Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος τρίτο

(εδώ, Μέρος δεύτερο)

Κεφάλαιο 3

«Όρτσα τα πανιά!» αντιλάλησε το ημιυπόγειο από την αγριοφωνάρα του φοβερού και τρομερού Μπαρμπαρέζου αρχιπειρατή. Ένα τσούρμο από ξυπόλητους και βρώμικους πειρατές έτρεξε να υπακούσει στην προσταγή του. Ύστερα ο αρχηγός τους άρπαξε το μονόκυαλό του, τράβηξε μια τρίχα από το γένι του και κοίταζε το μέρος για το οποίο είχαν βάλει πλώρη: το βράχο της Ακρόπολης. Ο Παρθενώνας, το πιο μεγαλόπρεπο από τα οικοδομήματά της, άστραφτε στον ήλιο, έτσι που ήταν όλος φτιαγμένος από μάρμαρο. Και τι μάρμαρο! Πεντελικό! Ο μονόφθαλμος αρχιπειρατής μετρούσε τους κίονες του ναού της Παρθένου Αθηνάς:
ένας, δύο, τρεις, τέσσερεις...δεκαεπτά στην μακρά πλευρά του και ένα, δύο...οκτώ στη στενή κι άλλοι τόσοι στις άλλες δυο πλευρές αντίστοιχα, φανταζόταν. Τυφλώθηκε για λίγο από τη λευκότητα των μαρμάρων. Έτριψε το γερό του μάτι και ξανακοίταξε με το μπρούτζινο κυάλι του. Είδε τις λιγοστές ανάγλυφες παραστάσεις που είχαν απομείνει στη θέση τους, αυτές της ζωφόρου και των μετοπών. «Τι αριστουργήματα!» ψιθύρισε κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Τόσο πολύ του άρεσαν τα μισοκατεστραμμένα ανάγλυφα. «Μα εγώ είμαι πειρατής και δε νοιάζομαι για τέχνη. Μόνον για χρήμα!» είπε στον εαυτό του και μελαγχόλησε.
(Για συνέχεια του τρίτου μέρους πατήστε "περισσότερα")

Έριξε μια ματιά στο τριγωνικό αέτωμα που αντίκρυζε πάνω από τη μία στενή πλευρά του ναού. Έχασκε κενό, εκεί που κάποτε ερίζαν...(Άκου λέξη, πως του ήρθε; ‘Τσακώνονταν’ ήθελε να πει. Πειρατής ήταν, τη λέξη ‘τσακωμός’ ταίριαζε να πει κι όχι ‘έριδα’!) ...τσακώνονταν, συνέχισε τη σκέψη του, η Αθηνά κι ο Ποσειδώνας, ποιος θα κάνει δική του την πόλη των Αθηνών. Και στο άλλο αέτωμα γνώριζε ότι παριστανόταν η γέννηση της θεάς Αθηνάς από το κεφάλι του Δία, παρουσία όλου του Δωδεκάθεου του Ολύμπου.

Και πώς τα ήξερε όλα αυτά; Μα πριν λίγο καιρό, ξεφύλλιζε έναν ταξιδιωτικό οδηγό για το Λονδίνο. Είδε στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης, το Βρεττανικό, εκτός από τα ανάγλυφα της ζωφόρου και των μετοπών, τα γλυπτά από τα δυο αετώματα του Παρθενώνα. Και τι δουλειά έχει ένας πειρατής με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς; Σίγουρα δεν ενδιαφέρεται για τουρισμό! Του έπεσε τυχαία στα χέρια, ενώ έψαχνε τον επόμενο στόχο, για να επιτεθεί με το πειρατικό καράβι του. Δεν θά’ταν άσχημα...μια επιδρομή στο κέντρο του Λονδίνου με λεία τα μάρμαρα του Παρθενώνα! Άσε που δε θα έκανε τίποτε κακό, αφού κι αυτοί τα είχαν αρπάξει από την Ακρόπολη... Κάπου άκουσε όμως για ένα τεράστιο, λέει, άγαλμα από χρυσό και ελεφαντόδοντο, που βρισκόταν μέσα στον Παρθενώνα, το ναό της Παρθένου Αθηνάς. Ο πειρατής ξερογλύφτηκε στη σκέψη τέτοιου λάφυρου. Άφησε για αργότερα την επιδρομή στο Λονδίνο. «Πιο γρήγορα!» βρυχήθηκε και ακούστηκε το μαστίγιό του να σφυρίζει στον αέρα. Η κόκκινη πειρατική σημαία απειλητική κυμάτιζε μεσίστια, στο κεντρικό κατάρτι.

Ξανακοίταξε με το μονόκυαλό του το βράχο της Ακρόπολης. Ο μονόφθαλμος πειρατής έτριψε και ξανάτριψε κατάπληκτος το γερό του μάτι. «Μα τι γίνεται εδώ;» Ένας ξεναγός μιλούσε σε ένα γκρουπ από τουρίστες μπροστά από τον Παρθενώνα: «...Ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης ήταν οι αρχιτέκτονες του ναού που βλέπετε. Όσο για το γλυπτό διάκοσμο, τον φιλοτέχνησε ο Φειδίας, ο περίφημος γλύπτης της αρχαιότητας. Ο Περικλής που κυβερνούσε τότε την Αθήνα, τον 5ο αι. π.Χ., ήθελε έναν ναό, που όμοιος του να μην υπάρχει. Και το πέτυχε...». Ο πειρατής δεν άκουγε τον ξεναγό από τόσο μακριά, άκουγε όμως τα επιφωνήματα θαυμασμού των τουριστών, τόσο δυνατά ήταν! Κο, κο, κο μια κότα με ψάθινο καπέλο με λουλούδια, γαβ-γουβ ένας σκύλος με τη φωτογραφική μηχανή να κρέμεται απ’το λαιμό του, όινκ-όινκ ένα παχύ γουρούνι με λουλουδάτο χαβανέζικο πουκάμισο και μπεεε ένα κοπάδι πρόβατα φορτωμένα ψώνια από τα τουριστικά είδη. Μα πιο δυνατά απ’όλους ακούστηκε ένας καλοκάγαθος γάιδαρος με τεράστια μαύρα γυαλιά ηλίου: γκααα, γκααα...

Το γκρουπ προχώρησε λίγο παρακάτω, για να θαυμάσει το

Ερέχθειο, που είχε τις Καρυάτιδες, γυναικεία αγάλματα, να κρατούν την οροφή αντί για κίονες, όπως συνηθιζόταν. Ο πειρατής βλέπει με το μοναδικό του μάτι τον ξεναγό, που ήταν κόκορας, να ορθώνει κατάπληκτος το λειρί του. «Κικιρίκου, τι γυρεύει εδώ, δίπλα από το Ερέχθειο, τούτο το σπίτι;» Ένα πολύ ξεχωριστό και μοντέρνο σπίτι από μπετόν με πολλά παράθυρα και μεγάλους εξώστες στρογγυλοκαθόταν πάνω σε ένα βραχώδες τοπίο με πολλούς μικρούς καταρράκτες!

Μια ταμπέλα τους πληροφορούσε ότι το εκπληκτικό σπίτι ονομαζόταν ‘Fallingwater’. «Νερό που πέφτει», μεταφράζει ο κόκορας, όχι πολύ πετυχημένα είναι αλήθεια, στα υπόλοιπα ζώα τινάζοντας τα φτερά του και χτυπώντας με το ράμφος του μία γωνία του κτηρίου, για να βεβαιωθεί ότι είναι αληθινό και όχι οφθαλμαπάτη. Έλεγε ακόμα η ταμπέλα ότι χτίστηκε το 1935-9 και αρχιτέκτονας ήταν ο Αμερικανός Φρανκ Λόιντ Ράιτ, διάσημος από τότε μέχρι σήμερα. «Δεν ήξερα ότι ο Ράιτ έχει χτίσει και στην Ακρόπολη!» γκάριξε ο συμπαθής γάιδαρος και έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του, για να δει καλύτερα.

Ο πειρατής, που αδιαφορούσε για ό,τι δεν είχε σχέση με χρυσάφι, σκλάβους και λάφυρα, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του αγνοώντας τελείως το σπίτι του Ράιτ: «Χμμμ, δε νομίζω ότι θα πιάσουν πολύ καλή τιμή αυτοί οι τουρίστες στο σκλαβοπάζαρο...» Κι ύστερα έχοντας στο μυαλό του το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, τόσο που νόμιζε ότι το έβλεπε μπροστά του, ούρλιαξε με τη βραχνή φωνή του στους κωπηλάτες του καραβιού του: «Βιαστείτε!»

Έστριψε απότομα με το μοναδικό του μάτι να γυαλίζει, το μονόκυαλό του στα Προπύλαια
να δει αν φρουρείται η είσοδος στην Ακρόπολη. «Μα τι ’ναι πάλι τούτοι δω;» έκραξε και παραλίγο να του πέσει το κυάλι από το χέρι. Από τη σύγχυσή του το έβαλε στο στραβό του μάτι. Πέταξε μια βρισιά, γούρλωσε το καλό του μάτι, κοιτάζει και τι βλέπει; Μεταλλικούς ανθρώπους σκαρφαλωμένους σε σκαλωσιές στα Προπύλαια και στο μικρό ναό της Απτέρου Νίκης παραδίπλα! Άλλοι καθάριζαν τα μάρμαρα, άλλοι συμπλήρωναν τα κομμάτια που έλειπαν και άλλοι κρεμούσαν πίνακες στη βόρεια πτέρυγα των Προπυλαίων, την Πινακοθήκη!

Ο κουρσάρος καθάρισε λίγο με το μανίκι του το κυάλι, για να δει καλύτερα. Τα ρομπότ κρεμούσαν στους τοίχους της Πινακοθήκης έργα της ζωγράφου Ταμάρα ντε Λεμπίκα. Διαβάζει συλλαβιστά κάτω από έναν πίνακα που έδειχνε ένα πράσινο αυτοκίνητο με οδηγό μια όμορφη, ξανθιά, γαντοφορεμένη γυναίκα με βαμμένα κόκκινα χείλη:

« Η Ταμάρα στην πράσινη Μπουγκάτι, 1925». «Μα δε γίνεται αυτό, πίνακας του 20ου αι. μ.Χ. στην Πινακοθήκη του 5ου αι. π.Χ. ! Έχουν 2500 χρόνια διαφορά!» έκραξε με την αγριοφωνάρα του ο πειρατής κι απόρησε κι ο ίδιος με τις γνώσεις του.

Τα ρομπότ πάντως δεν τον ανησύχησαν. Είδε ότι ήταν φιλειρηνικά. Ένα μάλιστα από αυτά είχε φτάσει ως εκεί με ένα περίεργο όχημα με δυο ρόδες και πετάλια. Δεν μπορούσε ο πειρατής να καταλάβει ότι ήταν συντηρητές αρχαιοτήτων. Ούτε ότι το όχημα ήταν ποδήλατο. Του έφτανε ότι οι ‘μεταλλικοί άνθρωποι’, όπως τους έλεγε, δεν ήταν φρουροί της Ακρόπολης. «Χε, χε, χε...» ακούστηκε το βραχνό του γέλιο ικανοποιημένος που βρήκε αφρούρητο το βράχο. Το πειρατικό καράβι γλίστραγε ολοταχώς πάνω από πολυκατοικίες, διαστημικούς σταθμούς, τυπογραφεία, αρχαίες οδούς, στούντιο ζωγραφικής και φάρμες ζώων με τα πανιά ολάνοιχτα και τους κωπηλάτες στις θέσεις τους. «Χα, χα, χα...» γέλασε και το τσούρμο των πειρατών. Όλοι αξύριστοι κι αγριωποί, αν και λιγουλάκι αστείοι έτσι που πλέανε στη στεριά, μιμήθηκαν τον αρχηγό τους χωρίς να ξέρουν γιατί γελάνε.

(Η συνέχεια εδώ: Μέρος τέταρτο)

Περισσότερα...

Η βαθμοθηρία των bloggers

Ως μαθητές ήμασταν βαθμοθήρες. Ακόμα και όσοι από εμάς διακήρυσσαν ότι οι βαθμοί τους είναι αδιάφοροι και ότι δεν αντικατοπτρίζουν ούτε τις γνώσεις τους, ούτε την προσωπικότητά τους και τα ευρύτερα ενδιάφεροντά τους που δεν εξετάζονται από το εκπαιδευτικό σύστημα, ακόμα και αυτοί λαχταρούσαν, όταν έφτανε η ώρα της κρίσεως, ο έλεγχος. Πώς να το κάνουμε, είναι μια μορφή επιβεβαίωσης ή απόρριψης. Και καθόσον το “εγώ” μας δεν ζει μονάχο του στο πουθενά, αλλά περιτριγυρισμένο και ενσωματωμένο στο “εσείς” της κοινωνίας, το έχει ανάγκη το δύστυχο «εγώ» αυτό το περιβόητο “εσείς”, για να καταλάβει πού πατάει και πού βρίσκεται. Με άλλα λόγια για να αποκτήσει στίγμα.

Οι ακροβασίες δε λείπουν. Εννοώ, όταν απομακρυνθούμε από το σχολείο. Υπερβολικά αδύναμα «εγώ» που μαζοποιούνται στο όνομα του όχλου. Από τους στρατιώτες που γοητευμένοι από το Μέγα Αλέξανδρο γέρναν την κεφαλή τους αριστερά μιμούμενοι το τικ του αρχηγού τους, όταν τους μιλούσε. Τους πολίτες που ακούγανε τον Χίτλερ μαγνητισμένοι από τη δημαγωγία του και που μετατρέπονταν σε μαριονέτες του. Ή πιο απλά τους μαθητές σε κείνο το διήγημα του( ...ας με βοηθήσει κάποιος, πάνε τόσα χρόνια που το έχω διαβάσει), που όλοι μαζί επιχείρησαν να λυντζάρουν τον καθηγητή τους. Και θα το πετύχαιναν, αν ο τελευταίος δεν είχε την έμπνευση να χωθεί σε μια στενωπό, ώστε πλέον να αντιμετωπίσει έναν-έναν διώκτη του μόνο του. Η μάζα διασπάστηκε. Τα «εγώ» των μαθητών από μόνα τους ήταν ανύπαρκτα και εντελώς ανίκανα να επιτεθούν δίχως την κάλυψη της ομάδας. Και σε πιο καθημερινό και λιγότερο πολιτικό επίπεδο, άνθρωποι που φοβούνται τόσο πολύ τη μοναξιά και άρα να διαφοροποιηθούν από την οικογένεια ή την παρέα, που αφομοιώνονται πλήρως. Η αποδοχή και η επιβεβαίωση της ομάδας είναι καλύτερη από τη μοναξιά. Είναι μία στάση και αυτή. Νιώθεται.

Και από την ανάποδη. Οι ταμπέλες που βάζουμε σε όσους δεν ανήκουν στην ομάδα μας. Την πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, πολιτισμική, ηλικιακή, οικονομική, φυλετική, επαγγελματική, την πάσης φύσεως. Το «εγώ» μας διατρανώνει την ύπαρξη του μέσα από την αντίθεσή του με το «εσύ». Και αυτά με τη σειρά τους, είπαμε, έρχονται φορές που αφομοιώνονται πλήρως από το «εμείς» και το «εσείς». Ας πούμε, εμείς οι καλοί μαθητές, εσείς οι κακοί. Εμείς οι bloggers με μεγάλο αριθμό επισκεπτών, εσείς με τους λίγους επισκέπτες. Κάπου εδώ επεισέρχεται και το ζήτημα της βαθμοθηρίας των bloggers. Μιλώ για τα aggregators που προβλέπουν βαθμολόγηση για τα posts που αναρτώνται. Περιμένουμε λοιπόν όλοι εμείς τα μαθητούδια τον τελικό μας βαθμό. Με ανυπομονησία. Άρεσε το post μας, δεν άρεσε; Είμαστε περισσότερο ή λιγότερο αποδεκτοί; Κάποιοι γίνονται προκλητικοί στην προσπάθειά τους να κερδίσουν πόντους. Κάποιοι άλλοι αναφέρονται σε πιασάδικα θέματα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα τραβήξουν κόσμο. Ή δημαγωγοί. Άλλοι χρησιμοποιούν το χιούμορ που πάντα έχει πέραση. Έχουμε ανάγκη να γελάσουμε, να ξεσκάσουμε βρε αδελφέ, να δούμε την αστεία όψη του πράγματος. Μερικοί στον αντίποδα σοβαροφανείς. Άλλοι, σπανιώτερα, αποφασίζουν να είναι κάποιες φορές αυθεντικοί. Ή και πρωτότυποι. Κάποτε και ουσιαστικοί. Όλοι μα όλοι όμως προσμένουμε με ανυπομονησία το βαθμό μας. Κάνουμε και τη ζαβολιά μας και όπου μας παίρνει δίνουμε μια μονάδα και στον εαυτό μας. Bloggers συνάδελφοι, ελάτε, ας μην ντρεπόμαστε, ας το παραδεχτούμε. Είμαστε ολίγον βαθμοθήρες!
Περισσότερα...

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος δεύτερο

( Το προηγούμενο κεφάλαιο εδώ: Μέρος πρώτο)
Κεφάλαιο 2

Εκείνο που δεν είδε, ούτε άκουσε, γιατί είχε απορροφηθεί από τα παπούτσια, που κλακ-κλακ, κλουφ-κλοφ, κλαπ-κλαπ και με χίλιους άλλους διαφορετικούς ήχους περνούσαν από μπροστά του, ήταν οι οκτώ φτερωτοί άνεμοι από τον Πύργο των Αέρηδων στην Πλάκα. Ροδομάγουλοι, γενειοφόροι κι ορεξάτοι, ανοιγόκλειναν με ορμή τα μεγάλα τους φτερά και τα ρούχα τους κυμάτιζαν, καθώς πετούσαν. Είχαν τα μάγουλά τους συνεχώς φουσκωμένα από το πολύ φύσημα. Φου από δω, φριτ από κει, φσου παρακάτω. «Ενδιαφέρουσα βόλτα και η σημερινή!» ούρλιαξε ο Βορέας και οι διαβάτες στο σοκάκι νιώσαν την ψύχρα του και φορέσαν τα σακάκια τους. Δεν του άρεσε να τον φωνάζουν Βοριά. Προτιμούσε το αρχαίο του όνομα. «Πρώτη φορά ερχόμαστε από αυτό το δρομάκι», σφύριξε ο Ζέφυρος, που χαϊδευτικά τον ονομάζανε Πουνέντε. «Γρήγορα», φύσηξε ο Λίβας και η καυτή ανάσα του παραλίγο να τους τσουρουφλίσει, «ας αποφασίσουμε ποιος από μας θα μπει μέσα απ’αυτούς τους ολάνοιχτους φεγγίτες κι ύστερα να επιστρέψουμε στον Πύργο μας. Όπου νά’ναι, θά’ρθουν να μας δουν οι πρώτοι τουρίστες». «Νομίζω πως είναι σειρά του Καικία», ακούστηκε η ανάσα του Νοτιά. «Γρεκολεβάντες λέγομαι!» ούρλιαξε ο Καικίας, που σιχαινόταν το βαφτιστικό του και παραλίγο να αναποδογυρίσει έναν κάδο σκουπιδιών. Ορμάει με φόρα, έτσι που ήταν εκνευρισμένος, γιατί τον φωνάζανε Καικία και μπαίνει μέσα από τους φεγγίτες.
(Για συνέχεια του δεύτερου μέρους πατήστε "περισσότερα")

Τη στιγμή εκείνη ακριβώς, ο νεαρός στοιχειοθέτης αποφάσιζε επιτέλους να γυρίσει την πετούγια που κράταγε τόση ώρα και να κλείσει το φεγγίτη. Πολύ αργά! Ο Καικίας φυσούσε με τέτοια ορμή, που έσπρωξε δυνατά το τζάμι και τώρα λυσσομανούσε μέσα στο ημιυπόγειο τυπογραφείο. Τινάζει μια τις φτερούγες του και σκορπίζει στο πάτωμα όλες τις σελίδες του ταξιδιωτικού οδηγού και του βιβλίου με τα ζώα. Τινάζει δεύτερη φορά τα φτερά του και σηκώνει ψηλά στον αέρα τα διηγήματα επιστημονικής φαντασίας και τις γκραβούρες. Φουσκώνει και αδειάζει τα μάγουλα του κι ανακατεύει όλα τα υπόλοιπα. Ο βοηθός του τυπογράφου τρέχει να προλάβει τις τελευταίες σελίδες που μείναν στη θέση τους. Ανοίγει τα μακριά του πόδια και μια, δυο δρασκελιές... αλλά όχι. Δεν προλαβαίνει. Όπως όλοι ξέρουμε, κανείς δεν παραβγαίνει στο τρέξιμο τον άνεμο. Ένα φου σφυριχτό και στριφογυριστό βγαίνει από το στόμα του Καικία σαν ανεμοστρόβιλος. Όλες οι σελίδες μπλέχτηκαν στις έλικές του! Ένας ανεμοστρόβιλος καλυμμένος από την κορφή ως τα νύχια με σελίδες ασπρόμαυρες, πολύχρωμες, με εικόνες, χωρίς εικόνες, που χόρευε σέρνοντας με κυκλικά βήματα τα πόδια του στο πάτωμα! «Τι θέαμα, πράγματι καλλιτεχνικό!» χειροκροτούσαν απ’έξω ενθουσιασμένοι οι υπόλοιποι άνεμοι τον συνάδελφο τους. Ο Καικίας υποκλίθηκε και βγήκε από το τυπογραφείο κορδωτός-κορδωτός και με την ίδια φόρα που είχε μπει, κάνοντας μια τελευταία φιγούρα, ένα λουπ στον αέρα. Κατέληξε όρθιος στην κορυφή της λάμπας του δρόμου έξω από το τυπογραφείο με τα φτερά ανοιχτά, σαν καλλιτέχνης που στο τέλος του θεάματος ανοίγει τα χέρια του να αγκαλιάσει τάχα το κοινό.

Το δύστυχο νεαρό στοχειοθέτη, που πάνω στη βιασύνη του είχε χάσει τα γυαλιά του και πεσμένος στα γόνατα, μάζευε απελπισμένος τις σελίδες, ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο κούκκος ατάραχος πρόβαλε από τη φωλιά του, για να αναγγείλει ότι η ώρα είχε φτάσει οκτώ! Οκτώ; Κρύες σταγόνες ιδρώτα ένιωσε να κυλούν από το φαρδύ του μέτωπο. Και τώρα, τι γίνεται; Ο κύριος Αριστείδης το αργότερο μέχρι τις οκτώ και δέκα κάθεται στο γραφείο του και παραγγέλνει τον καφέ του από το καφενείο απέναντι. Πριν πανικοβληθεί εντελώς έριξε μια τελευταία ματιά έξω. Ίσα που πρόλαβε να δει μια άκρη από το ρούχο ενός από τους ανέμους. Τώρα πια επέστρεφαν στον πύργο τους, που τον έλεγαν και ‘Ρολόι του Ανδρονίκου’, γιατί στην αρχαιότητα, τότε που δεν υπήρχαν ρολόγια απ’αυτά που φοράμε στο χέρι ή κρεμάμε στους τοίχους, μπαίναν οι άνθρωποι σ’αυτόν τον οκτάγωνο πύργο, για να μάθουν την ώρα. Ο κύριος Αριστείδης, αν ζούσε τότε, σίγουρα θα περνούσε όλη του τη μέρα εκεί μέσα, σκέφτηκε παρά τα χάλια του.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε για τα καλά το μέγεθος της συμφοράς που τον βρήκε. Σαν τρελός πια στοίβαζε τις σελίδες όπως-όπως τσαλακώνοντας μάλιστα μερικές. Η φωτογραφία του παππού του κυρίου Αριστείδη καθόταν στραβά στον τοίχο όσο ποτέ άλλοτε. Οι κατακόκκινες τιράντες του νεαρού στοιχειοθέτη τεντώθηκαν όσο δεν πάει άλλο και οι κάλτσες του, μία γκρι και μία μωβ, είχαν σουρώσει γύρω από τα σκονισμένα πια παπούτσια του. Μικρές κοφτές ανάσες και αγκομαχητά γέμισαν το τυπογραφείο, που ήταν ήδη πολύ γεμάτο από τα πιεστήρια, τις στοίβες τα βιβλία, τους σωρούς τις γραμματοθήκες και τα τυπογραφικά στοιχεία. Χώρια τα ρολόγια που κρύβονταν πίσω από κάθε σκοτεινή γωνιά, εκτός από τα επίσημα, που κρέμονταν φανερά στους τοίχους. Κούκου, ακούστηκε πάλι η τσιριχτή φωνή του κούκκου. Οκτώ και τέταρτο!

Και τότε άκουσε: το κροτάλισμα του μπαστουνιού του κυρίου Αριστείδη στο πλακόστρωτο! Κι αμέσως μετά είδε: τα ασπρόμαυρα, γυαλιστερά και παλιομοδίτικα παπούτσια του! Φρίκη! Και τώρα, τι θα κάνει με τις σελίδες που είχε σκορπίσει ο αέρας; Κράτησε την ανάσα του και τις μάζευε σαν σίφουνας. Τις στοίβαξε σε οκτώ στήλες. Τόσες δεν ήταν αυτές που περίμεναν να βιβλιοδετηθούν; Όμως αλίμονο, οι σελίδες ήταν ανακατεμένες, αφού δεν προλάβαινε να τις ξεχωρίσει. Κλάκ, κλάκ, κλακ, άκουγε τα παπούτσια του κυρίου Αριστείδη να κατεβαίνουν τα σκαλάκια. Ύστερα τον άκουγε να κλείνει την ομπρέλα του, τη μαύρη με ρίγες πορτοκαλί και να την ρίχνει στην ομπρελοθήκη. Ο βοηθός τέντωσε με τους αντίχειρες κι άφησε απότομα τις τιράντες του και επέβαλε στον εαυτό του το πιο αδιάφορο βλέμμα που διέθετε.

Ο τυπογράφος βγάζει το ασημένιο ρολόι από το τσεπάκι του γιλέκου του, αναφωνεί ένα «Χμ...άργησα σήμερα!», ρίχνει μια ματιά στο ρολόι του κούκκου, για επαληθεύσει την ώρα και τέλος κάθεται στη δερμάτινη πολυθρόνα του. Ξανακοιτάει απορημένος το ρολόι του. Πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια αργεί και μάλιστα δέκα ολόκληρα λεπτά! Ξεροβήχει και καλημερίζει το νεαρό βοηθό του χωρίς να τον πολυκοιτάξει. Ο νεαρός του λέει ένα τρεμουλιαστό καλημέρα, ισιώνει άλλη μια φορά τη φωτογραφία του παππού στον τοίχο, σκύβει το κεφάλι πάνω στις στοιβαγμένες σελίδες του πάγκου κι αρχίζει με βαριά καρδιά και ένοχο ύφος να προσποιείται ότι έχει ξεκινήσει τη βιβλιοδεσία.

Ο τυπογράφος όμως ούτε που πρόσεξε την τρεμουλιαστή καλημέρα του. Ήταν απασχολημένος να κουρντίζει τα ρολόγια του και να τα συγχρονίζει, ώστε να δείχνουν όλα την ίδια ώρα. Μάλιστα, να κουρντίζει τα ρολόγια του! Τσέπης, χειρός, τοίχου. Γιατί προτιμούσε εκείνα τα παλιά, που έπρεπε κάθε μέρα να τα κουρντίζεις, για να δουλεύουν. Παράξενο πράγμα αλήθεια, σκέφτηκε ο ψηλοκάνης στοιχειοθέτης, να νοιάζεται τόσο πολύ ο κύριος Αριστείδης για τα ρολόγια και το χρόνο, αλλά να έχει μείνει στο παρελθόν. Όλα παλιομοδίτικα πάνω του και προπάντων τα παπούτσια του και η περπατησιά του. Ίδια, φανταζόταν ο βοηθός, από τότε που ήταν νεαρός. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τον γηραιό τυπογράφο πάνω από τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του, που είχε εντωμεταξύ βρει. Είχε τελειώσει το κούρντισμα και παράγγελνε το καφεδάκι του. Ελληνικός βαρύς γλυκός, όπως συνήθιζαν να πίνουν τον καφέ τους οι νέοι πριν σαράντα χρόνια! Κατέβασε το βλέμμα του πάνω στις σελίδες. Θυμήθηκε την καταστροφή, που προς το παρόν έκρυβε με επιμέλεια. Τι ανακατωσούρα! Και κείνος να έχει ήδη αρχίσει τάχα τη βιβλιοδεσία!

Περίμενε με αγωνία το βράδυ, όταν κυκλοφορούν μόνον οι κεραμιδόγατοι στις στέγες των ελάχιστων παλιών σπιτιών που είχαν ξεμείνει ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Τότε θα έμπαινε κρυφά στο τυπογραφείο, θα ξεχώριζε τις σελίδες και επιτέλους θα έκανε τη βιβλιοδεσία! Μ’αυτές τις σκέψεις έφτασε μεσημέρι. Ο βοηθός είχε φάει εντελώς τα νύχια του από αγωνία και ο γηραιός τυπογράφος είχε πιει ήδη τρεις καφέδες, όλους ελληνικούς, βαρείς γλυκούς. Ο νεαρός φόρεσε το καρό σακάκι του, ο κύριος Αριστείδης άνοιξε την ομπρέλα του, μαύρη με ρίγες πορτοκαλί και ακούστηκαν τα κλειδιά στην εξώπορτα να στριγγλίζουν. Στο τυπογραφείο έπεσε βαθιά σιωπή. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν όσοι περνούσαν απ’έξω.

(Για τη συνέχεια εδώ: Μέρος τρίτο)


Περισσότερα...

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος πρώτο


Κεφάλαιο 1
Μια φορά κι έναν καιρό, δεν γνωρίζω να σας πω πότε ακριβώς, σίγουρα όμως όχι πολύ πριν ή πολύ μετά από την εποχή μας, ήταν ένα παλιό τυπογραφείο. Στεγαζόταν σε ένα μισοσκότεινο ημιυπόγειο μιας γκρίζας από την πολυκαιρία και το καυσαέριο πολυκατοικίας σε ένα στενό σοκάκι, που με τα χρόνια είχε ευτυχώς πεζοδρομηθεί. Κάθε πρωί ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Αριστείδης, παλιός όσο και η επιχείρηση, βήχοντας και κροταλίζοντας το μπαστούνι του στις πλάκες του πεζόδρομου, κατέπλεε στο τυπογραφείο του. Κρατούσε πάντα μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα με ψιλές πορτοκαλί ρίγες και κοκκάλινη λαβή, ανοιχτή, ό,τι καιρό κι αν έκανε.

Ο βοηθός του, ένας ψηλέας νεαρός, με παντελόνια που πάντα του έρχονταν κοντά, κόκκινες τιράντες και χοντρά μυωπικά γυαλιά, έφτανε στο τυπογραφείο λίγο πριν ξημερώσει. Κρέμαγε στον καλόγερο πίσω από την πόρτα το καρό σακάκι του, κοίταζε καλά-καλά τα καλογυαλισμένα παπούτσια του, μήπως βρει κανένα ίχνος σκόνης και έπαιρνε θέση, για να τακτοποιήσει στη σωστή σειρά τα τυπογραφικά στοιχεία στις γραμματοθήκες, ώστε να σχηματίσουν λέξεις. ‘Στοιχειοθέτηση’ τη λένε οι τυπογράφοι αυτή τη δουλειά. Έπειτα μελάνωνε τις γραμματοθήκες και εκτύπωνε τις σελίδες. Για κείνη τη μέρα δεν είχε παρά να ασχοληθεί με τη βιβλιοδεσία. Στοιχειοθετημένες, εκτυπωμένες και τακτοποιημένες στη σειρά οι σελίδες περίμεναν στο φαρδύ πάγκο να γίνουν βιβλία. Ο βοηθός του κυρίου Αριστείδη, ο στοιχειοθέτης, αφού βεβαιώθηκε ότι τα παπούτσια του ήταν καθρέπτες, άγγιξε με το χέρι του τα μαλλιά του, για να σιγουρευτεί πως στέκονταν όρθια, όπως τα είχε χτενίσει. Χαμογέλασε ικανοποιημένος, έπιασε να σφυρίζει ένα τραγουδάκι που έπαιζαν τα ραδιόφωνα όλη μέρα, ίσιωσε τη φωτογραφία του παππού του κυρίου Αριστείδη που κρεμόταν στον τοίχο και συνεχίζοντας να σφυρίζει, άνοιξε διάπλατα όλους τους φεγγίτες.
(Για συνέχεια του πρώτου μέρους πατήστε "περισσότερα")

Αχ, φρέσκο αεράκι! Πήρε βαθιές ανάσες και έκανε δυο-τρεις επικύψεις και ανατάσεις, που έκαναν το παντελόνι του να μοιάζει ακόμα πιο κοντό απ’ ότι ήταν. Τέντωσε κι άφησε απότομα τις τιράντες του, μάζεψε από κάτω τέσσερα-πέντε ορθογώνια μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία από αυτά που χρησιμοποιούσε στη στοιχειοθέτηση με ανάγλυφα γραμματάκια πάνω τους και τέλος κάθησε φαρδύς-πλατύς στην καρέκλα του κυρίου Αριστείδη. Ήταν μια παλιά αλλά μεγαλοπρεπής και άνετη, μαύρη, δερμάτινη καρέκλα γραφείου γεμάτη κοψίματα και τρυπούλες. Πήρε το ύφος που πίστευε ότι πρέπει να έχουν τα αφεντικά, άπλωσε τα πόδια πάνω στο γραφείο του γηραιού τυπογράφου κι έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες που περίμεναν για βιβλιοδεσία. Ήταν παλιό το τυπογραφείο τους. Τα παμπάλαια τυπογραφικά μηχανήματα, το ημιυπόγειο, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους, ο κύριος Αριστείδης, όλα είχαν παλιώσει, ακόμα κι ο ίδιος λιγάκι. Δεν ήταν πια ακριβώς τόσο νεαρός, όσο είχε πρωτοέρθει.

Ξανακοίταξε τις στοίβες από τις προσεκτικά χωρισμένες σελίδες των βιβλίων που περίμεναν στον πάγκο να βιβλιοδετηθούν. Άναψε κι έσβησε την μπρούτζινη λάμπα με το πράσινο γυαλί κι άρχισε να απαριθμεί ένα-ένα τα βιβλία με τη σειρά που παρατάσσονταν. Ένα παιδικό βιβλίο με ζώα σε μια φάρμα, τυπωμένο με αραιά, μαύρα, μεγάλα γράμματα και εικονογραφημένο με πολύχρωμα αστεία ζωάκια. Ένας τουριστικός οδηγός για το Λονδίνο με το Βρεττανικό Μουσείο στο εξώφυλλο. Ανάσανε άλλη μια φορά βαθιά το πρωινό αεράκι που έμπαινε από τους ορθάνοιχτους φεγγίτες. Σκέφτηκε πως πρέπει να τους κλείσει, γιατί όπου νά’ναι, θά ’ρθει ο κύριος Αριστείδης. Στη σκέψη του κατέβασε τα πόδια από το γραφείο του ηλικιωμένου τυπογράφου, αλλά συνέχισε να κάθεται στην καρέκλα του. Δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει λιγάκι κοροϊδευτικά στη θύμηση του αφεντικού του, που κάθε φορά που άνοιγε διάπλατα τους φεγγίτες, του κουνούσε το δάχτυλο, χτυπούσε ελαφρά το πόδι του στο πάτωμα και του έλεγε να τους κλείσει αμέσως. Τι επιμονή κι αυτή! Και πόσο αστείος ήταν, όταν κουνούσε το δάχτυλο και τον φοβέριζε πως θα φυσήξει ξαφνικά αέρας και θα ανακατώσει τις σελίδες! Έριξε μια γρήγορη ματιά στα μπουκάλια με τα πολύχρωμα μελάνια, που στέκονταν παραταγμένα στα ράφια δεξιά του και συνέχισε την απαρίθμηση. Ήταν ακόμα η βιογραφία μιας κάπως ξεχασμένης, μα διάσημης ζωγράφου στην εποχή της, γύρω στα 1930, της Ταμάρα ντε Μπεμπίκα. ‘Λεμπίκα’, διόρθωσε τον εαυτό του. Ποτέ, αναστέναξε, δε θα μάθαινε σωστά το όνομα αυτής της ντίβας. Οι περισσότερες πάντως σελίδες έδειχναν πίνακές της, που πολύ του άρεσαν.

Κοίταξε το ρολόι του τοίχου με τον κούκκο, που τον εκνεύριζε όλη μέρα κάθε ακριβώς και κάθε και μισή, καθώς πεταγόταν από το κουτί του και έκρωζε την ώρα. Ζήτησε από το αφεντικό του να τον ρυθμίσουν να φωνάζει τουλάχιστον κάθε ακριβώς μονάχα, αλλά αυτός ήταν αμετάπειστο. Ήθελε να ακούει το πουλί να σημαίνει κάθε τρεις και δύο την ώρα. Χώρια που κάθε λίγο και λιγάκι τραβούσε από το τσεπάκι του γιλέκου του μια αλυσιδίτσα με ένα μεγάλο, κουρδιστό, ασημένιο ρολόι με τεράστιους ωροδείκτες. Ναι, ο κύριος Αριστείδης έχει μια μανία με το χρόνο, σκέφτηκε ο νεαρός βοηθός, που δεν ήταν πια τόσο νεαρός και κοίταξε άλλη μια φορά το ρολόι του τοίχου. Ανακινήθηκε δυσαρεστημένος στην καρέκλα του, όταν κατάλαβε πως τόσα χρόνια που εργαζόταν στο τυπογραφείο, μάλλον ο κύριος Αριστείδης του είχε λιγάκι μεταδώσει την εμμονή του για την ώρα.

Χαμογέλασε, σταύρωσε το ένα πόδι πάνω στ’άλλο, πρόσεξε κοκκινίζοντας μέχρι τις ρίζες των αυτιών πως πάνω στη βιασύνη του είχε φορέσει διαφορετικό χρώμα κάλτσες και συνέχισε την απαρίθμηση: ‘Το νησί των θησαυρών’, το αγαπημένο του, όταν ήταν παιδί, μυθιστόρημα, με πειρατές και πειρατικά καράβια και χάρτες θησαυρών και έρημα νησιά... Είχε γυριστεί μάλιστα και σε ταινία, όταν ήταν πιτσιρικάς. Πόσες και πόσες ώρες είχε περάσει να φαντάζεται ιστορίες ολόκληρες με κουρσάρους και θησαυρούς και λάφυρα και...και...και... Δυστυχώς, κι εδώ του ξέφυγε ένας αναστεναγμός απογοήτευσης, έπαψε εντελώς να πλάθει πειρατικές ιστορίες, όταν ένα βράδυ έβλεπε εφιάλτη πως ο ίδιος, όχι μόνον δεν ήταν ο αρχιπειρατής, αλλά ένας κακομοίρης ταξιδιώτης που τον αιχμαλώτισαν, τον έκλεισαν στ’αμπάρι σαν εμπόρευμα και πήγαιναν να τον πουλήσουν σκλάβο στην Μπαρμπαριά! Φρίκη! Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήταν και δεμένος με αλυσίδες χειροπόδαρα! Απόδιωξε με μια κίνηση του χεριού του την άσχημη ανάμνηση. Προτίμησε να θυμάται τις ατέλειωτες καλοκαιρινές ώρες, που χωνόταν στις σελίδες του βιβλίου του και ταξίδευε με το πειρατικό καράβι. Θαρρούσε πως είχε ακόμα στ’αυτιά του τις φωνές των τζιτζικιών μέσα στο λιοπύρι.

Κούκου...κούκου... Α, επιτέλους αυτό το πουλί, πολύ φωνακλάδικο! Πάντως έστησε αυτί να μετρήσει σωστά τα κρωξίματα του, για να δει την ώρα. Όπου νά’ναι θα κατέφθανε ο κύριος Αριστείδης. Έπεσε τότε το μάτι του στις γκραβούρες. Μα βέβαια! Ένα σωρό περίφημες ασπρόμαυρες εικόνες της παλιάς Αθήνας ανατυπώθηκαν, φτιάξαν μια στοίβα σωστή και περίμεναν τη σειρά τους να γίνουν κι αυτές βιβλίο. Η Ακρόπολη είχε την τιμητική της. Εδώ τα Προπύλαια, παρακάτω το Ερέχθειο, νά’σου κι ο Παρθενώνας! Ήταν πολύ περήφανος γι’αυτή τη δουλειά. Ένα απαλό κρύο αεράκι τον χτύπησε στο μάγουλο. Κρύωσε λιγάκι και είπε να σηκωθεί να κλείσει τους φεγγίτες, φτάνει τόσο που μείναν ανοιχτοί.

Α, ναι, πώς δεν το πρόσεξε νωρίτερα! Κάποια διηγήματα επιστημονικής φαντασίας, τόσο φρεσκοτυπωμένα, που το μελάνι έμοιαζε να γυαλίζει πάνω τους, περίμεναν υπομονετικά στον πάγκο. Τι ρομπότ και ανθρωποειδή, τι υπολογιστές και διαστημικοί σταθμοί, τι εξωγήινοι περνούσαν μπροστά από τα μάτια του! Κι από αστρικά ταξίδια άλλο τίποτα! Άσε που σε ένα από αυτά τα διηγήματα δεν υπήρχε, λέει, ο χρόνος! Άρα ούτε και τα ρολόγια! Καϋμένο αφεντικό, ούτε λεπτό δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς ρολόγια... Κάποιο βράδυ έβλεπε, του έλεγε, εφιάλτη, πως τα ρολόγια έλιωναν και κρέμονταν έτσι μαλακωμένα από τα δέντρα, τα έπιπλα... Κούκου, κούκου... Αναπήδησε τρομαγμένος. Τόσα χρόνια εδώ μέσα κι ακόμα να συνηθίσει το κρώξιμο του κούκκου. Κάθε φορά ξαφνιάζεται. Άσε που τώρα τελευταία τα έχει χάσει και αναγγέλλει την ώρα, όποτε θέλει. Γύρισε το κεφάλι του προς τον πάγκο αποφασισμένος να αγνοήσει τον κούκκο.

Φρανκ Λόιντ Ράιτ’, διάβασε από μακριά τα χρυσά γράμματα του εξώφυλλου στην τελευταία στοίβα από σελίδες. Μα βέβαια, είναι εκείνος ο καταπληκτικός αρχιτέκτονας γύρω στα 1900! Σχεδίαζε ώρες-ώρες σπίτια τόσο ωραία και μπροστά από την εποχή τους, που ακόμα και σήμερα πολλά από αυτά του φαίνονταν πολύ-πολύ μοντέρνα. Τόσο, που θα μπορούσαν να έχουν χτιστεί στο μέλλον! Να το πάλι το πρόβλημα του χρόνου. Ξανακοίταξε τον κούκκο. Άργησε σήμερα λιγάκι ο κύριος Αριστείδης. Πρωτοφανές! Παρόν, παρελθόν και μέλλον ξαναγύρισαν στη σκέψη του. Πρόβλημα και αυτό. Αυτά που ζούμε τώρα, στο παρόν, περιέχουν το παρελθόν μας, αλλά και τα όνειρά μας για το μέλλον. Λίγο περίπλοκο, αλήθεια, το ζήτημα του χρόνου! Άσε, που πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν στο παρελθόν, ενώ κάποιοι άλλοι ζούνε μόνο για το τώρα, χωρίς να τους νοιάζει τι θα γίνει αργότερα. Για να μην πούμε για όσους είναι μπροστά από την εποχή τους ή ζούνε, για να ονειρεύονται το αύριο. Πάντως ο κύριος Αριστείδης ζούσε γαντζωμένος στο χθες. Ο ίδιος, πού ζούσε άραγε;

Η ώρα πέρασε. Σηκώθηκε να κλείσει τους φεγγίτες. Από στιγμή σε στιγμή θα άκουγε στο πλακόστρωτο τα βήματα του κυρίου Αριστείδη. Ίσιωσε άλλη μια φορά τη φωτογραφία στον τοίχο του παππού του κυρίου Αριστείδη, που ίδρυσε το τυπογραφείο. Παράξενο πώς, είχε ξαναγείρει προς τα δεξιά. Τέντωσε το χέρι του να φτάσει τους φεγγίτες και να τους κλείσει. Οι τιράντες του τεντώθηκαν κι αυτές και το ήδη κοντό παντελόνι του κόντυνε κι άλλο. Πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα από το φρέσκο αεράκι. Καθυστέρησε λιγάκι να κλείσει τους φεγγίτες και κοίταξε κλεφτά έξω, τα παπούτσια των περαστικών, γιατί από εκεί που βρισκόταν, μόνο αυτά έβλεπε.

Γόβες, γοβάκια, ίσια παπούτσια, αθλητικά, μπότες, μποτάκια, μποτίνια, μοντέρνα και παλιομοδίτικα, καινούρια ή στραβοπατημένα, ανδρικά και γυναικεία, μαύρα κι άσπρα και κόκκινα κι όλων των χρωμάτων. Κάθε είδους παπούτσι, γιατί ήταν πολυσύχναστο το σοκάκι, το είχε δει από τους φεγγίτες σαν σε οθόνες τηλεόρασης. Άλλα ζευγάρια παπούτσια πήγαιναν τρεχάλα, άλλα αργά, βαριεστημένα, μερικά χοροπηδηχτά, κάποια προτιμούσαν το βαρύ βηματισμό. Μια φορά ένα ζευγάρι παιδικά παπουτσάκια έπαιζαν κουτσό. Και μια άλλη φορά ένα παπούτσι είχε χάσει το ταίρι του, γιατί αυτός που το φόραγε ήταν κουτσός. Κάποτε, κάποιες απόκριες είδε τα παπούτσια ενός ξυλοπόδαρου. Αυτό κι αν ήταν θέαμα! Και μια άλλη φορά, τα γυμνά πόδια ενός τουρίστα, που είχε βγάλει τα παπούτσια του! Ώρες ατέλειωτες μπορούσε να μιλά για παπούτσια, έτσι που τα έβλεπε όλη μέρα να παρελαύνουν μπροστά στους φεγγίτες. Ίσως γι’αυτό πρόσεχε τα δικά του να είναι πάντα καλογυαλισμένα. Θα έλεγε ότι πιο πολύ καταλαβαίνει τους ανθρώπους από τα παπούτσια τους παρά από τα μάτια τους. Απόμεινε για λίγα λεπτά ακόμα με το χέρι γαντζωμένο στη λαβή του ενός φεγγίτη, να χαζεύει τα ζευγάρια από παπούτσια που περνούσαν αραιά και πού, τώρα το πρωί.

(Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ: μέρος δεύτερο)

Περισσότερα...

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Τα ζώα του τσίρκου (θεατρικό προορισμένο να ανεβαστεί από παιδιά)

Marc CHAGALL - "La Grande Parade" - (1979-80)
Oil Painting - Pierre Matisse Gallery, New York


ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΜΕΝΟΥΣ
1. ΔΙΑΛΕΞΕ ΤΟ ΡΟΛΟ ΣΟΥ-ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Λιοντάρι

Φοράει εκτός από μια μάσκα, που μπορείς να κατασκευάσεις μόνος-η σου, ένα τραπεζομάντηλο για μπέρτα. Μπορεί ακόμα να κρατάει και ένα σκήπτρο. Επιμένει να παριστάνει το βασιλιά, παρόλο που ούτε δύναμη, ούτε εξυπνάδα διαθέτει. Άσε που τα ζώα δεν έχουν ανάγκη από κανένα βασιλιά. Ωστόσο δε θέλουν να το στενοχωρήσουν, γι’αυτό και του κάνουν το χατήρι. Προσποιούνται ότι το υπακούν και μάλιστα μερικές φορές του υποβάλλουν ως τάχα μου δικές του τις ιδέες τους. Πεινάει και νυστάζει διαρκώς, είναι τεμπελάκος και κάπως αργόστροφος, αλλά και κουτοπόνηρος. Πολλές φορές δεν καλοκαταλαβαίνει αυτά που λένε οι άλλοι, γιατί έχει το νου του διαρκώς στο φαγητό και την ξάπλα... Μήπως θα σου άρεσε να υποδυθείς το Λιοντάρι;

Αρκούδα
Βρες μια γούνα οικολογική – με κανέναν τρόπο αληθινή! – από τη μαμά σου ή κάποια φίλη της. Φόρα και μια μάσκα ή βάψου ώστε να μοιάζεις με κοκέτα αρκούδα. Έπειτα κοιτάξου στον καθρέπτη και σκαρφίσου ό,τι μπορείς, για να μοιάζεις με μια χοντρούλα και αξιοπρεπή αρκούδα. Πρέπει να έχεις ευκινησία και να κάνεις τη φωνή σου μπάσα και βαριά ή όπως αλλιώς νομίζεις ότι ταιριάζει. Λατρεύεις το μέλι και νοσταλγείς το δάσος σου. Ονειρεύεσαι ότι κάποτε θα τραγουδήσεις στην όπερα, αλλά όταν τραγουδάς οι άλλοι κλείνουν έντρομοι τα αυτιά τους. Χορεύεις σαν μπαλαρίνα παρόλο το πάχος σου. Παρά τις υψηλές σου προσδοκίες, κατάντησες να τραγουδάς και να χορεύεις στο τσίρκο, όταν σου χτυπά το ντέφι ο Θηριοδαμαστής. Αν νιώθεις ξαφνικά κάπως παχύς ή παχιά και σου ήρθε όρεξη να τραγουδήσεις, αλλά ανακαλύπτεις από τις εκφράσεις των γύρω σου ότι είσαι φάλτσος ή φάλτσα, τότε ο ρόλος αυτός είναι δικός σου!

Δράκος
Πρόβαρε τη μάσκα που θα φτιάξεις και φόρεσε μια λουρίδα ύφασμα με χρωματιστά τρίγωνα στην πλάτη. Σου πάνε; Έπειτα διάβασε το παρακάτω κειμενάκι: Από τους τελευταίους εναπομείναντες. Νοσταλγεί την εποχή που είχε μεγάλη παρέα. Ονειρεύεται να πάει στη Δρακόλιμνη, όπου έχουν καταφύγει οι άνεργοι από καιρό δράκοι, αφού κανείς δεν τους φοβάται πια, ούτε τους θέλει στα παραμύθια του. Βγάζει φωτιές από το στόμα, όπως κάθε δράκος που σέβεται τον εαυτό του (δοκίμασε στον καθρέπτη να δεις πόσο πειστικός, -ή είσαι, όταν παριστάνεις πως βγάζεις τάχα φλόγες και καπνούς από το στόμα). Συχνά βήχει από τους καπνούς της φωτιάς, που πολύ τον ενοχλούν και κουνάει το χέρι να τους διώξει. Καμμιά φορά τσουρουφλίζει άθελά του κάποιον. Τότε πλησιάζει να ζητήσει συγγνώμη. Ακόμα χειρότερα, αφού ξανακαίει τον παθόντα! Α, το σημαντικότερο! Είναι πολύ ευαίσθητος και ευσυγκίνητος...

Μαϊμού
Σίγουρα κάποια στιγμή θα γέλασες εσύ και οι γύρω σου, καθώς είχες την ξαφνική έμπνευση να μιμηθείς μια μαϊμού! Κρέμαγες τα χέρια σου, έσκυβες, έβγαζες άναρθρες κραυγές και έξυνες το κεφάλι σου. Έλα, μην ντρέπεσαι, παραδέξου το, πως αυτός ο ρόλος είναι κομμένος και ραμμένος για σένα! Η μαϊμού μας πάντως εκτός από αστεία, είναι και έξυπνη. Καταστρώνει σχέδια απόδρασης, γιατί θέλει την ελευθερία της, όπως και τα άλλα ζώα. Ισχυρίζεται ότι για μια απόγονο της τσίτας του Ταρζάν είναι απαράδεκτο να φορά αστεία ρουχαλάκια και να χοροπηδά, όποτε θέλει ο Θηριοδαμαστής! Βάλε μια μάσκα, πείσε τον εαυτό σου ότι είσαι πράγματι μια μαϊμού και πάρε το ρόλο!

Ακροβάτισσα
Πρόβαρε τη στολή μπαλαρίνας που έχεις από τότε που η γιαγιά και ο παππούς επέμεναν να ξεκινήσεις κλασσικό χορό. Αλλιώς φόρα ένα κολάν και μια στενή μπλούζα. Μην ξεχάσεις τη μάσκα σου ή, αν προτιμάς απλά βάψου με τα κραγιόν και τα μολύβια της μαμάς σου! Σου αρέσει πολύ να δουλεύεις ακροβάτισσα στο τσίρκο, αν και πάσχεις από υψοφοβία. Γι’αυτό κάνεις τα ακροβατικά σου πάνω στο έδαφος. Προσποιείσαι πως βαδίζεις σε τεντωμένο σχοινί και ότι από κάτω σου χάσκει το κενό. Παρόλα αυτά και πάλι ζαλίζεσαι! Αγαπάς τα ζώα και συμμερίζεσαι τον καϋμό τους για λευτεριά. Τα βοηθάς να αποδράσουν, αφού δεν είναι δική τους επιλογή να ζουν φυλακισμένα σε τσίρκο!

Θηριοδαμαστής
Είσαι ο ‘κακός’ της υπόθεσης, που κρατά σκλαβωμένα τα ζώα. Αδράχνεις μια καρέκλα από το πόδι με το ένα χέρι και με το άλλο ένα μαστίγιο (αρκεί ένα σχοινί ή και τίποτα, αν καταφέρεις να κάνεις τους άλλους να πιστέψουν πως βαστάς μαστίγιο). Έχεις βαφτίσει με αστεία ονοματάκια τα ζώα, που αναγκάζεις με το ζόρι να κάνουν το νούμερό τους. Στρίβεις κάθε λίγο και λιγάκι τα απίστευτα μακριά μουστάκια σου και γελάς όλη ώρα μισοκλείνοντας τα πονηρά ματάκια σου. Χε, χε χε... Τι, ταυτίστηκες κιόλας με τον ‘κακό’; Έλα, δεν πειράζει! Εξάλλου δεν είναι και τόσο κακός, όσο θέλει να δείχνει. Άσε που οι αντιήρωες είναι εξίσου γοητευτικοί και απαραίτητοι με τους ήρωες!

Παλιάτσος
Όλοι θα έχετε ντυθεί κλόουν κάποιες απόκριες ή τουλάχιστον το φανταστήκατε. Μεγάλα παπούτσια φορεμένα ανάποδα, ένα παρδαλό σακάκι, φαρδύ παντελόνι του παππού, το καλό μεταξωτό φουλάρι της μαμάς, που την παρακαλούσατε να σας το δώσει μέχρι που βαρέθηκε να σας ακούει και σας το έδωσε. Το δέσατε φιόγκο στο λαιμό σας και να, ένας αξιοπρεπής κλόουν! Στην ιστορία μας ο παλιάτσος είναι μουγκό πρόσωπο. Σχολιάζει τα όσα συμβαίνουν με κινήσεις και μορφασμούς, με παντομίμα δηλαδή. Επιπλέον γυρνάει συνεχώς από ήρωα σε ήρωα και τους πειράζει τραβώντας τους την ουρά, αρπάζοντας τους το καπέλο ή ότι άλλο σκεφτεί. Περιφέρεται και ανάμεσα στους θεατές προσπαθώντας να τους τραβήξει την προσοχή, χωρίς να το παρακάνει βέβαια. Αν εκφράζεσαι καλύτερα με την κίνηση παρά με τη γλώσσα, τότε ο ρόλος του παλιάτσου σου ταιριάζει!



2. ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΕ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΡΟΛΩΝ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΟ ΠΟΣΟΙ ΕΙΣΤΕ
●Ακόμα και αν είσαι μόνος, -η, μπορείς να ανεβάσεις την παράσταση αλλάζοντας πάνω στη σκηνή μάσκα ανάλογα με το ρόλο που υποδύεσαι! Θα είναι άθλος σίγουρα, αλλά σκέψου πόσο ενδιαφέρον θα έχει να παίζεις ταυτόχρονα τόσους ρόλους!

●Αν πάλι είστε μια παρέα πάνω από επτά άτομα, μη στενοχωριέστε! Επινοείστε ρόλους και προσθέστε τους στο έργο. Μπορούν να είναι πρόσωπα βουβά, αντίστοιχα με τον παλιάτσο ή να μιλάνε με λόγια που θα τους βάζετε εσείς στο στόμα. Πλάστε μονάχα πρώτα το χαρακτήρα τους και φτιάξτε μόνοι σας στολές και μάσκες. Να κάποια παραδείγματα:

Μονόκερος
Το τελευταίο από αυτά τα αλογάκια με το κέρατο στο μουσούδι. Χλιμιντρίζει και σηκώνεται στα μπροστινά του πόδια. Αριστοκρατική φιγούρα με ψιλή, γαλήνια φωνή και κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, όταν μιλάει, π.χ. τραβάει τα φωνήεντα. Ο ηθοποιός που το υποδύεται είναι ντυμένος στα ολόλευκα και όταν βαδίζει μιμείται ηχητικά τις οπλές του μονόκερου. Θέλει να φύγει από το τσίρκο, γιατί δεν του αρέσει να το επιδεικνύουν σαν σπάνιο αντικείμενο. Ονειρεύεται να βρει τον ξάδερφό του, τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και οι δυο τους να ταξιδέψουν στο μέρος που φτιάχνονται τα ουράνια τόξα και οι μύθοι.

Ζέβρα
Φορέστε ασπρόμαυρα, ριγωτά ρούχα. Ρωτήστε τη μαμά σας ή τις φίλες της μήπως έχουν καμμιά μπλούζα που μιμείται τα χρώματα της ζέβρας. Τι, δεν ξέρετε πως ακριβώς είναι μια ζέβρα; Ψάξτε σε κάποιο βιβλίο ή στο διαδίκτυο και προσπαθείστε να της μοιάσετε όσο γίνεται. Είναι ευκίνητη και αεικίνητη με μάτια ζωηρά, που πετούν διαρκώς από τον ένα στον άλλο. Τρέχει συνεχώς γύρω-γύρω από τους ήρωες ή και ανάμεσα στους θεατές, για να τονίσει την ανάγκη της για τρέξιμο σε μεγάλο χώρο, που στερείται στο τσίρκο. Θέλει να γυρίσει στον τόπο της, για να τρέχει ελεύθερα όσο και όπου θέλει μαζί με το κοπάδι της. Μπορεί να είναι και βουβό πρόσωπο.

Αλλόκοτο πλάσμα
Κανείς δεν ξέρει τι είναι, από που έρχεται, με τι ακριβώς μοιάζει. Φαντάσου το όπως σου αρέσει. Δημιούργησέ το μόνος, -η σου!

●Μήπως ανακάλυψες ότι προτιμάς το ρόλο του Μονόκερου, της Ζέβρας ή όποιον άλλο πλάσεις από μόνος σου, από τους σταθερούς χαρακτήρες του έργου; Κανένα πρόβλημα! Αφαίρεσε ένα από τα πρόσωπα (εκτός από το Θηριοδαμαστή, γιατί, αν λείψει αυτός, τότε τα ζώα από ποιον θα θέλουν να ξεφύγουν;) και αντικατέστησέ το με το ρόλο που θέλεις.

●Σε περίπτωση που εσύ και οι φίλοι σου είστε δυο-τρεις, τότε μπορείτε να υποδυθείτε ο καθένας πάνω από έναν ρόλο. Απλά θα αλλάζετε μπροστά στους θεατές μάσκα, φωνή, κίνηση. Κι αν δε θυμάστε ακριβώς τα λόγια του ρόλου σας, αυτοσχεδιάστε!

3. Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

1. Ετοιμάστε προσκλήσεις για τους γονείς, συγγενείς και τους φίλους τους που θα καλέσετε να δουν την παράστασή σας.
2. Φροντίστε να έχετε σε ένα τραπεζάκι αναψυκτικά, για να τους κεράσετε.
3. Μη ζητήσετε αντίτιμο εισιτηρίου, αφού πιο πιθανό φαίνεται να τους πληρώσετε εσείς, για να έρθουν!
4. Βρείτε για αυλαία μια μεγάλη μπαλκονόπορτα ή εσωτερική, φαρδιά, δίφυλλη πόρτα. Ανοιγοκλείνετέ την, όποτε χρειάζεται ή κρεμάστε κουρτίνες (κατά προτίμηση παλιές, αν δε θέλετε να σηκωθούν οι τρίχες της κεφαλής των γονιών σας...), όπως συμβαίνει σε ένα πραγματικό θέατρο. Βέβαια υπάρχουν και θέατρα που δε διαθέτουν αυλαία, αφού οι ηθοποιοί παίζουν μπροστά ή ανάμεσα στους θεατές. Εσείς αποφασίζετε!
5. Οι θεατές μπορούν να κάθονται σε μια σκάλα, για να βλέπουν όλοι.
6. Κάντε πολλές πρόβες, για να εξασκηθείτε στους ρόλους σας. Μην ξεχάσετε να βγάλετε φωτοτυπίες, για να κρατάει ο καθένας το κείμενο με το ρόλο του.
7. Φροντίστε να υπάρχει μουσική υπόκρουση! Διαλέξτε από πριν τα μουσικά κομμάτια που νομίζετε ότι ταιριάζουν και βρείτε κάποιον να βάζει τα cd τις σωστές στιγμές.
8. Προσέξτε το φωτισμό! Χρησιμοποιείστε εκτός από τα φώτα του σπιτιού, φακούς. Μάλλον πρέπει κάποιος της παρέας ή ένας γονιός να ανοιγοκλείνει τα φώτα. Αν δεν βρείτε κάποιον, προσπαθήστε μόνοι σας. Ο Παλιάτσος, που είναι βουβό πρόσωπο, θα μπορούσε με τρόπο να χειρίζεται το φωτισμό.
9. Τι κάνουμε με τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία;
●Χρειάζονται κλουβιά για τα ζώα, αφού εκεί διαδραματίζονται πολλές σκηνές. Μπορείτε να ζωγραφίσετε σε μεγάλα χαρτόνια κάθετες ρίγες, να τις χρωματίσετε και μετά να κόψετε το ενδιάμεσο λευκό. Να μια ιδέα για τα κάγκελα των κλουβιών. Ή μπορείτε να προσποιείστε ότι υπάρχουν κλουβιά, ενώ δεν υπάρχει τίποτα. Καμμιά άλλη ιδέα έχει να προτείνει κανείς;
●Κάποιες σκηνές διαδραματίζονται στο χώρο που δίνονται οι παραστάσεις του τσίρκου. Αν παίζετε το έργο έξω, σε κάποιον κήπο, αρκεί να χαράξετε με ένα κλαδάκι έναν κύκλο στο χώμα. Αλλιώς σκαρφιστείτε ό,τι μπορείτε!
●Για τη σκηνή με το ουράνιο τόξο βρείτε, όσο γίνεται, πλατιές λωρίδες από υφάσματα στα χρώματα του ουράνιου τόξου ή φτιάχτε τες από χρωματιστά χαρτόνια.
●Mπορείτε να φτιάξετε δικές σας μάσκες ή ακόμα και να βαφτείτε κατάλληλα, αν δεν έχει αντίρρηση η μαμά ή η μεγάλη σας αδελφή που θα τους δανειστείτε ό,τι χρειάζεται για μακιγιάζ! Όσο για τα ρούχα των ηρώων, ψάξτε σε μπαούλα σε ντουλάπες, στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Όλο και κάτι θα βρείτε, για να φτιάξετε τη στολή που ταιριάζει στο ρόλο σας!
10. Παράσταση δίχως σκηνοθέτη δε γίνεται! Ποιος θα συμβουλεύει τους ηθοποιούς πώς θα παίζουν το ρόλο τους, πώς και πού θα στέκονται και γενικά θα συντονίζει την παράσταση; Πάντως κι ένας από τους ηθοποιούς μπορεί να κάνει το σκηνοθέτη ή να σκηνοθετήσει ο καθένας τον ίδιο του τον εαυτό!


ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΤΑ ΖΩΑ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
Θεατρικό έργο προορισμένο να παιχτεί από παιδιά

Πρόσωπα
Λιοντάρι
Αρκούδα
Δράκος
Μαϊμού
Ακροβάτισσα
Θηριοδαμαστής
Παλιάτσος


ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

(Αργά το βράδυ, μετά την παράσταση τα ζώα συγκεντρώνονται μπροστά από τα κλουβιά τους. Χαμηλός φωτισμός. Ένας δυνατός φακός φωτίζει αυτόν που κάθε φορά μιλάει. Βάλτε μουσική που θεωρείτε ταιριαστή, οπωσδήποτε χαμηλά).

ΛΙΟΝΤΑΡΙ: (Βρυχάται και τεντώνει τα χέρια του). Πεινάω! (Χασμουριέται). Και νυστάζω!

ΜΑΪΜΟΥ: Μα εξοχώτατε, μόλις φάγατε!

ΛΙΟ: Και τι μ’αυτό; Ένας βασιλιάς έχει πάντα ανάγκη από περισσότερο φαγητό, για να έχει δυνάμεις να διοικεί...

ΜΑΪ: Σκεφτείτε τη σιλουέτα σας τουλάχιστον εκλαμπρότατε! Το αθλητικό σας σώμα θα χαθεί, αφού μάλιστα δεν υπάρχει χώρος να γυμναστείτε στο κλουβί!

ΑΡΚΟΥΔΑ: (Πειραγμένη) Λίγα κιλάκια παραπάνω πάντα ομορφαίνουν και δε βλέπω να περιορίζουν την ευκινησία! (Κάνει επίδειξη της ευκινησίας της, με ένα π.χ. έξαλλο χορευτικό).

ΔΡΑΚΟΣ: (Αναστενάζει). Αααχ...

ΑΡΚ: Τι είναι αυτοί οι καπνοί;

ΜΑΪ: Είναι ο Δράκος! (Στρέφονται όλοι και τον κοιτούν έντρομοι).

ΛΙΟ: Τι συμβαίνει εκλεκτέ μου υπήκοε; Γιατί στέκεις έτσι λυπημένος και γεμίζεις τον κόσμο καπνούς με τους αναστεναγμούς σου;

ΔΡΑ: Τίποτα, τίποτα...

ΛΙΟ: Πώς τίποτα; Ξεχνάς την άλλη φορά που έβαλες τα κλάματα και από τις φλόγες που βγάζαν τα ρουθούνια σου κάηκε το μισό τσίρκο; Οι στενοχώριες σου μας αφορούν όλους και ιδίως το βασιλιά... (κορδώνεται).

ΔΡΑ: Αααχ... (όλοι οι υπόλοιποι απομακρύνονται και αγκαλιάζονται, για να προστατευθούν από τις φλόγες που βγαίνουν από το στόμα του Δράκου χωρίς να το θέλει και κοιτούν τρομαγμένοι προς το μέρος του).

ΜΑΪ: Σιγά, μη μας στενοχωριέσαι!

ΔΡΑ: Είναι να μη στενοχωριέμαι, έτσι μόνος που απόμεινα; Κάποτε είμασταν μεγάλη παρέα. Δεν υπήρχε παραμύθι χωρίς δράκο. Πόσα φημισμένα φιλαράκια έχω αλήθεια! Αφήνω τον πρωτοξάδερφό μου, το τέρας του Λοχ-Νες, που σπάει πλάκα να τρομάζει τους τουρίστες... Και πού είναι τώρα όλοι αυτοί; Ή μαραζώνουν από την ανεργία, αφού κανείς πια δεν τους χρησιμοποιεί στα παραμύθια του ή θα είναι πολύ μακριά σαν τον πλακατζή ξάδελφο στη λίμνη Λοχ-Νες της Αγγλίας... Δεν πάει άλλο, θα φύγω να πάω στη Δρακόλιμνη, που μαζεύονται οι άνεργοι δράκοι, να τους βρω!

ΑΡΚ: (Βάζει τα κλάματα συγκινημένη). Άχ, πόσο δίκιο έχεις καλέ μου Δράκε! Και γω, πόσο νοστάλγησα το δάσος μου! Το μέλι (ξερογλύφεται), τα πουλάκια που τιτιβίζουν (τα μιμείται χοροπηδώντας στις μύτες των ποδιών, κουνώντας πάνω-κάτω σαν φτερά τα χέρια της και λέγοντας τσίου-τσίου)... Άααχ! (Όσο μιλάει, παίρνει στα χέρια της ένα λουλούδι και το βάζει πίσω από το αυτί. Βλέμμα λυπημένο. Κοιτάζει αφηρημένα αναπολώντας το δάσος. Ξαφνικά αλλάζει ύφος. Θυμώνει και κοπανάει στο πάτωμα τα πόδια της). Και με τόσο υπέροχη φωνή αντί να τραγουδάω στην όπερα, χορεύω και γρυλίζω, όταν μου χτυπούν το ντέφι σ’αυτό το άθλιο τσίρκο! Πφφφ... (Γυρνάει προς τους θεατές και τραγουδάει με σοβαρότητα και ύφος ντίβας της όπερας μια άρια εξαιρετικά φάλτσα). Αααα...ωωω... (Τα υπόλοιπα ζώα έντρομα κλέινουν με τα χέρια τους τ’αυτιά τους, μορφάζουν και τρέχουν πέρα-δώθε στη σκηνή σε διαφορετικές κατευθύνσεις).

ΜΑΪ: (Συνεχίζει να κρατά κλειστά τ’αυτιά της, ενώ πλησιάζει προς την αρκούδα). Πόσο δίκιο έχεις! Όμως εδώ δεν είναι ο κατάλληλος χώρος να σπαταλάς το ταλέντο σου! Σώπα καλή μου...

ΛΙΟ: ‘Σπαταλάς’; Ποιος κάνει σπατάλες στο βασίλειό μου; Ποτέ δε θα το επιτρέψω σε καιρούς λιτότητας, όταν δεν φτάνει καν το φαγητό, για να χορτάσει ο βασιλιάς! Αχ, πεινάω... Ενώ στην πατρίδα μου... αχ καιροί... έτρωγα όσο ήθελα και κοιμόμουν όσο ήθελα... (Παίρνει ξαφνικά σοβαρό και αυστηρό ύφος). Και δε γίνονταν σπατάλες!

ΜΑΪ: Κανείς δεν κάνει σπατάλες εκλαμπρότατε, ησυχάστε! (Ξάφνου μελαγχολεί). Έχετε όλοι δίκιο να θέλετε τη λευτεριά σας. Και γω νοστάλγησα την παρέα μου στη ζούγκλα. Τι βόλτες, τι παιγνίδια! (Αναπολεί τη ζούγκλα και βγάζει κραυγές σκύβοντας και κρεμώντας προς τα μπρος τα χέρια με τον τρόπο των μαϊμούδων). Ενώ τώρα... Εγώ, μια απόγονος της Τσίτας του Ταρζάν, να καταλήξω σε τσίρκο με το όνομα ‘Μουμού η Μαϊμού’! Και ντυμένη με αστεία ρουχαλάκια να μιμούμαι τους ανθρώπους! Αμ και σεις, που σας δώσανε ανθρώπινα ονόματα, για να φαίνεστε πιο αστείοι; Άκου ‘Άρης το Λιοντάρι’! (Γυρνώντας προς το Λιοντάρι) Συγγνώμη εξοχώτατε...

ΔΡΑ: Γιατί εμένα που με λένε ο Δράκος, ο Παναγιωτάκος; Άκου Παναγιωτάκος...

ΑΡΚ: Και μένα η Αρκούδα, η Λελούδα; Αίσχος!

ΑΚΡΟΒΑΤΙΣΣΑ: (Έρχεται κάνοντας κάποιο ακροβατικό). Μα γιατί είστε όλοι τόσο λυπημένοι; (Πηγαίνει με ακροβατικά από τον ένα στον άλλο). Γλυκειά μου αρκούδα, δε θα μας τραγουδήσεις καμμιά άρια; Και συ βασιλιά του δάσους, πώς και δεν τρως; Δράκε, Δράκε, θα μου τηγανίσεις αυτό το αυγουλάκι; Και συ καλή μου Μαϊμού θα έρθεις να με μάθεις τα ακροβατικά σου; Κοίτα να μην με πας πολύ ψηλά, γιατί το ξέρεις ότι ζαλίζομαι...

ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ: (Ακολουθεί την Ακροβάτισσα και κάνει τούμπες ή ό,τι άλλο φανταστείτε!)

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ: (Όλοι μαζί) Αααχ, θέλουμε τη λευτεριά μας!

ΑΚΡ: (Παύει τα ακροβατικά και ακούει με προσοχή και ενδιαφέρον τα ζώα).

ΜΑΪ: Δε γεννηθήκαμε, για να ζούμε σε τσίρκο, αλλά στο δάσος!

ΔΡΑ: Θέλω να πάω στη Δρακόλιμνη! Μπουχουχου... (Βάζει τα κλάματα. Δίπλα του αρπάζει φωτιά και οι υπόλοιποι τρέχουν να τη σβύσουν).

ΑΡΚ: Και γω θέλω να τραγουδώ την Τόσκα και τον Κουρέα της Σεβίλλης στη Σκάλα του Μιλάνου και όχι τα σαχλοτράγουδα που θέλει ο Θηριοδαμαστής!

ΛΙΟ: Πεινάω!

ΑΚΡ: Ηρεμείστε καλά μου! Χμμμ..., δίκιο έχετε! Εγώ διάλεξα να ζω σε τσίρκο, γιατί μου αρέσει, (κάνει μια πιρουέτα) όπως και στον Παλιάτσο.

ΑΡΚ: Ποιον είπες;

ΑΚΡ: Τον κλόουν ντε, γλυκειά μου Αρκούδα, τον λέμε και Παλιάτσο...

ΠΑΛ: (Βουβό πρόσωπο. Εκφράζεται με παντομίμα. Παρουσιάζεται με μια υπόκλιση στο κοινό. Έπειτα τρέχει από το ένα ζώο στο άλλο με αστείες κινήσεις και προσπαθεί να τα παρηγορήσει).

ΑΚΡ: Εσείς όμως που αιχμαλωτιστήκατε, για να διασκεδάζετε τους ανθρώπους, έχετε δίκιο να μη σας αρέσει. Και τι σκέφτεστε να κάνετε;

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ: (Κοιτάζονται μεταξύ τους και λένε όλα μαζί:) Να αποδράσουμε!

ΑΚΡ: (Ξαναρχίζει τα ακροβατικά). Ακούω το σχέδιό σας!



ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

(Το τσίρκο κατάμεστο από κόσμο. Η παράσταση αρχίζει. Δυνατή μουσική. Φώτα που αναβοσβύνουν. Προβολείς -αρκεί ένας δυνατός φακός- φωτίζουν το Θηριοδαμαστή και το ζώο που κάθε φορά δαμάζει. Τον κόσμο του τσίρκου παριστάνουν οι θεατές σας).

ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΣ: (Απευθύνεται στο κοινό). Κυρίες και κύριοι, και τώρα θα παρακολουθήσετε ένα θέαμα μοναδικό! (Ταρατατζούμ...! Ακούγεται τύμπανο ή τρομπέτα. Αν δεν υπάρχουν, μιμειθείτε τον ήχο με τον στόμα). Δείτε το βασιλιά των ζώων, τον Άρη, το Λιοντάρι, υπάκουο σαν αρνί μπροστά στη δύναμη του ανθρώπου! Ιδού, μόνο που δε βελάζει! Χε, χε, χε...(Γέλιο αντιπαθητικό. Κρατάει στον αέρα μια καρέκλα με το ένα χέρι και ένα μαστίγιο στο άλλο, που τα κραδαίνει στο Λιοντάρι. Φυσικά εσείς μπορείτε αντί για μαστίγιο να κρατάτε ένα σκονί ή και τίποτε. Αρκεί να παριστάνετε ότι έχετε στο χέρι σας μαστίγιο και να μιμείστε με το στόμα τον ξερό του κρότο).

ΛΙΟ: (Εμφανίζεται στη σκηνή. Βρυχάται, σηκώνει τα μπροστινά του πόδια και πηδάει εμπόδια).

ΘΗΡ: Δείτε τώρα την Αρκούδα τη Λελούδα να χορεύει και να τραγουδάει με περισσή χάρη και κομψότητα! Χε, χε, χε...

ΑΡΚ: (Εμφανίζεται στη σκηνή ελαφροπατώντας και κάνοντας αστείες λόγω του όγκου της χορευτικές κινήσεις μπαλαρίνας. Ταυτόχρονα τραγουδάει εξαιρετικά φάλτσα).

ΘΗΡ: (Κλείνει τα αυτιά του). Καλά, καλά, Λελούδα, φτάνει! (Ακούγεται το μαστίγιό του).

ΑΡΚ: (Κάθεται στην άκρη μαζί με το Λιοντάρι).

ΘΗΡ: (Τα φώτα σβύνουν. Ταρατατζούμ! Μέσα στο σκοτάδι ακούγεται η φωνή του). Και τώρα, κυρίες και κύριοι, θα δείτε... (ταρατατζούμ)... έναν από τους τελευταίους... (φώτα δυνατά)... δράκους! Ο Παναγιωτάκος, ο Δράκος, που συμμετείχε σε πολλά παλιά παραμύθια! Ο Παναγιωτάκος, ο Δράκος, που τα έβαλε με τόσους και τόσους ιππότες! Θαυμάστε τον!

ΔΡΑ: (Υποκρίνεται τον άγριο. Βγάζει, υποτίθεται, φωτιές από το στόμα. Ξαφνικά βάζει τα κλάματα). Μπούχουχου, δεν είναι ζωή αυτή!

ΛΙΟ, ΑΡΚ: (Τρέχουν προς το μέρος του). Ηρέμησε! (Πιο σιγά στο αυτί) Θυμήσου πως ετοιμαζόμαστε να το σκάσουμε! Πρόσεχε, θα μας πάρουν χαμπάρι!

ΘΗΡ: (Θορυβημένος) Ε... κυρίες και κύριοι, ακόμα και οι δράκοι έχουν τα ψυχολογικά τους στις μέρες μας... (Κάνει νόημα στην Ακροβάτισσα να ξεκινήσει αμέσως το νούμερό της). Παρακολουθήστε τώρα με κομμένη την ανάσα τη Μέλισσα, την Ακροβάτισσα με τη συνοδό της, τη Μουμού, τη Μαϊμού, σε εξαιρετικά δύσκολα και επικίνδυνα ακροβατικά! Χειροκροτείστε!

ΑΚΡ: (Μπαίνει κρατώντας ένα κοντάρι για να ισορροπεί. Περπατάει με προσοχή στο δάπεδο σε ένα νοητό τεντωμένο σχοινί. Ταλαντεύεται δίχως να πέφτει. Κοιτάει διαρκώς αριστερά και δεξιά της το πάτωμα, που υποτίθεται πως είναι το κενό. Ζαλίζεται και φοβάται, γιατί έχει υψοφοβία, αλλά επιμένει και τα καταφέρνει. Την όλη προσπάθεια συνοδεύουν ταρατατζούμ).

ΜΑΪ: (Στέκει παράμερα, στριφογυρίζει και κραυγάζει με τα χέρια να κρέμονται και τα γόνατα λυγισμένα).

ΠΑΛ: (Παρακολουθεί το νούμερο της ακροβάτισσας. Χειροκροτά, όταν αυτή τα καταφέρνει. Κλείνει τα μάτια στις επικίνδυνες φάσεις, δείχνει ανεβοκατεβάζοντας το χέρι στο στήθος πως χτυπά δυνατά η καρδιά του από την αγωνία κ.τ.λ.).

ΑΚΡ: (Τελειώνει το νούμερό της και υποκλίνεται στο κοινό).

ΘΗΡ, ΑΚΡ, ΠΑΛ, ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ: (Η παράσταση τελειώνει. Ανάβουν όλα τα φώτα. Ακολουθεί παρέλαση από όλους. Μπροστά πηγαίνει ο Θηριοδαμαστής στριφογυρνώντας ένα μπαστούνι-ας πούμε ένα σκουπόξυλο. Ακολουθούν οι υπόλοιποι, που υποβαστάζουν το δράκο, ο οποίος συνεχίζει να κλαίει. Δυνατή μουσική και χορευτικές κινήσεις από όλους).



ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

(Μετά την παράσταση τα ζώα, η Ακροβάτισσα και ο Παλιάτσος κάθονται μπροστά από τα κλουβιά τους και καταστρώνουν σχέδιο απόδρασης. Τα φώτα χαμηλωμένα. Μιλούν όλοι μαζί).

ΑΡΚ: Ησυχία! Ακούστε όλοι! Έχω να προτείνω ένα σχέδιο κα-τα-πλη-κτι-κό! (Κάνει ένα έξαλλο χορευτικό).

ΛΙΟ: (Σηκώνει το χέρι με μεγαλοπρέπεια, για να επιβάλει ησυχία). Πάψτε καλοί μου υπήκοοι! Αν και νηστικοί και άυπνοι... (χασμουριέται)... , να κάνουμε ένα κουράγιο να ακούσουμε την Αρκούδα.

ΑΡΚ: Λέω να τραγουδήσουμε όλοι μαζί μια άρια τόσο δυνατά, ώστε όλοι να βουλώσουν τ’αυτιά τους και να τρέξουν να κρυφτούν. Τότε εμείς... (μιμείται με εξαιρετική ευκινησία το τρέξιμο εν στάσει)... θα το βάλουμε στα πόδια! Επιτρέψτε μου να σας κάνω μια επίδειξη τι ακριβώς εννοώ λέγοντας άρια... (ετοιμάζεται να τραγουδήσει).

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ, ΑΚΡ, ΠΑΛ: Μη, μη, ξέρουμε, ξέρουμε!

ΛΙΟ: Φυσικά, εγώ τουλάχιστον ξέρω τι θέλεις να πεις. Ένας βασιλιάς οφείλει να τα ξέρει όλα. Αρκεί σεβαστή μου υπήκοε, κάτσε. Είναι καλύτερο, νομίζω, να ετοιμάσω εγώ ο βασιλιάς το σχέδιο απόδρασης. Ωστόσο... (θυμώνει και κοπανά τη γροθιά του)... πώς να κατεβάσω ιδέες, όταν είμαι νηστικός; Είναι ανάγκη να μου φέρετε φαγητό για το καλό του κράτους!

ΑΚΡ: (Κρυφογελάει). Τρέχω εξοχώτατε! Νομίζω ότι έχω στο ψυγείο ένα μεζέ για όλους.

ΛΙΟ: (Ξερογλύφεται). Έξοχα!

ΑΚΡ: (Επιστρέφει και μοιράζει, υποτίθεται, στον καθένα από λίγο φαγητό). Δεν είναι τίποτα σπουδαίο...

ΛΙΟ: (Ξαφνικά αρχίζει να ροχαλίζει. Μετά από λίγο παριστάνει τον υπνοβάτη και πηγαίνει να αρπάξει το φαγητό από τους άλλους). Μμμ...

ΑΚΡ, ΠΑΛ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ: (Όλοι μαζί γελώντας επιχειρούν να τρομάξουν το Λιοντάρι, για να ξυπνήσει). Μπουμ...

ΛΙΟ: (Ξυπνάει τάχα μου και κάνοντας πως δε θυμάται τίποτα, επιστρέφει άπρακτος στη θέση του). Τι συμβαίνει; Γιατί γελάτε; Εμπρός, έχει να προτείνει κανείς άλλος σχέδιο απόδρασης;

ΔΡΑ: Εγώ, εγώ! Λέω να καλέσουμε τον ξάδερφό μου από τη λίμνη Λοχ-Νες, το θείο μου από το παραμύθι του Παπουτσωμένου Γάτου και τα άνεργα φιλαράκια μου από τη Δρακόλιμνη. Έπειτα εμείς, οι δράκοι θα παραστήσουμε τους άγριους, θα τρομάξουν οι άνθρωποι και θα βρούμε ευκαιρία να το σκάσουμε!

ΜΑΪ: Μα θα αργήσουν οι φίλοι σου και οι συγγενείς να έρθουν ως εδώ! Εξάλλου όλοι ξέρουν πως οι δράκοι είναι καλόψυχοι και γλυκούληδες. Κανέναν πια δεν τρομάζουν...

ΔΡΑ: (Κάθεται μουτρωμένος παράμερα). Καλά...

ΜΑΪ: Χμμ... για σταθείτε, την ερχόμενη βδομάδα δεν είναι τα γενέθλια του Θηριοδαμαστή;

ΑΚΡ: Ναι, δίκιο έχεις!

ΜΑΪ: Να του κάνουμε μια γιορτούλα και να τον μεθύσουμε! Έπειτα θα του αρπάξω εγώ τα κλειδιά και πριν καλοκαταλάβει τι γίνεται, θα έχουμε βγάλει αντικλείδια και θα του τα έχουμε επιστρέψει!

ΑΚΡ: Μπορώ να βγάλω εγώ αντικλείδια! Σαν καλή ακούγεται η ιδέα σου! Και μετά, όταν πέσει το σκοτάδι, σας ξεκλειδώνω με τα αντικλείδια τα κλουβιά και τρέχουμε μέχρι την άκρη του ουράνιου τόξου. Εκεί θα διαλέξει ο καθένας το χρωματιστό δρόμο που ονειρεύεται! Συμφωνούμε όλοι να ακολουθήσουμε το σχέδιο της Μαϊμούς;

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΠΑΛ: Ναι!


ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

(Σκοτάδι. Τα ζώα με την Ακροβάτισσα και τον Παλιάτσο στέκονται μπροστά από μια τούρτα με κεράκια. Ο καθένας φορά κάτι γιορτινό. Λουλούδι στο πέτο, γραβάτα, χάντρες, κορδέλες, ένα φανταχτερό σάλι ή μαντήλι. Ο χώρος στολισμένος με πολύχρωμες γιρλάντες ή ό,τι νομίζετε ότι θα δώσει εορταστική ατμόσφαιρα. Ακούγονται βήματα βαριά να πλησιάζουν και ο κρότος μαστιγίου).

ΘΗΡ: (Μπαίνει στη σκηνή κορδωτός. Απορεί με την απόλυτη ησυχία και το σκοτάδι). Χμμ... τι συμβαίνει; (Ανοίγουν τα φώτα).

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ, ΑΚΡ, ΠΑΛ: (Τραγουδούν όλοι μαζί).
Να ζήσεις Θηριοδαμαστούλη και χρόνια καλά,
σπουδαίος να γίνεις με ζώα πολλά!
Παντού να σκορπίζεις του εγωισμού σου το φως
Και όλοι να λένε να ένας τρανός!

ΘΗΡ: Μα... για μένα όλα αυτά; (Συγκινείται, πλησιάζει και σβύνει τα κεράκια).

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ, ΑΚΡ, ΠΑΛ: (Χειροκροτούν).

ΘΗΡ: (Στρέφεται προς το κοινό και αποκαλύπτει φωναχτά τη σκέψη του, ενώ τα ζώα ‘παγώνουν’ στη στάση που βρίσκονται). Πόσο καλοί είναι όλοι τους! Ίσως δε θα έπρεπε να είμαι τόσο σκληρός και αυταρχικός μαζί τους! Αλλά τι άλλο να κάνω; Σάμπως ξέρω να αγαπώ; Άσε που έχω ακούσει πως είναι δύσκολο. Άπαπα... δεν είναι αυτά για μένα! Εγώ είμαι διοικητικό στέλεχος του τσίρκου... (καμαρώνει)... δεν μου ταιριάζει να αγαπώ, μόνο να προστάζω!

MAΪ: (Τώρα κινούνται τα ζώα και μένει ακίνητος ο Θηριοδαμαστής, όσο μιλάει η Μαϊμού. Αυτή με τη σειρά της κοιτάει το κοινό και αποκαλύπτει τη σκέψη όλων των ζώων). Δεν είναι τόσο κακός ο καϋμένος... Δε του δείξαμε κι εμείς ποτέ συμπάθεια. Όπως και να’χει, ακόμα κι αν είναι καλούλης, δεν είναι αυτό λόγος να συνεχίσουμε να ζούμε στην αιχμαλωσία!

ΑΚΡ: Πορτοκαλάδα για όλους! (Οι ήρωες παίρνουν από ένα ποτήρι. Κερνάει όχι μόνο αυτούς, αλλά και τους θεατές, στους οποίους έχετε μοιράσει ποτηράκια, για να νιώθουν ότι συμμετέχουν στη γιορτή!) Και σαμπάνια ειδικά για τον εορτάζοντα!

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ, ΑΚΡ, ΠΑΛ: (Χορεύουν). Ώπα, ώπα...

ΜΑΪ: (Αρπάζει με τρόπο τα κλειδιά από το μισομεθυσμένο Θηριοδαμαστή, που τρεκλίζει. Κλείνει το μάτι στην Ακροβάτισσα και της τα πετάει). Χόουπ...

ΑΚΡ: (Αρπάζει τα κλειδιά στον αέρα και εξαφανίζεται από τη σκηνή). Τρέχω!

ΑΡΚ: Και τώρα ένα δώρο για το σεβαστό Θηριοδαμαστούλη! (Αρχίζει να τραγουδάει εξαιρετικά φάλτσα...)

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ, ΑΚΡ, ΠΑΛ: (Πέφτουν πάνω της έντρομοι και της κλείνουν το στόμα). Μη, μη...

ΘΗΡ: (Κάθεται κάτω μεθυσμένος, χαμογελάει και χειροκροτάει). Μπράβο, μπράβο...!



ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

(Σκοτάδι. Τα ζώα κρατούν φακούς. Έχουν μόλις δραπετεύσει. Διακρίνονται φαρδιές λωρίδες από ύφασμα ή χαρτί με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Προπορεύεται η Ακροβάτισσα. Μιλούν ψιθυριστά).

ΛΙΟ: Αχ, με πατάς...!

ΑΡΚ: Συγγνώμη εξοχώτατε!

ΔΡΑ: Ποιος σκαρφαλώνει στην ουρά μου;

ΜΑΪ: Ω, με συγχωρείς, νόμιζα πως ήταν ο δρόμος...!

ΑΚΡ: Σουτ, θα μας πάρουν χαμπάρι!

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ: Σουτ...! (Κάνουν ‘σουτ’ ο ένας στον άλλο και φωτίζει ο καθένας με το φακό του τους υπόλοιπους).

ΑΚΡ: Φτάσαμε! Εδώ είναι η άκρη του ουράνιου τόξου! Τώρα διαλέξτε ο καθένας το χρώμα που θα τον οδηγήσει στον τόπο που ονειρεύεται και ακολουθήστε το!

ΛΙΟ: Πάντα γαλάζια φανταζόμουν τη ζωή μου...

ΔΡΑ: Έχω ακούσει πως η Δρακόλιμνη είναι μωβ...

ΜΑΪ: Το φύλλωμα των δέντρων στον τόπο μου γινόταν το φθινόπωρο κόκκινο...

ΑΡΚ: Κατακίτρινο ήταν πάντα για μένα το δάσος μου...

ΑΚΡ: (Συγκινημένη). Εδώ χωρίζουμε. Εύχομαι να βρείτε αυτό που ζητάτε, τώρα που είστε ελεύθεροι, όπως σας ταιριάζει. Αντίο!

ΛΙΟ, ΑΡΚ, ΔΡΑ, ΜΑΪ: (Κουνώντας τα χέρια σε χαιρετισμό) Δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ! Ούτε εσένα παλιάτσε!

ΠΑΛ: (Συγκινείται, σκουπίζει τα μάτια του με ένα τεράστιο μαντήλι και φυσάει δυνατά τη μύτη του).



ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

(Στη σκηνή του τσίρκου. Ο Θηριοδαμαστής κάθεται στο κέντρο με παρατημένο δίπλα του το μαστίγιο και αναποδογυρισμένη την καρέκλα. Πιάνει με τα χέρια του το κεφάλι του. Η Ακροβάτισσα ατάραχη εξασκεί τα ακροβατικά της παραδίπλα. Ο Παλιάτσος τάχα αδιάφορος περιφέρεται με τα χέρια στις τσέπες και σφυρίζει).

ΘΗΡ: (Ξάφνου σηκώνεται και χοροπηδάει μανιασμένος). Ακούς εκεί το σκάσανε! Πού νομίζουν ότι θα βρούν καλύτερο στέλεχος να τους διοικεί;

ΑΚΡ: Μα δε θέλουν κανέναν να τους διοικεί! Θέλουν να είναι ελεύθερα!

ΘΗΡ: Τι σόι θηριοδαμαστής θα είμαι τώρα δίχως ζώα; Πάει, πάει η καριέρα μου!

ΠΑΛ: (Βγάζει και του δίνει το μαντήλι του να σκουπίσει τα δάκρυά του).

ΘΗΡ: (Πετάει κάτω το μαντήλι και το ποδοπατάει). Να, να , να...

ΑΚΡ: (Στέκει και τον κοιτάει ήρεμα χαμογελώντας. Έπειτα τον κοιτάζει πονηρά). Έλα τώρα, αφού κατάλαβες ότι σου πήραμε τα κλειδιά και δεν είπες τίποτα!

ΘΗΡ: (Χαμηλώνει το βλέμμα και κοτάζει ντροπαλά). Ε, χμμμ...τουλάχιστον βρήκαν το δρόμο τους; Εσύ τι λες που τους βοήθησες; Ξέρεις;

ΑΚΡ, ΠΑΛ: (Κοιτιώνται μεταξύ τους και σκάνε στα γέλια). Χα, χα, χα...!

ΘΗΡ: (Κοιτώντας τους θεατές και κλείνοντάς τους το μάτι). Είναι πιο δύσκολο να αγαπάς από το να διατάζεις, αλλά ίσως αξίζει τον κόπο!


ΤΕΛΟΣ

Περισσότερα...

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Για την κυρία Λούλα

Ανοιγμένο ρόδι

Λελούδα τη λέγανε. Δεν της άρεσε όμως. Προτιμούσε το Λούλα. Μυτιληνιά βέρα. Ήρθε στην Αθήνα κι αυτή μετά τον πόλεμο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Ο άντρας της πέθανε ένα χρόνο μετά το γάμο. Απόμεινε μ’ένα παιδί μονάχη. Δύσκολο για κείνα τα χρόνια. Μόρφωση στοιχειώδης, του δημοτικού. Και επιπλέον αδέλφια στο αντάρτικο. Άντε να βρει δουλειά. Τα χρήματα ούτως ή άλλως λιγοστά. Το μωρό έπρεπε να μεγαλώσει. Κι η ίδια να ζήσει. Δεν ήταν όμως από τους ανθρώπους που το βάζουν εύκολα κάτω. Κίνησε γη και ουρανό, έτρεξε, τα κατάφερε. Χώθηκε σε μια δουλίτσα. Μόνη, ολομόναχη, αξιοπρεπής, δίχως να κλαίγεται, ακόμα κι όταν πλάκωσαν οι αρρώστιες. Από φυματίωση και καρδιά μέχρι την επάρατο. Εκείνη έβγαζε ψεύτες τους γιατρούς και συνέχιζε. Το παιδί μεγάλωσε, μορφώθηκε, άνοιξε τα φτερά του, βρήκε δουλειά στο εξωτερικό. Εκείνη απόμεινε εντελώς μονάχη, δίχως ποτέ να παραπονεθεί. Εξάλλου τόσα και τόσα χρόνια είχε μάθει πια να τα βρίσκει με τον εαυτό της. Τώρα θα δυσκολευόταν;

Τη γνώρισα στα βαθιά της γεράματα. Περασμένα ογδόντα. Την πρώτη φορά που την είδα από μακριά νόμιζα πως έβλεπα νεαρή κοπέλα. Η περπατησιά, η στάση του σώματος, η λιγνή σχεδόν εφηβική κορμοστασιά, τα απλά παντελόνια. Φύτευε σπόρους στο κηπάκι της. Να βγεί μια περικοκλάδα λουλουδάτη το καλοκαίρι που μόνο στην πατρίδα της έβλεπε και τη θυμόταν από τα μικράτα της να αγκαλιάζει το χαγιάτι στο πατρικό. Όσο και να έψαξε δεν το ματάδε το φυτό εδώ στην Αθήνα. Παρήγγειλε και της φέρανε σπόρους από τη Μυτιλήνη. Σπάνιοι κι εκεί ακόμα σήμερα. Πλησίασα κι είδα το κάτασπρο κεφάλι. Απόρρησα. Τόσο πολύ δεν ταίριαζε το χιόνι στην κορμοστασιά της. Γύρισε και με κοίταξε. Το πρόσωπο ρυτιδωμένο, ναι. Αλλά η ματιά της σπινθηροβόλα, μικρού κοριτσιού που προσμένει να ανακαλύψει τον κόσμο. Τίποτα από την παραίτηση, την ανία, το μπούχτισμα, την πίκρα, την πλησμονή, τη φθορά, τη δύση που διακρίνει κανείς στη ματιά των γερόντων. Μόνον ανατολή. Ήταν τέτοια η κατάπληξή μου από τις αντιφάσεις που έβλεπα σ’αυτό το αιώνιο κοριτσόπουλο που τά’χασα. Απέμεινα άλαλη να την καμαρώνω.

Και συνέχισα να την καμαρώνω μέχρι το τέλος. Μιλούσαμε με τις ώρες κι ας μας χώριζε πάνω από μισός αιώνας. Για τα μικρά και τα μεγάλα. Για τις πίκρες και τις χαρές. Για τις λυγαριές που της άρεσαν και τα μελομακάρονα με μαστίχα. Για το Μυριβήλη και το Θέμελη που διάβαζε. Για τα άγρια κυκλάμινα που με στοργή μεταφύτευε από το βουνό. Για το περπάτημα που δεν μπορούσε δίχως αυτό. Για την αριστερά. Για τον αδελφό της, τον πιλότο που σκοτώθηκε με το αεροπλάνο του στα χρόνια του εμφυλίου. Για τον άλλον αδελφό της, τον αντάρτη, που τον φάγανε οι δικοί του. Για τις αδελφές της που τάιζαν τους μεταξοσκώληκες στο νησί με φύλλα μουριάς που κόβανε έπειτα από ώρες ποδαρόδρομο. Για τα μεταξωτά προικιά τους που υφαίνανε στον αργαλειό και που δεν προλάβανε να τα χαρούν, φυματίωση θαρρώ. Για το ραδιόφωνο που ακούει τα βράδια. Για τα σκυλιά της που τη συντρόφευαν και τα είχε έγνοια τι θα απογίνουν όταν αυτή φύγει. «Γιατί είμαι πολύ μεγάλη», μού΄λεγε και γελούσε με κείνο τo κοριτσίστικο γελάκι της, «πόσο πια θα πάω». Και με κοίταζε κατάματα καθώς μιλούσε για το θάνατό της σα να λέει για εκείνα τα λουλούδια της μυτιληνιάς περικοκλάδας που ξεραίνονται το φθινόπωρο. Μαζί με την περικοκλάδα. Έτσι, δίχως φόβο και πάθος.

Τα χρόνια περάσανε. Της φέρανε κι άλλες αρρώστιες. Εκείνη κουτσά-στραβά στεκόταν όρθια, δεν το καταδεχόταν το κρεβάτι. «Τι να πάω στο γιατρό», έλεγε, «να μου πει ότι θα πεθάνω; Ε, το ξέρω». Και περίεργο πράγμα, λες κι ο θάνατος σκιαζόταν και την απέφευγε κι όχι αυτή εκείνον. Όλα όμως έχουν ένα τέλος. Η τελευταία εικόνα που έχω από εκείνη είναι γεμάτη φως φθινοπωριάτικου πρωινού. Μαζεύαμε τα ρόδια από τη ροδιά του κήπου της. Εκείνη κατέβαζε τα κλαδιά με μια μαγκούρα κι εγώ τα έκοβα. Περνούσε ο ήλιος ανάμεσα από τη φυλλωσιά του δέντρου και της στεφάνωνε εκείνο το κοριτσίστικο χαμόγελο. Και δώστου το φωτοστέφανο από τις ηλιαχτίδες μια να κυκλώνει το στόμα, μια τα γέρικα μάτια θολά πια από τα χρόνια, μα με τη σπιρτάδα τη νεανική άσβεστη να φωλιάζει μέσα τους. Τη θυμάμαι εκεί σκαρφαλωμένη στο πεζούλι για να φτάνει καλύτερα τις κλάρες με το καλάθι στα πόδια της γεμάτο κατακόκκινα ρόδια, σκασμένα τα περισσότερα, να χαμογελούν σαν την ίδια. Έτσι θαρρώ θα τη θυμάμαι πάντα. Στιγμή πολύτιμη και για κείνη και για μένα. Τόσο απλή μπορεί μερικές φορές να είναι η ευτυχία. Μετά από μία εβδομάδα ήρθαν τα μαντάτα. Έσβυσε μόνη σε ένα νοσοκομείο. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν τις τελευταίες της ώρες. Μπορεί κι εκείνη τη ροδιά. Καλή σας ώρα κυρία Λούλα, όπου κι αν πήγατε.
Περισσότερα...

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Καγιέν και πούρα στα χιόνια

Δεν είναι πως έχω κανένα πρόβλημα με τα μεγάλα τζιπ και τα φανταχτερά αμάξια. Ίσα- ίσα. Αν κάποιος γουστάρει και έχει την οικονομική δυνατότητα, καλώς το έχει. Γιατί δε θέλω να θεωρώ το αυτοκίνητο προέκταση του ανθρώπου, ούτε απαραίτητο αξεσουάρ που προσδίδει ή αφαιρεί κοινωνικό κύρος από τον κάτοχό του. Επιμένω να το βλέπω ως ένα απλό χρηστικό αντικείμενο που δικαιούται, όπως κάθε αντικείμενο να είναι και ωραίο, ακόμα και αν αυτό σημαίνει πως μπορεί να είναι ακριβό για το βαλάντιο μου και ως εκ του τούτου να μην μπορώ να το αποκτήσω προσωπικά. Την αισθητική πάντως αρνούμαι να την παρακάμψω. Καλά ως εδώ.

Επιπλέον αρνούμαι να κρίνω τους ανθρώπους από τα αυτοκίνητα τους. Γιατί όσο απαράδεκτο θεωρώ να κοιτάζει πρώτα κανείς το αυτοκίνητο ή εν γένει τα εξωτερικά «σύμβολα» (βλέπε κατ’επέκταση σπίτι, πτυχία, εξωτερική εμφάνιση, δουλειά, Ε9) για να κρίνει κάποιον προδιαγράφοντας έτσι τον τρόπο σκέψης, τις συνήθειες και τη συμπεριφορά του (έχει λελέδικο τζιπ άρα είναι νεόπλουτος, είναι πλατινέ ξανθιά άρα χαζοβιόλα, κ.τ.λ, κ.τ.λ.), άλλο τόσο απαράδεκτο θεωρώ το αντίστροφο: την αποδοχή ή απόρριψη με συνοπτικές διασικασίες του τύπου, είναι γιατρός άρα πρέπει να διαθέτει ακριβό αμάξι-αν όχι τότε δεν είναι καλός γιατρός. Ή έχει ακριβό και ωραίο ντύσιμο, άρα είναι άνθρωπος που πρέπει να εκτιμήσω και να του φερθώ με ευγένεια και αξιοπρέπεια-διαφορετικά του φέρομαι όπως σε παρακατιανό και τον σνομπάρω (για του λόγου το αληθές δοκιμάστε να πάτε σε μαγαζιά της Γλυφάδας με προσεγμένο ντύσιμο τη μία φορά και απεριποίητο την άλλη. Θα εκπλαγείτε τόσο με τη διαφορά στην αντιμετώπισή σας από τις πωλήτριες που στο τέλος θα πιστέψετε πως είστε δύο διαφορετικοί άνθρωποι, κι ας είστε ο ίδιος και απαράλλαχτος με άλλο όμως ντύσιμο). Και πάλι καλά ως εδώ. Ωραίες ιδέες, στέρεες που αρνούνται την επιφάνεια και θέλουν να κρίνουμε απροκατάληπτα τους ανθρώπους επί της ουσίας και όχι βάσει στερεοτύπων .

Κλικ. Κυριακή μεσημέρι σε καφετέρια ωραιοτάτη σε ωραιότατο μέρος στα χιόνια με έλατα, μονοπάτια και άλλα ωραία. Ανοίγει η πόρτα και εφορμά με ύφος σαράντα καρδιναλίων παρέα τριών ζευγαριών περί τα σαρανταπέντε με πενήντα. Οι άντρες κάθονται σε χωριστό τραπέζι από τις γυναίκες. Ανάβουν έκαστος πούρο που καπνίζουν με τρόπο ειδήμονα σε τέτοιες ακριβές συνήθειες. Χύνονται στους καναπέδες ακριβώς όπως θα έκανε ένας βασιλιάς στο θρόνο του και αρχίζουν να συνομιλούν περισπούδαστα και μεγαλοφώνως –ώστε να είναι σίγουροι ότι θα τους ακούνε όλοι μέσα στην καφετέρια- για δουλειές σε στυλ Δράκου στη Λάμψη. Ύφος ανθρώπων που θεωρούν τους εαυτούς τους επιτυχημένους και όλους τους γύρω κάτι σαν υφισταμένους που απαξιώνουν έστω να ρίξουν ένα τυχαίο βλέμμα. Περίκλειστο σχήμα. Αλίμονο, δεν είναι δυνατόν να επικοινωνούν οι δύο κόσμοι. Οι γυναίκες τους στο διπλανό τραπέζι βαριούνται μέχρι θανάτου δεδομένου ότι, καθώς φαίνεται δεν τους προσφέρεται καν η διέξοδος να μιλήσουν για δουλειές. Με βλέμμα απλανές και ανεστίαστο ατενίζουν το υπερπέραν αμίλητες σε βαθμό να νομίζει κανείς ότι είναι άγνωστες μεταξύ τους και τυχαία κάθονται στο ίδιο τραπέζι. Εν συνεχεία βγάζουν από τις άκρως μοδάτες τσάντες τους περιοδικά μόδας και τα ξεφυλλίζουν εξίσου βαριεστημένες. Βεβαίως καθ’όλη τη διάρκεια παραμονής τους στην καφετέρια δεν υπήρχε κανενός είδους επικοινωνία μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ούτε καν κάποιο συνένοχο βλέμμα από αυτά που ανταλλάσσουν τα ζευγάρια ακόμα και στις σιωπές τους βρε αδελφέ...

Μια τέτοια επιδεικτική συμπεριφορά που κραυγάζει προσέξτε με, είμαι κάποιος φτασμένος, δεν μπορεί παρά να προκαλέσει την προσοχή. Άρχισαν να πέφτουν στοιχήματα πως η εν λόγω παρέα είχε έρθει τουλάχιστον με καγιέν. Εκεί πάνω έβγαλα το λογύδριο μου υποστηρίζοντας πως δεν πρέπει να κρίνουμε τους ανθρώπους από το φαίνεσθαι, πως είναι άδικη η ρετσινιά για τα καγιέν, τι κακό έχουν τα πούρα, πως τέλος πάντων όλα αυτά είναι στερεότυπα που πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος. Και τότε η παρέα σηκώνεται και αποχωρεί με ύφος σαράντα καρδιναλίων, που λέγαμε, εις τη δευτέρα και μαντέψτε σε τι αυτοκίνητο επιβιβάστηκαν κάνοντας σκόνη τις ωραίες μου ιδεούλες περί φαίνεσθαι και είναι. Ναι, σωστά μαντέψατε, σε καγιέν.

Ομολογώ πως και εγώ και οι ιδέες μου δεχτήκαμε πλήγμα μετά το περιστατικό έστω και αν αυτό ήταν μεμονωμένο και τίποτα δεν λέει πως πρέπει να γενικεύσουμε. Αναγκάζομαι για λίγο να αναδιπλωθώ. Μερικά πράγματα είναι ακριβώς αυτό που φαίνονται και τίποτα παραπάνω. Πάντως είναι πράγματι κρίμα τα εν λόγω τζιπ να τα συνδέουμε ντε και καλά με πούρα, χιόνια και νεοπλουτισμό. Θα έχω το νου μου για ανατροπή της εξίσωσης. Αλλά ακόμα και έτσι εξακολουθώ να πιστεύω πως ούτε τα καγιέν, ούτε τα πούρα, ούτε τα χιόνια έχουν κάτι κακό. Μοναχά ο συνδιασμός είναι κομματάκι θανατηφόρος...
Περισσότερα...

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Το πράσινο κυματάκι



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πράσινο κυματάκι, η Λυδία, λιγάκι διαφορετικό από τα άλλα. Λίγο πιο πράσινο από μερικά ή λίγο πιο αλμυρό. Κάπως ανάλατο για κάποια ή λιγάκι πιο γρήγορο απ’όσο θα έπρεπε. Μια ιδέα πιο φουρτουνιασμένο από το πρέπον ή πιο ήσυχο. Άσε που σχεδόν πάντα πήγαινε ανάποδα απ’τα υπόλοιπα. Όχι, δεν το έκανε επίτηδες, δεν είναι που ήθελε να διαφέρει. Απλά τύχαινε να του αρέσει πού και πού μια άλλη κατεύθυνση ή μπερδευόταν έτσι που χάζευε τα θαυμαστά πλάσματα της θάλασσας. Πειράζει πολύ που ήταν λίγο αλλιώτικο; Και γιατί στο κάτω-κάτω να μην είναι αλλιώτικο;

☺☻

«Γεια, είμαι η Λυδία!» φλοίσβισε κάποια μέρα παιχνιδιάρικα το πράσινο κυματάκι μας σε

μια παρέα από γαλάζια κύματα με άσπρους αφρούς για καπέλα και περίτεχνα φορέματα με λευκά κεντίδια. Αυτά σταμάτησαν παραξενεμένα το πήγαινε-έλα και την παρατηρούσαν από την κορφή ως τα νύχια. Ένα, δύο, τρία λεπτά σιωπή. Πηχτή σαν σκοτάδι. «Μα εσύ είσαι είσαι μουχλιασμένο!» έκραξε ξάφνου ένα τους, αυτό με το μεγαλύτερο καπέλο και η φωνή ακούστηκε όμοια με αστραπή που σκίζει τη νύχτα. «Δεν είμαι μουχλιασμένο, είμαι απλά πράσινο!» διαμαρτυρήθηκε η Λυδία αναστατωμένη και πλησίασε ακόμα περισσότερο. Η φωνή της ακούστηκε σαν κομήτης που πέφτοντας από τον ουρανό γίνεται ολάνθιστο τριαντάφυλλο. «Κι αν είναι άρρωστο και μας κολλήσει;» τσίριξε το πιο μεγαλόσωμο κύμα, που το φανταχτερό του φόρεμα τέλειωνε σε φραμπαλάδες από αφρούς. «Άκου πράσινο κύμα, πού ακούστηκε! Τα κύματα είναι πάντα γαλάζια!» σφύριξε ένα άλλο , που στεκόταν παραδίπλα. «Εσύ δεν είσαι καν κύμα!» ψεύδισε και μισόκλεισε τα μάτια, ενώ από τη σύγχυση είχε γίνει μπλε. «Κατάλαβα, ώρα να φεύγω», είπε το πράσινο κυματάκι χωρίς να χάνει το χαμόγελό του. Του φάνηκαν αστεία όλα τούτα. Εκείνο δεν ήθελε παρά να παίξει μαζί τους. Τι ήταν όλα αυτά που της λέγανε;

☺☻

Συνέχισε να χαμογελά στη σκέψη των μπλε κυμάτων, που δεν μπορούσε να καταλάβει, ώσπου αντίκρυσε μια γυμνή ξέρα καταμεσής στη θάλασσα. Μια και δυο ξέχασε την περιπέτειά της και άρχισε ξέγνοιαστα να χοροπηδά, να αφρίζει και να πλατσουρίζει, να παφλάζει και να φλοισβίζει σαν μικρό κυματάκι που ήταν, παρόλο που είχε πάψει προ πολλού να είναι πολύ-πολύ μικρό. Τότε, εκεί που έπεφτε με φόρα και το κεφάλι προς τα κάτω από την κορφή του βράχου και σκεφτόταν να ξανανέβει, για να κάνει τσουλήθρα, είδε τα ψάρια.

Ένα κοπάδι με οριζόντιες μαυροκίτρινες ρίγες και διχαλωτές, μακριές, πορτοκαλιές ουρές είχε μαζευτεί πίσω από τον αρχηγό του, ένα μεγάλο κόκκινο ψάρι και κοίταζαν τη Λυδία με ματάκια που πετάριζαν απ’το φόβο. «Τι είσαι εσύ;» ρωτά με βλοσυρή φωνή το κόκκινο ψάρι και η πορτοκαλιά ουρά του ορθώθηκε. «Α, γεια σας, είμαι το πράσινο κυματάκι, η Λυδία.
Τι καλά που ήρθατε! Είχα βαρεθεί να παίζω μονάχο μου...». Έκανε μια τούμπα ακόμα από τη χαρά της και πλησίασε τα ψάρια. «Μη, μη!» ακούει το κοπάδι και το βλέπει να κρύβεται πίσω από μια τεράστια μαβιά ανεμώνα της θάλασσας. «Μα γιατί, εγώ να παίξουμε θέλω και να γίνουμε φίλοι!» «Ναι, αλλά είσαι πιο ζωηρό από τα άλλα κύματα και αυτό είναι ύποπτο! Τουλάχιστον!» της απαντά ο αρχηγός και έγινε σκούρος κόκκινος σχεδόν μαύρος. «Και τι μ’αυτό; Είχα κέφια αυτό είναι όλο!» «Ύ-πο-πτο!» φώναξαν όλα τα ψάρια μαζί, που τώρα είχαν πάψει να κρύβονται και την κοίταζαν με μισόκλειστα μάτια. Νόμιζε μάλιστα πως είδε σε μερικά να ξεπροβάλουν κάτασπρα δοντάκια από τα μισάνοιχτα στοματάκιά τους. Πήγε να χαρεί, γιατί της φάνηκε σαν χαμόγελο, αλλά γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν παρά απειλητική γκριμάτσα. «Ούφ, περίεργα που είστε! Κρίμα!» είπε η Λυδία και κουτρουβάλησε απογοητευμένη παρακάτω κάνοντας μπουρμπουλήθρες, που ήταν η τελευταία της ανακάλυψη. «Α, βγάζει και μπουρμπουλήθρες! Ανήκουστο, αίσχος!» άκουγε από μακριά να λένε τα ψαράκια, που από την ταραχή τους της φάνηκε πως οι ρίγες τους από οριζόντιες είχαν γίνει κάθετες. Έκανε τότε μια τεράστια μπουρπουλήθρα, τους χαμογέλασε χωρίς να τους κρατά κακία και πήγε χοροπηδώντας παρακάτω.

☺☻

Αλλά αυτή τη φορά, παρόλο που χαμογελούσε και δεν έχανε τα κέφια της, ένιωθε βαθιά μέσα της ένα τσίμπημα. «Μπα, ιδέα μου θα είναι...» σκέφτηκε και μεμιάς απόδιωξε την κακιά διάθεση. Πήγε στα ρηχά και άρχισε να πλατσουρίζει. «Πλατς-πλατς...» φώναζε χαρούμενο τώρα το θαλασσινό πράσινο κυματάκι και κυλιόταν στα γυαλιστερά βότσαλα σε μια ερημική παραλία με τα πεύκα να γλύφουν τη θάλασσα. «Πλατς-πλουτς...» ξαναφώναξε με όλη της τη δύναμη τώρα και απολάμβανε τα παιχνίδια με τον ήλιο και με τις σκιές που ζωγραφίζανε οι πευκοβελόνες. «Ποιος κάνει πλατς-πλουτς;» ακούστηκε η βαριά φωνή ενός πολύ ηλικιωμένου σίγουρα πλάσματος. Γυρνάει και βλέπει ένα κάτασπρο κύμα, γεμάτο ρυτίδες και πασπαλισμένο με κάμποση σοφία σαν κέικ με ζάχαρη άχνη. «Εγώ!» φώναξε ενθουσιασμένη η Λυδία που επιτέλους βρήκε κάποιον να μιλήσει. «Μα παιδί μου», ξανακούστηκε το σοφό γέρικο κύμα, «το σωστό δεν είναι πλατς-πλουτς, αλλά φλοισβ-φλοισβ! Δεν έχεις ποτέ φτωχό μου κυματάκι ακούσει να μιλάνε για το φλοίσβο της θάλασσας;» «Ο-ο-όχι...» κόμπιασε η Λυδία. «Μα τότε», είπε το κάτασπρο από τα χρόνια κύμα και έπιασε τη μακριά γενειάδα του από αφρούς, «θα αναλάβω τη μόρφωσή σου, γιατί, καθώς φαίνεται, είσαι τελείως αγράμματο. Έλα στο σχολείο που διδάσκω, για να μάθεις να παφλάζεις, όπως πρέπει!» «Σας ευχαριστώ πολύ!» είπε σαν υπνωτισμένο το μικρό πράσινο κυματάκι και ακολούθησε το δάσκαλο, που φλοίσβιζε αργά και συλλαβιστά καθώς προχώραγε, για να κάνει ένα πρώτο μάθημα στη Λυδία.

«Ιδού η τάξη μου!» Πίσω από ένα μαλλιαρό βράχο με τα φύκια να πετούν τούφες-τούφες ατίθασα από την κορυφή του και δεκάδες καβουράκια να τον γαργαλάνε, φάνηκε ένα ξέφωτο. Πολλά μικρά κυματάκια με μπλε κορδέλες στα μαλλιά και άσπρα σοσόνια μάθαιναν με κόπο να φλοισβίζουν. Μια σουπιά με ύφος πονηρό και κινήσεις αργές και νωχελικές είχε δεχτεί να ρίχνει κάθε τόσο λίγο απ’το μελάνι της και να τους φτιάχνει το μαυροπίνακα. Και τα κυματάκια σαν καλοί μαθητές και μαθήτριες σηκώνονταν ένα-ένα και έγραφαν με το λευκό αφρό τους στο μαυροπίνακα ατέλιωτα ‘φλοισβ-φλοισβ’. «Τι κάνεις Ισμηνιώ!» πάφλασε ξάφνου με πάταγο ο δάσκαλος. Τρόμαξαν τα κυματάκια και ζάρωσαν τόσο, που φαίνονταν ακόμα πιο μικρά απ’ όσο ήταν, και τα σοσόνια τους από την τρομάρα τους σουρώσαν γύρω από τα αδύνατα ποδαράκια τους . «Ισμηνιώ, με ακούς;» φώναξε εκνευρισμένο το σοφό μεγάλο κύμα, ενώ σηκωνόταν ψηλά και έσκαγε εκνευρισμένο με ηχηρό κρότο στο βράχο. Η Ισμηνιώ, το πιο μικρό απ’όλα τα μαθητούδια, έπαιζε με μια ζαργανούλα, γιατί βαριόταν αφόρητα τα μονότονα φλοισβ-φλοισβ. «Μάλιστα δάσκαλε...» είπε βαριεστημένα και χαιρέτησε με ένα σιγανό πλατς-πλουτς την κατάπληκτη Λυδία. «Μα πώς, δεν είναι το σωστό...» τραύλισε εκείνη. Το Ισμηνιώ ξεσπά σε γάργαρα αφριστά γέλια πίσω από την πλάτη του δασκάλου και της ψιθυρίζει με την ακόμα πιο γάργαρη και αφριστή φωνούλα της: «Πριν λίγο καιρό ήμουν σε ένα άλλο σχολείο, που υποστήριζαν πως τα μοντέρνα κύματα της εποχής μας πρέπει να λένε ‘πλατς-πλουτς’, γιατί το ‘φλοισβ-φλοισβ’ είναι απαρχαιωμένο. Και ακόμα παλιότερα ένα σοφό γέρικο κύμα, που πολύ του έμοιαζε του δασκάλου μας, μας μάθαινε πώς να κάνουμε ‘πλιτς-πλιτς-πλιτς’. Και ξέρεις κάτι; Όλοι υποστηρίζουν πως ο δικός τους τρόπος είναι ο μοναδικός σωστός. Και γιατί σε παρακαλώ, να μην είναι όλοι σωστοί και να μην κάνει ο καθένας ό,τι του αρέσει;»

Το Ισμηνιώ σταμάτησε να μιλάει, έκλεισε τη Λυδία σε μια τεράστια μπουρμπουλήθρα και την παρέσυρε στα βαθιά παφλάζοντας με χίλιους διαφορετικούς γαργαριστούς τρόπους: φλοισβ-πλιτς, πλαφ-πλουφ, πλιτς-πλατς, πλατς-πλουτς... «Θα ξαναβρεθούμε!» φώναξε ξάφνου έπειτα από πολλή ώρα και πολλά τρεχαλητά στη λαχανιασμένη από τα παιχνίδια Λυδία, που έβλεπε τη φίλη της να ξεμακραίνει χοροπηδώντας και γλιστρώντας από κύμα σε κύμα. «Πλαφ-πλουφ...» πάφλασε για χαιρετισμό το πράσινο κυματάκι και συνέχισε το ταξίδι του καταχαρούμενο που επιτέλους απόκτησε κάποιο φιλαράκι, που τη δεχόταν όπως είναι χωρίς να θελήσει να την αλλάξει. Γιατί τώρα πια είχε καταλάβει για τα καλά πως τη διώχνουν από παντού, γιατί δεν είναι ακριβώς όπως οι άλλοι, αλλά λιγουλάκι σε κάτι διαφέρει. «Ποιοι είναι οι άλλοι;» αναρωτήθηκε, ενώ ξεκουραζόταν πάνω σε ένα τεράστιο κύμα, τόσο μεγάλο που ούτε πήρε χαμπάρι πως κουβάλαγε στη ράχη του τη μικρούλα τη Λυδία. «Καθένας μας είναι άλλος, διαφορετικός. Γιατί πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι; Δεν μπορεί, θα υπάρχουν κι άλλοι σαν το Ισμηνιώ να με καταλαβαίνουν...» σκέφτηκε δυνατά και γεμάτο ελπίδα πήρε έναν υπνάκο στη ράχη του τεράστιου κύματος.

☺☻

Ούτε ξέρει πόσο κοιμήθηκε. Ίσως λεπτά, ίσως μέρες. Πάντως ξύπνησε στη Μαύρη Θάλασσα. Άνοιξε τα μάτια της και είδε να την έχουν περικυκλώσει μεγαλόσωμα μαυριδερά κύματα, τόσο αλμυρά που έτσουξαν τα μάτια της. «Γεια, είμαι η Λυδία, το πράσινο κυματάκι!» χαμογέλασε δειλά και έτριψε τα μάτια της. «Καταπράσινο!» πάφλασε επιβλητικά το πιο μαυριδερό απ’όλα τα κύματα. «Πράσινο σαν φύλλο δέντρου!» τσίριξε ένα άλλο. «Είσαι σίγουρα κύμα; Μήπως είσαι φυτό;» όρθωσε το ανάστημα του ένα τρίτο. «Μα και βέβαια είμαι κύμα!» έσκουξε η Λυδία και παραλίγο να βάλει τα κλάματα έτσι που την έζωσαν τα κύματα

Δορυφορική φωτογραφία της Μαύρης Θάλασσας
της Μαύρης Θάλασσας. «Ασφαλώς και είναι κύμα», ακούστηκε μια φωνούλα από από ένα σκούρο γκρι κύμα που όλοι το είχαν για παρακατιανό. Η Λυδία αναθάρρησε. «Εδώ θα με δεχτούν!» σκέφτηκε ενθουσιασμένη. «Είναι βέβαια διαφορετικό από εμάς, αλλά υπάρχει λύση», ξαναμίλησε το γκριζωπό κύμα. «Θα την ανακατέψουμε με μας και έτσι θα γίνει, αν όχι μαύρη, τουλάχιστον γκρι». «Μα εγώ θέλω να μείνω πράσινη!» φώναξε η Λυδία έντρομη. «Δε θέλω να μαυρίσω!» «Τότε να πας στην Ερυθρά Θάλασσα!» κάγχασε το πιο μαύρο απ’όλα τα κύματα. «Εκεί σίγουρα θα σε δεχτούν!» είπε και γέμισε η θάλασσα από το ειρωνικό του γέλιο που κάλπασε από κύμα σε κύμα. «Λέτε;» χαμογέλασε πάλι δειλά η Λυδία και η ελπίδα άστραψε στο χαμόγελό της. «Σίγουρα, σίγουρα...» γέλασαν τώρα τρανταχτά όλα μαζί τα μαύρα κύματα και τα γέλια τους σήκωσαν φουρτούνα.

Εκείνη την ώρα πέρναγε ένα κοπάδι από παρδαλόχρωμα ψάρια. Άλλο ασπρόμαυρο ριγωτό, άλλο με γαλάζιες βούλες, άλλο πορτοκαλόχρωμο με πράσινα μάτια, άλλο μικρό κι άλλο μεγάλο, άλλο μακρουλό κι άλλο πλακουτσωτό. «Λυδία, ακολούθα μας», της φώναξαν.

Χάρτης της Ερυθράς Θάλασσας
«Πάμε κι εμείς στην Ερυθρά Θάλασσα, γιατί εδώ παραέχει αλάτι, για να διατηρήσουμε τα χρώματά μας. «Έρχομαι!» πάφλασε η Λυδία και τα ακολούθησε κουτρουβαλώντας και παίζοντας με τις θαυμαστές ουρές τους σε όλη τη διαδρομή. «Φτάσαμε!» έκραξαν κάποτε τα παρδαλά ψαράκια και σκόρπισαν να βρουν τυχόν γνωστούς.

☺☻

Η Λυδία απόμεινε να κοιτάει εκστασιασμένη. Κόκκινα κύματα με ροζ αφρούς και ψάρια διάφανα, νερένια, πράσινα, κίτρινα, μπλε και ανεμώνες και μέδουσες και κοράλλια και

Ψάρια στην Ερυθρά Θάλασσα
ιππόκαμποι και καλαμάρια και αχινοί και φύκια λογιών-λογιών ποικιλόχρωμα κι αυτά σαν τα ψάρια. «Ωωωω...» έλεγε και ξανάλεγε και είχε πάρει ένα έντονο πράσινο, λαμπερό χρώμα από τη χαρά της για την ομορφιά που αντίκρυζε. «Άλτ, τις ει; Το σύνθημα!» ακούστηκε τότε ένα άλικο κύμα που άλλαζε διαρκώς μορφές. Άλλοτε γινόταν άρμα, άλλοτε πολυβόλο, άλλοτε οβίδα κι άλλοτε στρατιωτική στολή. Το πράσινο κυματάκι κοίταζε άλαλο. «Το σύνθημα!» έκραξε πάλι το κόκκινο κύμα, που τώρα έμοιαζε με στρατιωτικό αερολάνο και οι παφλασμοί του σφύριζαν σαν βόμβες που πέφτουν. «Ποιο, ποιο σύνθημα;» τραύλισε η Λυδία. «Εγώ απλά ήρθα». «Να κάνεις τι;» «Μα να παίξουμε!» «Απαγορεύονται τα παιχνίδια για όσα κύματα δεν είναι κόκκινα και δεν ξέρουν το σύνθημα». «Μμμ, μήπως είναι ‘κυνηγητό’;» «Όχι, αυτό ήταν την προηγούμενη βδομάδα». «Μήπως ‘κρυφτό’;» «Ούτε. Αυτό ουου, είναι πολύ παλιό». Τώρα το άλικο κύμα έμοιαζε με παιδικό παιχνίδι. Η Λυδία πήγε να χαρεί,, αλλά κοιτάζει καλύτερα και βλέπει πως ήταν ένα όπλο! Αυτό την τρόμαξε πιο πολύ απ’όλες τις μεταμορφώσεις του κύματος. «Τρίλιζα, τρίλιζα...» της σφύριξε ένα μικρό μονόφθαλμο ψαράκι. «Ό-ο-χι, άσε καλύτερα..» του απάντησε ψιθυριστά το πράσινο κυματάκι. «Τι να κάνω σε ένα μέρος που τα παιδικά παιχνίδια είναι όπλα; Φεύγω!» «Κρίμα κι έψαχνα για παρέα...» είπε απογοητευμένο το μονόφθαλμο ψαράκι και θάμπωσε το στρογγυλό του μάτι. «Τότε έλα μαζί μου!» «Δεν μπορώ, φοβάμαι τα ταξίδια. Κι εξάλλου εδώ έχω μεγαλώσει. Ένα παιδικό όπλο μου έβγαλε το μάτι, αλλά εγώ δε θέλω να αφήσω την πατρίδα μου». «Καλά, καλή τύχη», πάφλασε η Λυδία και έφυγε με ένα κόμπο στο λαιμό.

Τότε αποφάσισε να πάρει κι εκείνη μια μορφή, όπως έκανε το κόκκινο κύμα. Κι έγινε μια καταπράσινη καρδιά που ακουγόταν να χτυπά σαν αυτές που ζωγραφίζουν τα παιδιά. Παλόταν και προχώραγε. Τούκου, του. Παλόταν και συνέχιζε το δρόμο της. Τούκου, του, τούκου, του. Μέχρι που την έχασε από τα μάτια του το μονόφθαλμο ψαράκι. Η Λυδία ταξίδευε, ταξίδευε πάντα με τον ίδιο τρόπο. Κτυπούσε η καρδιά και έφευγε προς τα μπρος. «Θα σταματήσω μόνο εκεί που θα δω μια άλλη καρδιά να κτυπά», σκεφτόταν. Και φούσκωνε και ξεφούσκωνε και πρασίνιζε σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, μέχρι που έμοιαζε με αστραφτερό σμαράγδι. Κι έπειτα με τρυφερό φυλλαράκι αγριολούλουδου, που μόλις έχει ξεδιπλωθεί στο φως. Και έπειτα με πράσινη κάμπια, που κοντεύει να γίνει πεταλούδα και να πετάξει. Κι έπειτα πράσινο αστέρι, που λαμπιρίζει στον ουρανό. Κι έπειτα, κι έπειτα, κι έπειτα...

☺☻

Και κάποτε φτάνει σε μια αμμουδερή παραλία ενός αιγαιοπελαγίτικου νησιού αποκαμωμένη από το μεγάλο ταξίδι και τα πολλά τούκου, του. «Μπα, άνθρωποι!» μονολόγησε το κυματάκι που έμοιαζε πια μόνιμα με καρδούλα. Άρχισε να περιτριγυρίζει όσους κολυμπούσαν και κτυπούσε πιο δυνατά παρά ποτέ με την ελπίδα πως κάποιος απ’όλους θα το προσέξει και θα γίνουν φίλοι. «Τούκου-του, τούκου-του, τούκου-του», πάφλαζε και ξαναπάφλαζε και κοίταζε κατάματα τους ανθρώπους και τους χτυπούσε απαλά στον ώμο. Τίποτα. Κανείς τους δεν το έβλεπε. «Τούκου-του, τούκου-του». Αγωνία. «Μα είναι τυφλοί;» Οι κτύποι του γινήκαν πιο αδύναμοι από την απογοήτευσή του. Έπειτα θυμήθηκε πως υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα σταματήσει μοναχά σαν απαντήσει μια άλλη καρδιά και ντράπηκε λιγάκι έτσι που ζήταγε επίμονα παρέα. Αποκαρδιωμένο και λιγάκι ντροπιασμένο, τόσο που παραλίγο από πράσινο που ήταν να κοκκινίσει από τη ντροπή του, ξαναβρήκε το ρυθμό των χτύπων του και περιπλανιόταν πια αδιάφορα ανάμεσα στους ανθρώπους που κολυμπούσαν.

Ώσπου... «Μπα, τι είναι αυτό;» Τώρα το κυματάκι καρδούλα χτύπαγε δυνατά και γρήγορα. Όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο γρήγορα. Ένα κοριτσάκι μελένιο σαν τον ήλιο με πολύχρωμο μαγιουδάκι, μαύρα μπουκλάκια και παχουλά ποδαράκια έκανε με τα χεράκια του το σχήμα της καρδιάς. Σούφρωνε το στοματάκι του, που έμοιαζε κι αυτό με καρδούλα, παλόταν ολόκληρο κι έλεγε και ξανάλεγε: «Τούκου-του, τούκου-του...» «Είδατε που σας το έλεγα;» κουδούνισε η φωνούλα του κοριτσιού σαν χίλια καμπανάκια που τα φυσά απαλό βοριαδάκι στην κάψα του καλοκαιριού. «Είδατε πως υπάρχουν πράσινα κυματάκια που μοιάζουν με καρδούλες;» Το κυματάκι φούσκωσε τόσο από τη χαρά του, που παραλίγο να χάσει το σχήμα της καρδιάς. Κι έγινε τόσο πράσινο, που αντιφέγγιζε στα γύρω κύματα κι ήταν σαν να πρασίνιζε η θάλασσα όλη. «Βρήκα επιτέλους μια καρδιά, που χτυπά μάλιστα για μένα!» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. «Τούκου-του», ακούστηκαν τα χτυποκάρδια του μικρού γελαστού κοριτσιού. «Τούκου-του, τούκου-του», απαντά χοροπηδώντας τριγύρω της το κυματάκι. Ανάμεσα σε δύο χτυποκάρδια είχαν πει τα πάντα. Το κυματάκι πώς περιπλανήθηκε, γιατί όλοι του ζητούσαν να αλλάξει και να γίνει σαν αυτούς, για να κάνουν παρέα. Πώς πήγε στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ερυθρά. Και σε ξακουστά σχολειά για κύματα. Και πώς γνώρισε ψάρια με οριζόντιες ρίγες που έγιναν κάθετες από τη φρίκη που νιώσαν, μόλις το αντίκρυσαν. Και το κοριτσάκι που σχημάτιζε ακόμα με τα χεράκια του μια μεγάλη καρδιά, του είπε πως περίμενε ένα πράσινο κυματάκι σε σχήμα καρδιάς να γίνουνε φίλοι. Κι όλοι την κορόϊδευαν ή της χάϊδευαν το κεφαλάκι και σκέφτονταν: «Είναι μικρούλι και ονειροπαρμένο το καϋμένο...» Αλλά να, ήρθε το πράσινο κυματάκι της κι είναι τώρα πολύ ευτυχισμένη!

«Λυδία», γαργάρησε η φωνή της μελένιας μικρούλας, που είχε μάθει το όνομα της νέας της φίλης, «έχω μια ιδέα! Θα κλάψω πολύ-πολύ και τα δάκρυα μου που είναι αλμυρά, θα σε κάνουν και σένα αλμυρή και θα σε δεχτούν έτσι τουλάχιστον στη Μαύρη Θάλασσα με τα αλατισμένα κύματα!» «Μα εγώ θέλω να με αγαπούν γι’αυτό που είμαι... όχι γιατί θα γίνω πιο αλμυρή ή πιο ανάλατη ή πιο έξυπνη ή πιο γαλάζια απ’όσο είμαι!» «Τότε γιατί ψάχνεις άλλο; Δε σου είμαι εγώ αρκετή, που σε θέλω, όπως ακριβώς είσαι;» «Μα και βέβαια, πετώ απ’τη χαρά μου που σε βρήκα!» φλοίσβισε η Λυδία και λευκές γιρλάντες στόλισαν το κοριτσάκι κι άσπρα λουλούδια άφρισαν στα όμορφα μαλάκια του. Και στριφογύρναγε απ’τη χαρά του, που τόσα στολίδια σκαρφάλωσαν πάνω του απ’την αγάπη του κύματος. Και στριφογύρναγε μαζί του και το κυματάκι που απέκτησε ξαφνικά μπουκλάκια και γέμισε παντού χαμόγελα.

Έπαιζαν έτσι όλο το καλοκαίρι. Χόρτασαν παιχνίδια, γέλια, αφριστή αγάπη, μελένια λογάκια και πράσινο χρώμα, τόσο που φούσκωσαν οι κοιλίτσες τους. Και όταν ήρθε η ώρα να χωρίσουν, γιατί είχε πια φτάσει φθινόπωρο και τα πρωτοβρόχια άρχισαν να παγώνουν τη θάλασσα, είπε το κύμα στο κοριτσάκι: «Θα έρχομαι να σε βλέπω κάθε καλοκαίρι. Και το χειμώνα θα σου στέλνω μηνύματα από τον ουρανό, αφού, όπου νά’ναι, θα εξατμιστώ και θα γίνω συννεφάκι. Όποτε και να σηκώσεις το κεφάλι σου ψηλά, θα βλέπεις ένα συννεφάκι σε σχήμα καρδούλας και έτσι θα με αναγνωρίζεις. «Τούκου-του», απάντησε το κοριτσάκι και με ένα άγγιγμά της του χάρισε κουδουνιστά γελάκια να τ’ακούει να καμπανίζουν και να ζεσταίνεται από τη γλύκα τους, όπου και να βρίσκεται. «Τούκου-του», είπε το κυματάκι και με ένα χάδι του φώτισε τα μάτια του κοριτσιού με το πράσινό του χρώμα. «Τώρα έχεις πράσινα νερένια ματάκια. Όποτε κοιτιέσαι στις νερολακούβες και τα βλέπεις να καθρεπτίζονται, θα με καλείς κι εγώ θα σχηματίζομαι στον ουρανό, ένα πράσινο συννεφάκι σε σχήμα καρδιάς», είπε το κυματάκι. Και μεμιάς έγινε αμέτρητες σταγόνες που ανέβαιναν στον αέρα σαν χιλιάδες μικρά μπαλόνια σε σχήμα καρδιάς, που άφησαν παιδικά χεράκια να δραπετεύσουν στον ουρανό και τώρα χτυπούν χαρούμενα παλαμάκια, που βλέπουν τους γονείς τους να κυνηγούν να τα πιάσουν. «Θα σε περιμένω να έρθεις σε κάθε καλοκαιρινή μπόρα, Λυδία!» χοροπήδαγε το κορίτσι με τα κουδουνιστά γελάκια. Κι όταν πια τα μπαλονάκια κόντευαν να φτάσουν ψηλά στον ουρανό και να φτιάξουν μια τεράστια συννεφένια καρδιά, τα πράσινα νερένια μάτια φώναξαν με όλη τη δύναμη των ματιών: «Λυδία, ξέρεις πώς με λένε;» «Ποτέ δε μου είπες...» «Ποτέ δε με ρώτησες... Είμαι η Ισμηνιώ! Δε σου είχα πει τότε που παίζαμε μαζί στο σχολειό των κυμάτων πως θα ξαναβρεθούμε;» γέλασε το Ισμηνιώ και μαζί της κουδούνισαν τα γελάκια που είχε χαρίσει στη Λυδία. Γέλασε και το κατάπληκτο κυματάκι από χαρά που ξαναβρήκε τη μία και μοναδική του φίλη. Γέλασε από ακόμα μεγαλύτερη χαρά τώρα που κατάλαβε πως ποτέ δε θα ξαναμείνει μόνο του. Και πως θα το συναντά ξανά και ξανά με χίλιους δυο διαφορετικούς τρόπους σε χίλιες δυο ζωές και με χίλιες δυο μορφές.

Περισσότερα...