
-«Γέρασα», λέει ο πατέρας που μπαίνει εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο.
-«Καθόλου», απαντά ο γιος. Και το εννοούσε.
Ο γέρος πατέρας το ένιωσε πως ο γιος του έβλεπε μέσα του το μικρό αγόρι που έκρυβε καλά. Και χαμογέλασε ένοχα και σκανταλιάρικα μέσα του ο ατίθασος πιτσιρικάς που τον πιάσανε να παίζει κρυφτό, ενώ το παιγνίδι είχε τελειώσει.
Ο γιος το ένιωσε πως είχε απότομα γεράσει. Είχε μάθει πια πως υπάρχουν δυο τρόποι να βλέπεις μια ταινία: από την αρχή προς το τέλος και από το τέλος προς την αρχή. Την δικιά του ταινία όμως την έβλεπε προς το παρόν από την αρχή προς το τέλος μόνο. Αλάθητο σημάδι γήρατος.
Διάλογος τέταρτος: Οι μάνες

Η φίλη της ενθουσιασμένη στο τηλέφωνο με τις προετοιμασίες για το μωρό που θα. Φλυαρεί για την κούνια και τα προικιά του αγέννητου που κυοφορεί. Τις κουδουνίστρες. Τα σεντονάκια, τα ρουχαλάκια, τις κουβερτούλες. Τις πιπίλες, τα μπιμπερό, τα καπελάκια. Τα σκουφάκια και τα φανελάκια. Τα κοντομάνικα και τα αμάνικα. Η άλλη ακούει στωικά. «Α, ωραία». Η φωνή τής βγαίνει σβυσμένη, μα το νιώθει πως κάτι πρέπει να πει. Οι μεγάλες παύσεις δεν είναι ευγενικές. Προπάντων. «Α, ωραία». Η έγγυος πετάει ανάμεσα σε ροζ και γαλάζια συννεφάκια πασπαλισμένα με ταλκ για μωρά. Είναι πολύ απορροφημένη για να αντιληφθεί το σβύσιμο στη φωνή της άλλης. «Α, πολύ ωραία». Τι υπέρβαση! Πρόσθεσε το ‘πολύ’.
-«Τι χρώμα να το βάψω;», ακούγεται μια φωνή από κάπου πολύ μακριά, από τα ροζ και γαλάζια συννεφάκια.
-«Ποιο;», απαντά η σβυσμένη φωνή.
-«Μα το δωμάτιο! Είναι, λένε, πολύ σημαντικό για την ψυχολογία του παιδιού».
-«...». Σιωπή. Καθόλου ευγενικό. Προπάντων. Ίσως και ύποπτο. Για φθόνο.
-«Πρέπει να με συμβουλεύσεις. Είσαι ή δεν είσαι η καλύτερή μου φίλη;»
Η άλλη κοντοστάθηκε πριν απαντήσει. Μπροστά της άναβε μια τεράστια φωτιά κι εκείνη να πετάει, άχρηστα όλα, κούνιες και ρουχαλάκια και σεντονάκια με ζωάκια και παιγνιδάκια πολύχρωμα και κουδουνίστρες θαυμαστές και παπλωματάκια με λαγουδάκια και πιπίλες με καρδούλες και μπιμπερό με αστεράκια και αρκουδάκια χνουδωτά. Και όλο η φωτιά να θεριεύει, να φτάνει μέχρι τον ουρανό μαζί με το θρήνο της και τα ουρλιαχτά της. Και όλο να μοιρολογάει για του κύκλου τα γυρίσματα και του τροχού τα αλλάματα που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου. Στα βάθη. Τα απύθμενα. Εκεί που δεν υπάρχουν τα ηλίθια ροζ και γαλάζια συννεφάκια που κάποτε είχε καβαλήσει και η ίδια. Ζαλίστηκε. Γραπώθηκε από μια καρέκλα να μη χυθεί χάμω.
-«Περιμένω! Ροζ ή γαλάζιο; Μήπως κάτι άλλο;». η φωνή της καλύτερής της φίλης στρίγγλιζε χαδιάρικα ανηλεής.
Τι να πει; Για του κύκλου τα γυρίσματα; Για τις μωρές παρθένες; Για την άφρονη αλαζονεία του θνητού, που ζει θαρρώντας πως είναι αθάνατος; Τι χρώμα έχουν όλα τούτα; Τι;
-«Άσπρο με ροζ και γαλάζια συννεφάκια παντού».
-«Καταπληκτική συμβουλή! Το ήξερα πως είσαι η καλύτερή μου φίλη!»
Κατέβασαν βιαστικά το ακουστικό. Η μία, αθώα, πήγε να συνεχίσει την αιώρησή της στα ροζ και γαλάζια σύννεφα. Η άλλη, υποψιασμένη, πήγε να περπατήσει σκυφτή για να βλέπει καλύτερα τη θνητή χωματένια της φύση.
Περισσότερα...