Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Μικροί διάλογοι ή Σσσς, πες το από μέσα σου να ακουστεί καλύτερα (2)

Διάλογος τρίτος: Πατέρας και γιος

Ανοίγει το μπαούλο. Κάτι άλλο έψαχνε. Πέφτει πάνω σε παλιές φωτογραφίες. Του πατέρα του. Πολύ παλιές. Και κιτρινισμένες. Του κλέψανε το χρόνο. Γονατίζει να τις δει εκεί κάτω, στον πάτο του μπαούλου. Και για αυτό ακόμα μετάνοιες χρειάζονται. Πόσο γέρασες πατέρα! Κοίτα εδώ. Το μουστάκι μαύρο ακόμα. Και εδώ φαντάρος της αεροπορίας, περήφανο κοκοράκι. Μα όμορφο. Εδώ, έφηβος στητός και αγέρωχος στο γλέντι πάνω στον Αη Λια. Πιο πίσω δεν έχει. Δεν έλαχε φωτογράφος από αυτούς που γυρίζανε στα χωριά. Μα δεν πειράζει. Σαν ταινία που προβάλλεται ανάποδα η ζωή σου. Δε μου χρειάζονται φωτογραφίες για να δω την συνέχεια. Σε βλέπω τώρα παιδί ξυπόλητο με κοντά παντελόνια, μια να ροβολάς στις πλαγιές και μια να παίζεις με την πιτσιρικαρία. Το κεφάλι κουρεμένο γουλί, τα μάγουλα ξαναμμένα από την τρεχάλα, το βλέμμα γυρίζει τον κόσμο ανάποδα και τον ξαναφέρνει στα ίσα του.

-«Γέρασα», λέει ο πατέρας που μπαίνει εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο.
-«Καθόλου», απαντά ο γιος. Και το εννοούσε.

Ο γέρος πατέρας το ένιωσε πως ο γιος του έβλεπε μέσα του το μικρό αγόρι που έκρυβε καλά. Και χαμογέλασε ένοχα και σκανταλιάρικα μέσα του ο ατίθασος πιτσιρικάς που τον πιάσανε να παίζει κρυφτό, ενώ το παιγνίδι είχε τελειώσει.

Ο γιος το ένιωσε πως είχε απότομα γεράσει. Είχε μάθει πια πως υπάρχουν δυο τρόποι να βλέπεις μια ταινία: από την αρχή προς το τέλος και από το τέλος προς την αρχή. Την δικιά του ταινία όμως την έβλεπε προς το παρόν από την αρχή προς το τέλος μόνο. Αλάθητο σημάδι γήρατος.


Διάλογος τέταρτος: Οι μάνες

Μάνα και παιδί (λεπτομέρεια από το έργο Οι τρεις ηλικίες της γυναίκας), Gustav Klimpt, 1905

Η φίλη της ενθουσιασμένη στο τηλέφωνο με τις προετοιμασίες για το μωρό που θα. Φλυαρεί για την κούνια και τα προικιά του αγέννητου που κυοφορεί. Τις κουδουνίστρες. Τα σεντονάκια, τα ρουχαλάκια, τις κουβερτούλες. Τις πιπίλες, τα μπιμπερό, τα καπελάκια. Τα σκουφάκια και τα φανελάκια. Τα κοντομάνικα και τα αμάνικα. Η άλλη ακούει στωικά. «Α, ωραία». Η φωνή τής βγαίνει σβυσμένη, μα το νιώθει πως κάτι πρέπει να πει. Οι μεγάλες παύσεις δεν είναι ευγενικές. Προπάντων. «Α, ωραία». Η έγγυος πετάει ανάμεσα σε ροζ και γαλάζια συννεφάκια πασπαλισμένα με ταλκ για μωρά. Είναι πολύ απορροφημένη για να αντιληφθεί το σβύσιμο στη φωνή της άλλης. «Α, πολύ ωραία». Τι υπέρβαση! Πρόσθεσε το ‘πολύ’.

-«Τι χρώμα να το βάψω;», ακούγεται μια φωνή από κάπου πολύ μακριά, από τα ροζ και γαλάζια συννεφάκια.
-«Ποιο;», απαντά η σβυσμένη φωνή.
-«Μα το δωμάτιο! Είναι, λένε, πολύ σημαντικό για την ψυχολογία του παιδιού».
-«...». Σιωπή. Καθόλου ευγενικό. Προπάντων. Ίσως και ύποπτο. Για φθόνο.
-«Πρέπει να με συμβουλεύσεις. Είσαι ή δεν είσαι η καλύτερή μου φίλη;»

Η άλλη κοντοστάθηκε πριν απαντήσει. Μπροστά της άναβε μια τεράστια φωτιά κι εκείνη να πετάει, άχρηστα όλα, κούνιες και ρουχαλάκια και σεντονάκια με ζωάκια και παιγνιδάκια πολύχρωμα και κουδουνίστρες θαυμαστές και παπλωματάκια με λαγουδάκια και πιπίλες με καρδούλες και μπιμπερό με αστεράκια και αρκουδάκια χνουδωτά. Και όλο η φωτιά να θεριεύει, να φτάνει μέχρι τον ουρανό μαζί με το θρήνο της και τα ουρλιαχτά της. Και όλο να μοιρολογάει για του κύκλου τα γυρίσματα και του τροχού τα αλλάματα που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου. Στα βάθη. Τα απύθμενα. Εκεί που δεν υπάρχουν τα ηλίθια ροζ και γαλάζια συννεφάκια που κάποτε είχε καβαλήσει και η ίδια. Ζαλίστηκε. Γραπώθηκε από μια καρέκλα να μη χυθεί χάμω.

-«Περιμένω! Ροζ ή γαλάζιο; Μήπως κάτι άλλο;». η φωνή της καλύτερής της φίλης στρίγγλιζε χαδιάρικα ανηλεής.

Τι να πει; Για του κύκλου τα γυρίσματα; Για τις μωρές παρθένες; Για την άφρονη αλαζονεία του θνητού, που ζει θαρρώντας πως είναι αθάνατος; Τι χρώμα έχουν όλα τούτα; Τι;

-«Άσπρο με ροζ και γαλάζια συννεφάκια παντού».
-«Καταπληκτική συμβουλή! Το ήξερα πως είσαι η καλύτερή μου φίλη!»

Κατέβασαν βιαστικά το ακουστικό. Η μία, αθώα, πήγε να συνεχίσει την αιώρησή της στα ροζ και γαλάζια σύννεφα. Η άλλη, υποψιασμένη, πήγε να περπατήσει σκυφτή για να βλέπει καλύτερα τη θνητή χωματένια της φύση.
Περισσότερα...

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Μικροί διάλογοι ή Σσσς, πες το από μέσα σου να ακουστεί καλύτερα (1)

Διάλογος πρώτος: Η γιορτή

Fernando Botero, The dinner, 1992

-«Βάλε του κι άλλο παγωτό, θα το φάει. Δεν έχει κλείσει τα δύο ακόμα, αλλά το καταφέρνει!».

Η μάνα-βουνό κοιτάζει περήφανη το παιδάκι της.

-Τι λες γυναίκα χωρίς το σχήμα γυναίκας που έθαψες τη μορφή σου κάτω από ένα βουνό και έπειτα το θεοποίησες και το προσκυνάς. Ξέχασες με τι μοιάζει η Γυναίκα και είναι δύσκολο πια να θυμηθείς. Σκότωσες την Εύα μέσα σου και τώρα σπρώχνεις τα παιδιά σου να γίνουν κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν σου. Είπε ουρλιάζοντας από μέσα της η καλεσμένη που προθυμοποιήθηκε να σερβίρει το παγωτό στο τέλος της γιορτής.

-«...», είπε απ’έξω της γνέφοντας καταφατικά αμίλητη. Γεμίζει το μπωλ. Ξέχυλο. Παιδάκια κλώνοι με ξέχυλα κρέατα σαν τους γονιούς τους ουρλιάζουν γύρω της να τα σερβίρει . «Μπορεί παρακαλώ κάποιος να συνεχίσει;» Χαμογελάει. Ψεύτικα. Και παγωμένα. Δεν έγινε αντιληπτή. Όλοι κοιτάνε το παγωτό. Κανείς εκείνη. Κάθεται σε μια γωνιά. Βλέπει τον εαυτό της απέναντι χωρίς στόμα. Δεν της χρειάζεται. Δε θέλει να ξαναφάει. Σε μια γιορτή τριάντα ατόμων δεν υπάρχει ένας Αδάμ. Ούτε Εύα. Είναι όλοι άνθρωποι-βουνά. Και το θεωρούν νορμάλ να παραμορφώνουν έτσι το σώμα τους. Θέλουν να το κάνουν και στα παιδιά τους. ΔΕ θέλει να ξαναφάει. Λίγο ακόμα και θα χάσει το μέτρο εδώ. Όχι. Ψαχουλεύει το πρόσωπό της. Έχει στόμα. Την κοιτάνε εκείνες οι δύο και τη σχολιάζουν απαξιωτικά που παρεκκλίνει από το μοντέλο τους. Τους χαμογελάει τρομαγμένη. Που είδε στο βλέμμα τους την απόρριψη που αγαπά το σώμα της και το τιμά. Βγάζει φτερά, ένα δυνατό ζευγάρι ριζωμένα στην πλάτη και πετά μακριά. Κρατά το μήλο της Εύας γερά στο χέρι. Πήρε μαζί της και τα παιδάκια να τους δείξει τους κούρους και τις κόρες. Να σφηνωθεί στο μυαλό τους η ομορφιά. Για πάντα. Κι όταν τους λείπει, να κατατρύχονται από νόστο για δαύτην. Να αγαπήσουν τη σάρκα τους, το σώμα τους, τη χωματένια και απτή τους υπόσταση. Για να μπορέσουν έτσι να ερωτευτούν. Και να είναι ερωτεύσιμα. Και να πετάξουν. Να μην καρφωθούν στα χαμηλά. Τουλάχιστον όχι λόγω βάρους. Παραείναι ευτελής λόγος.

-"Καληνύχτα".
-"Καληνύχτα".
Χαμόγελα κολλημένα στα δόντια, που θα φύγουν επιτέλους με το βραδυνό βούρτσισμα.
Η πόρτα κλείνει. Η γιορτή είχε τελειώσει.

Διάλογος δεύτερος: Οι ερωτευμένοι


Rene Magritte, The lovers, 1928


-«Αααα...», βαθειά ανάσα που προδίδει εκείνο το λεπτότατο σημείο που αντιλήφθηκε εκείνη τη μικρή λεπτομέρεια στην ταινία, τον κρυμμένο θησαυρό. Που είναι πολύ εύκολο να τον προσπεράσεις. Αλλά δεν τον προσπέρασε.

-«Αααα...», ακούει δίπλα της, την ίδια ακριβώς στιγμή.
Γυρνάει να κοιτάξει. Ταυτόχρονα με τον άλλο. Κανείς εκτός από τους δύο δεν είχε δει το θησαυρό, την υπέροχη κρυφή στιγμή στην ταινία. Ένα φύσημα του αέρα στην κουρτίνα ήταν. Τίποτα άλλο. Κρατούν την ανάσα τους. Κοιτιώνται κλεφτά με μάτια συνένοχα.

-Θά’θελα να σου πω ευχαριστώ, λέει εκείνος από μέσα του, για την ευχάριστη έκπληξη. Που ήρθα μόνος μου σινεμά εν μέσω μεγάλης παρέας και εκεί που το είχα πάρει απόφαση πως μονάχος θα δω την ταινία, βρίσκω εσένα. Νομίζω πως, πως σε...

-...Σε ερωτεύτηκα, λέει εκείνη από μέσα της. Μόνο και μόνο για αυτό το Αααα το συνένοχο, τη μικρή κρυφή στιγμούλα, που καταλάβαμε και νιώσαμε το ίδιο, όμοια με εραστές σφιχταγκαλιασμένους που όμως ξεχωρίζουν από όλο το σφιχταγκάλιασμα τη μία εκείνη στιγμή, τη μονάκριβη, της ένωσης της απόλυτης.

-Είμαι ευτυχισμένος που σε ερωτεύτηκα, είπαν τα μάτια του.

-Είμαι ευτυχισμένη που σε ερωτεύτηκα, είπαν τα χέρια της.

-Αντίο, είπαν τα χέρια του.

-Αντίο, είπαν τα μάτια της.

Τα είχαν πει όλα ανάμεσα σε δύο Αααα.
Περισσότερα...

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Οι Δον-Κιχώτηδες είναι επίκαιροι όσο ποτέ


Ghost Dog, o θρύλος των σαμουράι, Jim Jarmusch (Η σκηνή από την ταινία εδώ)

Σε μια εποχή που οι μεγαλόπνοες αξίες και οι ορατές ιδέες, ικανές να εμπνεύσουν και να συσπειρώσουν γύρω τους τη μάζα, σε γενικές γραμμές-τονίζω το γενικές- εκλείπουν ή είναι αλληλοαναιρούμενες και θολές, τα άτομα επινοούν προσωπικές θρησκείες και θυσιάζονται για αυτές με τίμημα τη γραφικότητα. Αν όμως γραφικός είναι αυτός που πράττει διαφορετικά αποκομμένος από τους πολλούς, τότε οι γραφικοί έχουν αυξηθεί τόσο, που κινδυνεύουν να γίνουν ο κανόνας. Ο γραφικός επινοεί δικές του αξίες και πιστεύει σε αυτές μόνος ή έστω οι αξίες που τον ενέπνευσαν είτε ανήκουν στο παρελθόν, είτε κατοικοεδρεύουν κάπου μακριά και απρόσιτα, στην άλλη άκρη της γης. Χαρακτηριστικό του η πίστη του στο σύμπαν που έχτισε τόσο παράταιρο με την κοινωνία του και η αδιαφορία του για τις κοροϊδίες των πολλών που αμαχητί αποδέχθηκαν τις χύμα αξίες της αγοράς: τον καταναλωτισμό, τον ωχαδελφισμό, την χυδαιότητα στη θέση του ερωτισμού, την λατρεία της υποκουλτούρας, του φαγητού, του χρήματος, της καριέρας, του ανερμάτιστου τίποτα. Μερικές φορές αδράχνεται από κάποια από τις αγοραίες αξίες που τις μεταλλάσσει με το προσωπικό του στίγμα. Αλλά ακόμα κι αν το πρόβλημά του δεν είναι αποκλειστικά αξιακό, προσκρούει σε άλλο σκόπελο. Στην αγωνιστική του διάθεση που δεν ξέρει πού να τη διοχετεύσει. Στη δεύτερη αυτήν περίπτωση, αν είναι έντιμος και δεν την ξοδέψει στα γήπεδα βάλλοντας κατά της αντίπαλης ομάδας ή στις εκκλησίες παραλληρώντας εναντίον άλλων θρησκευμάτων, τότε γραπώνεται από μία δική του ιδέα ουτοπική στις συγκεκριμένες συνθήκες ή μακρινή χωροχρονικά και κοινωνικά και αγωνίζεται για αυτήν με πάθος και συνέπεια. Γι’αυτόν τον δεύτερο τύπο γραφικού μεγαλύτερη σημασία έχει ο αγώνας αυτός καθ’αυτός παρά το αντικείμενό του. Σε κάθε περίπτωση οι Δον-Κιχώτηδες είναι επίκαιροι όσο ποτέ.

Ο Jim Jarmusch στην ταινία του "Ghost Dog, ο θρύλος των Σαμουράι" μας περιγράφει πολύ καλά την κατάσταση, ιδίως στη σκηνή, όπου ο ήρωας περπατά στην πόλη του, μία σύγχρονη μεγαλούπολη των Ηνωμένων Πολιτειών, ακολουθώντας πιστά την ιδεολογία και το τελετουργικό των σαμουράι. Διασταυρώνεται με άλλον «γραφικό» που εμφορείται από άλλη ιδέα. Η αξία της σκηνής βρίσκεται στο σεβασμό και την αποδοχή που δείχνει ο ένας στον άλλο, παρόλο που πιστεύουν με πάθος τελείως διαφορετικά πράγματα. Ο Δον-Κιχώτης βλέπει το είδωλό του στον καθρέπτη. Και του αρέσει αυτό που αντικρίζει.

Αντίστοιχους γραφικούς δεν βλέπει κανείς μόνο στις ταινίες. Αν περπατήσει στην Αθήνα ή σε κάποια μεγαλούπολη με όλα τα ζευγάρια μάτια του ανοιχτά, εκπλήσσεται με το πόσοι γραφικοί υπάρχουν. Ορισμένοι θα έχουν την ψευδαίσθηση ότι σε κάθε δεύτερο βήμα βλέπουν μια παραλλαγή του εαυτού τους στα διάσπαρτα κάτοπτρα που παραμονεύουν. Αιωνόβιος με αργό, σταθερό και κατεβασμένο βλέμμα ανεβαίνει στη ζέστη καλοκαιριάτικου μεσημεριού τις σκάλες του μετρό στην Κοραή κρατώντας την ελληνική σημαία. Από πάνω ακούγονται από τα μεγάφωνα τραγούδια της Αντίστασης. Ο παλαιός αγωνιστής πηγαίνει στην προγραμματισμένη εκδήλωση, αλλά δεν υπάρχει κανείς εκτός από τα μεγάφωνα και τους πελάτες των καφέ που κατακλύζουν το δρόμο. Κανείς; Όχι κάποιος υπάρχει. Ζευγάρι τουριστών-εκείνος λαμέ σακάκι, εκείνη με επίσημο γδύσιμο με στράς- πλησιάζουν τον γέροντα μειδιώντας για την γραφικότητά του και τον τραβούν φωτογραφίες. Μερικοί δεν αντιλαμβάνονται πότε βλέπουν το είδωλό τους στον καθρέπτη, ώστε να το σεβαστούν. Ούτε ότι παραπίσω κάποιος άλλος τους «φωτογραφίζει», γιατί μέσα από τις πολλαπλές ανακλάσεις που άθελά τους σχηματίζουν, βλέπει τον εαυτό του.

Παραπέρα στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης ρασοφόρος μοναχός με κομποσχοίνια και περπατησιά ανθρώπου που εμφανώς είναι έξω από τα συνήθη του, περιηγείται στις αίθουσες δίχως να αντιλαμβάνεται την καθολική του διαφορά με τους λοιπούς επισκέπτες. Παρακεί κοπέλα που θεοποίησε τη σάρκα της, αφού τη στόλισε τελετουργικά ώρες ατέλειωτες με χάντρες και καθρεπτάκια του σταρ-σύστεμ, φαντασιώνεται πως ανεβαίνει σε κάποιο βάθρο δίπλα από τις κόρες, για να την θαυμάζουν οι άνθρωποι. Πιθανότατα κανείς τους δεν αντιλήφθηκε πως ανάμεσα στους επισκέπτες κάποιος έγειρε την κεφαλή ως χαιρετισμό. Ακριβώς όπως έκανε ο ήρωας του Jarmusch, όταν συνάντησε τον άλλο πιστό. Σε τι; Δικό του θέμα. Εδώ σημασία έχει να μπορεί κανείς ακόμα να διακρίνει το είδωλό του μέσα από τις πολλαπλές ανακλάσεις. Και αυτό συνέβη, όταν κατάλαβε ότι οι σερβιτόροι στο καφέ του μουσείου, τον είχαν πια μάθει. «Πάλι εσείς εδώ; Ξέρω, ξέρω, ένα ποτήρι λευκό κρασί».

Άθελά του ο Δον-Κιχώτης τείνει να γίνει το σύμβολο της εποχής μας όσο κανένα άλλο. Υπομονή και κατανόηση για τους περιφερόμενους ιππότες της προσωπικής ουτοπίας. Οι καθρέπτες παραμονεύουν για να τιμωρήσουν τον υβριστή που τους περιγέλασε. Πάντα το ζήτημα των ανακλάσεων. Πάντα μπροστά μας.
Περισσότερα...

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Ευχαριστούσε το άστρο της που γλίτωσε κι αυτή τη φορά


The funeral, Edouard Manet


Καθ’οδόν για την κηδεία του Ντίγκναμ

«Ο κ. Μπλουμ μπήκε και κάθησε στην άδεια θέση. Τράβηξε την πόρτα πίσω του και τη χτύπησε δυνατά, μέχρι που έκλεισε εντελώς. Πέρασε το μπράτσο του στην κρεμαστή λαβή και κοίταζε σοβαρός από το ανοιχτό παράθυρο της άμαξας τα κατεβασμένα στόρια των σπιτιών της λεωφόρου. Κάποιο τραβήχτηκε στα πλάγια. Μια γριά κρυφοκοίταζε. Η μύτη της πλακουτσωτή πάνω στο τζάμι. Ευχαριστούσε το άστρο της που γλίτωσε κι αυτή τη φορά.»

Οδυσσέας, Τζαίημς Τζόυς, σ.118, μετάφραση Σωκράτης Καψάσκης, εκδ. Κέδρος



-Ντριννν...(παρατεταμένο κουδούνισμα που φανερώνει οικειότητα. Η πόρτα ανοίγει μετά από ώρα)

-Είσαι καλά; Κοιμόσουν;

-Ναι, ήταν πολύ έντονες οι τελευταίες μέρες. Χθες πήγαμε στην κηδεία τού. Δράμα. Νέος άνθρωπος. Δυο χρόνια με καρκίνο. Άφησε δυο μικρά παιδιά ορφανά. Αγόρια. Δύσκολα. Καταλαβαίνεις.

(παύση: κοιτάζει κλεφτά τα παιδιά της που στέκονται παραδίπλα)

-... Καταλαβαίνω. (παύση: χαμηλώνω τα μάτια και σκέπτομαι τα παιδιά μου που στέκονται δίπλα μου)


Σηκώνουν τα μάτια τους έτοιμες να σπάσουν τη σιωπή. Στην ελάχιστη εκείνη στιγμή από την παύση στην ομιλία, οι ματιές τους συναντιούνται. Είχαν συνεννοηθεί απόλυτα. Άρχισαν να μιλάνε ξέφρενα χωρίς να κοιτιώνται. Ντράπηκαν που είχαν πιάσει η μία την άλλη στα πράσσα να κρυφοκοιτάζει την κηδεία τού. Με την μύτη της πλακουτσωτή πάνω στο τζάμι να ευχαριστεί το άστρο της που γλίτωσε κι αυτή τη φορά.


Περισσότερα...

Η Τέχνη δεν ομορφαίνει απλώς τη ζωή. Την κάνει πιο εύκολη


Σκηνή από το Seppuku (1962), του Masaki Kobayashi: οι δύο σαμουράι σε έναν αγώνα Άντρα προς Άντρα.


Σκηνή από το Πέρα από το πλοίο (1968), του Αλέξη Δαμιανού: οι δύο σιδεράδες σε έναν αγώνα Άντρα προς Άντρα (από 25:00 έως 28:20min)
(αν κανείς εντοπίσει ή έχει τις τεχνικές γνώσεις να ανεβάσει την εν λόγω σκηνή, παρακαλείται να αφήσει σχετικό σχόλιο, ώστε να παραπέμπω σε αυτήν)

Εδώ δεν είναι τα κριάρια που κουτουλάνε, ούτε οι κεραμιδόγατοι που καβγαδίζουν. Και πολύ λιγότερο είναι οι εποχούμενοι άντρες που εκτονώνουν την αντρική ροπή για αριστεία και επίδειξη ή επιβολή δύναμης επί άλλων αρσενικών «σε ξιφομαχίες στην άσφαλτο για το άδικο». Εδώ οι σκηνοθέτες, ο καθένας με τον τρόπο του, προήγαγαν αυτό το εγγενές χαρακτηριστικό του αρσενικού για αγώνα με το άλλο αρσενικό σε αγώνα του Άντρα εναντίον του Αντρός. Σε χαρακτηριστικό αρχέγονο, σύμφυτο με τη φύση του Ανδρός που γίνεται έπος ή τραγωδία ή και τα δύο. Που μεταλλάσσεται σε κάτι ανώτερο, σχεδόν θεϊκό. Άρα έχει ανάγκη να καθιερωθεί με τελετουργία που φαντάζουν να αντιλαμβάνονται και υιοθετούν πλήρως σαν να ξεπηδά από μέσα τους οι αντίπαλοι Άντρες. Ξαφνικά στα μάτια μας μεγαλύνθηκαν. Μοιάζουν με θεούς που αποδέχονται τη μοίρα τους, τη φύση τους με άλλα λόγια -γιατί ακόμα και αυτοί υπόκεινται σε τούτη- και στέκονται αντιμέτωποι με πλήρη συναίσθηση του είναι τους, τoυ ρόλου τους, της αντρειοσύνης τους, της ανάγκης τους για αντιπαλότητα και εξουσία. Η φουσκωμένη στο λαιμό τους φλέβα το δείχνει. Η ένταση στο βλέμμα που δεν απομακρύνεται στιγμή από τον Μεγάλο Αντίπαλο. Η ένταση στα χέρια, στην κάθε ελάχιστη υπολογισμένη κίνηση, σε κάθε σύσπαση του προσώπου λες και αυτή είναι η τελευταία της ζωής τους. Η ύπαρξή τους όλη συμπυκνωμένη σε αυτή τη φουσκωμένη φλέβα ή σύσπαση ή μαχαιριά στο βλέμμα. Ο απόλυτος έλεγχος κάθε μυ, ώστε το σώμα, εκεί που σερνόταν ασταθές, τώρα ξάφνου βρήκε το λόγο ύπαρξης για τον οποίο προοριζόταν από γεννησημιού του. Πατάει πια γερά στα πόδια του σίγουρο για την κάθε του κίνηση. Τώρα ξέρει τον προορισμό του. Τώρα δεν παραπατάει. Τώρα γιγαντώθηκε στ’άλήθεια. Μέχρι την εσαεί πτώση του βεβαίως από το δυνατώτερο αρσενικό.

Αυτό είναι Τέχνη. Να μεταμορφώνεις τα ζαβά κριάρια που κουτουλάνε, σε θεούς θεριεμένους από την προσμονή της νίκης, που το ξέρει ότι είναι εφήμερη μα καθόλου γι’αυτό υποτιμημένη. Αυτοί πλέον δεν προκαλούν την ειρωνεία για την αψιά φύση του άρσενικού -που δύσκολα φορές φορές κρύβεται κάτω από το κουστούμι του-, αλλά το δέος. Εδώ η Τέχνη δεν ομορφαίνει απλώς τη ζωή. Την κάνει πιο εύκολη. Γιατί, αν αδυνατεί κανείς να αποδεχτεί είτε άντρας είτε γυναίκα την τάση, περισσότερο ή λιγότερο ισχυρή, ή ακόμα και εμμονή του αρσενικού στις κουτουλιές και θύμωνει για την αποτυχία αιώνων πολιτισμού να την ξεχορταριάσουν από τον Άντρα, τώρα ξέρει πως ο Διόνυσος δεν ξεριζώνεται έτσι εύκολα από τον Απόλλωνα και τον πολιτισμό του. Αλλά δεν παύει να είναι και αυτός θεός ισότιμος. Ενίοτε μεγαλειώδης. Είναι σίγουρα πιο εύκολο πια να αντέξεις, είτε άντρας είτε γυναίκα την αιώνια αντιπαλότητα του Ανδρός στις όποιες καθημερινές της εκφάνσεις. Ίσως όχι να την αποδεχθείς με κάθε όρο ή να την ενθαρρύνεις αλλά να κατανοήσεις τις πηγές της. Η Τέχνη του Δαμιανού και του Kobayashi φρόντισαν τα μάλα γι’αυτό.
Περισσότερα...

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

Το Kαθόλου και το Tίποτα


The painter to the moon, Mark Chagall

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν...», ξεκινάει η μαμά κομπιάζοντας, γιατί κανένα παραμύθι δεν της έρχεται στο μυαλό, «...το Καθόλου και το Τίποτα», συνεχίζει οργισμένο το παιδάκι που είχε τις κακές του, όπως όλα τα παιδάκια που νυστάζουν φρικτά, αλλά επιμένει η μαμά τους να τα βουρτσίζει στη μπανιέρα. «Πού το ξέρεις;» αντιγυρίζει η μαμά χαμογελώντας ανακουφισμένη που το πιτσιρίκι της τής έδωσε ιδέα για παραμύθι.

«Το Καθόλου και το Τίποτα έπαιζαν μεταξύ τους ευτυχισμένα, αλλά κάποτε θέλησαν να γνωρίσουν κι άλλους. Πλησιάζουν λοιπόν ένα πανέμορφο πολύχρωμο πλασματάκι και το ρωτάνε αν θέλει να παίξουνε. Όμως εκείνο, ούτε που τους είδε, γιατί ήταν άχρωμοι. Απογοητευμένα πλησιάζουν ένα άλλο υπέροχο πλάσμα, που αντί για χνάρια σκόρπαγε πίσω του μελωδίες. Όμως εκείνο δεν τους άκουσε, γιατί το Καθόλου και το Τίποτα δεν έβγαζαν κανέναν ήχο. Ακόμα πιο απογοητευμένα, πλησίασαν ένα πλασματάκι που ήταν φτιαγμένο από στίχους. Όμως εκείνο δεν τα κατάλαβε, γιατί το Καθόλου και το Τίποτα δεν ήξεραν κανένα ποίημα.

Και τώρα; Δε θέλουν να είναι άχρωμα. Κοιτάνε γύρω τους και παίρνουν ρόζ από την αυγή, πορτοκαλί από το ηλιοβασίλεμα, μπλέ από τη θάλασσα, πράσινο από τις φυλλωσιές των δέντρων και κίτρινο από τις μαργαρίτες. Μπήκαν και σε μια πινακοθήκη και πήραν και από εκεί χρώματα πολλά. Και αρχίζουν να ζωγραφίζουν το ένα το άλλο μέχρι που έγιναν πολύχρωμα σαν πίνακας ζωγραφικής.

Δε θέλουν όμως ούτε άλαλα να είναι. Τρέχουν σε μια ρεματιά και αρπάζουν νότες από το αηδόνι. Ακούν και κάποιο βιολιτζή και αδράχνουν τις νότες του βιολιού του. Ακούν στο ραδιόφωνο μια συναυλία και τότε, ουου, γεμίσαν τα πουγκιά τους νότες από αμέτρητα μουσικά όργανα. Και αρχίζουν να τις κολλάνε το ένα στ’άλλο, μέχρι που έγιναν μουσική.

Τώρα τους έλειπαν τα ποιήματα. Τρεχάλα στη βιβλιοθήκη χώνονται σε στίβες βιβλία και ροκανίζουν ποιήματα μικρά, μεγάλα, ποιήματα που τα καβαλάς και σε ταξιδεύουν ή άλλα που μπαίνουν στην καρδιά και δεν φεύγουν με τίποτα. Και αρχίζουν να παίζουν πετώντας στιχάκια το ένα στο άλλο, μέχρι που έφτιαχναν ποιήματα όμορφα σαν ποιητές.

Κοιτάνε το ένα το άλλο κατάπληκτα. Τι χρώματα, τι μουσικές, τι ποιήματα που είναι στολισμένα! Και πόσο όμορφα νιώθουν! Πώς και δεν το είχαν καταλάβει τόσο καιρό πόσο, πόσο..., να, πόσο άτεχνα και αδειανά ήταν. Μα τώρα πια δεν είναι. Ούτε τους ταιριάζουν τα ονόματά τους. Το Καθόλου από τότε το φωνάζανε Ζωή και το Τίποτα...», κομπιάζει η μαμά, γιατί ιδέα δεν της έρχεται καμμιά. «Ψυχή», πετιέται το πιτσιρίκι καταχαρούμενο που έγινε νονά του Τίποτα. «Άξια νονά!», το φιλάει και το σκουπίζει η μαμά του. Το μπάνιο είχε τελειώσει.
Περισσότερα...

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Ερυσίχθων ή η υπερτροφία του Εγώ


Απόσπασμα από συνέντευξη του Αλέξη Δαμιανού

"Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος, πολύ λίγο γνωστός, που μοιάζει να είναι το πρώτο οικολογικό μήνυμα στην ιστορία της ανθρωπότητας και φανερώνει τις ολέθριες συνέπειες της υπερτροφίας του “εγώ”. Ο μύθος του Ερυσίχθονα. Ο Ερυσίχθων, νέος, ωραίος, δυνατός, πλούσιος και επιτυχημένος, βλασφημεί, κόβοντας το ιερό δέντρο της Δήμητρας την ώρα της γιορτής. Οι Δρυιάδες, κόρες της Θεάς, που κατοικούσαν στο δέντρο, βγαίνουν ματωμένες από τις φυλλωσιές και αλλόφρονες τρέχουν στη μητέρα τους. Η Δήμητρα θυμώνει και βρίσκει την Πείνα. Ήτανε τότε που μόλις είχανε αποτραβηχτεί τα νερά του Αιγαίου από την Θεσσαλία και η πεδιάδα φάνταζε ένας ξερός απέραντος τόπος γεμάτος αλάτι και μαύρα βράχια. Η Πείνα καθόταν ξεδοντιάρα κουρελού, στην μαύρη ξεραΐλα. Η Δήμητρα της λέει να πάει να βρει τον Ερυσίχθονα και να του δώσει ένα φιλί στο στόμα. Η Πείνα πηγαίνει, τον βρίσκει να κοιμάται, του δίνει το φιλί και χάνεται. Εκείνος ξυπνάει κι αισθάνεται λιγούρα. Πεινάει. Τρώει. Πεινάει κι άλλο. Ξανατρώει. Πεινάει. Πεινάει. Πεινάει. Ακατάσχετα. Τρώει πια ότι βρίσκει μπροστά του: φυτά, ζώα, τη γυναίκα του, την κόρη του -που μόλις προλαβαίνει να μεταμορφωθεί σε φοραδίτσα και τρέχει να γλιτώσει-, τα ξύλα του σπιτιού του, τα πάντα. Μέχρι που πια δεν υπάρχει τίποτα γύρω του και μέσα στην μέση της ερημιάς, αγριεμένος τρώει τα κρέατά του. Τις σάρκες του.

Αυτή η ρίζα του Ερυσίχθονα -και μην ξεχνάμε ότι έρυσις σημαίνει πληγή και χθών σημαίνει γη, δηλαδή Ερυσίχθων μπορεί και να σημαίνει πληγή της γής-, αυτή η ρίζα, το αδυσώπητο “εγώ”, που επισημάνθηκε επίμονα και με πολλές παραλλαγές από τους αρχαίους Έλληνες (Προκρούστης, Θυέστης, Ατρέας, Οιδίπους), στις μέρες μας έχει θεριέψει και νομιμοποιηθεί. Ατομισμός, υπερκαταναλωτισμός, ανταγωνισμός, παγκοσμιοποίησις της εξουσίας. Αυτές είναι οι αξίες μας σήμερα, αυτές προβάλλονται και επιβάλλονται από τα marketing, τα advertising, τα ΜΜΕ, την κάθε υπερδύναμη. Σ’αυτές σκοτωνόμαστε να ανταποκριθούμε και σαν τον Ερυσίχθωνα τρώμε τις σάρκες μας και βλαστημάμε τη ζωή μας… Τώρα στη βραδινή πορεία μου ακούω το αχολογητό των δασών, που φέρνει με αλαφριά σκόνη τον θρήνο του κονιορτοποιημένου ρητού “το κατά φύσιν ζην εστί κατ’αρετήν”. Αυτά θέλω να γράψω και να πετύχω να ξεφύγω από την μιζέρια και τον παραλογισμό της καινούργιας εποχής μας, χρησιμοποιώντας την ιστορική γνώση, όσο το δυνατόν λιγότερο παραποιημένη ή δικολαβική."
Περισσότερα...