Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

Νερό. Θάλασσα παντού γύρω μου. Βουλιάζω.

"Under my sea", Nancy Wagner

Νερό. Θάλασσα παντού γύρω μου. Βουλιάζω. Αφήνομαι να βουλιάξω. Απλά, απαλά, ήσυχα. Το σώμα μου λυγίζει στην εμβρυακή στάση. Άθελά μου. Γλιστράν από πάνω μου όλα. Σκέψεις, πάθη, άγχη, όνειρα, πόθοι, πόνοι, συναισθήματα. Κολυμπώ στο κενό χωρίς να θέλω τίποτα. Κοιτώ τα χέρια μου. Απέκτησαν δική τους κίνηση. Δεν τα ελέγχω. Κινούνται σαν τα πλοκάμια της μέδουσας. Μειλίχεια και αρμονικά. Δε ζητούν να αδράξουν. Κοιτώ τα πόδια μου. Κολλημένα στο σώμα πριν, αρχίζουν να γλιστράνε. Δε ζητούν να πατήσουν πουθενά. Απλά αιωρούνται με την απόλυτη ακινησία της γάτας που ελέγχει κάθε μυ και τον εξαναγκάζει να παραιτηθεί απολύτως από κάθε υποψία νεύρου. Κοιτώ την ψυχή μου. Άδεια από μνήμη. Άδεια από παρελθόν και μέλλον. Αυτάρκης στη γαλακτερή της μακαριότητα. Κοιτώ πάνωθε μου. Η διαχωριστική επιφάνεια του νερού με τον αέρα. Ο ήλιος φτάνει στρεβλωμένος εδώ κάτω. Σπάει σε χίλιες ακτίνες. Με φτάνουν και δε με φτάνουν. Δεν έχει σημασία. Εδώ πέρα δεν είμαι το κέντρο του παντός. Δεν είμαι οι πέντε αισθήσεις που διυλίζουν τα ερεθίσματα. Είμαι οι χίλιες μικρές αχτίδες που διασκορπίζονται παντού. Που δεν τις ελέγχω. Που είμαι εγώ και δεν είμαι. Διαχέομαι στο νερό. Βρίσκομαι παντού σε κάθε σταγόνα του. Είμαι το νερό. Απλά και όμορφα υπάρχω παντού. Εξαϋλώθηκα;

Κοιτάω πάλι τα χέρια μου. Όχι, βρίσκονται εκεί δίπλα μου. Τα πλοκάμια της μέδουσας ζητούν τώρα να αρπάξουν. Πεινάσανε. Κοιτάω τα πόδια μου. Ζητούν να πατήσουν γερά. Δε βρίσκουν. Κινούνται μόνα τους. Ανεβάζουν το σώμα μου προς τα πάνω. Κοιτώ την ψυχή μου. Ασκός του Αιόλου που γέμισε φόβο για το θάνατο και λαχτάρα για ζωή. Αέρας. Στέρεψε εδώ και ώρα και δεν το κατάλαβα. Θέλω ανάσα. Ορμάω στον πάνω κόσμο. Οι χίλιες ηλιαχτίδες όσο ανεβαίνω μπλέκονται σε μία. Σταθερή και ευθύγραμμη. Φτάνω στη διαχωριστική γραμμή. Θέλω να γυρίσω να κοιτάξω πίσω μου. Να δω τη μακαριότητα της παραίτησης που άφησα. Να δω τη γαλήνη των θεών. Να δω για τελευταία φορά τη γαλήνη της ανυπαρξίας. Το σώμα δεν υπακούει. Η σαϊτα έφυγε από το τόξο. Τρυπάει την επιφάνεια του νερού. Εκτοξεύεται στον αέρα. Ανάσα. Βαθειά και λαίμαργη. Δίνει πνοή στο μισοπνιγμένο σώμα. Ο ασκός του Αιόλου παραγέμισε. Με θέλω μπορώ πρέπει παλεύω νιώθω. Με το θλιβερό εγώ που δεν πάει παραπέρα από όσο το αφήνουν οι δεσμώτες του, οι αισθήσεις. Κοιτάζω τον ήλιο κατάματα. Κοιτάζει μόνο εμένα. Και με τυφλώνει. Να μη μπορώ να δω πολύ πέρα από εμένα. Φυλακισμένη. Κοιτάζω το βυθό. Σκοτεινός και θολός. Από τα χυμένα εγώ που γίνανε ένα, όταν ο ήλιος έδυσε. Γιατί κάποτε δύει. Όταν έρθει η ώρα του.

4 σχόλια:

Tyler Durden είπε...

καταπληκτικό, μόνο σε όνειρα εξακολουθεί η περιγραφή του πρώτου μερους στα οποία μπορώ και αιωρούμαι ελεύθερα αναπνέοντας και χωρίς την οδυνηρή πίεση στα αυτιά

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Ναι, φαντάζομαι ότι πολλοί από εμάς έχουμε ζήσει είτε στον ύπνο μας είτε στο νερό ανάλογη εμπειρία. Aποπειράθηκα να την περιγράψω λεκτικά, τρόπος που εξ ορισμού υπολείπεται. Καλή σου μέρα Tyler Durden!

ΨουΞ είπε...

"Κολλημένα στο σώμα πριν, αρχίζουν να γλιστράνε. Δε ζητούν να πατήσουν πουθενά. Απλά αιωρούνται με την απόλυτη ακινησία της γάτας που ελέγχει κάθε μυ και τον εξαναγκάζει να παραιτηθεί απολύτως από κάθε υποψία νεύρου."


μου άρεσε αυτό το κομμάτι της περιγραφής πολύ.....έτσι σκέφτηκα να το πω....

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Kαι πολύ καλά έκανες Ψουξ, αν όντως κάτι σου είπε. Καλώς όρισες.