε και δεν υπάρχει κανείς να τα νοιαστεί. Και στο βλέμμα της περαστικής, που ποθεί απεγνωσμένα να τα μαζέψει, αλλά ξέρει ότι δεν έχει πια νόημα.
Χωρίς την κυρία Λούλα.

Κλικ στην αλισάχνη στα μαλλιά μια μέρα του Οκτώβρη στην παραλία με δυνατό νοτιά και γιγαντιαία κύματα, από αυτά που δεν ξέρεις αν θέλουν να σε καταπιούν ή να σε προστατεύσουν στη σπηλιά τους.

Κλικ στο δάκρυ του ματιού που είδε για πρώτη φορά την εικόνα των λουλουδιών με το όνομα semprevives στον υπολογιστή. Από ανακούφιση για τo ανέλπιστο φιλί της ζωής.

Κλικ στον απύθμενο τρόμο του βλέμματος, που είδε για πρώτη φορά τη φωτογραφία της Ρουθ Σνάιτερ στην ηλεκτρική καρέκλα. Και στα διάπλατα μάτια, που όσο και να διαστέλλονταν, δεν μπορούσαν να δουν τίποτα cult. Μόνον το φωτογράφο. Και το στυγνό του φόνο.

Κλικ στη μοναξιά του σχοινοβάτη. Που αγνοεί πως η ακροβασία είναι πιο επικίνδυνη πάνω στο χώμα. Μέσα στη λάσπη. Κλίκ στο απότομο τίναγμα της κεφαλής του, όταν αντιλήφθηκε το χάδι. Που το μπέρδεψε με το συμβιβασμό.

Κλικ στο συνωμοτικό και χαρούμενο βλέμμα της ενήλικης κόρης-μαμάς, όταν αντιλαμβάνεται το εκλεπτυσμένο φλερτ του «μεγάλου» κυρίου προς τη «μεγάλη» μητέρα της: «Ο νεαρός είναι υπέροχος. Μοιάζει πολύ με τη γιαγιά του». Κλικ και στο βλέμμα της γιαγιάς που εκτίμησε την αιωνιότητα της στιγμής. Και το άχρονο του χρόνου.

Κλικ στο βλέμμα του εαυτού στο θολό από τους ατμούς καθρέπτη. Την ώρα που χάνεται το είδωλό μας και πασχίζουμε να δούμε τον άλλο στον καθρέπτη. Ή πώς ο άλλος βλέπει εμάς.

Κλικ σε παιδικά μουτράκια και φωνές, που θεωρούν θέμα ζωής ή θανάτου, αν θα πάνε σήμερα, τη μέρα του Οκτώβρη, στη θάλασσα.

Κλικ στο ξερονήσι που αντικατοπτρίζεται στο νερό σα να πετάει, σα να μην πατάει. Σαν να μην έχει ρίζες βαθιά ριζωμένες. Ενώ έχει.


Κλικ, στη μητέρα-πουλί δέλεαρ του Θεού, τη στιγμή που, ενώ νομίζει πως πετάει, καταλαβαίνει πως δεν είναι παρά μια κουκίδα ασήμαντη στο πλάτεμα της θάλασσας. Και όμως τόσο σημαντική τελικά στο κάδρο της φωτογραφίας.



Κλικ στο βλέμμα των μικρών παιδιών που βλέπουν στα σύννεφα μονάχα λαγουδάκια και σκυλάκια που τρέχουν.


Κλικ στο βλέμμα του ανήλικου ενηλικιωμένου, που βλέπει την μεγαλειώδη ουρά ενός εξωτικού πουλιού στα σύννεφα. Και που φαντάζεται πως είναι δικιά του.

Κλικ στα μισόκλειστα μάτια, που δεν μπορούν να πιστέψουν ότι τόση ομορφιά χωράει απλά σε μία καθημερινή φωτογραφία μιας καθημερινής.


Έτσι, τόσο άτεχνα, γιατί όσο πιο ανεπεξέργαστα, τόσο πιο αληθινά.
Έτσι, γιατί σε όσο πιο πολλούς σταθμούς σταματάνε τα τρένα, τόσο πιο μεγάλη η προσμονή και η συγκίνηση.
Περισσότερα...

Πέμπτη, 08 Οκτωβρίου 2009

Το κάτι που περπάτησε λέξη τη λέξη


Nude Youth Sitting by the Sea 1836, Hippolyte Flandrin

Το κάτι που περπάτησε λέξη τη λέξη,
κύτταρο το κύτταρο,
σταγόνα τη σταγόνα,
από τις άκρες των δακτύλων στα μύχια του σώματος
και πλημμύρισε τα μάτια:
Το βουβό κλάμα.

Το που γεμίζει το χώρο. Το που νιώθεται χωρίς να γυρίσει κανείς το κεφάλι.

Το που ρέει αβίαστα. Το αστέρευτο και αστείρευτο. Το απρόσμενο.

Το που γκρεμίζει τα τείχη που με τόσην επιμέλεια υψώναμε. Από τον Εαυτόν.

Το εξοντωτικό. Ο κάματος. Ο που νιώθεται με το σώμα, αν και τον προκάλεσαν λέξεις.
Το κάτι, το που γέννησε το άρρητο, το που δε χωράει σε λέξεις.

Το που μουσκεύει το πρόσωπο, τα λευκά άστρωτα σεντόνια, τα λυτά μαλλιά στην κόψη του κρεβατιού, στην κόψη της νύχτας.

Το κάτι το ζωοποιό. Το που καταύγαζε σκότος,
αλλά γέννησε φως,
το μπάσταρδο τέκνο,
εν τη απουσία του και εν αγνοία του.

Το κάτι το ακατανόητο,
που με αρνείται ή δε με αρνείται,
το που αρνούμαι ή δεν το αρνούμαι,
τα πάντα στην κόψη,
του κρεβατιού,
του σώματος,
του Εαυτού,
του πάθους και της απάθειας,
του θάρρους και της αλήθειας,
τα πάντα στο μεταίχμιο νύχτας και μέρας,
ονείρου και πραγματικότητας,
του μεγάλου τίποτα και του παντός.

Όμως εγώ δεν το ξέρω το τίποτα. Ξέρω το βουβό κλάμα. Όμως εγώ έχω ακόμα τη γεύση της αλμύρας του στο στόμα. Όμως εγώ συνέλαβα το Άυλο με τις αισθήσεις μου. Είναι πια απτό. Δε δύναμαι να το αρνηθώ. Ούτε να μου το αρνηθούν. Το άγγιξα με τα δάκτυλα που μάκρυναν και ομόρφυναν για να μπορέσουν να το φτάσουν. Άλλαξα το λοιπόν μαζί τους.
Έγινα η Μαγδαληνή που πλένει με τα μουσκεμένα της ξέπλεκα μαλλιά τα πόδια του Χριστού.
Η βασίλισσα των βασιλισσών που σκεπάζει με αυτά τη γύμνια της.
Η Ειράς που τα κάνει ασπίδα να μην τη θανατώσει η αφοσίωση.
Η Φρύνη που τα παραμερίζει να φανεί το γυμνό της στήθος.
Η πεταλούδα στην άκρη του δάσους, που τα αντιγυρίζει στο τσαλακωμένο χαρτονόμισμα.
Η Μούσα που ξορκίζει με αυτά την τρέλα.

Η Φαίδρα που ντρέπεται που έκλεψε από τον Ιππόλυτο το φευγαλέο βλέμμα, για να το κάνει πράξη στην αγκαλιά του συντρόφου της. Πράξη σωτήρια, πράξη λυτρωτική, πράξη υλική.


Και έπειτα ξημερώνει. Έτσι απλά και αναπόφευκτα. Ο ήλιος, ο Απόλλωνας, έρχεται να διαλύσει τις ονειροφαντασίες. Οι Μαγδαληνές και οι Φαίδρες μικρύναν να χωρέσουνε στο ένα, το σαρκίο και το πνεύμα το στενό.
Αλλά.
Από το ένα αυτό, το ξεκάθαρο περίγραμμα της μορφής και του πνεύματος,
κάτι ξεφεύγει,
κάτι άυλο,
κάτι που περπάτησε λέξη τη λέξη του Ιππόλυτου:
Τα λυτά μαλλιά στην κόψη της νύχτας και του κρεβατιού,
τα βρεμμένα από το βουβό κλάμα.
Που δεν στεγνώνουν.
Που οδηγούν το αυτοκίνητο στη λεωφόρο πλάι στην καθαρτήρια θάλασσα,
έτσι πεζά,
έτσι ντάλα μεσημέρι,
έτσι απτά,
με τέρμα γκάζι αμέσως μετά το μπλόκο της τροχαίας,
με παραβιασμένο το όριο.
Ταχύτητας.

Και γέλιο.
Γάργαρο, καθάριο, αβίαστο, ζωογόνο, λυτρωτικό, ανήκουστο, ανεξήγητο, αστείρευτο και αστέρευτο, καθαρτήριο, ευκάματον. Βουβό.
Από αυτό που κάνει τα δάκρυα να τρέχουν και να μουσκεύουν την κόμη, την ανεμίζουσα.
Που δε λέει να στεγνώσει από τα δάκρυα της χαράς.
Από αυτό που κατακλύζει το χώρο.
Από αυτό που δεν χρειάζεται να γυρίσει κανείς το κεφάλι για να το νιώσει.
Περισσότερα...

Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009

Κρυφτό


Siona Benjamin. Finding Home

«Η στιγμή, όταν βγαίνεις λίγο έξω από το ρόλο και κοιτάς για κάποια κλάσματα δευτερολέπτου το θεατή κατά πρόσωπο και αυτός νοιώθει την αμηχανία, αν έχει να αντιμετωπίσει το ρόλο ή εσένα τον ίδιο.»
Γιώργος Τζωρτζής

-Θέλεις να παίξουμε κρυφτό; Οι τέσσερεις μας. Εσύ, εγώ και οι ρόλοι μας. Έλα, μη ντρέπεσαι. Είναι εύκολο, ξέρεις.

-Όταν φοβάσαι τον εαυτό σου, θα κρύβεσαι πίσω από το ρόλο σου. Πολύ δύσκολα θα σε ανακαλύψει εκεί. Ο Εαυτός σου, εννοώ. Ο Ρόλος ανέκαθεν ήταν μία καλή κρυψώνα.

-Όταν φοβάσαι εμένα, θα κρύβεσαι πάλι πίσω από το Ρόλο σου. Ναι, ναι, αυτόν που τόσο καλά υποδύεσαι από τότε που έπαψες να είσαι παιδί. Τη σμίλευσες καλά την κρυψώνα σου σε όλη την ενήλικη ζωή σου. Με κάθε δυνατή μανιέρα. Αλίμονο.

-Το ίδιο θα κάνω και εγώ. Όταν φοβάμαι-σχεδόν πάντα δηλαδή-θα κρύβομαι. Πίσω από το δικό μου Ρόλο. Σε συμβουλεύω να πλάσεις και κανά δυο εφεδρικούς, για να καλύπτεται πλήρως η προσωπικότητά σου με όλη της την πολύπλευρη ανάπτυξη. Προσωπικά, διαπίστωσα ότι δε με χωράει ένας μόνον ρόλος, με στένευε λιγάκι.

-Αυτοί είναι οι κανόνες του παιγνιδιού. Πρόσεξε. Απαράβατοι. Το παιγνίδι αυτό παίζεται με τέσσερεις. Ή και παραπάνω. Μπορείς, είπαμε, να φέρεις μαζί σου και τους εφεδρικούς σου ρόλους. Μόνον αυτούς. Α, και μην ξεχάσεις τον Εαυτό σου. Ξέρω, ξέρω, έμαθες εν τω μεταξύ να του κρύβεσαι τόσο καλά, που τώρα ντρέπεσαι να τον δεις. Και αν τον δεις, θα τον αναγνωρίσεις άραγε; Ή θα τον περάσεις για ξένο;

-Τι είπες; Ότι παίζεις τόσα χρόνια κρυφτό με τον Εαυτό σου, που τον μπερδεύεις με το Ρόλο σου; Ποιος είναι ο Εαυτός και ποιος ο Ρόλος; Ναι, συμβαίνει μερικές φορές. Έχεις προσέξει στα πολύ ερωτευμένα ζευγάρια πως τα χέρια τους μετά από χρόνια μοιάζουν; Κάτι τέτοιο εννοείς; Όχι;

-Μη μου πεις ότι αγαπάς το Ρόλο σου πιο πολύ από τον Εαυτό σου; Ναι; Και ότι ανάγκασες τον Εαυτό σου να μοιάζει με το Ρόλο σου; Έλα, δεν πειράζει. Εκπολιτισμός λέγεται αυτό. Είσαι πολιτισμένος. Αυτό είναι όλο. Στάσου μια στιγμή να σε σιάξω. Ένα φύλλο κισσού ξέμεινε μπλεγμένο στα ανάκατα μαλλιά σου. Από τότε που έτρεχες με βλέμμα αλλοπαρμένο στα βουνά.

-Πώς ούτε εκεί είναι το πρόβλημα; Τι; Να μη σου πειράξω αυτό το τελευταίο φύλλο κισσού; Πώς; Τον Εαυτό σου τον βρήκες, αλλά δεν ξέρεις αν θα αναγνωρίσεις τώρα το Ρόλο σου; Τον παραμέλησες εν τω μεταξύ κατά την αναζήτηση του περιβόητου Εαυτού και πρέπει τώρα να σου δείξω μια φωτογραφία του, μπας και θυμηθείς κομμάτι πώς ήτανε και αρχίσεις πάλι να τον εκλεπτύνεις; Καλά, καλά. Εντάξει. Άσε και το φύλλο του κισσού στα μαλλιά, αφού επιμένεις. Καλύτερα. Σου δίνει και αέρα εξωτικής ομορφιάς. Όχι όμως και ολάκερο στεφάνι! Θα παραήτανε φολκόρ. Αλλά σιάξε λίγο το χαμόγελό σου. Να κάθεται καλύτερα στο Ρόλο σου. Να, κοίτα τη φωτογραφία. Βλέπεις πως ήτανε παλιά; Αστραφτερό μονίμως. Κάνε τέλος πάντων ό,τι νομίζεις. Αρκεί να παίξεις.

-Ά, ήρθατε τελικά; Τα καταφέρατε; Ωραία! Το ήξερα. Για σταθείτε μια στιγμή! Ποιος από τους δυο είναι ο Εαυτός σου και ποιος ο Ρόλος σου; Ζαβολιά! Αυτό δεν είναι στους κανόνες του παιγνιδιού! Απαιτώ να μου πεις ποιος είναι ποιος. Σιχαίνομαι την αμηχανία. Με αφήνει μετέωρο και δεν ξέρω τι να κάνω. Πού να πατήσω. Σε τι να πιστέψω. Λυπήσου με! Πρέπει να το ξεκαθαρίσεις. Ακόμα κι αν είναι να τους δώσεις στην τύχη τα ονόματά τους.

(Ήσυχα-ήσυχα πηγαίνει και κάθεται πίσω από ένα παραβάν. Από διπλανό πανομοιότυπο παραβάν βγαίνει ο άλλος, που καθόταν ήσυχα μέχρι τώρα και επαναλαμβάνει με ταραχή αυτολεξεί τα λόγια του πρώτου. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι που οι δύο παίκτες μπερδεύουν τα παραβάν. Στο διόλου πρωτότυπο παιγνίδι που παίζουν εν αγνοία τους αναβάλλεται διαρκώς το τέλος και η νέα αρχή.)
Περισσότερα...