Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Η Τζίλντα, ο Ντόριαν Γκρέυ και η παλιόγρια

Κοριτσάκι. Και μετά κοπέλα. Με το φεγγάρι καρφωμένο στα μαλλιά. Και τον ήλιο στα δόντια. Σβελτάδα, ομορφιά. Λυγαριά ολάνθιστη. «Γειά σου λαφίνα μου!», της φώναζαν οι παππούδες στο διάβα της. «Δορκάδα» την είπε μια δόση κάποιος. Της ταίριαζε. Τα νειάτα και η ομορφάδα ήταν δεδομένα για αυτήν. Όχι ότι δεν ήξερε πως έρχονται και παρέρχονται, αλλά να, ήταν δεύτερη φύση της κι ύστερα η παρακμή του σώματος φαινόταν να αργεί. Περασμένα τριάντα και την περνούσαν για μαθήτρια. Δεν καμάρωνε ιδιαίτερα. Ένιωθε όπως όλοι οι νέοι που τους βοηθάει λιγάκι και η αγάπη για την νεότητα και την ομορφιά του σώματος να λάμπουν σαν νιόβγαλτα λουλούδια της άνοιξης ακόμα και στο τέλος του καλοκαιριού. Ο Ντόριαν Γκρέυ κοιτούσε με αγωνία το είδωλό του στον καθρέπτη που γερνούσε αντί για τον ίδιο. Εκείνη χωρίς αγωνία. Γιατί το είδωλό της παρέμενε γεμάτο φρεκάδα όπως και η ίδια.


Και φυσικά ήταν γυναίκα. Με επίγνωση της δύναμής της. Όχι φωναχτά και άγαρμπα. Είχε δει μικρή, πολύ μικρή, τη Ρίτα Χέυγουορθ. Η φιγούρα της Τζίλντα που βγάζει απλά το γάντι της, της είχε τυπωθεί. Τότε είχε απορήσει με τη σαγήνη που πότιζε τους πάντες και τα πάντα αυτή η απλή κίνηση. Γρήγορα κατάλαβε πως οι παράτες και τα δυνατά όργανα είναι μόνο για τα πανηγύρια. Απλή. Δίχως πολλά πολλά βαψίματα και στολίδια. Αυτά είναι για τις λατέρνες. Κατάφερε έτσι να εντάξει στη φιλοσοφία της την τέχνη του σαγηνεύειν την εκλεπτυσμένη, σχετικώς. Όχι μόνο για να ελκύει όποιον έβαζε στο μάτι. Αλλά για να ελκύει. Στην αρχή από εκδίκηση για τους άντρες που ήξερε καλά ότι λειτουργούν με την εικόνα. Την τυχαία εικόνα μιας γυναίκας που κλείνουν μέσα τους, οι πιο παρθένοι στην ψυχή σαν φυλακτό, οι πιο θρασείς ως υποκατάστατο της γυναίκας που έχουν στο πλάι τους. Ή για να είμαστε ακριβείς η εν λόγω συμβία είναι μάλλον το υποκατάστατο της εικόνας που έχει κλειδώσει στο μυαλό του το αρσενικό. Όταν πάλι ήταν μικρή είχε ακούσει την ιστορία ενός πατέρα που διηγιόταν στον ίδιο του το γιο για δύο πράσινα μάτια στην Καζαμπλάνκα που ακόμα τα κουβαλούσε μέσα του. Και αυτή την τύπωσε βαθειά μέσα της. Δεν ήθελε να είναι η μητέρα αυτού του αγοριού. Προτιμούσε να παριστάνει τα δυο πράσινα μάτια. Κι ας είχε μελιά. Αρκούσαν. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως δεν της άρεσε η τέχνη της Τζίλντα για κανέναν από αυτούς τους λόγους. Είχε απλά αποδεχτεί την πρωτόγονη -που αρεσκόμαστε να αποκαλούμε αρχετυπική- φύση: τη δική της τη γυναικεία του θηράματος και την ανδρική του θύτη. Όλα τα άλλα ήταν περίτεχνες σάλτσες για να σκεπάσουν την άξεστη μυρωδιά του κρέατος.

Όπως και να έχει έτσι ζούσε. Παράλληλα με όλα τα άλλα –και δεν ήταν καμμιά χαζή, α, όχι, το φρόντιζε το πνεύμα της, και τις σπουδές της και όλα της- δεν ξεχνούσε ούτε τη Τζίλντα, ούτε τα πράσινα μάτια της Καζαμπλάνκα, ούτε τη φύση της. Μέχρι που ήρθαν τα μωρά. Τώρα πια περπατούσε στο δρόμο και δεν αιχμαλώτιζε τα βλέμματα. Κοίταζε τα χέρια της κρυφά. Τα μακριά λεπτά νευρώδη της δάχτυλα είχαν γίνει τραχειά και μαραμένα. Δεν μιλούσαν πια. Είναι δυνατόν να αλλάξουν τόσο πολύ; Κοίταζε με τρόμο τον καθρέπτη. Ο Ντόριαν Γκρέυ που ήταν; Μετά συνέστησε στον εαυτό της ψυχραιμία. Ήταν η κούραση, τα ξενύχτια πάνω από τα αγγελούδια της, ήταν πως τώρα πια έψαχνε να βρεί στο πρόσωπο της Τζίλντας τα χαρακτηριστικά της κόρης της. Όχι του εαυτού της. Απανωτά θυμήθηκε πως είχε συστήσει στον εαυτό της πως εκείνη ποτέ δεν θα καταντούσε σαν τις μαμάδες που έβλεπε με το γάντι της Ρίτας Χέυγουρθ στη ντουλάπα με τα λοιπά κειμήλια. Πήρε λίγο τα πάνω της. Έπιασε όμως τον εαυτό της να χαμογελάει τάχα μου με ύφος ανθρώπου που τα έχει βρεί απόλυτα με τον εαυτό του, στους ανθρώπους που παρατηρούσαν έντρομοι τη μετάλλαξη των χεριών της. Ή μήπως πράγματι τα έχει βρεί; Όλο και πιο συχνά κοιτιόταν στα κρυφά στον καθρέπτη. Ξαναδιάβασε το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ». Κυκεώνας. Στροβιλιζόταν ανάμεσα σε κλάματα, μπιμπερό και παιδικά γελάκια επιμένοντας πως κάθε φάση και κάθε ηλικία –είχαν περάσει και τα χρόνια- έχει την ομορφιά της. Και το πίστευε. Αυτή η μετεβατική περίοδος μοναχά τη δυσκόλευε κομμάτι. Ας είναι.

Και τότε το άκουσε ξεκάθαρα. Το κοριτσάκι της θυμωμένο γιατί η μανούλα δεν το άφησε να φάει κι άλλη σοκολάτα. Την φώναξε παλιόγρια. Νέτα σκέτα και βροντερά. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί πού την έμαθε αυτή τη λέξη, ούτε αν καταλαβαίνει τόσο μικρό που είναι τη βαρύτητά της. Ο ήχος της βρισιάς από ένα μωρό της τρυπούσε τα τύμπανα. Άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν. Ποτάμι. Ήταν η πρώτη φορά που φαντάστηκε νερά, αλλά δεν είδε κάθαρση. Είδε πνιγμό. Μετά κάλμαρε, σηκώθηκε και έβγαλε από το κασελάκι παλιές φωτογραφίες της γιαγιά της. Καλλονή. Σκούπισε τα δάκρυά της. Πήρε αγκαλιά το κοριτσάκι της, που φοβόταν ότι θα το μαλώσει η μαμά του. Δεν του είπε τίποτα. Μόνον του έδειξε τις φωτογραφίες της προγιαγιάς του.

Περισσότερα...

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Ο Μανόλης και η Ισμήνη ή το Ασημί Παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό στα χρόνια τα πολύ μετά από εμάς, στο μέλλον, συμβαίνουν πράματα και θάματα, που οι άνθρωποι τα λέμε ‘επιστημονική φαντασία’. Ήταν λοιπόν ένας αρχαιολόγος, γιατί και τότε θα υπάρχουν κάποιοι που νοιάζονται για τα παλιά, που περίμενε γεμάτος αγωνία τι άλλο θα ανακάλυπτε την άλλη μέρα στην ανασκαφή. «Τι τύχη», σκεπτόταν, «να βρούμε μετά από τόσους αιώνες ένα ολόκληρο σπίτι, που έχει διατηρηθεί σχεδόν όπως ήταν! Μόνο η οροφή έχει πέσει και κάποιες φθορές υπάρχουν σε μικροαντικείμενα». Και συνέχισε να απαριθμεί μέσα του τα καταπληκτικά, όσο και παράξενα ευρήματα, που δεν ήξερε καν σε τι χρησίμευαν. Οδηγούσε το αεροκίνητό του, που ήταν τελείως αθόρυβο και κατανάλωνε αέρα. «Ευτυχώς», πέταξε για λίγο η σκέψη του, «που πια ο αέρας δεν είναι μολυσμένος και δε δημιουργεί προβλήματα στους αεροκινητήρες μας». Γρήγορα όμως τον απορρόφησαν πάλι τα θαυμαστά ευρήματα...

«Έχουμε και λέμε. Τρία κουτιά με τη μία τους πλευρά γυάλινη. Να πρόκειται για ένα πανάρχαιο είδος οθόνης, αυτό που αποκαλούσαν ‘τηλεόραση’;» Δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πόσο επίπεδες θα φαίνονταν οι εικόνες της τηλεόρασης και έφερε στο μυαλό του τις τρισδιάστατες σύγχρονες εικόνες, που έμοιαζαν ολοζώντανες και περιέβαλαν τους θεατές σε φυσικό μέγεθος. «Άσε που μπορούμε να συμμετέχουμε κι εμείς και να αλλάζουμε ό,τι θέλουμε. Αν τα περίεργα κουτιά είναι πράγματι κάποιο πανάρχαιο είδος οθόνης, σκέψου πόσο βαρετό θα ήταν να κάθεται κανείς μπροστά της και απλά να βλέπει ό,τι του δείχνουν, χωρίς να μπορεί να επέμβει!» σκέφτηκε και ακινητοποίησε το αεροκίνητο του, για να αφήσει να περάσει ένας ευγενικός κύριος που βιαζόταν. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που συγκρούστηκαν αεροκίνητα;» ξαναπέταξε στιγμιαία η σκέψη του. «Πρέπει να συνέβη πριν δεκάδες χρόνια, τότε που υπήρχαν ακόμα μερικοί που..."ξιφομαχούσαν στην άσφαλτο για το άδικο" τραγούδησε δυνατά και χαμογέλασε με τον εαυτό του, που θυμήθηκε το παλιό αυτό τραγουδάκι, που ανακάλυψε σε ένα μισοχαλασμένο cd σε μια άλλη ανασκαφή πριν από χρόνια και που τώρα καταλάβαινε τι εννοούσε.


«Καλημέρα R5!» άκουσε τη φωνή του Τ3 να αγκομαχάει έτσι ηλικιωμένος που ήταν. Είχε φτάσει στον προορισμό του και απορροφημένος όπως ήταν, δεν πρόσεξε πως το αεροκίνητο του είχε ήδη σταθμεύσει στην πελώρια γυάλινη πλατφόρμα που στεκόταν στον αέρα πάνω από την ανασκαφή. Ούτε είχε αντιληφθεί τον Τ3 να πλησιάζει. Ξαφνιάστηκε και φοβήθηκε μήπως ο Τ3 τον άκουσε να τραγουδάει. Δάγκωσε τα χείλη του νευρικά και απάντησε: «Καλημέρα Τ3. Βρήκατε τίποτα καλό σήμερα;» «Κάτι περίεργα αντικείμενα στο δωμάτιο του αγοριού. Τα αφήσαμε στη θέση που τα βρήκαμε. Μπορείς να δεις και μόνος σου», ακούστηκε να λέει ο Τ3, που δε φάνηκε να αντιλήφθηκε τίποτα και ακούστηκαν οι κλειδώσεις του να τρίζουν ύπουλα. Ο R5 κοίταξε κάτω από το γυάλινο δάπεδο της πλατφόρμας και είδε ένα δωμάτιο βαμμένο γαλάζιο με ένα ξύλινο μισοκατεστραμμένο κρεβάτι με ξέστρωτα μισολιωμένα σεντόνια, πολλές αφίσες σκισμένες ένα γύρω και δυο-τρία πλαστικά αντικείμενα, που έμοιαζαν με παιγνίδια. Ρύθμισε τα μάτια του, ώστε να βλέπει πιο κοντά και έβγαλε μικρούς τριγμούς από την κατάπληξη. «Μα αυτά είναι όπλα! Σαν κι αυτά που είναι γεμάτο το Μουσείο Ανθρώπινης Ιστορίας!» «Όπλα;» απόρησε ο Τ3. «Ναι, άρεσε στους ανθρώπους να κατασκευάζουν εργαλεία ειδικά για να εξοντώνουν συνανθρώπους τους και μάλιστα καμάρωναν για αυτό», απάντησε βιαστικά ο R5 και σκέφτηκε πώς ήταν δυνατόν να μην έχει επισκεφθεί ο Τ3 στην ηλικία του το μουσείο και να αγνοεί τι ήταν τα όπλα. «Το περίεργο είναι», συνέχισε ο R5, «ότι ανήκουν σε ένα παιδί. Ρύθμισε τα μάτια του, ώστε να βλέπει ακόμα πιο κοντά και η έκπληξη του μεγάλωσε, όταν είδε ότι μια αφίσα που κρεμόταν μισοσκισμένη ακόμα στον τοίχο, έδειχνε έναν γυμνασμένο άντρα με ένα τεράστιο όπλο που, αν θυμόταν καλά, το ονόμαζαν ‘πολυβόλο’. «Μα τι γρίφος είναι αυτός;» συλλογίστηκε. «Καθώς γνωρίζω, οι αφίσες τους δείχνανε ηθοποιούς αυτού που ονομάζανε σινεμά, όχι πολεμιστές». «Α, βρήκαμε κι αυτό εδώ», διέκοψε τις σκέψεις του ο Τ3 και του δείχνει ένα μισοσπασμένο ασημί δισκάκι με μια τρύπα στη μέση. «cd!» αναφώνησε ο R5, έκανε μια νέα ρύθμιση στα μάτια του κι άρχισε να προβάλλεται το περιεχόμενο του ακριβώς μπροστά τους σε δυο μέτρα απόσταση. Κούκλες που έμοιαζαν με τον άντρα της αφίσας με ένα όπλο η καθεμιά στο χέρι, προσπαθούσαν να εξοντώσουν η μία την άλλη. Μπορούσε μάλιστα η κάθε τρομακτική φιγούρα, καθώς κατάλαβε ο R5, να κατευθύνεται από ένα παιδί, που έτσι μάθαινε να του αρέσει να πολεμά. «Παιγνίδι, για να μάθουν τα παιδιά παίζοντας να θέλουν τον πόλεμο!» αναφώνησε και αμέσως κατάλαβε πως τα όπλα που είχαν βρεί στο δωμάτιο του αγοριού, δεν ήταν παρά παιδικά παιγνίδια. «Περίεργα όντα αυτοί οι άνθρωποι!» είπε στον Τ3, που τον παρακολουθούσε με περιέργεια.


«Κι άλλα από αυτά τα μακριά καλώδια με τα πολλά λαμπάκια. Και μαζί μια επιγραφή σε κόκκινο χαρτί. Γεια σου R5. Α, και δύο φωτογραφίες», ακούστηκε από κάτω τους και φάνηκε η Ν9 να ανεβαίνει προς το μέρος τους ταχύτατα κουνώντας ένα δυνατό ζευγάρι μεταλλικά φτερά, που φορούσε στην πλάτη της. Ο R5 έχωσε βιαστικά τις φωτογραφίες στην τσέπη του και έπειτα πήρε το ξεθωριασμένο κόκκινο χαρτί με τα γράμματα μιας άγνωστης γραφής προσεκτικά στα χέρια του. «Ίσως η επιγραφή αυτή εξηγήσει τι κάνανε τόσα λαμπάκια. Ωραία τα καινούργια σου φτερά και δυνατά βλέπω», είπε και αμέσως το βλέμμα του καρφώθηκε με περιέργεια στην επιγραφή. Γρήγορα-γρήγορα την έβαλε σε ένα ειδικό διάφανο κουτάκι και αφού ρύθμισε τα μάτια του, ώστε να την φωτογραφήσει, την εμπιστεύτηκε στον Τ3. Δεν έβλεπε την ώρα να μείνει μόνος του, για να διαβάσει την περίεργη γραφή. Αυτό κι αν ήταν συνταρακτικό εύρημα! Ήξερε ότι στην αρχαιότητα οι άνθρωποι μιλούσαν πολλές γλώσσες. Γαλλικά, ιταλικά, ελληνικά και ένα σωρό άλλες, που δεν είχαν όλες αποκρυπτογραφηθεί. «Επιπλέον», σκέφτηκε και η αγωνία έκανε το λάδι να τρέξει πιο γρήγορα στις φλέβες του, τόσο που κιτρίνισαν τα μάγουλα του, «σήμερα μου υποσχέθηκαν από το Ερευνητικό Κέντρο Αρχαίων Πρώτων Υλών ότι θα μου πουν με τι τρόπο κινιόταν εκείνο το σιδερένιο όχημα με τις τέσσερεις ρόδες, που βρήκαμε πριν λίγες μέρες στην αυλή του σπιτιού». Δεν μπόρεσε να κρύψει μια γκριμάτσα, που έμοιαζε με χαμόγελο, όταν θυμήθηκε πόσο πρωτόγονο και αστείο ήταν το όχημα αυτό. «Κάτι μου λέει πως τα ευρήματα αυτής εδώ της ανασκαφής θα μας αποκαλύψουν τους λόγους που εξαφανίστηκαν πριν χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι», είπε στη Ν9. Ο Τ3 είχε ήδη φύγει. Τον έβλεπε μέσα από το γυάλινο δάπεδο που στεκόταν, να πηγαίνει προς την πίσω αυλή του σπιτιού και μπορούσε να ακούσει από τόσο μακριά τις κλειδώσεις του να τρίζουν. «Όπου νά ΄ναι πάει για απόσυρση ο Τ3», είπε στον εαυτό του και αμέσως απορροφήθηκε τόσο πολύ από τις σκέψεις του για τα ευρήματα της ανασκαφής, που σχεδόν δεν πρόσεξε ότι το αεροκίνητο του είχε φτάσει δίπλα του έτοιμο, για να φύγουν. «Τα λέμε αύριο», χαιρέτησε αφηρημένος τη Ν9 και καθώς επιβιβαζόταν στο αεροκίνητο του, πρόσεξε τη λάμψη του ήλιου πάνω στα δυνατά μεταλλικά της φτερά, που ήδη την οδηγούσαν στο χώρο της ανασκαφής κάτω από τη γυάλινη πλατφόρμα.


Στη διαδρομή για το σπίτι του το αεροκίνητό του επέλεξε να περάσει από το κέντρο της πόλης. Ποτέ δε γνώριζες πραγματικά αυτήν την πόλη, που στις επιφάνειες των κτηρίων της κυμάτιζαν νερένιες εικόνες διαρκώς, που κανείς δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Χρώματα, σχήματα, παραστάσεις, όλα φαίνονταν σαν να κολυμπάνε. «Οι άνθρωποι θα πρόβαλλαν διαφημίσεις», είπε φωναχτά και κοίταξε ανήσυχος γύρω μήπως τον ακούσει κανείς και τον καταδώσει για βλάβη στο σύστημα του. Θυμήθηκε τη λέξη ‘διαφήμιση’, που είχε ανακαλυφθεί πριν πολλά χρόνια σε ένα κιτρινισμένο βιβλίο της πρωτοανθρώπινης περιόδου. Είχαν κουραστεί πολύ οι ειδικοί να καταλάβουν το νόημα της. Τουλάχιστον όμως τώρα ήξεραν γιατί έβρισκαν στα σπίτια των ανθρώπων τόσα πολλά πράγματα, που συνήθως ήταν άχρηστα.


Το αεροκίνητο προσγειώθηκε στο σπίτι του. Άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα και έβαλε να πιει ένα κοκτέιλ από λιπαντικά λάδια. Κάθισε στον καναπέ και ενώ απολάμβανε το κοκτέιλ του, του ήρθε στο νου η μεταλλική λάμψη των φτερών της Ν9. «Μα δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί τώρα τελευταία μου έρχεται συνέχεια στο μυαλό η Ν9», είπε φωναχτά χωρίς να φοβηθεί αυτή τη φορά ότι θα τον ακούσει κάποιος. Σηκώθηκε με αργά βήματα και μικρούς τριγμούς, που δεν ήταν πια ανάγκη να κρύβει, αφού ήταν μόνος του στο σπίτι. Έψαχνε πού είχε σημειώσει κάποιες λέξεις που του έκαναν εντύπωση, των νεκρών βέβαια, αφού δεν μιλιούνταν πια, ανθρωπίνων γλωσσών. Τις είχε βρει στο Μέγα Λεξικό Γλωσσών της Ανθρωπότητας και παρά την ερμηνεία που τις ακολουθούσε, αδυνατούσε να συλλάβει το νόημα τους. Μουρμούριζε, καθώς έψαχνε, για τις περιορισμένες δυνατότητες της μνήμης του. Δεν τολμούσε να ζητήσει αναβάθμιση, γιατί ήξερε ότι ήταν το πρώτο βήμα για την απόσυρση. «Ίσως η ανθρώπινη λέξη ‘θάνατος’ να σημαίνει απόσυρση», έκανε ξαφνικά τη σύνδεση το μυαλό του και κροτάλισε τα δάχτυλα του στο τραπέζι. Άκουσε τον ξερό μεταλλικό ήχο που έκαναν. Σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα να κινείται. Ησυχία απόλυτη. «Από πότε άρχισε να με ενοχλεί η σιωπή;» σκέφτηκε και το μάτι του έπεσε κατά τύχη στη δισκέτα που είχε σημειώσει τις ανθρώπινες λέξεις. Ρύθμισε τα μάτια του, ώστε να μπορεί να διαβάσει το περιεχόμενό της. Αμέσως γράφτηκαν στα μάτια του η μία μετά την άλλη οι ακατανόητες λέξεις: ΤΕΧΝΗ, ΜΟΝΑΞΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ, ΕΡΩΤΑΣ, ΑΓΑΠΗ, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ, ΣΥΜΠΟΝΙΑ. Μια περίεργη ζεστασιά ένιωσε στα σωθικά του. «Άλλο πάλι και τούτο. Ελπίζω να μην έχω πρόβλημα υπερθέρμανσης», είπε πάλι φωναχτά και απόρησε που η φωνή του ακούστηκε κάπως λιγότερο ξερή και μεταλλική.


Έψαξε στο μυαλό του τη σημερινή επιγραφή, που του έδειξε στην ανασκαφή η Ν9. Πέρασαν από τα μάτια του οι λέξεις ‘ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ’. Άνοιξε το Μέγα Λεξικό. ‘ΓΙΟΡΤΗ: κατάσταση κατά την οποία οι άνθρωποι μαζεύονταν σε μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες με σκοπό να τιμήσουν κάποιο πρόσωπο ή κάποιο γεγονός και εξέφραζαν χαρούμενα συναισθήματα’. «Να την πάλι η λέξη συναίσθημα!» Ήπιε λίγο ακόμα από το κοκτέιλ του και ξαναέφερε στο μυαλό του τη Ν9. «Μα γιατί τη Ν9;» αναρωτήθηκε και μισόκλεισε τα μάτια σαν να τον τύφλωνε η λάμψη από τα δυνατά μεταλλικά φτερά της. «Φαίνεται πως σε κάποια γιορτή τους στόλιζαν τα σπίτια τους με λαμπάκια σαν κι αυτά που βρίσκουμε συνέχεια στην ανασκαφή», άκουσε τον εαυτό του να λέει, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να αποδιώξει από τη σκέψη του τη Ν9, πριν μπλοκάρει το κεντρικό του σύστημα ελέγχου. «Τι υπερβολή, τόσα πολλά λαμπάκια! Ίσως ένας λόγος που έπαψαν να υπάρχουν οι άνθρωποι είναι ότι δεν τους αρκούσαν λίγα από κάθε πράγμα, όσο μικρό και ασήμαντο κι αν ήταν, αλλά ήθελαν πολλά, πάρα πολλά. Μήπως αυτή η ανεξήγητη απληστία για όλα, σωστή αρρώστια, τους έκανε τελικά να χαθούν; Αν δει κανείς πόσο πολλές διαφημίσεις είχαν... Ναι, σίγουρα αυτή η απληστία για τα πάντα, από τα πιο μικρά ως τα πιο μεγάλα, τους έκανε να τσακώνονται τόσο συχνά και μάλιστα να καβγαδίζουν ολόκληροι λαοί μεταξύ τους και να κάνουν αυτό που ονομάζανε ‘πόλεμο’!» «ΠΟΛΕΜΟΣ», είπε δυνατά κι αυτή τη φορά η φωνή του ξανάγινε ξερή και μεταλλική. «Ακόμα και παιδικά παιγνίδια ήταν πολεμικά!» είπε καθώς θυμήθηκε τα πρωινά ευρήματα στο δωμάτιο του αγοριού.


Ένα συνεχές και επίμονο μπιπ διέκοψε τις σκέψεις του. «Εδώ Ερευνητικό Κέντρο Πρώτων Υλών», ακούστηκε από την άλλη πλευρά του δωματίου. «Σας ακούω», απάντησε ο R5 και παραλίγο να ακουστεί ο λαιμός του να τρίζει σαν σκουριασμένη σιδερένια πόρτα, καθώς γύρισε απότομα το κεφάλι του προς την πλευρά που ακούστηκε η φωνή. «Το καύσιμο του οχήματος της τριτοανθρώπινης περιόδου, που μας δώσατε για αναγνώριση, είναι πετρέλαιο». «Ευχαριστώ Ερευνητικό Κέντρο», είπε ο R5 και ξανάνιωσε αυτό το περίεργο αίσθημα ζεστασιάς στα σωθικά του. «Σίγουρα έχω πρόβλημα υπερθέρμανσης», στενοχωρήθηκε για λίγο, αλλά γρήγορα το ξέχασε, έτσι κατάπληκτος που ήταν με την απάντηση του Ερευνητικού Κέντρου. «Πετρέλαιο...» και αμέσως κατέβασε το λήμμα από το Μέγα Λεξικό. ‘ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ: καύσιμη ορυκτή ύλη, που χρησιμοποιούσαν στο παρελθόν. Ευθύνεται για τη μόλυνση του αέρα που ανέπνεαν οι άνθρωποι. Η μόλυνση ήταν τόσο μεγάλη, που διήρκεσε σχεδόν έως την εποχή μας δημιουργώντας προβλήματα στους αεροκινητήρες’. «Τι περίεργα όντα αυτοί οι άνθρωποι!» είπε δυνατά και πετάχτηκε από τον καναπέ. Βημάτιζε πάνω κάτω με το χαρακτηριστικό του περπάτημα από μικρά, κοφτά, σπασμωδικά βήματα σαν τεθλασμένη γραμμή και σκεφτόταν: «Ώστε ήταν τόσο επιπόλαιοι οι άνθρωποι, που δεν ενδιαφέρονταν όχι μόνο αν θα κατέστρεφαν το περιβάλλον τους και τα άλλα όντα, αλλά ούτε καν αν θα έχουν τον απαραίτητο αέρα, για να ζήσουν οι ίδιοι! Και όλα αυτά για να έχουν οχήματα και ποιος ξέρει τι άλλες μηχανές!»


Τώρα ήταν σίγουρος. Οι άνθρωποι εξαφανίστηκαν, πριν δεκαπέντε αιώνες για την ακρίβεια, επειδή έπασχαν από απληστία, διάθεση για πόλεμο και καταναλωτισμό.» Αυτή η τελευταία λέξη ανήκε σε κάποια ανθρώπινη γλώσσα, που μπορούσαν να καταλάβουν. Του άρεσε καμμιά φορά να χρησιμοποιεί λέξεις των ανθρώπων. Εξάλλου η γλώσσα του δεν είχε λέξη, που να σημαίνει κάτι τέτοιο. Τους ήταν άγνωστη αυτή η έννοια. Μόνο με πολλές λέξεις μπορούσε να το εκφράσει: μανία για απόκτηση πολλών πραγμάτων. Μάλλον εννοούσαν και διοχέτευση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού στα σώματα τους. Ίσως για αυτό να υπήρχαν τόσοι άνθρωποι στην τρίτη ανθρώπινη περίοδο, που σχεδόν είχαν χάσει το φυσικό τους σχήμα από τα πολλά περιττά κιλά. Θυμήθηκε μια φωτογραφία από την περσινή ανασκαφή. Έδειχνε μια οικογένεια, μπαμπάς, μαμά και δύο παιδάκια, όλοι με πολύ παραπάνω κρέας πάνω τους από όσο ταίριαζε στη φύση των ανθρώπων. «Ή μήπως το λέγανε σάρκα; Ποτέ δε θα καταλάβω τη διαφορά μεταξύ κρέατος και σάρκας. Πόσο πολλές λέξεις έχουν αυτές οι ανθρώπινες γλώσσες!» αναστέναξε και ακούστηκε ένας ήχος διακεκομμένος και τσιριχτός σαν σκουριασμένη πόρτα παλιού σπιτιού, που κλείνει με δυσκολία.


«Φωτογραφία; Είπα φωτογραφία;» και αμέσως θυμήθηκε τις φωτογραφίες, που του έδωσε η Ν9 το πρωί, αυτές που είχε ανακαλύψει στο σαλόνι του σπιτιού και που δεν είχε προλάβει να τους ρίξει ούτε μια ματιά. Έφερε στο μυαλό του τη ζεστή μεταλλική φωνή της. Ήταν τόσο ταιριαστή με τα φτερά της! Ενοχλημένος που ξανασκεφτόταν τη Ν9, απόδιωξε τη σκέψη της και τράβηξε βιαστικά τις φωτογραφίες από τη μέσα τσέπη του σακακιού του, που ήταν φτιαγμένο από τιτάνιο. Μόρφασε με περηφάνεια. Η χρήση τιτανίου αντί για ατσάλι ήταν πρωτοποριακή για την εποχή που κατασκευάστηκε το μοντέλο του. Το μοντέλο του. Το μοντέλο του. Κρύες σταγόνες λάδι έτρεξαν από το μέτωπο του, όταν κατάλαβε πως το σύστημα του είχε κολλήσει και επαναλάμβανε την ίδια λέξη. Του ήρθε στο μυαλό ο Τ3. Όπου να ήταν θα τον απέσυραν, επειδή παραπάλιωσε το μοντέλο του. « Πόσο λυπάμαι για αυτόν!» είπε και έμεινε με κλειστό κύκλωμα για τουλάχιστον δύο λεπτά. ‘ΛΥΠΑΜΑΙ’. Ο επεξεργαστής του δεν έβρισκε το νόημα αυτής της λέξης. «Μα πώς μου ήρθε;» απόρρησε και αμέσως θυμήθηκε ότι ήταν λέξη των ανθρώπων. «Φαίνεται πως η δουλειά μου με έχει επηρεάσει παραπάνω από όσο πρέπει», σκέφτηκε και αμέσως μετά συνέχισε φωναχτά: «Οι φωτογραφίες από την ανασκαφή. Να δω τις φωτογραφίες». Κατέβασε την τελευταία γουλιά από το κοκτέιλ λαδιών, έριξε μια ματιά έξω στον καταπράσινο ήλιο που έδυε και ξεκίνησε να περιεργάζεται τις φωτογραφίες. Στη μία φαίνονταν ένας άντρας και μία γυναίκα αγκαλιασμένοι να κοιτιώνται στα μάτια και να χαμογελούν ο ένας στον άλλο με τον τρόπο που οι άνθρωποι αποκαλούσαν ‘τρυφερό’. Γύρισε τη φωτογραφία από πίσω. ‘ΙΣΜΗΝΗ ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ’. Το ‘Ισμήνη’ πρέπει να ήταν όνομα. «Πόσο πιο όμορφο αλήθεια από τα δικά μας ονόματα, που δεν είναι παρά γράμματα και αριθμοί!» Άνοιξε το Μέγα Λεξικό, να βρει τι σημαίνει ‘ΑΓΑΠΑΩ’. Σκέφτηκε πάλι την απαλή μεταλλική χροιά στη φωνή της Ν9. Έκλεισε μηχανικά το λεξικό. Τι καλά που θα ήτανε να την έλεγαν Ισμήνη!


Τινάχτηκε πάνω ξυπνώντας από το ονειροπόλημα του. «Μα τι λέω;» φώναξε οργισμένος με τον εαυτό του. «Οι άνθρωποι ήταν όντα κατώτερα με αυτοκαταστροφικές τάσεις. Σχεδόν ποτέ δεν κατάφεραν να πάψουν να είναι πρωτόγονοι. Η ιστορία τους δεν περιέχει παρά μια σειρά από πολέμους. Κατέστρεψαν τον ίδιο τους τον πλανήτη από ανευθυνότητα και απληστία. Και εγώ τώρα μοιάζω να γοητεύομαι από αυτούς; Μήπως πράγματι χρειάζομαι απόσυρση;» Πήρε τη δεύτερη φωτογραφία στα χέρια του. Κοίταξε για λίγο έξω την βαθιά πράσινη νύχτα με τα κόκκινα άστρα και τα μωβ φεγγάρια. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε προσέξει πόσο όμορφα ήταν τη νύχτα! Ήξερε να ονομάζει κάθε γαλαξία, άστρο ή πλανήτη που έβλεπε, κι αυτά με ονομασίες σαν τις δικές τους με γράμματα και αριθμούς, αλλά δεν είχε καταλάβει ότι ήταν όμορφα. Όμορφα σαν τα φτερά της Ν9 ή καλύτερα της Ισμήνης; Οι μεταλλικές του βλεφαρίδες τρεμόπαιξαν αργά. ‘ΤΕΧΝΗ’, ‘ΠΟΙΗΣΗ’. Τι άραγε να σημαίνουν αυτές οι λέξεις; Μήπως οι άνθρωποι εκτός από να πολεμούν, να καταναλώνουν και να καταστρέφουν τη φύση γύρω τους, έκαναν κι άλλα πράγματα;


Θυμήθηκε ένα παμπάλαιο, μισοφαγωμένο, δερματόδετο βιβλίο που είχε βρει σε ένα σπίτι της δεύτερης ανθρώπινης περιόδου. Ήταν ένα μικρό σπιτάκι βαμμένο μπλε, το μόνο που δεν είχε αυτά τα περίεργα κουτιά με τη μία όψη γυάλινη. Βρήκαν όμως πολλά βιβλία. Ρύθμισε τα μάτια του και αμέσως άρχισαν να περνούν λέξεις από το δερματόδετο βιβλίο.

‘Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα τα βράδια κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι

σκοτάδι...

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.’

Μανόλης Αναγνωστάκης

Αυτός πρέπει να ήταν ο κειμενογράφος. Ποιητή τον λέγανε οι άνθρωποι. Σύγκρινε το όνομά του με το δικό του. R αντί για Μανόλης. 5 αντί για Αναγνωστάκης. «Πόσο θα ήθελα να με λένε Μανόλη!» ψιθύρισε και σηκώθηκε να βάλει ένα ακόμα κοκτέιλ λιπαντικών λαδιών. Ξαφνικά δεν ένιωθε πολύ καλά. Ξαναγράφτηκαν στα μάτια του οι λέξεις. Ήξερε ότι αυτό το είδος του γραπτού το ονόμαζαν ποίημα. Η γλώσσα που ήταν γραμμένο, τα ελληνικά, είχε αποκρυπτογραφηθεί. Γιατί όμως εκείνος δεν καταλάβαινε τι σημαίνουν οι στίχοι, αν και γνώριζε το νόημα της κάθε λέξης χωριστά; Ξανακοίταξε τον πράσινο ουρανό με τα κόκκινα άστρα και τα μωβ φεγγάρια. «Πόσο ωραία είναι!» είπε και οι μεταλλικές του βλεφαρίδες απόμειναν ακίνητες και τα μάτια του ορθάνοιχτα να ρουφάνε την ομορφιά της νύχτας.


Και τότε άρχισε να ψιθυρίζει στίχους. Κάποιους άλλους στίχους ενός Οδυσσέα Ελύτη από ένα άλλο βιβλίο ποίησης, που βρέθηκε στο ίδιο σπίτι.

Όποιος μπορεί και φορτίζει την ερημιά

έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του.’

Πώς τους καταλάβαινε τώρα αυτούς τους στίχους! Αυτό λοιπόν είναι η ποίηση; Θυμήθηκε τη φωτογραφία που είχε ξεμείνει στα χέρια του. Ενώ την κοιτούσε, πρόσεξε πως τα μακριά του δάχτυλα έτρεμαν λιγάκι. «Κι όμως είναι όμορφα!» Δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πως η λέξη ομορφιά είχε εισβάλει πια για τα καλά στη ζωή του. Είδε έναν μπαμπά με το κοριτσάκι του αγκαλιά. Πρόσεξε το βλέμμα του άντρα που κοιτούσε το παιδί. «Δείχνει αυτό που οι άνθρωποι λένε ‘ΑΓΑΠΗ’;» Είδε τα δάχτυλα του πατέρα. Μακριά σαν τα δικά του. Μόνο που δεν ήταν μεταλλικά. Τα φαντάστηκε να τρέμουν λιγάκι. Κοίταξε τη φωτογραφία λίγο καλύτερα. Είδε στην άκρη δεξιά ένα γυναικείο χέρι, που δεν είχε προλάβει να τραβηχτεί. «Αυτή πρέπει να είναι η μητέρα», μονολόγησε. Το κοκτέιλ του από λιπαντικά λάδια έμενε ξεχασμένο δίπλα του στο τραπεζάκι. Η ώρα είχε περάσει. Τα φεγγάρια από μωβ γίνανε γαλάζια. Φαντάστηκε το χέρι της μητέρας με μακριά μεταλλικά δάχτυλα. Φαντάστηκε ακόμα την άκρη από μια μεταλλική φτερούγα, που δεν είχε προλάβει να τραβηχτεί και την αποτύπωσε κι αυτήν ο φακός. Ξαφνικά από τα βάθη του μνημονικού του αναδύθηκε ένα αρχείο, που ούτε καν θυμόταν την ύπαρξη του. Η εικόνα ενός πίνακα, που βρέθηκε ακόμα κρεμασμένος στο ίδιο σπίτι που είχαν ανακαλύψει τα βιβλία με τα ποιήματα. Παρίστανε μια νύχτα γεμάτη άστρα κι ένα φεγγάρι που φώτιζε μια πλακόστρωτη πλατεία με ένα έρημο καφενείο. Μόνο που το φεγγάρι ήταν λευκό και τα άστρα κίτρινα. Και η νύχτα μαύρη. Έτσι τα έβλεπαν οι άνθρωποι με τα περιορισμένων δυνατοτήτων μάτια τους. Τότε που είχε πρωτοδεί τον πίνακα, απόρρησε γιατί οι άνθρωποι να θέλουν να ζωγραφίζουν, έτσι το έλεγαν, κάτι που μπορούν να το βλέπουν, όποτε ήθελαν, αρκεί τις νύχτες να σήκωναν ψηλά το κεφάλι τους στον ουρανό.

Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του. Τα μεταλλικά του βλέφαρα ήχησαν βαριά. Ονειρεύτηκε έναν ουρανό γαλάζιο γεμάτο αστεράκια όλων των χρωμάτων. Κι ένα φεγγάρι ολόγιομο, πορτοκαλί και φωτεινό. Φωτεινό σαν, σαν... «Σαν τα μάτια της Ισμήνης!» αναφώνησε και θαρρούσε πως έβλεπε μπροστά του τη Ν9 με τα δυνατά μεταλλικά φτερά της να πετάει στον ουρανό που ονειρεύτηκε, τον δικό του ουρανό. Θέλησε να ζωγραφίσει τον ουρανό αυτόν, που ήταν κατάδικος του. «Τι κρίμα που δεν έχω τέτοιο πρόγραμμα γραμμένο στην κεντρική μονάδα ελέγχου μου. Υπάρχει άραγε πουθενά;» συλλογίστηκε απογοητευμένος. Ύστερα αποκαμωμένος έκλεισε το σύστημα του και απενεργοποιήθηκε. Κοιμήθηκε βαθιά και από τα μάτια του περνούσαν ουρανοί καταγάλανοι και ουρανοί συννεφιασμένοι και φτερούγες που σε ανέβαζαν στον ουρανό και ποιήματα γραμμένα στον ουρανό και πίνακες που πετούσαν στον ουρανό. Και ο Τ3, που είχε αποσυρθεί, αλλά πετούσε κι αυτός στον ουρανό με ένα δυνατό ζευγάρι μεταλλικές φτερούγες και γελούσε, γελούσε, γελούσε και στροβιλιζόταν, στροβιλιζόταν αδιάκοπα. Κι ένα άστρο κόλλησε στο χαμόγελο του και το έκανε ακόμα πιο αστραφτερό, αστραφτερό σαν τα φτερά της Ν9. Που δεν τη λέγανε πια Ν9, αλλά Ισμήνη. Είδε και τον εαυτό του, που δεν τον λέγανε πια R5, αλλά Μανόλη και κρατιόταν χέρι χέρι με την Ισμήνη και χαιρετούσαν τον Τ3 με το άστρο κολλημένο στο χαμόγελο του. Τον Τ3, που τα μάγουλα του δεν κιτρίνιζαν πια από το λάδι, αλλά κοκκίνιζαν από το αντιφέγγισμα των άστρων και πέταγε για άλλους κόσμους. Κόσμους άγνωστους για τους ανθρώπους και τα ρομπότ. Κόσμους που δεν υπήρχε η απόσυρση, ούτε ο θάνατος. Κόσμους που δεν υπήρχαν πόλεμοι, ούτε όπλα. Ούτε μυριάδες λαμπάκια τις γιορτές. Ούτε μολυσμένος αέρας. Κόσμους, που μπορούσαν ο Μανόλης και η Ισμήνη να κρατιώνται από το χέρι και να απαγγέλουν ποιήματα. Και να ζωγραφίζουν. Και να μη φοβούνται πως κάποιος θα ακούσει τα τριξίματα που κάνουν οι κλειδώσεις τους, καθώς γερνάνε, και θα τους αποσύρει. Κόσμους, κόσμους, κόσμους...Ισμήνη.


«Τά ’μαθες;» είπε η Ν9 στον Τ3. «Βρήκαν χθες βράδυ τον R5 με μπλοκαρισμένο σε τέτοιο βαθμό το κεντρικό σύστημα ελέγχου του, που είναι αδύνατον να φτιαχτεί. Ανεξήγητο! Τι να ήταν αυτό που του προκάλεσε τέτοια βλάβη;» αναρωτήθηκε μάλλον λυπημένη. Παραλίγο να τρέξει ένα όξινο δάκρυ από τα όμορφα μάτια της, που κινδύνευε να διαγράψει μια θαμπή γραμμή στα μάγουλα της με τη μεταλλική λάμψη. «Και το πιο περίεργο ήταν ότι τον βρήκαν με ένα πλατύ χαμόγελο, που ήταν συνήθεια των ανθρώπων. Πώς χαμογελούσε; Αφού δεν είναι προγραμματισμένο κανένα από τα μοντέλα μας να χαμογελάει!» «Ναι, το έμαθα», είπε περίλυπος ο Τ3, που σαν παλιό μοντέλο δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα όξινα δάκρυα, ένα από κάθε μάτι, που άφησαν από μια θαμπή αυλακιά στο κάθε του μάγουλο. «Άκουσα ακόμα πως διαγράφηκαν όλα τα αρχεία από τη μνήμη του εκτός από την τελευταία του λέξη, ‘Ισμήνη’. Λένε πως ήταν όνομα, που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι. Μήπως ξέρεις ποια είναι;» «Όχι, σίγουρα όχι», απάντησε η Ν9, που δεν κατάφερε τελικά να συγκρατήσει το όξινο δάκρυ και έφυγε πετώντας.


Ο Τ3 μισόκλεισε τα γερασμένα του μάτια, που ήταν θαμπά από καιρό πια, καθώς είδε τη λάμψη των μεταλλικών της φτερών, που διαγράφονταν στον ουρανό του δειλινού. «Μα τι είναι πάλι τούτο;» συλλογίστηκε. «Γαλάζιος ουρανός με πολύχρωμα αστέρια και πορτοκαλί φεγγάρια; Πού ακούστηκε;» Έφυγε για το σπίτι του με σκυμμένο κεφάλι σέρνοντας τα βαριά μεταλλικά του βήματα πεπεισμένος πως έχει πράγματι γεράσει πολύ. Έρριξε μια τελευταία ματιά στον ουρανό και στα λίγα άστρα, που είχαν αρχίσει να αχνοφαίνονται. Πάλι του φάνηκε γαλάζιος. Και τα άστρα πολύχρωμα. Και η ακρούλα ενός φεγγαριού, που όλο και μεγάλωνε, όσο περνούσε η ώρα, πορτοκαλιά. «Καληνύχτα R5», ψιθύρισε και δεν ξανασήκωσε το κεφάλι να δει τον ουρανό. Ίσως και να ήταν πράγματι γαλάζιος.





Περισσότερα...

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Τι γίνεται όταν τα παιδιά φτιάχνουν τα δικά τους παραμύθια ή τα καλύτερα παραμύθια του κόσμου


Όταν τα παιδιά αφήσουν με μικρή ενθάρρυνση τη φαντασία τους να καλπάσει, γεννιούνται υπέροχες ιστορίες, κατά την γνώμη μου κλάσεις ανώτερες από αυτές των μεγάλων. Γιατί ο ενήλικος πλάθει παιδικά παραμύθια προσποιούμενος ότι ξέρει την ψυχολογία των παιδιών. Αλλά δεν είναι παιδί. Επιπλέον οι μπόμπιρες και οι πριγκήπισσες εύλογα ενθουσιάζονται αφού δεν ακούν παθητικά την ιστορία κάποιου άλλου, αλλά τη δημιουργούν τα ίδια με τους δικούς τους όρους και ανάλογα με τις δικές τους ανάγκες. Το πείραμα ξεκίνησε με αφορμή την παρότρυνση κειμένου στο διαδίκτυο (Hμερολόγιο ενός πατέρα), να ζητάμε από τα παιδιά να μας πουν τυχαίες λέξεις, που συνδυάζουμε ώστε να προκύψει ένας πυρήνας. Στη συνέχεια η πλοκή εξελλίσσεται με ερωτήσεις του τύπου: τι νομίζεις ότι θα γίνει στη συνέχεια ή τι πιστεύεις ότι θα κάνει ο τάδε ήρωας μετά; Και εννοείτε ότι τα ενθαρρύνουμε να παραστήσουν αυτά που λένε.

Ιδού λοιπόν η ιστοριούλα που έπλασαν με την τεχνική αυτή δύο αδελφάκια τεσσάρων και δύο ετών. (Οι λέξεις με έντονους χαρακτήρες είναι αυτές που κατά την πορεία επέλεγαν).

Το Γιώτα και το Κάπα φιλαράκια και γειτόνοι στην Άλφα-Βήτα το έσκασαν και πήγαν στην θάλασσα να παίξουν και να κολυμπήσουν. Όμως οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πια να πουν τα γράμματα αυτά. Πήγαιναν να πουν τη λέξη κάστρο και ακουγόταν άστρο. Ή ίριδα και λέγαν ρίδα. Άντε τώρα να καταλάβεις αν εννοούν κατσαρίδα ή μαρίδα ή κάτι άλλο. Σύγχυση μεγάλη επικράτησε γιατί δεν μπορούσαν να συννενοηθούν μεταξύ τους. Τότε η Άλφα-Βήτα έστειλε έναν κυνηγό γραμμάτων να πιάσει τα άτακτα γραμματάκια. Και τι νομίζετε ότι έκαναν εκείνα τα πονηρά; Άρπαξαν το Κάπα και από τον κυνηγό και από το κλουβί που κουβαλούσε για να τα βάλει μέσα. Ο κυνηγός έγινε υνηγός και δεν μπορούσε πια να κυνηγήσει. Αφήστε που το κλουβί του έγινε λουβί και ήταν πια άχρηστο. Τότε η Άλφα-Βήτα έστειλε το Ρα, το θεό ήλιο της αρχαίας Αιγύπτου να αναλάβει δράση. Αυτός έσβυσε τον ήλιο, όπως ακριβώς σβύνουμε το φως από το διακόπτη και το Κάπα και το Γιώτα δεν έβλεπαν πια να παίζουν και να πλατσουρίζουν στη θάλασσα. Αναγκάστηκαν λοιπόν να γυρίσουν πίσω στη θέση τους στην Άλφα-Βήτα με την ουρά στα σκέλια. Έκτοτε οι άνθρωποι προφέρουν το Γιώτα και το Κάπα και διελεύκαναν το ζήτημα της κατσαρίδας και της μαρίδας δια παντός.
Περισσότερα...

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Τραγελαφικά παράδοξα στα παιδικά βιβλία

Το ευτυχισμένο καλοκαίρι της κυρίας Φορμπς, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, εκδ. Λιβάνη
Μικρή ιστορία του κόσμου, Ε. H. Gombrich, εκδ. Πατάκη

Η κατηγοριοποίηση βιβλίων ως παιδικά αναγνώσματα και ως εκ τούτου κατάλληλα για την ψυχοσύνθεση των τρυφερών μας βλασταριών φαίνεται πως υπακούει ενίοτε σε κανόνες που προσωπικά αδυνατώ να κατανοήσω, εκτός αν πρόκειται για κάποια σπάνια αίσθηση του χιούμορ. Αναλόγως τα κριτήρια για ένα βιβλίο που απευθύνεται σε ενήλικες με κάνουν κάποιες φορές να αναρωτιέμαι αν ο υπεύθυνος του εκδοτικού οίκου έχει αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται. Εκτός αν διαθέτει και αυτός την ίδια αίσθηση του χιούμορ που έχει ο συνάδελφος του που ασχολείται με την παιδική λογοτεχνία.

Εξηγούμαι. Όταν περιχαρής για το εύρημά μου ανέσυρα από τα ράφια βιβλιοπωλείου το διήγημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές «Το ευτυχισμένο καλοκαίρι της κυρίας Φορμπς» εκδόσεις Λιβάνη, με την ένδειξη παιδικό βιβλίο, ενθουσιάστηκα, καθότι φανατική θαυμάστρια του Λατινοαμερικανού συγγραφέα του «Εκατό χρόνια Μοναξιά». Πού να φανταστώ, όταν ξεκίνησα να το διαβάζω στο πολύ μικρό τότε κοριτσάκι μου, τα όσα θαυμαστά και «ταιριαστά» για παιδάκια επρόκειτο να συναντήσω. Η πλοκή έχει ως εξής:

Δύο αδελφάκια, που μεταξύ άλλων αρέσκονται να σκοτώνουν σκύλους λιθοβολώντας τους, παραθερίζουν σε ένα μέρος της Ιταλίας υπό την αυστηρή εποπτεία της γεροντοκόρης Γερμανίδας νταντάς τους, όσο καιρό οι γονείς τους λείπουν σε διακοπές. Τα δύο αγόρια αντιπαθούν θανάσιμα την ανέραστη και δεσποτικότατη μεγαλοκοπέλα. Αποφασίζουν λοιπόν να τη δολοφονήσουν. Και αν σοκαριστήκατε και γελάσατε μέχρι τώρα, περιμένετε να δείτε και τη συνέχεια. Τα δύο «αθώα» πλασματάκια δηλητηριάζουν το κρασί που έπινε η νταντά βλέποντας τολμηρά θεάματα το βράδυ μόνη της στην τηλεόραση και καταβροχθίζοντας γλυκά που στερούσε με επιμονή από τα παιδιά. Την επόμενη μέρα πηγαίνουν στο δωμάτιο της και τι αντικρύζουν; Τη γυναίκα ολόγυμνη να κολυμπάει σε λίμνη αίματος κατακρεουργημένη από το μαχαίρι του νεαρού εραστή της! Ένα έγκλημα ερωτικού πάθους, όπως αποκαλύπτει το τέλος. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα:

«Η κυρία Φόρμπς δε βρισκόταν πάνω στο αναστατωμένο κρεβάτι. Ήταν ξαπλωμένη στο πλάι καταγής, γυμνή, μέσα σε σε μια λίμνη από ξεραμένο αίμα,...και το σώμα της ήταν κατατρυπημένο από μαχαιριές. Είχε είκοσι επτά θανάσιμες πληγές κι από τον αριθμό και την αγριότητά τους καταλάβαινε κανείς πως είχαν γίνει με τη μανία ενός παθιασμένου έρωτα και πως η κυρία Φορμπς τις είχε δεχτεί με το ίδιο πάθος, χωρίς ούτε να φωνάξει σχεδόν, χωρίς να κλάψει, απαγγέλλοντας Σίλλερ με την ωραία μπάσα φωνή της, γνωρίζοντας πως ήταν το αδυσώπητο τίμημα του ευτυχισμένου καλοκαιριού της.»

Προφανώς ο Μαρκές έγραψε ένα διήγημα θαυμάσιο μεν, για ενηλίκους δε. (Άν πάντως γνωρίζει κανείς ότι ο Λατινοαμερικανός συγγραφέας όντως το προόριζε για παιδιά, πολύ θα ήθελα να με ενημερώσει. Όχι ότι θα άλλαζαν οι απόψεις μου περί ακαταλληλότητας του βιβλίου για παιδικό ανάγνωσμα, αλλά θα αποκτούσε το πράγμα ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον...). Εκτός αν το γεγονός από μόνο του ότι πρωταγωνιστούν παιδάκια είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη, για να καταχωρηθεί από τον εκδοτικό οίκο στην παιδική λογοτεχνία! Περιττό να προσθέσω ότι το εν λόγω βιβλίο το άρπαξαν φίλοι και το περιέφεραν ως ανέκδοτο...

Ανάλογη είναι και η περίπτωση του «Μικρή ιστορία του κόσμου» του E. H. Gombrich, εκδόσεις Πατάκη. Στα ευπώλητα των εφημερίδων ο συγκεκριμένος τίτλος του όντως θαυμάσιου και γλαφυρώτατου συγγραφέα του «Χρονικού της τέχνης», εμφανίζεται σαφώς ως ανάγνωσμα για ενήλικες. Οπωσδήποτε διαβάζεται πολύ ευχάριστα και από μεγάλους στα πλαίσια της αρχής ότι ένα καλό παιδικό βιβλίο πάντα έχει κάτι να πει και στους μεγάλους. Ωστόσο δεν μπορεί κανείς να μην νιώσει έκπληξη και να μην χαμογελάσει όταν γίνεται απολύτως ξεκάθαρο από τον πρόλογο κιόλας ότι ο Gombrich το συνέγραψε για παιδιά με το ανάλογο βέβαια για αυτά ύφος. Παραθέτω τυχαία φράσεις του κειμένου για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία. Κεφ.2, σελ.28: «Μια στιγμή! θα πεις εσύ τώρα. Αυτό είναι αντίθετο με τη συμφωνία μας... Τότε εγώ θα κοκκινήσω και θα σου απαντήσω...». Διάλογος μεταξύ του υποτιθέμενου μικρού αναγνώστη και του συγγραφέα, όπου μαντέψτε ποιον τοποθετεί στη θέση του δεκάχρονου ο εκδοτικός οίκος... Αλλού: κεφ.3, σελ. 38 « Θέλεις να μάθεις πώς γράφει κανείς χρησιμοποιώντας ιερογλυφικά;». Ή κεφ.4, σελ. 44. « Η Βαβυλώνα ήταν πρωτεύουσα της Βαβυλωνίας – αυτό είναι εύκολο να το θυμηθείς-...». Και άλλα ων ουκ έστι αριθμός. Εύστοχη και κατάλληλη ας πούμε η χρήση β΄ενικού, για παιδάκια. Και μόνον για αυτά βεβαίως. Το θετικό της υπόθεσης είναι ότι ξανάνιωσα ξεπεταρούδι διαβάζοντας το... Αναρωτιέμαι όμως γιατί δεν έκανε τον κόπο ο εκδότης να πλασάρει το βιβλίο στο κοινό που ρητώς απευθύνεται. Εκτός αν μας το φύλαγε για έκπληξη για να ξανανιώσουμε.

Περισσότερα...

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Γιατί να έχει κανείς blog ή οι Δον-Κιχώτηδες του διαδικτύου


Τα εν οίκω εν δήμω; Να δημοσιοποιήσει κάποιος τις σκέψεις του; Και καλά τις απόψεις περί γενικών θεμάτων. Καλά η πολιτική, τα αθλητικά, τα πολιτιστικά... Τι γίνεται με τις μύχιες σκέψεις, εκείνες που ίσα-ίσα τολμάμε να ψελλίσουμε στον ίδιο μας τον εαυτό; Πώς να ξεγυμνωθεί κανείς μπροστά σε ένα τεράστιο, ανώνυμο αγνώστων προθέσεων κοινό; Κακόβουλο ή καλοπροαίρετο; Αδελφές ψυχές ή γέλωτες περιπαικτικοί θα έρθουν; Συνοδοιπόροι με κατανόηση ή ξένοι που θα τσαλαβουτήσουν μέσα μας για να χλευάσουν τα ιερά και όσια, τους πολύτιμους θησαυρούς, τα τρομερά μυστικά ή τις ασχημονίες μας;

Τελικά το παραπάνω δίλημμα δεν τίθεται στην πράξη. Είναι ανύπαρκτο. Για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται να μπεί στο ιστολόγιο σου. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να σε περιγελάσει ή να σε συμπονέσει, να επικοινωνήσει, να μοιραστεί , να γελάσει , να κριτικάρει, να λοιδορήσει, να προσβάλει, να ευχηθεί. Δεν θα γίνεις βορά κανενός όρνεου. Τα όρνια δεν ενδιαφέρονται για το φρέσκο κρέας σου. Είναι μπουχτισμένα. Συνοδοιπόρους δεν θα συναντήσεις. Περιπλανιούνται κι αυτοί αποπροσανατολισμένοι και εγωπαθείς σαν και σένα στην γκρίζα έρημο του διαδικτύου. Κι αν εν δυνάμει υπάρχουν, έχουν ταμπουρωθεί πίσω από τα δικά τους δίνοντας τον λυσσαλέο αγώνα τους για μιά θέση στον ήλιο, για ένα ψίχουλο επισκεψιμότητας στο ιστολόγιο τους, στην ψυχή τους, την έστω και εξευγενισμένη. Ακριβώς όπως κάνεις και εσύ. Ακριβώς όπως κάνω κι εγώ. Να υποκλιθούμε στους νέους μας δαίμονες, στους μετρητές επισκεψιμότητας. Τοκ- τοκ, είναι κανείς εδώ; Γρατζουνάει ή θαυμάζει κανένας μέσα μου; Ουδείς αγαθό μου τέκνο, σου αποκρίνεται ο site meter. Sorry, κανείς δεν σε βλέπει. Προσπάθησε πάλι.

Τα εν οίκω δεν πρόκειται λοιπόν να εκτεθούν στον δήμο. Μη φοβάσαι. Ακόμα και οι φίλοι βαριούνται να χαρχαλέψουν την ψυχή σου. Σάμπως έχουν άδικο; Έχουν τις δικές τους ψυχές να σμιλεύσουν. Έχουν τη δικιά τους ζωή να ζήσουν. Και ποιος εξάλλου σου είπε ότι έχουν τη διάθεση να μοιραστούν μαζί σου τα μυστικά σου, τα μικρά ή τα μεγάλα; Ποιος σου είπε ότι ξέμειναν στην παιδική ηλικία σαν εσένα κι ότι τρελαίνονται για μυστικά; Ποιος σου είπε ότι νοιάζονται για τις ιστορίες σου και ότι δεν τους αρκούν οι δικές τους; Εντάξει, κατανοητά αυτά εκ των υστέρων. Αποδεκτά και σεβαστά. Θα μου πει όμως κάποιος τι να κάνω με αυτό το αίσθημα το αλλόκοτο που έχω, ενώ τριγυρνάω επιδεικνύοντας τη γύμνια μου, όμως όλοι με θεωρούν ντυμένη; Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα από την ανάποδη.

Γιατί λοιπόν να διατηρεί κανείς προσωπικό ιστολόγιο; Κι όμως υπάρχουν ακόμα λόγοι. Και σοβαροί.

-Βάζει κανείς τις σκέψεις του σε σειρά. Η όλη κατάσταση υποχρεώνει τη σκέψη να αποκρυσταλλωθεί και να καταγραφεί σε ένα κείμενο άρτιο και αρμονικό. Γιατί όταν κανείς νιώθει ότι απευθύνεται κάπου, έστω και ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω, αδράχνει τη σκέψη του και την σχηματοποιεί, την ολοκληρώνει ή ακόμα και τη γεννά για χάρη του υποτιθέμενου και εικονικότατου αποδέκτη. Το Εγώ πάντα είχε ανάγκη το Εσύ για να υπάρξει. Έστω και το μεταλλαγμένο Εσύ. Έστω και το ανύπαρκτο Εσύ.

-Έπειτα εξαναγκάζει κανείς το μυαλό να παράγει σκέψη. Το πνεύμα να εμπνευστεί έργο. Το συναίσθημα να λαλήσει. Λυπητερά σαν την αηδόνα των Ορνίθων του Αριστοφάνη. Ή χαρούμενα σαν χελιδόνι την άνοιξη. Αδιάφορο. Αυτό το αόρατο, δυνητικό τεράστιο, απόμακρο κοινό με τα βουβά του χειροκροτήματα και γιουχαϊσματα, με τη χλιαρή ή ενθουσιώδη υποδοχή καραδοκεί. Ηθοποιοί και σκηνοθέτες του εαυτού μας με τις κερκίδες ολότελα άδειες ως άλλοι Δον-Κιχώτηδες να δίνουμε ανεπηρέστοι την παράσταση μας. Ποια η διαφορά για τον Δον­-Κιχώτη αφού δεν απέκτησε ποτέ γνώση της πραγματικότητας; Κι αν ακόμα ήξερε ότι όλα αυτά δεν είναι παρά ονειροφαντασίες, τι θα άλλαζε για τη γνησιότητα των σκέψεων του ή την αυθεντικότητα των συναισθημάτων του;

-Ο σύντροφος σου κάποια στιγμή θα διαβάσει τα λόγια σου. Μπορεί από περιέργεια, μπορεί από ενδιαφέρον, μπορεί από συνενοχή. Θα του πεις αυτά που ούτε καλά-καλά εσύ δεν ήξερες ότι υπάρχουν μέσα σου. Αυτά που η γλώσσα αρνιέται να ξεστομίσει, όταν τα μάτια σου βλέπουν τα δικά του. Αυτά που η στιγμή δεν θεωρεί κατάλληλα γιατί η ζωή τρέχει και αρνιέται να κάνει στάσεις για φιλοσοφίες, αμπελοφιλοσοφίες, καταγραφές συναισθημάτων και σκέψεων. Αυτά που δεν τόλμησες να του πεις κατά πρόσωπο, είτε γιατί εκείνη την ώρα φοβήθηκες ότι θα ακουστούν γελοία, είτε γιατί φοβήθηκες τον αντίλογο. Αυτά τα μικρά αστεία που θέλεις να σκαρώσεις σαν μικρό παιδί και να παραμονέψεις κρυφογελώντας πίσω από την κουρτίνα. Αυτά, αυτά αυτά...

Δον-Κιχώτηδες όλου του κόσμου μην πτοείσθε. Μη σας μέλει αν σχεδόν κανείς δεν διαβάζει πια τον Δον-Κιχώτη. Εκείνος συνεχίζει ακάθεκτος να ορμά με γνήσια συναίσθηση του καθήκοντος στους ανεμόμυλους.
Περισσότερα...

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Η μοναξιά, ο Σίσσυφος και τα παραμύθια


Στην αρχή ήταν τα παιδιά μου. Ζώντα και τεθνεώτα. Αυτά ήθελα να ακούσουν τα παραμύθια μου. Γι’αυτά τα έπλασα. Ένας τρόπος να εκφράσω τι ένιωθα τις ατέλειωτες ώρες που μωρούλια τα κράταγα αγκαλιά. Το βλέμμα μου ψαχούλευε το μουτράκι τους, το κεφαλάκι τους, τα δαχτυλάκια τους. Κι έτσι ακίνητη να εκστασιάζομαι από αυτά τα πλασματάκια που είχα την τύχη να κρατώ, άφηνα το μυαλό και την ψυχή μου να πλάθει παραμύθια, που τους τα ψιθύριζα, όσο πιο σιγά μπορούσα. Να μην τα ξυπνήσω. Να μην ταράξω τη μωρουδιακή γαλήνη τους. Τέτοια που κανείς μας δεν συναντά στη λοιπή του ζήση.

Μετά ήταν ο σύντροφος μου. Ήθελα να τα μοιραστώ και μαζί του. Γιατί ήταν τόσο αποκαλυπτική και υπέροχη εμπειρία να αφήνω το μολύβι να τρέχει στο χαρτί καταγράφοντάς τα, που είχε γίνει ένα νέο κομμάτι του εαυτού μου. Ανυπομονούσα να του το γνωρίσω. Ξάφνου ανακάλυπτα μέσα μου έναν ολόκληρο κόσμο που αγνοούσα μέχρι πρότινος και που ξεπήδαγε αβίαστα. Οι λέξεις μπαίναν στη σειρά μονάχες. Τα νοήματα κλείδωναν χωρίς προσπάθεια. Δεν χρειαζόταν καν προσχέδιο. Όταν ξεκινούσα αγνοούσα την πλοκή και το τέλος. Αρκούσε να ακουμπήσει η ματιά μου τα κλειστά βλέφαρα των μωρών μου, για να αποκαλυφθεί η συνέχεια. Λες και αφηγιόμουν πράγματα που ήδη γνώριζα. Έτσι απλά. Ένας λόγος είναι αυτός. Όταν περνάει κανείς τις συμπληγάδες του και καταφέρνει να επιβιώνει, όλα κατόπιν φαίνονται απλά.

Καθώς φαίνεται όμως ο άνθρωπος έχει την τάση να απλωθεί. Να επικοινωνήσει με όλο και περισσότερους. Είναι ένας τρόπος και αυτός να ξορκίσει τη μοναξιά. Μιλώ για εκείνη την εγγενή στο ανθρώπινο είδος που ξαναγεννιέται από τις ίδιες της τις στάχτες. Ακόμα κι όταν κανείς νομίζει κοιτώντας τα μωρά του ή τον άνθρωπο που είναι ερωτευμένος ότι πάει, τελείωσε, αυτό ήταν, νενίκηκα, εκείνη ξεπηδά πάλι από τους πόρους της ψυχής ύπουλη πλην όμως σύμφυτη. Σερνόμαστε σαν τα φίδια αγωνιώντας να απαλλαγούμε από το δέρμα το παλιό. Τόσος αγώνας! Δικαιούμαστε πια να ξαποστάσουμε. Οι νέες όμως φολίδες ήδη άρχισαν να γερνάνε. Ξανά από την αρχή. Ξανά και ξανά και ξανά. Σίσσυφε συνάδελφε, τα μαρτύρια σου μαρτύρια μας. Σε νιώθω.

Για το λόγο αυτό θέλησα να μοιραστώ τα παραμύθια μου και με λίγους φίλους. Και ακόμα παραπέρα. Με ανθρώπους άγνωστους που θα κάνουν τον κόπο να τα διαβάσουν. Έτσι γεννήθηκε το ιστολόγιο ετούτο. Αντίδοτο στη μοναξιά. Ανάπαυλα για το σπαθί του Ηρακλή που στόμωσε να κόβει αβέρτα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας. Και που ξέρει ότι θα φυτρώσουν κι άλλα.

Η σειρά που γράφτηκαν -και όχι κατ’ανάγκη αναρτήθηκαν- τα παραμύθια είναι χαρακτηριστική.
Πρώτα-πρώτα «Ο Κούρος και το αγόρι που αγαπούσε τα όπλα». Θάνατος. Φυσικός, συναισθηματικός, πάσης φύσεως απώλεια. Ο καθείς και οι Συμπληγάδες του.
Έπειτα το φως: «Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια και ο Νεαρός Ψαράς». Ο έρωτας, η αιωνιότητα κλεισμένη στη στιγμή.
Μετά το «Λευτεριά στους ήρωες των παραμυθιών». Η διεκδίκηση των όσων επιτρέπει η μοίρα να διαλέξουμε. Αποφασίζουμε για κάποια τινά, αμελητέα ή μη, αυτά είναι τα επιτρεπτά μας όρια. Κάτι είναι κι αυτό.
Η μελαγχολία που ακολουθεί την αυτογνωσία: «Ο Μανόλης και η Ισμήνη».
Η υπέρβαση, η φιλία, η μνήμη, ο θάνατος, η ελπίδα, η τελική γνώση. «Ο ιππόκαμπος και το πετροχελίδονο» ενώνουν όλες σχεδόν τις ψηφίδες των προηγούμενων παραμυθιών.
«Τα ξενιτεμένα ξαδέλφια»: η γνώση του παρελθόντος και η χαρά. Άδολη, παιδική. Και τα ολοφάνερα που αρνούμαστε να δούμε.
«Το πράσινο κυματάκι»: η ανάγκη για επικοινωνία.
Σίγουρα υπάρχουν πολλά άλλα θέματα. Είθε να μου δώσουν τα φωτεινά χαμόγελα των παιδιών μου και ο έρωτας του συντρόφου μου τροφή για συνέχεια.
Περισσότερα...

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Ο ιππόκαμπος και το πετροχελίδονο

Εισαγωγικό
Πιστεύω πως στον κόσμο μας υπάρχει πολλή ομορφιά και πολλή ασχήμια. Όμως συχνά, ούτε την ομορφιά είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε, ακόμα κι όταν είναι ολοφάνερη, ούτε την ασχήμια μπορούμε να καταλάβουμε, είτε την βλέπουμε, είτε την πράττουμε οι ίδιοι. Τυφλοί λοιπόν και για το ωραίο και για το άσχημο. Αυτά τα παραμύθια φιλοδοξούν να δείξουν τα πράγματα, όπως έχουν. Ούτε ωραιοποιήσεις, ούτε υπερβολές και απαισιοδοξία. Δε θέλουν οι ιστορίες μου να κρύψουν τίποτε από τα παιδιά. Προπάντων θέλουν να τα μάθουν, όσο γίνεται, να βλέπουν το ωραίο και να το αγαπούν και το άσχημο και να το αποφεύγουν. Ή ακόμα καλύτερα να το σταματούν, αν περνάει από το χέρι τους.

Κάποιοι, που ελπίζω να κάνουν τον κόπο να διαβάσουν το παραμύθι ‘Ο ιππόκαμπος και το πετροχελίδονο’, ίσως ενοχληθούν από τη σκληρότητα ορισμένων σκηνών. Όπως αυτή με τον ψαροντουφεκά, που κυνηγάει το πετροχελίδονο ή τον ψαρά που αποδεκατίζει τους ιππόκαμπους. Ή ακόμα χειρότερα με τη σκηνή που περιγράφει το βάναυσο διαμελισμό της μέδουσας από παιδιά. Θα θεωρήσουν ότι παραείναι ‘άγριες’, για να ενταχθούν σε ένα παιδικό παραμύθι. Δυστυχώς και οι τρεις σκηνές είναι πραγματικές. Το παιδάκι που δέχτηκε δώρο τους δύο ιππόκαμπους, υπήρξε μαθητής μου (πόσο οδυνηρό αλήθεια να του μαθαίνεις το ‘λύω, -εις, -ει’, όταν αγνοεί το βασικό μάθημα του σεβασμού προς τη ζωή οποιασδήποτε μορφής και επιπλέον διαπιστώνεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, για να του το μεταδώσεις στο ελάχιστο...). Η σκηνή με τη μέδουσα διαδραματίστηκε μπροστά στα μάτια μου σε μια παραλία της Αναβύσσου παρουσία των γονέων. Όσο για το επεισόδιο με το πετροχελίδονο που ήθελε να σκοτώσει ο ψαράς, δεν αποτελεί δική μου εμπειρία, αλλά του συντρόφου μου, ο οποίος προσπαθούσε απεγνωσμένα να διώξει το πουλί, για να μην το πετύχει το καμάκι. Η μόνη παρέκκλιση από την πραγματικότητα είναι ότι επρόκειτο για γλάρο και όχι για πετροχελίδονο.




Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας πανέμορφος, πράσινος, τοσοδού- λης ιππόκαμπος, λίγους πόντους μοναχά ψηλός, που κολύμπαγε στη θάλασσα σαν αλογάκι του τσίρκου που τριποδίζει και κάνει το νούμερό του με νάζι. Άπλωνε το βλέμμα του ένα γύρο, καμάρωνε τη θαυμαστή πλάση, κουνούσε την περίφημη ουρά του και προχώραγε παρακάτω. Από πάνω του ακριβώς, στον αέρα, έτυχε να περνά ένα πετροχελίδονο. Ντυμένο στα ασπρόμαυρα το χελιδόνι αυτό της θάλασσας ψαλίδιζε τον αέρα, τιτίβιζε, έχαφτε εντομάκια. Είχε τη φωλιά του στα βράχια και απολάμβανε το τέλος του καλοκαιριού, λίγο πριν φτάσει η εποχή να πετάξει μαζί με τ’ άλλα πετροχελίδονα σε πιο ζεστά μέρη. Ο καθένας τους ζούσε στον κόσμο του. Της θάλασσας ο ιππόκαμπος, του αέρα το πετροχελίδονο. Θάλασσα και αέρας ήταν δίπλα-δίπλα, τα κύματα προσπαθούσαν να αναμειχθούν με τον αέρα και ο αέρας πάλευε να ανακατευτεί, καθώς φυσούσε και σήκωνε φουρτούνες, με τη θάλασσα, αλλά τίποτε δε συνέβαινε. Οι δυο κόσμοι συνέχιζαν να είναι χωριστοί.

Κάποια μέρα το πλάσμα του αέρα, το πετροχελίδονο, είδε από ψηλά, ενώ πετούσε, το πλάσμα της θάλασσας, τον ιππόκαμπο, που κολυμπούσε λικνιστά και ανέμελα και το ορέχτηκε. «Θα σε φάω!» του λέει με κατακόκκινα τιτιβίσματα και η ψιλή γλωσσίτσα του μπαινόβγαινε στο ράμφος του. Ο ιππόκαμπος σταμάτησε να λικνίζεται. Κοίταξε το πετροχελίδονο με τα στρογγυλά του μάτια, όχι δίχως φόβο και του απαντά με την πράσινη βελούδινη φωνή του: «Μη με φας σε παρακαλώ!» «Γιατί όχι;» τον ρωτά απορημένο το πετροχελίδονο και ανοιγόκλεισε τα φτερά του, που στον ιππόκαμπο φάνηκαν κατάμαυρα. «Γιατί, αν μ’αφήσεις να ζήσω, μπορούμε να γίνουμε φίλοι και να ταξιδέψουμε μαζί», είπε ο ιππόκαμπος και πρασίνισε η θάλασσα απ’τα λόγια του. «Ωραίο μου ακούγεται, αλλά πώς θα γίνει να σε αφήσω, αφού είναι στη φύση μου να τρώω έντομα και μικρά πλάσματα σαν εσένα;» «Ξεπέρασε την λοιπόν!» «Κι εσύ πώς θα ταξιδέψεις μαζί μου, αφού είναι στη δική σου φύση να με φοβάσαι, για να κρύβεσαι και να σώζεσαι;» «Τότε πρέπει να ξεπεράσω κι εγώ τη φύση μου», είπε ο ιππόκαμπος και για να το αποδείξει σταμάτησε στη στιγμή να τρέμει από το φόβο του και ξανάρχισε να λικνίζεται στο καταπράσινο από τα λόγια του νερό. Το πετροχελίδονο παύει κι αυτό να μπαινοβγάζει ορεξάτο τη γλωσσίτσα του στο ράμφος του, ζυγίζει με το βλέμμα του το αλογάκι της θάλασσας, του χαμογελάει και του λέει με ώριμα, κόκκινα, ζουμερά λόγια: «Πού θα πάμε;»

Ο ιππόκαμπος και το πετροχελίδονο ξεκίνησαν την περιπλάνησή τους πλάι-πλάι, ο καθένας στον κόσμο του. Στη θάλασσά του το αλλόκοτο αλογάκι, στον αέρα το πουλί. Κάποτε βρέθηκαν μπροστά σε ένα παράξενο θέαμα. Μια ολάκερη πολιτεία απλωνόταν κάτωθέ τους στο βυθό της θάλασσας. Μοναχά που είχαν απομείνει πια μόνο μια σειρά πέτρες από τους τοίχους των σπιτιών και το πλακόστρωτο των δρόμων. Όλα σπαρμένα με φύκια, ανεμώνες και άλλα λουλούδια της θάλασσας, στρείδια, αχιβάδες και τεράστια γυαλιστερά, ασημιά κοχύλια. Κι όλα ξαπλωμένα πάνω σε ατέλειωτους κάμπους από θαλασσινό τριφύλλι που κυμάτιζε, όπου φυσούσαν οι άνεμοι του νερού. Στα σπιτικά μπαινοβγαίναν με άνεση περνώντας μέσα από τους ανύπαρκτους πια τοίχους λογιών-λογιών ψάρια και άλλα πλάσματα της θάλασσας: σπάροι, μπαρμπούνια, κοκοβιοί, κέφαλοι και γατόψαρα, ξιφίες και φώκιες, καλαμάρια και χταπόδια. Ένα τεράστιο μάλιστα χταπόδι είχε φωλιάσει σε ένα ραγισμένο πιθάρι με αυλακιές πάνω του, που σχημάτιζαν όμορφα σχέδια. Ένιωθε σαν αφέντης παντοτινός του πιθαριού και του τόπου ένα γύρο, που όριζε. Τα απομεινάρια της πολιτείας δεν το είχαν διδάξει, φαίνεται, τίποτα ακόμα.

«Τι είναι αυτό;» είπε ο ιππόκαμπος και τα λόγια του κυλήσαν πράσινα ρυάκια στα σοκάκια της βυθισμένης πολιτείας. «Μια αρχαία πόλη κάτω από το νερό!» απαντά το πετροχελίδονο, που έβλεπε τα σπίτια να τρεμοπαίζουν και να έρχονται λίγο πιο κοντά, όταν τα κοίταζε ανάμεσα σε δυο κύματα κι άλλοτε να απομακρύνονται, όταν τα έβλεπε από την κορυφή ενός κύματος. Μια πολιτεία μεθυσμένη, που τρεμόπαιζε σαν να υπήρχε και να μην υπήρχε. «Σκέψου», είπε ο ιππόκαμπος, καθώς λικνιζόταν πάνω από την είσοδο ενός σπιτιού, «ποιοι να έμεναν κάποτε εδώ, πώς να ένιωθαν, τι σκέφτονταν, αγαπούσαν ή αδιαφορούσαν, γεννιούνται και πεθαίναν, ονειρεύονταν, απογοητεύονταν, έλπιζαν, γελούσαν και κλαίγανε, ερωτεύονταν...» Το πετροχελίδονο πέταξε πάνω από τα δωμάτια ενός σπιτιού, που συνέχιζε να τα βλέπει από ψηλά να τρεμοπαίζουν. Πρόσεχε να μην περνά πάνω από τους τοίχους, αλλά μόνο πάνω από τα ανοίγματα, που κάποτε πρέπει να ήταν πόρτες. «...τρώγαν, πίναν και μιλούσαν, κάναν το καλό και το κακό, ονειρεύονταν ότι πετάνε ή στενοχωριόνταν που δε βλέπαν στον ύπνο τους πως έχουν φτερά, σκούπιζαν και καθάριζαν και στόλιζαν το σπιτικό τους. Να τους περνούσε άραγε ποτέ από το μυαλό πως κάποτε στα σπίτια τους, που τόσο φροντίζαν, θα κολυμπούσαν ψάρια και θα φυτρώνανε στο πάτωμα φύκια και στην εστία θα φωλιάζαν σμέρνες;» συνέχισε το πετροχελίδονο, που εξακολουθούσε να πετά από δωμάτιο σε δωμάτιο με προσοχή περνώντας από τις πόρτες. Λες και υπήρχαν ακόμα οι τοίχοι. «Θαρρώ πως βλέπω την εστία αναμμένη, και τη νοικοκυρά να σκουπίζει και τα παιδιά να τρέχουν στην αυλή και να γελάνε και το φαγητό να μοσχοβολάει και τον πατέρα να σκαλίζει τα δέντρα και τον παππού και τη γιαγιά να κρύβουν γλυκίσματα στις φαρδιές τους τσέπες για τα εγγόνια τους», είπε ο ιππόκαμπος, που τα έβλεπε πραγματικά και γέμισε η θάλασσα πράσινες φυσαλίδες. Δεν είχε πει στο πετροχελίδονο, που είχε αρχίσει να γίνεται φίλος του, πως από μικρός είχε δυο τρόπους να βλέπει. Έβλεπε το ‘τώρα’, όπως το βλέπουν όλοι κι έβλεπε με λίγες στιγμές διαφορά να ακολουθεί το ‘άλλοτε’. Το μόνο που δεν μπορούσε να δει, ήταν το ‘μετά’. Τι θα γινόντουσαν άραγε, αναρωτήθηκε, ο ίδιος και το πετροχελίδονο, ο πρώτος του φίλος, μετά, όταν τέλειωνε το ταξίδι τους; «Έχεις δίκιο, τα βλέπω κι εγώ!» απάντησε το πετροχελίδονο, που τα φανταζόταν τόσο καλά σαν πράγματι να τα έβλεπε όλα αυτά. «Πριν πολλούς αιώνες ένας ολόκληρος κόσμος υπήρχε εδώ», συνέχισε, ενώ πετούσε τώρα πάνω από την αυλή προσέχοντας να μη χαλάσει τα λουλούδια, που καμάρωναν μια φορά κι έναν καιρό τα δειλινά οι νοικοκυραίοι. «Και τώρα ζει ένας άλλος κόσμος...» είπε ο ιππόκαμπος και γύριζε γύρω-γύρω το βλέμμα του δείχνοντας με τα στρογγυλά του μάτια τον κόσμο της θάλασσας.

Οι δυο φίλοι, ο ιππόκαμπος κολυμπώντας και το πετροχελίδονο πετώντας από κοντά, περιπλανήθηκαν για ώρα στα σοκάκια της αρχαίας βυθισμένης πολιτείας. Μπήκαν απρόσκλητοι σε πολλά σπιτικά, σταθήκαν σε αυλές που φαντάζονταν πως μοσχοβολούσαν λεμονανθούς και γιασεμιά. Κοιτάχτηκαν με νόημα και σκάσανε στα γέλια. Ξέραν πως δεν υπήρχαν τότε εκεί λεμονιές, ούτε γιασεμιά, αλλά έτσι ήθελαν να φαντάζονται πως μύριζαν οι αυλές των αρχαίων αυτών σπιτιών. «Πειράζει πολύ;» μουρμούρισαν σχεδόν ταυτόχρονα και χαμογέλασαν πονηρά και συνένοχα ο ένας στον άλλο. «Για δες», σκεφτόταν το πετροχελίδονο με τις σκέψεις του κόκκινα συννεφάκια να αιωρούνται από πάνω του, καθώς πια απομακρύνονταν από την αρχαία βυθισμένη πολιτεία, «γίναμε φίλοι με τον ιππόκαμπο. Και εγώ που ήθελα να τον φάω!» Το αλογάκι της θάλασσας είδε τα κόκκινα συννεφάκια και κατάλαβε τις σκέψεις του. Πήρε ένα ζωηρό, χαρούμενο, πράσινο χρώμα και έκλεισε φιλικά το μάτι στο όμορφο ασπρόμαυρο πουλί, ενώ συνέχισε να λικνίζεται με χάρη στο νερό.

«Κοίτα, κοίτα», του φώναξε ξάφνου ο νέος του φίλος, «ένας άνθρωπος, φυλάξου!» Μια μαύρη φιγούρα μέσα στη στολή του δύτη με βατραχοπέδιλα και ένα απειλητικό ψαροντούφεκο στο χέρι, είχε στήσει καρτέρι πίσω από ένα βράχο. «Μα οι ψαροντουφεκάδες κυνηγάνε ψάρια, όχι πουλιά, που μάλιστα δεν τρώγονται! Τι να με κάνει εμένα;» Δεν πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα του και ένα καμάκι σφύριξε δίπλα από το ένα του φτερό. «Μα γιατί», ρωτούσε το τρομαγμένο και απορημένο βλέμμα του πετροχελίδονου τη στιγμή που μεσολάβησε, πριν τινάξει δυνατά τις φτερούγες του, για να φύγει μακριά. «Για τον ίδιο λόγο, που ένας άλλος άνθρωπος με μάσκα και βατραχοπέδιλα μάζεψε όλη μου την οικογένεια και την ξέρανε στον ήλιο για τη συλλογή του!» φώναξε με όλη του τη δύναμη ο ιππόκαμπος, για να τον ακούσει το πετροχελίδονο που απομακρυνόταν να σωθεί.

Πολύ μετά, όταν πια ο άνθρωπος είχε φύγει, οι δυο φίλοι ξανασμίξανε. «Μόνο εγώ σώθηκα», συνέχισε ο ιππόκαμπος. «Φαίνεται πως συχνά οι άνθρωποι, ό,τι θεωρούν ωραίο, θέλουν να το σκοτώνουν, για να το κάνουν δικό τους, λες και δεν ξέρουν ότι έτσι θα χαθεί η ομορφιά του για πάντα». «Ή απλά αφαιρούν ζωές για παιγνίδι», αναστέναξε το πετροχελίδονο, που ακόμα βούιζε στα αυτιά του το σφύριγμα το καμακιού. «Έμαθα μάλιστα», συνέχισε βουρκωμένος ο ιππόκαμπος, που έμοιαζε τώρα εύθραστος όσο ποτέ, πως δυο μου αδέλφια αυτός ο ψαράς τα χάρισε σε ένα παιδάκι, που ενθουσιάστηκε με το δώρο. «Τώρα περιμένω να μεγαλώσει αυτό το παιδί και να πιάσει και μένα». «Και θα του φαίνεται φυσική κι ωραία η πράξη του και θα νιώθει και περήφανος από πάνω», συνέχισε το πετροχελίδονο και το ασπρόμαυρο φτέρωμά του κρεμόταν πάνω του σαν μαραμένο.

Ωστόσο οι δυο φίλοι το γνώριζαν από πριν πως το ταξίδι τους θα έχει και όμορφες και άσχημες στιγμές, όπως κάθε ταξίδι. Γι’αυτό ο ιππόκαμπος βρήκε το κουράγιο και είπε στον μαραμένο από την απογοήτευση φίλο του με λόγια σε έντονο τρυφερό πράσινο, σχεδόν σμαραγδί: «Έλα, πάμε παρακάτω, έτσι είναι τα ταξίδια, έχουν απ’όλα. Μη στενοχωριέσαι». Θα ήθελε να τον αγγίξει, για να του δώσει κουράγιο, αλλά ήξερε ότι αυτό δεν γινόταν, αφού ανήκαν σε κόσμους διαφορετικούς. Οι δυο φίλοι αναθάρρησαν νιώθοντας ο ένας την αγάπη του άλλου. Απαλό αεράκι ρυτίδωνε τη θάλασσα και κουνούσε τα πιο μικρά πούπουλα του πετροχελίδονου. Τόση μόνο δύναμη είχε. Γαλήνη και μέσα στο νερό. Τα φύκια κουνιόνταν πέρα-δώθε όλα μαζί ήρεμα και ρυθμικά. Ο ιππόκαμπος είχε αφεθεί στο ήσυχο ρεύμα της θάλασσας, που τον παρέσυρε προς τα μπρος. Ακολουθούσε αργά-αργά τη σκιά του πετροχελίδονου, που προβαλλόταν στο βυθό.

Κάποτε ανοίχτηκε μπροστά τους ένα ξέφωτο. Εδώ οι αγροί με τα φύκια κόβονταν απότομα και ανοιγόταν μια αμμουδιά με ψιλή χρυσή άμμο γεμάτη ρυτίδες. Το πετροχελίδονο έβλεπε από ψηλά τις ασημιές λάμψεις που άφηνε ξοπίσω του ένα κοπάδι ψάρια και το αλογάκι της θάλασσας ένιωθε να σπάει πάνω του το νερό που τίναζαν οι ψαρίσιες ουρές που απομακρύνονταν. Το πετροχελίδονο το είδε πρώτο. Και πριν καλοκαταλάβει τι είναι αυτό που αντικρύζει, ακούει να του φωνάζει ο ιππόκαμπος: «Δες, ένα αρχαίο ναυάγιο!» «Και πού το κατάλαβες;» τον ρωτά ο φίλος του. «Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπω. Γεμάτος ο βυθός. Να, βλέπεις αυτή τη γραμμή από πολλές στρογγυλεμένες πέτρες;» «Τη βλέπω», λέει το φτερωτό πλάσμα και έσταξαν κόκκινα γραμματάκια από το ράμφος του. «Γέμιζαν με τέτοιες πέτρες τον πάτο του καραβιού, όταν ταξίδευε χωρίς εμπόρευμα ή με λίγο βάρος, για να μην μπατάρει από το κύμα. Τόσους αιώνες μετά, μόνο αυτές οι πέτρες μείναν να δούμε και κομμάτια από αγγεία που μετέφερε το καράβι, σφηνωμένα ανάμεσά τους. Όλα τα ξύλινα μέρη σάπισαν και χαθήκαν με τον καιρό».

Ο ιππόκαμπος έπαψε να μιλάει. Τα μάτια του είχαν γεμίσει με σκηνές από το άλλοτε, που είχε το χάρισμα να βλέπει. Ένα όμορφο σκαρί με δυο σειρές κουπιά και τα πανιά του ανοιχτά αρμένιζε στη θάλασσα γεμάτο αμφορείς με λάδι, που πήγαιναν να πουλήσουν στη Συρία. Ο καπετάνιος καθόταν παρέκει σιωπηλός. Τον τύλιξε μια ξαφνική ψύχρα και ο χιτώνας του ήταν ελαφρύς. Χάιδεψε το γκρίζο του γένι, καθώς ατένιζε τον ορίζοντα. Αυτά τα μαύρα σύννεφα πέρα μακριά δεν του αρέσαν. Ας είναι. Πίσω δρόμο δεν έχει. Όπως τα κατάφεραν τις άλλες φορές, έτσι θα τα καταφέρουν και τώρα. Ο ιππόκαμπος έπαψε να κοιτάζει το άλλοτε. Ήξερε ποια θα είναι η συνέχεια. Κοιτούσε τις λαβές, τους λαιμούς, τα κομμάτια απ’το σώμα των σπασμένων αμφορέων, που έχυσαν το πολύτιμο περιεχόμενό τους στη θάλασσα αιώνες πριν. «Πόσα καράβια έχουν περάσει από τότε πάνω από τούτο το ναυάγιο και ούτε που κατάλαβαν ότι ο βυθός κρύβει ένα πλεούμενο σαν και το δικό τους, μονάχα πιο παλιό, που ταξιδεύει πια όχι στο δικό μου κόσμο πάνω από το νερό, αλλά στο δικό σου μέσα στη θάλασσα», ακούστηκε να λέει το πετροχελίδονο, που πέταγε γύρω-γύρω και τα λόγια του έκαναν σαν κι αυτό κόκκινους κύκλους γύρω από το ναυάγιο, ώσπου λίγο-λίγο βγήκαν από το ξέφωτο.

Με τη σκέψη τους ακόμα στα απομεινάρια του αρχαίου πλοίου άκουσαν να έρχονται από μακριά φωνές. «Ακούω παιδιά ή με ξεγελάνε τα αυτιά μου;» αναρωτήθηκε το αλογάκι της θάλασσας, που κολύμπαγε πάνω σε ένα πράσινο συννεφάκι. «Στάσου, να ρίξω μια ματιά», απάντησε το πετροχελίδονο και πέταξε προς τα κει, για να δει τι συμβαίνει, αφήνοντας πίσω του μια πλατιά κόκκινη γραμμή. Άκουγε τις φωνές όλο και πιο κοντά, ώσπου βλέπει μια ακτή γεμάτη ομπρέλες και ξαπλώστρες. Όσο πλησίαζε, έβλεπε τη θάλασσα λεία και γυαλιστερή. Μια μυρωδιά καρύδας όλο και του χτυπούσε πιο έντονα τα ρουθούνια. Δεν του έκανε εντύπωση. Ήξερε πια πως τα καλοκαίρια, που γέμιζαν οι παραλίες κόσμο, έτσι ήταν. Κοίταζε καλά-καλά τη θάλασσα. Σχεδόν κανείς δεν κολυμπούσε. Οι άνθρωποι ίσα που βρέχονταν κι έπειτα ξαπλώνανε στην αμμουδιά αλειμμένοι με αντιηλιακό λάδι, όσο δεν είχε ξεπλυθεί στη θάλασσα. Έτσι εξηγιόταν η γεμάτη λάδια, λεία επιφάνεια του νερού και η περίεργη μυρωδιά. «Καλά που δεν ήρθε μαζί μου ο φίλος μου, ο ιππόκαμπος», σκέφτηκε το πετροχελίδονο ανοιγοκλείνοντας τα ασπρόμαυρα φτερά του. «Θα είχε γεμίσει λάδια ο καϋμένος!» Τις σκέψεις του διέκοψαν οι παιδικές φωνές που γίνονταν όλο και πιο τσιριχτές και επίμονες. Πλησίασε κατά κει με προφύλαξη, γιατί θυμόταν ακόμα τον άνθρωπο με το ψαροντούφεκο.

Το θέαμα που αντίκρισε τον έκανε να βγάλει μια δυνατή κραυγή κατακόκκινη σαν αίμα. Μια μεγάλη μέδουσα στη μέση μισοζώντανη και γύρω-γύρω παιδιά που διασκέδαζαν να την χτυπάνε με τα ξυλάκια που κρατούσαν. Σε κάθε χτύπημα το πετροχελίδονο βογγούσε. Σε κάθε χτύπημα τα παιδιά κραυγάζαν και γελούσαν. «Μα πώς γίνεται αυτό, τόσο μικρά παιδιά και να μη λυπούνται το δύστυχο πλάσμα;» ξαναβόγγηξε το πετροχελίδονο και οι βόγγοι του έσκισαν σαν βεγγαλικά τον ουρανό και ύστερα έπεσαν στην άμμο όμοιοι με σταγόνες από αίμα. Τα φτερά του πέσαν πάλι μαραμένα. Αρνιούνταν να σηκώσουν το βάρος της λύπης του. Έπεφτε... έπεφτε... έπεφτε... έβλεπε όλο και πιο κοντά τα παιδιά, έβλεπε όλο και πιο κοντά τη μέδουσα. «Ένα χελιδόνι, ένα χελιδόνι!» ούρλιαξαν τα παιδιά, που ξέχασαν για λίγο τη μέδουσα και άπλωσαν τα χέρια τους να πιάσουν το πετροχελίδονο. Τα φτερά του μαράθηκαν ακόμα περισσότερο. Έπεφτε όλο και πιο χαμηλά. Ασήκωτο το βάρος της λύπης του.

Ώσπου... βλέπει ένα κοριτσάκι με μια πράσινη λάμψη, ίδια με του φίλου του τού ιππόκαμπου, στα μάτια, να βρίσκει την ευκαιρία και να τρέχει να αρπάξει την ετοιμοθάνατη μέδουσα. Γρήγορα-γρήγορα, χωρίς καν να νοιάζεται αν θα του τσιμπήσει τα χεράκια, τη ρίχνει πίσω στη θάλασσα. Κι αυτή, που κατάλαβε πως σώθηκε ανέλπιστα, έτρεξε να φύγει και να διαλαλήσει παντού πως υπάρχουν κι άνθρωποι. Το πετροχελίδονο ξύπνησε σαν από λήθαργο. Τίναξε με δύναμη από πάνω του τη λύπη που το βάραινε και το έκανε να πέφτει. Και αυτή έγινε χρυσόσκονη και την πήρε ο αέρας. Έπειτα ανοιγόκλεισε τα φτερά του, που δεν ήταν πια μαραμένα, μια, δυο και πήρε ύψος! Ίσα που ξέφυγε από τα παιδικά χεράκια, που είχαν απλωθεί, για να το πιάσουν. Και πέταγε όλο και πιο ψηλά, τόσο ψηλά που οι άνθρωποι στην παραλία τού φαίνονταν μικρές τελείες, όμοιοι κόκκοι άμμου. Τόσο μικροί. Εκτός από το κοριτσάκι που έσωσε τη μέδουσα και το έβλεπε να γεμίζει όλο τον ουρανό.

Μα... για στάσου, τι γίνεται εδώ; Βλέπει κι ένα αγοράκι, που στεκόταν ακίνητο σαν καρφωμένο κι από κουκίδα που φαινόταν, όλο και μεγάλωνε. Αυτό σηκώνει το κεφαλάκι του ψηλά και βλέπει το πετροχελίδονο. Έπειτα κοιτά μια το κορίτσι, μια το νερό που έκρυβε τη μέδουσα. Ανοίγει τότε τα δαχτυλάκια του κι αφήνει να του πέσει το ξυλάκι που κρατούσε. Έκανε σαν να τον έκαιγε. Τώρα πια το πετροχελίδονο έβλεπε το μουτράκι του αγοριού τόσο καθαρά, όσο και του κοριτσιού, παρόλο που πέταγε τόσο ψηλά, που σχεδόν άγγιζε το φεγγάρι. Πράγμα παράξενο αλήθεια, μέρα μεσημέρι είχε φανεί το φεγγάρι πλάι-πλάι με τον ήλιο! Από εκεί ψηλά έβλεπε πεντακάθαρα τα δυο παιδιά σαν να υπήρχαν μονάχα αυτά. Είδε το αγόρι να τρέχει προς το κορίτσι, που μέχρι τότε στεκόταν παράμερα μονάχο, αλλά ευτυχισμένο που σώθηκε η μέδουσα. Είδε έπειτα τα δυο παιδιά να πιάνονται χέρι-χέρι και να γελάνε.

«Μα ναι, υπάρχει ελπίδα! Τρέχω να το πω στο φίλο μου,τον ιππόκαμπο...» μονολόγησε και όρμησε προς τα κύματα αφήνοντας πίσω του στον ουρανό μια κόκκινη γραμμή σαν αστέρι που πέφτει. Βρήκε εύκολα το φίλο του. Στεκόταν στο κέντρο μιας πράσινης κηλίδας που φωσφόριζε. Τον περίμενε με αγωνία. Είδε το πετροχελίδονο με μια τεράστια κόκκινη ουρά ξωπίσω του, να κατεβαίνει από το φεγγάρι με τα ασπρόμαυρα φτερά του να γυαλίζουν στον ήλιο και του φωνάζει από μακριά: «Άγγελε τ’ουρανού, είναι καλά τα νέα που φέρνεις;» «Είναι γεμάτα χρώματα κι ελπίδες που ανθίζουν όμοια αγριολούλουδα στα μάτια ενός κοριτσιού κι ενός αγοριού», αντιλάλησε η απάντηση σε όλη την πλάση. Ο ιππόκαμπος δε ρώτησε τίποτε άλλο. Ήταν πρώτη φορά που έβλεπε το μέλλον. Καταπράσινο με κόκκινες ουρές από αστέρια που πέφτουν και δυο παιδιά πιασμένα χέρι-χέρι. Το ένα με το χεράκι του να πονάει ακόμα από το τσίμπημα μιας μέδουσας. Το άλλο παιδί με το δικό του χέρι να καίει ακόμα από το ξυλάκι που κρατούσε. Και παντού ένα γύρω να κολυμπάνε πετροχελίδονα και να πετούν ιππόκαμποι. Οι δυο φίλοι χαμογέλασαν και άστραψαν κόκκινες και πράσινες λάμψεις στον ουρανό και τη θάλασσα και γέμισε ο κόσμος πράσινα και κόκκινα μπαλόνια παραφουσκωμένα ελπίδα.

Μια βροντή και κάμποσες αστραπές δεν έκαναν το χαμόγελό τους να σβύσει. Όλα πια τους φαίνονταν όμορφα. «Πλησιάζει ο καιρός να φύγω», είπε το πετροχελίδονο, ενώ ο ιππόκαμπος έβλεπε πάνω από το κεφάλι του μικρές μπαλίτσες τις πρώτες σταγόνες της βροχής να εισβάλλουν με φόρα στο θαλασσινό του κόσμο. «Ναι, έρχεται φθινόπωρο», ακούστηκε ο ιππόκαμπος και φαντάστηκε σμήνη από χελιδόνια και άλλα αποδημητικά πουλιά, όπως κάθε χρόνο, να μαζεύονται, για να μεταναστεύσουν σε πιο ζεστά μέρη. Είδε κιόλας, γιατί είχε αποκτήσει πια το χάρισμα να βλέπει πού και πού το μέλλον, τον εαυτό του να αναζητά ανάμεσα στα χιλιάδες πουλιά, που περνούσαν πάνωθέ του, το φίλο του, το πετροχελίδονο. «Θα ήθελα να μείνω εδώ μαζί σου», ψέλλισε το πετροχελίδονο, που είχε πλημμυρίσει από κατακόκκινη αγάπη για το φίλο του. «Αν μείνεις, θα σε χάσω για πάντα. Έχει κρύο το χειμώνα στα μέρη μας», ψέλλισε με τη σειρά του ο ιππόκαμπος και μια καταπράσινη απαλή αγάπη σαν μαλακιά, μάλλινη, μωρουδιακή κουβέρτα τύλιξε το φτερωτό του φίλο. «Νιώθεις κι εσύ ένα φούσκωμα σαν έτοιμος να σκάσεις από ευτυχία;» ρώτησε με σιγανή φωνή ο ιππόκαμπος. «Ναι, γιατί, αν και λυπάμαι που πρέπει να σε αφήσω, ξέρω όμως πως το άλλο καλοκαίρι θα είμαι πάλι εδώ να συνεχίσουμε το ταξίδι μας!» φώναξε με μια περίεργη ζεστασιά στη φωνή του το πετροχελίδονο. «Έτσι είναι. Δεν είναι δα και τόσο μεγάλος ο χειμώνας!» του χαμογέλασε ο ιππόκαμπος και ξάφνου μια πράσινη μπόρα άνοιξε χιλιάδες τρυπούλες στην επιφάνεια της θάλασσας.

Το πετροχελίδονο διέγραψε στον αέρα το περίγραμμα του φίλου του, που μετά από λίγο έγινε κόκκινη βροχούλα και ράντισε τη θάλασσα πάνω από κει που στεκόταν ο ιππόκαμπος. Έπειτα πέταξε μακριά ακολουθώντας ένα περαστικό σμήνος από χελιδόνια. Ο ιππόκαμπος κοίταζε από τη θάλασσσα το φίλο του να φεύγει. Ήξερε ότι το επόμενο καλοκαίρι το πετροχελίδονο μάταια θα τον αναζητούσε. Δεν ήθελε όμως να του το πει. Δεν ήξερε το όμορφο πουλί ότι το παιδί, που δέχτηκε για δώρο τα δυο του αδέρφια, τώρα είχε μεγαλώσει και σε λίγο θα έπιανε κι αυτόν, για να συμπληρώσει τη συλλογή του. «Και τι μ’αυτό;» αναρωτήθηκε το αλογάκι της θάλασσας κουνώντας με νάζι την ουρά του. «Εγώ είμαι χαρούμενος που προλάβαμε και γίναμε φίλοι με το πετροχελίδονο, ταξιδέψαμε μαζί και μάθαμε τόσα πράγματα», είπε στον εαυτό του και συνέχισε να κολυμπάει αφήνοντας πίσω του μια πράσινη γραμμή που φωσφόριζε. Ζωγράφιζε κι αυτός με τη σειρά του, αλλά στο νερό, το σχήμα του πετροχελίδονου. Ήξερε ότι ο φίλος του από κει ψηλά που πετούσε, θα το έβλεπε και θα χαιρόταν.

Περισσότερα...

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Ο Κούρος και το αγόρι που αγαπούσε τα όπλα ή Ποιος είπε ότι τα αγάλματα δεν κλαίνε

Μια φορά κι έναν καιρό, τα πολύ παλιά χρόνια, τόσο παλιά που τα ονομάζουν αρχαιότητα, ήταν ένα 'oμoρφo αγ'oρι, που το έλεγαν Κούρο. Ήταν φτιαγμένος από μάρμαρο και το γυμνασμένο του άσπρο και λείο κορμί άστραφτε στον ήλιο. Τα μακριά μαλλιά του έπεφταν σε μπούκλες πάνω στους φαρδιούς του ώμους. Βόστρυχους τις λένε οι αρχαιολόγοι, αυτοί που μελετάνε την αρχαιότητα. Χαμογελούσε συνεχώς, θαρρείς και το χαμόγελο είχε πετάξει όμοιο πεταλούδα και στόλιζε το ομορφοκαμωμένο του στόμα. Το αριστερό του πόδι έκανε ένα βήμα μπροστά σαν να βάδιζε αργά-αργά και να παρατηρούσε τον κόσμο με την ησυχία του. Άλλωστε είχε όλο τον καιρό μπροστά του, αφού δε θα έφευγε από τον κόσμο αυτό ποτέ. Ήταν αθάνατος. Όμως ο Κούρος ήταν πάντα ακίνητος να αγναντεύει τον ήλιο, να τον χαϊδεύει το αεράκι, να μυρίζει τα αγριολούλουδα, να τον λούζει η βροχούλα, να θαυμάζει την πλάση. Όρθιος και χαμογελαστός πάνω στο βάθρο του, ακίνητος και αθάνατος και γαλήνιος.

Κάποτε αναρωτήθηκε γιατί άραγε βρίσκεται εκεί. Και ανακάλυψε πως ένα άλλο αγόρι, που δε ζούσε πια, αλλά που ήταν εξίσου όμορφο με αυτόν, βρισκόταν παραδίπλα δίχως ήλιο, φως , αγέρα, βροχή. Εκείνος ο νέος κάποτε τα χαιρόταν όλα τούτα. Του άρεσε μάλιστα να παλεύει με άλλα αγόρια στην παλαίστρα, να γυαλίζει την ασπίδα του, να ρίχνει το ακόντιό του. Ήρθαν όμως δύσκολοι καιροί και ανακάλυψε πως έπρεπε να παλεύει με άλλα αγόρια από άλλα μέρη και να ρίχνει το ακόντιο, όχι όμως πια για παιγνίδι. Τον έστειλαν να πολεμήσει άλλα όμορφα αγόρια. Και τώρα δε γέλαγε και δε χαιρόταν. Δεν του άρεσαν πια τα όπλα, αλλά ήταν πολύ αργά. Ένα ακόντιο όμοιο με το δικό του τον χτύπησε και μόλις που πρόλαβε να αντικρίσει για τελευταία φορά τον ήλιο και να νιώσει το απαλό αεράκι να του χαϊδεύει το πρόσωπο και να μυρίσει τα αγριολούλουδα γύρω του, καθώς σωριαζόταν καταγής. Έφυγε από τον κόσμο αυτό και πήγε σε έναν άλλο κόσμο μακριά από τους γονείς του, τους φίλους του, την πόλη του, τα λουλούδια, τον αέρα, τη βροχή.

Οι γονείς του απαρηγόρητοι τον έβαλαν να κοιμηθεί για πάντα. Θρηνούσαν για το αγόρι τους που δεν μπορούσε να δει, να μιλήσει, να γευτεί, να μυρίσει. Δεν ήξεραν πια τι να του προσφέρουν, για να χαρεί. Ώσπου κάθισαν και σκέφτηκαν να παραγγείλουν να τους φτιάξουν ένα όμορφο σαν το αγόρι που χάσανε άγαλμα, τον Κούρο. Ένα αγόρι που θα ήταν αθάνατο σε αντίθεση με το δικό τους αγόρι και που θα χαιρόταν για πάντα το φως, τον αέρα, τις βροχές. Ακόμα θα συντρόφευε το γιο τους που είχε φύγει μακριά τους. Ένας γλύπτης λοιπόν έβαλε όλη του την τέχνη και το συναίσθημα και να! Δημιουργήθηκε ο Κούρος! Τον στήσανε σε ένα βάθρο δίπλα από εκεί που ήταν ξαπλωμένο για πάντα το αγόρι τους, που του άρεσε κάποτε να παίζει με τα όπλα.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και θαύμαζαν οι άνθρωποι το χαμογελαστό μαρμάρινο αγόρι, τον Κούρο. Και θυμόντουσαν βλέποντας τον το άλλο αγόρι, που αγαπούσε τα όπλα κάποτε και τώρα βρισκόταν ξαπλωμένο παρακεί. Κι έτσι κοιτώντας τον Κούρο παρηγοριόνταν οι γονείς και οι φίλοι του αγοριού, που δεν ήταν πια μαζί τους. Και μετά από πολύ-πολύ καιρό, όταν έπαψαν πια να υπάρχουν κι αυτοί, θαύμαζαν οι περαστικοί τον όμορφο Κούρο κι αναρωτιόνταν για ποιο ωραίο αγόρι, που δε ζούσε πια, είχε φτιαχτεί. Εκείνο που δεν ήξεραν είναι πως με τον καιρό τα δυο παιδιά έγιναν φίλοι. Έλεγε ο Κούρος στο αγόρι κάτω από το χώμα τι έβλεπε, τι μύριζε, τι ένιωθε, όταν τον άγγιζε ο ήλιος και ο αγέρας και η βροχή. Κι έλεγε το αγόρι κάτω από το χώμα στον Κούρο πώς είναι να μπορείς να κινείσαι, να σταματήσεις να χαμογελάς, να κλαις, να αγαπάς, να διαλέγεις. Έτσι έδινε ο καθένας στον άλλο αυτό που του έλειπε.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες και γίνονταν όλο και περισσότερο φίλοι τα δυο παιδιά, ο μαρμάρινος Κούρος και ο νέος που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Ώσπου ξάφνου ένας δυνατός σεισμός τράνταξε τον Κούρο και τον έριξε από το βάθρο του. Έχασε για λίγο την αιώνια γαλήνη του και δεν μπορούσε πια να κοιτάζει από ψηλά τους διαβάτες και τους αγρούς. Αλλά δεν τον πείραζε, γιατί τώρα άθελά του ξάπλωσε δίπλα από το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Ήταν πια πιο κοντά και τα λέγανε καλύτερα. Ύστερα ήρθαν καταιγίδες και νεροποντές και πάλι καταιγίδες και πάλι νεροποντές και ο Κούρος λίγο-λίγο σκεπάστηκε με το χώμα που παρέσυρε το νερό. Στην αρχή καλύφθηκε το μισό αριστερό του πόδι. Μετά όλο το δεξί του χέρι. Τέλος κρύφτηκε ολόκληρος κάτω από τη γη δίπλα από το φίλο του.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες, ώσπου ξάφνου τα δυο αγόρια ακούνε θόρυβο! Γκαπ, γκουπ! «Μα τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκαν. Κι όλο και πλησίαζαν οι χτύποι. Γκαπ, γκουπ! Περίμεναν με περιέργεια να δουν τι είναι αυτό που τους ανησυχεί. Οι ήχοι γίνονταν όλο και πιο δυνατοί, έρχονταν όλο και πιο κοντά. Και νά, ξαφνικά μια ηλιαχτίδα τους τυφλώνει! Κι άλλη, κι άλλη! Και λούστηκαν στο φως. Ήλιος! Και μαζί αεράκι και οι ευωδιές από τα αγριολούλουδα! Μα τι είναι αυτό που ακούγεται; Φωνές, επιφωνήματα θαυμασμού! «Α, τι υπέροχος!». Άνθρωποι πολλοί που θαύμαζαν ξανά μετά τόσους αιώνες το μαρμάρινο αγόρι. Που αναρωτιόνταν ξανά μετά τόσους αιώνες για το άλλο αγόρι, εκείνο που για χάρη του σμιλεύτηκε στο μάρμαρο ο Κούρος. Ήταν αρχαιολόγοι και άλλοι πολλοί. Πιάσαν όλοι μαζί προσεκτικά το χαμογελαστό Κούρο και τον σήκωσαν. Ξανά όρθιος μετά τόσους αιώνες! Μετά μάζεψαν με προσοχή τα οστά του αγοριού που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Βρήκαν δίπλα του την ασπίδα του φαγωμένη από το χρόνο. Και το ακόντιο του. Και την πανοπλία του. Τα όπλα του που δεν τα αγαπούσε πια. Όλα σκουριασμένα και σχεδόν κατεστραμμένα. Τα μάζεψαν και αυτά.

Τα δυο αγόρια ανασκίρτησαν. «Και τώρα που μας πάνε; Θα μας χωρίσουν άραγε;» «Μα δε γίνεται αυτό», απάντησε φοβισμένος ο Κούρος. «Εγώ φτιάχτηκα για να σε συντροφεύω και να σε θυμίζω στους ανθρώπους που με βλέπουν!» Τον πήρανε τον Κούρο. Τον έστησαν σε ένα ωραίο μουσείο μαζί με πολλά άλλα εκθέματα. Πολλοί επισκέπτες τον κοίταζαν με θαυμασμό, άλλοι απλά τον γυρόφερναν με περιέργεια, σχεδόν κανείς όμως δεν σκεπτόταν το φίλο του, το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα, ούτε και ξέρανε την ύπαρξη του. Εκείνος πάντα συνέχιζε να χαμογελά. Αλλά τα βράδια, όταν το μουσείο κλείδωνε τις πόρτες του και μέναν μόνα τους τα αγάλματα, ο Κούρος έπαυε να χαμογελά, γιατί του έλειπε ο φίλος του. Πού ήταν; Κανείς δεν ήξερε. Ίσως σε κάποιο υπόγειο του μουσείου ή σε κάποια αποθήκη. Μα πώς μπόρεσαν να τους χωρίσουν; Ένα δάκρυ κύλησε στο μαρμάρινο μάγουλο του. Κι ύστερα άρχισε πάλι να χαμογελά. Σκέφτηκε πως περνώντας οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες ίσως ξανάβρισκε το φίλο του, το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα, μα τώρα δεν τα αγαπούσε καθόλου. Έτσι κι αλλιώς ήταν αθάνατος. Είχε όλο τον καιρό δικό του να περιμένει και να ελπίζει. Μια αιωνιότητα!

Περισσότερα...

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Λευτεριά στους Ήρωες των Παραμυθιών ή Το Πολύχρωμο Παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό, δεν ξέρουμε πότε, ίσως να ήταν στο παρελθόν, ίσως στο μέλλον, μπορεί και στις μέρες μας, καθόταν ο Λύκος από το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας και βαριόταν. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν και πολύ ευτυχισμένος, γιατί η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ήταν ακριβώς το χαριτωμένο και καλόκαρδο κοριτσάκι που ήθελε το παραμύθι. Ούτε ο Λύκος τόσο κακός, που να θέλει να τη φάει. Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν όλο παραξενιές. Και δεν φτάνει που τον υποχρέωνε να της σιδερώνει τα κατακόκκινα φορεματάκια της, του γκρίνιαζε από πάνω συνεχώς, γιατί, λέει, δεν φαίνεται τόσο κακός όσο πρέπει, για να φοβίζει τα παιδιά που ακούν το παραμύθι τους. Καθόταν λοιπόν ο Λύκος και στενοχωριόταν, γιατί, παρόλο που αγαπούσε την Κοκκινοσκουφίτσα, τόσα χρόνια που ζούσαν στο ίδιο παραμύθι, ωστόσο πολύ τον παίδευε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έβρισκε τόσο ανιαρό να παίζει τον ίδιο ρόλο στο παραμύθι του τόσα χρόνια τώρα!

Ώσπου μια μέρα... «Μπα, έχω γράμμα! Ποιος με θυμήθηκε άραγε;» είπε ο Λύκος χαρούμενος που επιτέλους κάτι συνέβαινε. Αδράχνει το γαλάζιο φακελάκι με τα φτεράκια, γιατί έτσι μεταφέρονται τα γράμματα στον κόσμο των παραμυθιών. Ίσα που το πρόλαβε, πριν σκαλώσει στα κλαδιά της πελώριας βελανιδιάς, που από κάτω της είχε αράξει. Ανοίγει το γαλάζιο φάκελο προσέχοντας να μην τσακίσει τα φτεράκια του. «Μια πρόσκληση!» αναφώνησε. Διάβαζε μεγαλόφωνα, αργά και συλλαβιστά και ακούγονταν οι συλλαβές να ροβολάνε από το στόμα του σαν μπιζέλια που κατρακυλάνε στο πάτωμα.
«Α-γα-πη-τέ Κα-κέ Λύ-κε,
θα χα-ρού-με πο-λύ να μας τι-μή-σεις με την πα-ρου-σί-α σου το προ-σε-χές Σαβ-βα-το-κύ-ρια-κο. Α-πο-φα-σί-σα-με να ι-δρύ-σου-με το Σύλ-λο-γο Δι-α-μαρ-τυ-ρο-μέ-νων Η-ρώ-ων Πα-ρα-μυ-θιών και υ-πο-ψι-α-ζό-μα-στε ό-τι ε-σύ εί-σαι έ-νας α-πό αυ-τούς. Σε κα-λού-με να γί-νεις μέ-λος του συλ-λό-γου μας και να συμ-με-τέ-χεις στο νέ-ο πα-ρα-μύ-θι, που θα πλά-σου-με ό-λοι μα-ζί. Ε-κεί θα μπο-ρέ-σεις να υ-πο-δυ-θείς το χα-ρα-κτή-ρα που σου α-ρέ-σει».
Και παρακάτω με κεφαλαία γράμματα διαβάζει: «ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ» κι αυτή τη φορά οι συλλαβές κύλησαν από το στόμα του σαν καρύδια. Τόσο βροντερά ακούστηκαν, που το γαλάζιο γράμμα τρόμαξε, πετάρισε τα φτεράκια του και παραλίγο να του φύγει από τα χέρια.

«Υπάρχει τέτοιος σύλλογος κι εγώ κάθομαι ακόμα εδώ;» ούρλιαξε, γιατί μην ξεχνάμε ότι οι λύκοι ουρλιάζουν, και τρέχει μονομιάς να βρεί την Κοκκινοσκουφίτσα. Τη βρίσκει να μαλώνει πάλι με τη γιαγιά της, που δεν εννοούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι της, για να μαζέψουν βατόμουρα. «Κοκκινοσκουφίτσα, Κοκκινοσκουφίτσα!» ούρλιαξε και παραλίγο να πατήσει τον κυνηγό, που καθόταν στην βεράντα και γυάλιζε το όπλο του. «Φεύγω!» ούρλιαξε ξανά και γέμισε ο τόπος με τα ουουου του ουρλιαχτού του, που πέφταν ένα γύρο σαν νιφάδες. «Πάω ταξίδι!» «Στάσου τρελέ! Και ποιος θα φοβερίζει τα παιδάκια όσο εσύ θα λείπεις;» είπε κακιωμένη η Κοκκινοσκουφίτσα και ζάρωσε τη μυτίτσα της. «Μα γιατί πρέπει τα παιδάκια να φοβούνται;» γκρίνιαξε παραπονιάρικα ο Λύκος και τα ουουου του ουρλιαχτού του σταμάτησαν ξαφνικά να πέφτουν μαλακά σαν νιφάδες χιονιού και γκρεμίστηκαν απότομα κάτω. «Και τέλος πάντων, τόσα χρόνια δε δικαιούμαι μια άδεια;» είπε ο Λύκος και τα ουουου σηκώθηκαν από κάτω και άρχισαν πάλι να αιωρούνται, αυτή τη φορά σαν τρελά. Η Κοκκινοσκουφίτσα είδε την αποφασιστικότητα στο βλέμμα του. Είδε και τα ουουου, που όσο πέρναγε η ώρα πύκνωναν. Και απάντησε μελιστάλαχτα, αν και ο φιόγκος στο κεφάλι της που στεκόταν τσιτωμένος, πρόδιδε τον εκνευρισμό της. «Όκεϊ καλέ μου, πήγαινε. Να, πάρε και το σκουφάκι μου, να σου ζεσταίνει το κεφάλι». Και πήρε το καλάθι της, για να μαζέψει μόνη της βατόμουρα, αφού το πήρε απόφαση πως η γιαγιά δε θα ερχόταν μαζί της.

Φοράει ο Λύκος το σκουφάκι κολακευμένος, ρίχνει μια γρήγορη ματιά στον καθρέπτη να δει αν του πηγαίνει, σκοντάφτει στον κυνηγό και επιτέλους φεύγει. Προς τα πού; Πώς; Μα, τέτοια πρακτικά προβλήματα δεν υπάρχουν στα παραμύθια. Αυτά είναι τα εύκολα. Άλλα είναι τα δύσκολα. Ας πούμε, θα βρει ο Λύκος αυτό που ζητάει στο ταξίδι του; Και ξέρει τι ζητάει; Ή μήπως το μόνο που ξέρει, είναι πως δε θέλει πια να έχει το ρόλο του κακού, αλλά δε γνωρίζει ποιος άλλος ρόλος του ταιριάζει; Με τα ουουου να ακολουθούν τώρα το Λύκο σαν ψιλή βροχούλα και το κόκκινο σκουφάκι ίσα να στέκεται στο κεφάλι του, έτσι μικρό που του έπεφτε, μια και δυο φτάνει στη συγκέντρωση των ηρώων των παραμυθιών, που ζητούν τη λευτεριά τους.

Μπαίνει σε ένα τοπίο παραμυθένιο, τόσο ωραίο που μόνο στα παραμύθια υπάρχει. Κι όπως όλοι ξέρουμε, αυτό είναι διαφορετικό για τον καθένα μας. Γι’αυτό και ο Λύκος το έβλεπε με τα δικά του μάτια. Δειλά-δειλά, με τα ουουου να στέκουν ακίνητα στον αέρα γύρω του και το σκουφάκι στα χέρια του, κοιτάει αριστερά, δεξιά, πάνω, κάτω μαγεμένος από την ομορφιά. «Μα είναι παραμυθένια!» αναφωνεί και σκέφτεται τι κρίμα που οι άνθρωποι, όταν λένε αυτή την λέξη, εννοούν πως κάτι είναι τόσο όμορφο σαν παραμύθι, αλλά όχι παραμύθι.

«Καλώς όρισες!» ακούστηκαν δυο φωνές μαζί, μια αντρική και μια γυναικεία και τα ουουου τρόμαξαν τόσο, έτσι που χάζευαν ένα γύρο, που κρύφτηκαν μέσα στο κόκκινο σκουφάκι. Ο Λύκος όρθωσε τα αυτιά του, χαμογέλασε δειλά αντί για χαιρετισμό και απόμεινε να κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια το αλλόκοτο πλάσμα που είχε απέναντι του. Έναν αψηλό άντρα με μουστάκι και βράκα και μια αρχόντισσα με μακριά μαλλιά και τ’άστρα στη ματιά, ενωμένοι μεταξύ τους. «Είμαστε ο Ερωτόκριτος και η η Αρετούσα», είπε η κοπέλα και τίναξε την ποδιά της. «Η Αρετούσα και ο Ερωτόκριτος», είπε ο νέος και έστριψε το μουστάκι του. «Είμαστε τόσο ερωτευμένοι και ταιριαστοί, που αποφασίσαμε αρσενικό και θηλυκό να ενωθούμε, όπως σε κείνο το μύθο του αρχαίου Πλάτωνα, που λέει πως υπήρχαν κάποτε μόνο αρσενικοθήλυκα. Αργότερα ο Δίας τα χώρισε σε άντρες και γυναίκες, για να μην έχουν μεγάλη δύναμη», είπαν αυτή τη φορά και οι δυο μαζί. «Και εσείς γιατί ήρθατε στο συνέδριο;» ρώτησε ο Λύκος και τους χαμογέλασε πιο θαρρετά αυτή τη φορά. «Ο Ερωτόκριτος βαρέθηκε να ξενιτεύεται, να πολεμά, να σκοτώνει θεριά, να μεταμφιέζεται σε αράπη, με ένα λόγο να κάνει τα πάντα, για να με αποκτήσει. Θέλει πια να ξεκουραστεί. Κι εγώ βαρέθηκα να μην κάνω τίποτα για να τον κερδίσω, παρά να περιμένω υπομονετικά στη φυλακή. Θέλουμε πια να αλλάξουμε τους ρόλους μας ή έστω να χαρούμε απλά την αγάπη μας χωρίς δοκιμασίες και φυλακές», είπε η Αρετούσα με τη βαριά κρητική προφορά της. Ο Ερωτόκριτος κούνησε το κεφάλι του, για να δείξει πως συμφωνεί και έστριψε με τα δυο χέρια το μουστάκι του.

«Α, να και η Χιονάτη». «Μα αυτή είναι κατάμαυρη!» δεν άντεξε να μην φωνάξει κατάπληκτος ο Λύκος. Τα ουουου του είχαν ξεθαρρέψει κι αυτά και αποφάσισαν, μιας και βρίσκονταν σε παραμυθένιο τοπίο, να γίνουν για λίγο μπλέ ψαράκια που κολυμπούσαν στον αέρα. «Ναι, βαρέθηκα να είμαι κάτασπρη σαν το χιόνι. Πάντα ονειρευόμουν ότι είμαι μαύρη σαν τον έβενο. Λιάστηκα κι εγώ κάμποσο κι επιτέλους μαύρισα!» είπε η Χιονάτη, καθώς πέρναγε τα δάχτυλα της μέσα από τα σγουρά και κατάμαυρα μαλλιά της. «Χαίρω πολύ!» είπε ο λύκος που τα είχε χάσει, τόσο σιγά, ώστε μόλις τον άκουσε η μαύρη Χιονάτη.



«Γνωρίζεσ
τε με το Βασιλόπουλο;» του λέει με τη βαθιά νέγρικη φωνή της. «Από το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης», συμπληρώνει το Βασιλόπουλο και έσυρε με δυσκολία το πόδι του, για να τους πλησιάσει. «Γειά σου», είπε ο Λύκος, που τα είχε πια ολότελα χάσει. «Η Ωραία Κοιμωμένη, που δεν τη νοιάζει παρά μόνο η ομορφιά, με έδιωξε, γιατί λέει, είμαι κουτσός. Μου είπε ευχαριστώ που την ξύπνησα, αλλά ως εδώ. Κι εγώ, που θέλω να με αγαπούν για αυτό που είμαι, έφυγα», απάντησε το Βασιλόπουλο στο απορημένο βλέμμα του Λύκου. Τα ουουου του ουρλιαχτού του γινήκαν χρυσαφιά και κύκλωσαν το Βασιλόπουλο, που ξάφνου τα μάτια του χρύσιζαν.

«Είναι εδώ κι ο Οδυσσέας. Πάμε να τον γνωρίσεις», είπε το Βασιλόπουλο από το παραμύθι της Ωραίας
Κοιμωμένης. Τα χρυσαφιά ουουου συνέχιζαν να κάνουν κύκλους γύρω του και τα μάτια του είχαν γίνει τώρα δυο μικροί ήλιοι. «Κι ο Οδυσσέας εδώ; Αυτός που έχει τόσο ζηλευτό ρόλο στο μύθο του κι όλοι τον θαυμάζουν από την αρχαιότητα ίσαμε σήμερα, τι δουλειά έχει εδώ;» απόρησε ο Λύκος. Τα ουουου αλλάξανε πάλι και γινήκανε μυριάδες αυτάκια που στηθήκανε να ακούσουν όλο περιέργεια την απάντηση, αλλά τα μάτια του Βασιλόπουλου παρέμειναν δυο ήλιοι. «Δεν αντέχει άλλο να υποκρίνεται ότι θέλει οπωσδήποτε να επιστρέψει στην Ιθάκη. Δεν αγαπά την Πηνελόπη, ούτε άλλωστε αυτή εκείνον. Τους πάντρεψαν οι γονείς τους, όταν ήταν μικροί, γιατί λέει, είναι και οι δυο από μεγάλο σόι και άρα ταιριάζουν. Χαρήκανε που ήρθανε έτσι τα πράγματα, που ζούσανε χώρια. Κι ο Οδυσσέας θέλει να μείνει με την Καλυψώ, ενώ η Πηνελόπη ήταν από μικρό κορίτσι ερωτευμένη με έναν παρακατιανό μνηστήρα». «Για φαντάσου!» μονολόγησε ο Λύκος και παραλίγο να του πέσει το σκουφάκι της Κοκκινοσκουφίτσας από τα χέρια.

Ξάφνου ένα κοριτσάκι, ζουζουνάκι σκέτο, ντυμένο ναυτάκι, βούιζε γύρω τους, γέλαγε, πηδούσε, τραγουδούσε. «Εσύ ποια είσαι;» της φώναξε ο Λύκος, που δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει φανερώνοντας τα κατάλευκα και κοφτερά του δόντια, τόσο χαριτωμένο ήταν το παιδί. «Με λένε Μπεμπόνι-Μελόνι. Μη μου πεις ότι είσαι ο Λύκος από το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας;» «Ναι...» απάντησε μουδιασμένα ο Λύκος, που τρόμαξε μήπως το κοριτσάκι βάλει τα κλάματα από το φόβο του. «Πάντα υποψιαζόμουν ότι είσαι καλός!» φώναξε το κοριτσάκι κι ανέβηκε στην πλάτη του, γιατί ήθελε να παίξουν το αλογάκι. Ο Λύκος έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. Τα ουουου γράψαν από πάνω του ένα τεράστιο ‘ουφ’ και ξεφυσάγανε με ανακούφιση. «Και εσύ τι δουλειά έχεις εδώ;» τη ρώτησε ο Λύκος, που βαρέθηκε να απορεί και θεωρούσε πια ότι όλα μπορούν να συμβούν. «Κουράστηκα, όταν ρωτάω γιατί είναι έτσι το παραμύθι κι όχι αλλιώς, να μου λένε πως ό,τι γράφεται δεν ξεγράφεται», είπε το Μπεμπόνι-Μελόνι και τα ουουου γινήκανε χιλιάδες κόκκινα φιλάκια, που γεμίσανε τον τόπο και κολλούσαν πάνω στα άστρα, το φεγγάρι, τον ήλιο που, όπως όλοι γνωρίζουμε, σε ένα παραμυθένιο τοπίο εμφανίζονται συνήθως μαζί στον ουρανό. Ακόμα και από τα δέντρα κρέμονταν τα κόκκινα φιλάκια σαν φρουτάκια και προπάντων ορμούσαν πάνω στο Μπεμπόνι-Μελόνι. Γρήγορα-γρήγορα ξεκαβάλησε από την πλάτη του Λύκου και έτρεξε να ξεφύγει από τα φιλάκια που το κυνηγούσαν. «Αχ, πραγματικά υπέροχο πλασματάκι! Και του πάνε τόσο πολύ τα ναυτικά ρούχα!» αναστέναξε ο Λύκος και παραλίγο να χλιμιντρίσει αντί να ουρλιάξει, τόσο πολύ του άρεσε που το Μπεμπόνι-Μελόνι τον είχε κάνει αλογάκι. Τελευταία στιγμή επιβλήθηκε στον εαυτό του και τελικά ούρλιαξε, αλλά τα λυκίσια μάτια του γίνονταν από τότε δυο κόκκινα φιλάκια, όταν κοίταζε το Μπεμπόνι-Μελόνι.

«Γκουχ, γκουχ...» ξερόβηξε με επισημότητα ο Οδυσσέας, για να τραβήξει την προσοχή της παρέας. «Νομίζω ότι είναι ώρα να αποφασίσουμε ποιο θα είναι το νέο παραμύθι που θέλουμε να ανήκουμε». Ξάφνου σοβάρεψε ακόμα πιο πολύ, πήρε βλέμμα επαναστάτη, ύψωσε τη γροθιά του και βροντοφώναξε: «ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ!» «ΛΕΥΤΕΡΙΑ, ΛΕΥΤΕΡΙΑ!» απαντούν όλοι μαζί υψώνοντας κι αυτοί τις γροθιές τους. Δεν έλειπε το Μπεμπόνι-Μελόνι, που εντωμεταξύ είχε ξεφύγει από τα φιλάκια που το κυνηγούσαν και είχε μόλις γυρίσει κοντά τους. «Ποιος θα αναλάβει να γράφει το παραμύθι, που θα πλάσουμε όλοι μαζί;» ρωτά ο Οδυσσέας κατεβάζοντας τις υψωμένες γροθιές του. Όλοι είχαν προσέξει, έτσι όπως είχαν ανασηκωθεί τα μανίκια του, ότι τα χέρια του ήταν γεμάτα τατουάζ.
«Ε, ναι, είπα να ακολουθήσω λίγο τη μόδα των ναυτικών...» δικαιολογήθηκε ο Οδυσσέας και κύματα, αφροί της θάλασσας, μέδουσες, κοχύλια, γιγάντια καλαμάρια, θαλάσσιες σπηλιές και θαλασσινά φρούτα, εξωτικά ψάρια, κοράλια, θαλασσοπούλια και αλκυόνες, τρίαινες, κουπιά και ξάρτια και ιστία και ναυτικοί κόμποι και άγκυρες και ακρόπρωρα, καράβια που αρμενίζανε στον αφρό κι άλλα στο βυθό της θάλασσας, βότσαλα στρογγυλεμένα και βράχια απόκρημνα, ερημικές αμμουδιές και ήσυχες θάλασσες, γοργόνες και τρίτωνες και Νηρηίδες τρέξαν να κρυφτούν κάτω από τα μανίκια του. Γιατί αυτά τα τατουάζ δεν ήταν από τα συνηθισμένα. Τα είχε αλείψει η μάγισσα Κίρκη, που ήταν στενή φίλη του Οδυσσέα παρά το μύθο που τους θέλει στα μαχαίρια, με ένα μαγικό βερνίκι. Αυτό τα έκανε να ζωντανεύουν, όταν τα έβλεπε το φως του ήλιου.

Κι όταν και το τελευταίο κοχυλάκι κρύφτηκε στα φαρδιά του μανίκια, ο Οδυσσέας ξεροβήχει «γκουχ, γκούχ...» και λέει: «Ποιος λοιπόν θα γίνει γραμματέας;» Και κοίταζε έναν έναν τους ήρωες των παραμυθιών και το Μπεμπόνι-Μελόνι στα μάτια, μπας και σταματήσει το σούσουρο. «Εγώ, εγώ!» πετάχτηκε ένα βήμα μπροστά η εβένινη Χιονάτη και αντήχησε η βαθιά και λίγο βραχνή νέγρικη φωνή της. Όλοι πρόσεξαν πως τα χείλη της είχαν γίνει λίγο πιο σαρκώδη και τα μαλλιά της κατάμαυρα. «Η Χιονάτη εργαζόταν ως καλλιγράφος στην αρχή της καριέρας της σε ένα παμπάλαιο μεσαιωνικό παραμύθι, που δεν υπάρχει πια και που, φαντάζομαι, ούτε η ίδια δε θυμάται πώς το λέγαν», είπε συνεσταλμένα η Αρετούσα και απόμεινε καταχαρούμενη με τον εαυτό της που το θυμήθηκε.
«Πολύ καλά!» ένευσε ο Οδυσσέας και από τη μια στιγμή στην άλλη περιτριγύρισαν τη Χιονάτη άγραφοι πάπυροι, πένα και μαύρο μελάνι, που πετούσαν γύρω της σε κυκλικές τροχιές σαν τους δορυφόρους ενός πλανήτη. Τα ουουου του Λύκου, που τόση ώρα τώρα είχαν παραμείνει κόκκινα φιλάκια που έβγαζαν τρυφερά και μελωδικά ματσ-μουτς, έγιναν τώρα καλλιγραφικά γράμματα, που πετούσαν ένα γύρο. Οι λεπτές ουρίτσες τους, έτσι όπως κρέμονταν, τα έκανε να σκαλώνουν πότε πότε, άλλοτε στο κλαδάκι κάποιου δέντρου, άλλοτε στα μακριά μαλλιά της Αρετούσας, άλλοτε στο μουστάκι του Ερωτόκριτου κι άλλοτε στα γελάκια του Μπεμπονιού-Μελονιού. Ο Οδυσσέας βιάστηκε να τινάξει από πάνω του μερικά, που είχαν πιαστεί σε ένα τατουάζ του που παρίστανε θαλασσινά τριφύλια, ενώ άλλα σφήνωσαν ανάμεσα στα ολόλευκα και κοφτερά δόντια του Λύκου κάνοντας τον να μοιάζει πολύ αστείος. Αλλά τα πιο φιδογυριστά και φορτωμένα ουρίτσες γραμματάκια, αλλού πιο παχιά, αλλού πιο αδύνατα, κρέμονταν από τις ακτίνες των δυο ήλιων που είχε πια για μάτια το Βασιλόπουλο. Όλοι είχαν κυριευτεί από τα καλλιγραφικά γράμματα και έγραφαν με τη βοήθεια τους στο μυαλό τους ένα ολοκαίνουριο, γυαλιστερό παραμύθι, τέτοιο που να ταιριάζει σε αυτό που πραγματικά ο καθένας τους είναι. Τα ουουου του Λύκου γινήκανε ηλεκτρικές λάμπες, μία πάνω από τον καθένα τους, όπως γίνεται στα κόμιξ, όταν θέλουν να δείξουν ότι κάποιου ο νους φωτίστηκε από μια ιδέα.

«Έχουμε εμείς μια ιδέα ακόμα πιο φωτεινή από το γλόμπο πάνω από τα κεφάλια μας!» έκραξαν με μια φωνή ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα και έστριψε ο Ερωτόκριτος το μακρύ του μουστάκι και τίναξε η Αρετούσα την ποδιά της κατά το συνήθειό του ο καθένας τους. «Σκεφτήκαμε μάλιστα», ακούστηκε μόνο η Αρετούσα με τη βαριά κρητική προφορά της, «να γράψουμε έτσι το παραμύθι, ώστε να παίζεται σε θέατρο. Έτσι δεν έκανε ο δημιουργός μας, ο Βιντσέντζος από την Κρήτη;» είπε και δεν συμπλήρωσε το επίθετό του, το ‘Κορνάρος’, γιατί ήταν σίγουρη πως όλοι πια το ξέρανε. Ο Ερωτόκριτος κουνάει πάνω κάτω επιδοκιμαστικά το κεφάλι του και φαίνεται να γελούν ακόμα και τα μουστάκια του, τόσο πολύ του αρέσει που ακούει την Αρετούσα του να τα λέει έτσι όμορφα. «Ωραία ακούγεται η ιδέα σας, κυρία Αρετούσα!» είπε ο Λύκος ντροπαλά και κάτω από το απαλό γκρίζο του τρίχωμα κοκκίνησαν τα μάγουλά του. «Να το ακούσουμε λοιπόν το θεατρικό σας έργο», είπε ο Οδυσσέας, που με την άκρη του ματιού του αντιλήφθηκε καμμιά δεκαριά Νηρηίδες καβάλα σε δελφίνια και δυο τρεις γοργόνες παρέα με Τρίτωνες με δυνατή ψαρίσια ουρά να βγαίνουν από το μανίκι του και να γλιστρούν σε μια σειρά από κυματάκια, που ροβόλαγαν προς τον ουρανό. «Μπελάς αυτά τα τατουάζ», σκέφτηκε, «αλλά τι να γίνει που είναι πραγματικά ονειρεμένα!» συνέχισε τη σκέψη του, που παραλίγο να γλιστρήσει κι αυτή σαν καρυδότσουφλο που φαντάζεται ότι είναι βαρκούλα, πάνω σε ένα κυματάκι και να ακολουθήσει τις Νηρηίδες, τις γοργόνες και τους Τρίτωνες.

«Ναι, να το ακούσουμε το παραμύθι σας!» ακούστηκαν από όλες τις πλευρές φωνές, φωνούλες, φωνάρες και πάνω από όλες η φωνίτσα του Μπεμπονιού- Μελονιού, που ήταν τόσο γλυκιά και μυρωδάτη, σαν μυτιληνιό μελομακάρονο της κυρίας Λούλας με μέλι και μαστίχα.
-Τι, δεν κάνουμε τέτοιες παρομοιώσεις, για να δείξουμε πόσο γλυκό και μυρωδάτο είναι κάτι, ιδίως αν πρόκειται για φωνή; Μα αφού σε μένα έτσι ακούγεται η φωνή του Μπεμπονιού-Μελονιού. Εξάλλου, αφού επαναστάτησαν οι καταπιεσμένοι χρόνια και χρόνια ήρωες των παραμυθιών, γιατί να μην επαναστατήσουν και οι παραμυθάδες, που βαρέθηκαν να λένε απλά ‘γλυκό σαν μέλι’; «Γκουχ, γκουχ...» ξερόβηξε η Αρετούσα. «Κυρία Παραμυθού, σας παρακαλώ, κρυφτείτε πίσω από τις σελίδες σας και αφήστε μας να συνεχίσουμε το παραμύθι μας. Αν σας είναι εύκολο, μην ανακατεύεστε και πολύ στις υποθέσεις μας. Ευχαριστώ», είπε κάπως ξερά, είναι αλήθεια, η Αρετούσα και η καϋμένη η Παραμυθού ντράπηκε και κρύφτηκε αμέσως πίσω από τις σελίδες που έγραφε.

Η Αρετούσα τίναξε ευχαριστημένη την ποδιά της και αρχίνησε το θεατρικό παραμύθι. Τα ουουου μεταμορφώθηκαν σε μικρούλικες σκηνές θεάτρου, τόσο μικρούλες που χώραγε η καθεμιά σε ένα κουτί από παπούτσια. Ήταν όλες διαφορετικές και έμοιαζαν με ιπτάμενα μαγικά κουτάκια, που τα ανοίγεις και βουτάς σε έναν παραμυθένιο κόσμο. Όλοι, ακόμα και τα άστρα, το φεγγάρι, ο ήλιος, τα λουλούδια, τα δέντρα, τα σύννεφα, αφουγκράζονταν με την ψυχή τους την ιστορία που ξετυλιγόταν μπροστά τους.





ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ


Πράξη πρώτη
(Η σκηνή διαδραματίζεται αργά το απόγευμα στο κάστρο του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Έχουν καλέσει το Λύκο και τον Οδυσσέα για τσάι και κουλουράκια. Ευρύχωρη, ψηλοτάβανη αίθουσα, σχεδόν άδεια. Στο πάτωμα πλακάκια με γεωμετρικά σχέδια. Βαριές κουρτίνες σε σκούρο κόκκινο κρέμονται από τα εξαιρετικά ψηλά κι ορθάνοιχτα παράθυρα. Ένα τεράστιο, μακρόστενο τραπέζι στη μέση της αίθουσας με πολλά κηροπήγια, μια τσαγιέρα και δυο τρεις πιατέλες με λογιών-λογιών βουτήματα. Ένα ραδιόφωνο παίζει κρητικές μαντινάδες).

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ: Κάθισε αγαπητέ Λύκε. Καιρό είχαμε να σε δούμε. Μας ξέχασες μου φαίνεται. Έχουμε μήνες ολόκληρους να τα πούμε. (Χαμηλώνει την ένταση στο ραδιόφωνο).

ΛΥΚΟΣ: Έπεσε πολύ δουλειά τον τελευταίο καιρό. Πολλά παιδάκια ζητούσαν να ακούσουν το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας. Άντε να μεταμφιέζομαι σε γιαγιά, για να φάω, λέει, την Κοκκινοσκουφίτσα, άντε να τρομοκρατώ τα δύστυχα παιδάκια. Αχ, δεν είναι παραμύθι αυτό για μένα! (Σηκώνεται και ξανακάθεται στην καρέκλα του).

ΑΡΕΤΟΥΣΑ: Και η Κοκκινοσκουφίτσα τι γίνεται; (Προσφέρει του Λύκου ένα βούτημα).

ΛΥ: Όπως πάντα, με παιδεύει. Δε με αφήνει σε χλωρό κλαρί. Και εγώ, που τόσο την αγαπώ, δεν ξέρω πώς να αντιμετωπίσω τις παραξενιές της. (Σηκώνει τα μάτια του ψηλά με απόγνωση). Τόσο γλυκό κοριτσάκι, ποιος θα το πίστευε πως είναι τέτοια στρίγγλα! (Τα αυτιά του χαμηλώνουν από θλίψη).

ΕΡ: (Μιλάει, καθώς ανάβει το τεράστιο τζάκι). Πάνε τόσα χρόνια τώρα που γνωριζόμαστε. Ξέρεις πόσο σε αγαπάμε η Αρετούσα κι εγώ. (Σταματάει να στοιβάζει τα ξύλα στο τζάκι και τον κοιτάζει κατάματα). Νομίζουμε πως πρέπει να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημα σου.

ΑΡ: Ολόκληρες γενιές έχουν περάσει, που σε ταλαιπωρεί η Κοκκινοσκουφίτσα και εσύ είσαι δυστυχισμένος, χώρια που οι πάντες σε φωνάζουν ‘ο Κακός ο Λύκος’. Κάτι πρέπει να γίνει. (Του δείχνει μια φρουτιέρα γεμάτη που μόλις έχει φέρει). Πάρε φρούτα. Είναι από τον κήπο μας.

ΕΡ: (Τελειώνει με το τζάκι, που τώρα βγάζει φλόγες και κατευθύνεται προς το τραπέζι). Γι’αυτό καλέσαμε σήμερα και το φίλο μας, τον Οδυσσέα. Καλό και ξύπνιο παλικάρι. Πολυμήχανος καθώς τον λένε, γιατί μηχανεύεται λύση για κάθε πρόβλημα.

ΑΡ: (Ακούγεται χτύπημα στην πόρτα, που δε φαίνεται. Πρέπει να είναι τεράστια, αν κρίνουμε από το βαρύ ήχο του ρόπτρου. Η Αρετούσα με ελαφρά πηδηματάκια τρέχει προς την πόρτα). Πρέπει να ήρθε και ο Οδυσσέας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Χαιρετώ σας. Χαίρομαι που βρισκόμαστε πάλι. (Γυρνώντας προς το Λύκο και δίνοντας του το χέρι) Εσείς πρέπει να είστε ο κύριος Κακός Λύκος από το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας.

ΛΥ: (Σουφρώνει το μουσούδι του ενοχλημένος) Λύκος απλά. Μπορείς να μου μιλάς στον ενικό, Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας δεν είσαι;

ΟΔ: (Κάθεται σε μια καρέκλα, αφού πρώτα υποκλίνεται στον Ερωτόκριτο και δίνει χειροφίλημα στην Αρετούσα). Σωστά μάντεψες. Μου είπαν τα παιδιά από δω, (γεμίζει το φλιτζάνι του με τσάι και πίνει μια γουλιά∙ μικρή παύση), που τους αγαπώ πολύ και είμαστε φίλοι εδώ και χρόνια, (δεύτερη μικρή παύση∙ βουτάει ένα κουλουράκι στο τσάι του και δαγκώνει το μισό με απόλαυση), ότι σε παιδεύει η Κοκκινοσκουφίτσα. Ή Πρασινοσκουφίτσα; (Γυρνάει με βλέμμα ερωτηματικό προς τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα). Συγχώρεσέ με, (κοιτάζει με κόκκινα από τη ντροπή μάγουλα το Λύκο), αλλά το παραμύθι σου είναι τουλάχιστον 3700 χρόνια νεότερο από το μύθο μου. Δεν μπορώ να τα ξέρω όλα... (Σηκώνει τους ώμους και γέρνει το κεφάλι απολογητικά).

ΛΥ: Κοκκινοσκουφίτσα λέγεται το παραμύθι μου, Οδυσσέα. (Γελάει με την καρδιά του). Αν μπορούσες να με βοηθήσεις, θα το εκτιμούσα. Αν βεβαίως δεν βρεθεί κάποια λύση μέχρι τότε.

ΟΔ: Λογικά μιλάς Λύκε... (Τρώει άλλο ένα κουλουράκι).

ΕΡ, ΑΡ: (Μαζί) Ας πιούμε το τσάι μας και θα προτείναμε να ξεκουραστούμε νωρίς, αν βέβαια θέλετε ακόμα να πάμε όλοι μαζί εκδρομή στη Χιονάτη αύριο. (Έχουν γίνει ένα τώρα, όπως τα αρσενικοθήλυκα του μύθου του Πλάτωνα. Ρίχνουν μαζί ένα ακόμα κούτσουρο στο τζάκι).


Πράξη Δεύτερη
(Νωρίς το πρωί στην ίδια αίθουσα, που τώρα είναι ηλιόλουστη. Το ραδιόφωνο συνεχίζει να παίζει κρητικές μαντινάδες. Ο Ερωτόκριτος κι η Αρετούσα πάνε κι έρχονται μεταφέροντας στην κουζίνα τα πιατικά και τις κούπες από το πρωινό, που μόλις έχουν τελειώσει. Ο Οδυσσέας και ο Λύκος κοιτούν έξω από ένα παράθυρο).

ΟΔ: Κάποιον βλέπω να έρχεται προς τα δω.

ΑΡ: (Την επόμενη στιγμή ακούγεται το ρόπτρο. Η Αρετούσα τρέχει κι ανοίγει την πόρτα. Ακούγεται ένα δυνατό, παρατεταμένο τρίξιμο). Α, καλώς το Βασιλόπουλο από το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης! Κόπιασε. (Ακούγεται η πόρτα να ανοίγει διάπλατα).

ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ: (Προχώρησε προς τα μέσα σέρνοντας το πόδι του). Ήρθα ακάλεστος, το ξέρω. Αλλά από τότε που με έδιωξε η Ωραία Κοιμωμένη, νιώθω τέτοια μοναξιά, που είπα να αναζητήσω λίγη παρέα... (Τινάζει με τα χέρια του πίσω από την πλάτη του τη βασιλική του μπέρτα).

ΕΡ: Ήρθες πάνω στην ώρα. Πάμε επίσκεψη στη Χιονάτη. Δεν έτυχε να την γνωρίσεις μέχρι τώρα, θαρρώ. Τον Οδυσσέα και το Λύκο ασφαλώς τους ξέρεις.

ΒΑ: Ασφαλώς. (Στρέφεται προς τον Οδυσσέα και το Λύκο). Σας χαιρετώ... (Κουνάει για χαιρετισμό το σκήπτρο του. Ανασηκώνει το στέμμα του, που παραλίγο να του πέσει).

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: (Με ενθουσιασμό) Πάμε!


Πράξη Τρίτη
(Στο σπίτι της Χιονάτης. Μοντέρνος αναπαυτικός καναπές, πολυθρόνες με έντονα, διαφορετικά χρώματα και τραπεζάκι με περίεργο σχήμα. Στους τοίχους κρέμονται αντικείμενα αφρικάνικης λαϊκής τέχνης, αφίσες με μαύρες τραγουδίστριες της τζαζ και φωτογραφίες των επτά νάνων. Οι επισκέπτες κάθονται ή περιεργάζονται το μηχάνημα του σολάριουμ για το τεχνητό μαύρισμα. Ένας δίσκος με ροφήματα και γλυκά γυρνάει από τον έναν στον άλλο. Το ραδιόφωνο παίζει νέγρικα μπλούζ. Η Χιονάτη, κατάμαυρη με μαλλιά κατσαρά και κατάμαυρα, δεν μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια της από το Βασιλόπουλο. Ό,τι κι αν κάνει, σε όποιον κι αν μιλάει, το Βασιλόπουλο κοιτάει).

ΧΙΟΝΑΤΗ: Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο χαίρομαι που ήρθατε! (Δυναμώνει τη φωνή στο ραδιόφωνο. Μικρή παύση). Και που φέρατε τους φίλους σας μαζί σας, το Βασιλόπουλο, (μεγαλύτερη παύση, κοιτάζει έντονα το Βασιλόπουλο,) τον Οδυσσέα και το Λύκο φυσικά... (Γυρνώντας προς το μέρος του Λύκου) Πάντα σε θαύμαζα και ήθελα να σε γνωρίσω. Αλλά βλέπεις δεν έτυχε να διασταυρωθούν τα παραμύθια μας... (Χωρίς να το καταλάβει λικνίζεται απαλά στους ρυθμούς του μπλουζ. Χαϊδεύει στο κεφάλι το Λύκο που πλέει σε πελάγη ευτυχίας και κουνάει την ουρά του. Στρέφεται προς το Βασιλόπουλο). Χορεύεις;

ΒΑ: Μα είμαι κουτσός! Αφού το βλέπεις... (Χαμηλώνει τα μάτια και κοκκινίζει).

ΧΙΟ: (Γελώντας τρανταχτά) Μα μπλουζ σου ζήτησα να χορέψεις! Όχι ροκ εντ ρολ, που εξάλλου δεν μου αρέσει καθόλου. (Τον αρπάζει από τη μέση συνεχίζοντας να τον κοιτά κατάματα φανερά ερωτευμένη μαζί του).

ΒΑ: (Κοιτώντας κι αυτός την Χιονάτη κατάματα μαγεμένος) Φαίνεται πως οι παραμυθάδες μάς ζευγάρωσαν τυχαία στα παραμύθια μας. Τι κρίμα που δε μας έβαλαν εξαρχής να συναντιόμαστε και να ερωτεύομαι εσένα!

ΧΙΟ: Ποτέ δεν είναι αργά, λευκό μου Βασιλόπουλο. Πάντα μπορούμε να φτιάξουμε το δικό μας παραμύθι. (Αρχίζει να τραγουδάει με την βαθιά νέγρικη φωνή της το μπλούζ που έπαιζε εκείνη τη στιγμή το ραδιόφωνο).

ΕΡ, ΑΡ, ΛΥ, ΟΔ: (Τραγουδούν όλοι μαζί της και χορεύουν μεταξύ τους μπλούζ).

ΧΙΟ: Λύκε, Λύκε είσαι εδώ; Μήπως γλυκέ μου θέλεις να μείνεις με το Βασιλόπουλο και μένα; Πάντα ήθελα να υιοθετήσω ένα λύκο. Πόσο μάλλον ένα λύκο γλυκούλη και αγαπημένο σαν κι εσένα!

ΛΥ: (Ουρλιάζοντας από χαρά) Ναι, ναι, γοητευτική μου Χιονάτη! Από τώρα φαντάζομαι τις ωραίες βόλτες που θα κάνουμε στο δάσος οι τρεις μας, κάθε φορά που θα έχει ψιλόβροχο. Υποσχέσου μου μόνο πως ποτέ δεν θα μου ζητήσεις να μαζέψουμε βατόμουρα.

ΧΙΟ: Φυσικά και στο υπόσχομαι.

ΟΔ: (Κοιτώντας προς τους θεατές) Φαίνεται τελικά πως δε χρειάστηκε να μηχανευτώ τίποτε, για να δώσω λύσεις. Τα πράγματα πήραν το δρόμο τους από μόνα τους.

ΤΕΛΟΣ

☺☻


Η Αρετούσα τελείωσε την αφήγηση της και κοίταζε με λοξές ματιές γύρω της να δει την εντύπωση που προκάλεσε η αφήγησή της. Σιωπή ολόγυρα. Ολωνών των μάτια είχαν γίνει αυλαίες θεάτρου, στις οποίες παιζόταν το παραμύθι που τους διάβασε η αρχόντισσα. Το Μπεμπόνι-Μελόνι μάλιστα, άγνωστο γιατί, είχε βάλει τα κλάματα. Μάλλον συγκινήθηκε και έτσι μικρούλι που ήταν, δεν είχε μάθει ακόμα να το κρύβει.

Στην αυλαία των ματιών όμως του Οδυσσέα παιζόταν άλλο τέλος. «Ε, Οδυσσέα, εσύ μάλλον άλλο τέλος φαντάζεσαι. Δεν σου άρεσε το δικό μας;» ακούγεται ο Ερωτόκριτος, που έστριβε, όπως το είχε συνήθειο, τα μακριά του μουστάκια. «Δεν είναι αυτό...» απάντησε σεμνά ο Οδυσσέας τραβώντας με προσοχή τα μανίκια του προς τα κάτω, μπας και ξεπηδήσει πάλι κανένα από εκείνα τα υπέροχα, αλλά μπελαλίδικα πλάσματα, που είχε κάνει τατουάζ στα χέρια του. «Είναι που ακριβώς γι’αυτό μαζευτήκαμε εδώ. Για να μπορεί ο καθένας να πλάθει την ιστορία, όπως του αρέσει καλύτερα. Αλλιώς η λευτεριά που ζητάμε, που είναι;» «Έχει δίκιο ο Οδυσσέας, έχει δίκιο!» ακουγόταν από παντού. Φωνούλες από τους ήρωες, από το Μπεμπόνι-Μελόνι, από τα όντα που είχε πάνω του τατουάζ ο Οδυσσέας, από τα ουουου του Λύκου, από τα πλάσματα και τα δέντρα και τα γάργαρα νερά του παραμυθένιου τοπίου.
-Ποια είναι αυτά; Φυσικά και δεν μπορώ να σας τα περιγράψω, γιατί είπαμε, πως το παραμυθένιο τοπίο, που έρχεται καμιά φορά στα όνειρα μας, κάποτε και στον ξύπνιο μας, είναι αλλιώτικο για τον καθένα μας.
«Για πες μας, Οδυσσέα, το τέλος που θέλεις εσύ για το παραμύθι μας», ακούστηκε η γλυκειά και μυρωδάτη φωνή του Μπεμπονιού-Μελονιού και μοσχομύρισε μαστίχα και μέλι.

«Ο Λύκος», αρχίνησε ο Οδυσσέας κι αυτή τη φορά ξεπήδησε από τα τατουάζ του μονάχα η μυρωδιά της θάλασσας του πρωινού νοτιά, «περνάει υπέροχα με τη Χιονάτη, αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει την Πρασινοσκουφίτσα». «Την Κοκκινοσκουφίτσα!» του ψιθυρίζει έντρομη η Αρετούσα. «Ε, χμ, την Κοκκινοσκουφίτσα ήθελα να πω...» Ξεροβήχει, για να βρει χρόνο να ξεπεράσει την ταραχή για το λάθος του. Τώρα μύριζε φύκια και σε όλο τον τόπο έπεφτε αλισάχνη, η άχνη που γίνεται η θάλασσα, όταν λυσσομανούν τα κύματα. Η λέξη φάνηκε στα ουουου του Λύκου τόσο μαγική, όσο και η ίδια η άχνη της θάλασσας. Σχημάτισαν τα γράμματα της στον ουρανό σαν επιγραφή καλλιγραφική. «Γι’αυτό», συνεχίζει ο Οδυσσέας, «ζητάω από την Κίρκη που είναι πολύ στενή φίλη μου, να φτιάξει ένα μαγικό φίλτρο. Όταν το πιει η Κοκκινοσκουφίτσα», είπε και δεν μπόρεσε να κρύψει έναν μικρό αναστεναγμό ανακούφισης που είπε σωστά το όνομα, «τότε θα βλέπει τα πάντα μέσα από την ψυχή του Λύκου. Σίγουρα θα συγκινηθεί, όταν νιώσει βαθιά μέσα της πόσο την αγαπά, αλλά και πόσο τον στενοχωρεί με τις παραξενιές της. «Από τότε», συνέχισε με μια βαθιά ανάσα ο Οδυσσέας, που τα έλεγε όλα μονορούφι και μονοκοπανιά σαν ανοιχτή βρυσούλα, «άλλαξε, γιατί κατάλαβε ότι ο Λύκος υποφέρει εξαιτίας της και πολύ βασανίζεται».

Σταμάτησε, πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα και στράφηκε προς το Λύκο, που είχε βγάλει από το κεφάλι του το κόκκινο σκουφί της Κοκκινοσκουφίτσας και το έπαιζε στα χέρια του. Το λυκίσιο βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο γύρω του χωρίς να κοιτάζει τίποτα. Είχε σκεπαστεί από νοσταλγία για το παραμύθι του. «Αν είναι έτσι», πετάχτηκε πάνω σαν να βγήκε από το παραμύθι του και στράφηκε προς τον Οδυσσέα με εκείνη τη φωνή σαν μπιζέλια που κατρακυλάνε, «τότε θα βελτιωνόταν πολύ η ζωή μου. Χμ, χμ...» έξυσε το κεφάλι του σκεφτικός και αυτή τη φορά ακούστηκε η ηχηρή σιωπή του σαν καρύδια που ροβολάνε στον δρόμο κι όλο ξεμακραίνουν.

Όταν ξεμάκρυναν τόσο, ώστε να μην αντηχεί πια η σιωπή, ακούστηκαν δυο ήλιοι να ανατέλουν. Γέμισαν το μέρος παντού, κάτω από τους καναπέδες, στις σκοτεινές γωνιές, μέσα στις ψυχές των ηρώων, στο στοματάκι του Μπεμπονιού-Μελονιού, με ένα πολύ-πολύ γλυκό φως. Τόσο γλυκό σαν το πρώτο και τελευταίο φως που αντικρίζουν οι άνθρωποι. Τότε σηκώθηκε ντροπαλά το κουτσό Βασιλόπουλο, με τους ήλιους στα μάτια του να έχουν ανατείλει πια για τα καλά και είπε κάνοντας σχηματάκια με το σκήπτρο του στον αέρα. «Κάπως αλλιώς το φαντάστηκα το τέλος». Το φως γλίστρησε ανάμεσα στα λόγια του και τύλιξε τα γράμματα τους. «Για πες μας ευγενικό Βασιλόπουλο», τον κοίταξε με λατρεία η Χιονάτη, ενώ πάλευε να βγάλει από τα κατάμαυρα μαλλιά της τις ηλιαχτίδες που είχαν μπλεχτεί και την έκαναν να μοιάζει πάλι κάπως λευκή και ξανθιά.

«Ο Λύκος αγαπάει πολύ την Κοκκινοσκουφίτσα, που έχει εντωμεταξύ κάπως διορθωθεί και λατρεύει τη Χιονάτη». Στο σημείο αυτό χαρτοπόλεμος και κομφετί από ήλιο τύλιξαν την αγαπημένη του, που για μια στιγμή πανικοβλήθηκε πως θα ασπρίσει. «Αλλά δε θέλει να μείνει ούτε με τη μια ούτε με την άλλη», συνέχισε κομπιάζοντας λιγάκι το Βασιλόπουλο. «Γιατί από τότε που γνώρισε τον Οδυσσέα,» και γυρνώντας προς τον Οδυσσέα τον βλέπει να παλεύει να κρύψει κάτω από τα μανίκια του ένα ζευγάρι γιγάντιους ιππόκαμπους, «τον έχει για πρότυπο. Άλλο δε θέλει ο Λύκος παρά ‘να γυρίζει, να γνωρίζει και τον κόσμο να μυρίζει’», τραγούδησε το Βασιλόπουλο. Έπειτα έσιαξε τη βασιλική του μπέρτα, χαμήλωσε ντροπαλά τα βλέφαρα, έτσι που καθώς κρύφτηκαν οι ήλιοι των ματιών του, συννέφιασε και κάθισε λίγο παράμερα. «Ωραίο και αυτό το τέλος αναφώνησε ο Λύκος!»

«Μα εγώ αλλιώς το φαντάζομαι το τέλος!» ζουζούνισε το Μπεμπόνι-Μελόνι κι ολωνών τα μάτια γινήκανε δυο κόκκινα φιλάκια, ακόμα και του Βασιλόπουλου που ήταν πάντα ήλιοι. Τόσο γλυκό πλάσμα ήταν. Ο Λύκος έξυσε το κεφάλι του, ρουθούνισε λιγάκι, έσιαξε το κόκκινο σκουφί που του ερχότανε μικρό και αναρωτήθηκε: «Μα πώς μπορώ να αποφασίσω ποιο τέλος προτιμώ, αν δεν τα ακούσω όλα; Σίγουρα πρέπει να ακούσω και το τέλος, που θέλει να δώσει το Μπεμπόνι-Μελόνι», είπε και έκανε μια μικρή παύση, για να οσφρανθεί βαθιά-βαθιά τη γλύκα του Μπεμπονιού-Μελονιού. «Κι έπειτα», συνέχισε και χτύπησε όλους στα ρουθούνια μυρωδιά από μαστίχα και μέλι, «κάθε παιδί, υποθέτω, θα φαντάζεται το δικό του τέλος. Θέλω να ακούσω όλα τα παιδιά, πριν αποφασίσω». Σιάζει άλλη μια φορά το κόκκινο σκουφί του, γίνονται πάλι τα μάτια του κόκκινα φιλάκια, σε κοιτάει κατάματα, σου χαμογελάει κι αστράφτουν τα όμορφα, λευκά και κοφτερά του δόντια και σε ρωτάει: «Εσύ, τι τέλος θα δώσεις στο παραμύθι μας;»

Περισσότερα...