
(Ο Άντρας επιχειρεί να κάτσει στο ξύλινο φράχτη δίπλα από τη Γυναίκα. Σπάει και πέφτει κάτω. Γελάει και ξαφνικά σοβαρεύει)
Άντρας: Έπεσα και βρήκα ρίζες, θάμνους...
Σκέφτηκες ποτέ ότι και τα φυτά νιώθουν, καταλαβαίνουν;
Αυτή η καρυδιά...
Γυναίκα: Συμήδα είναι.
Άντρας: Δεν έχει σημασία. Δεν πάνε πουθενά. Όπως εμείς που τρέχουμε συνεχώς, αισχρολογούμε...
Επειδή δεν πιστεύουμε στη φύση που υπάρχει μέσα μας
Δυσπιστούμε, βιαζόμαστε
Δε σκεφτόμαστε
...
Έλα στο Τόμσινο, περνάμε καλά εκεί.
(Φεύγει)
Γυναίκα: Αίμα.
Άντρας: Πού;
Γυναίκα: Πίσω από το αυτί σου.
(Ξαφνικό δυνατό κύμα αέρα που μοιάζει να σπρώχνει τον Άντρα πίσω προς τη γυναίκα. Ο Άντρας κοντοστέκεται. Γυρνάει και κοιτάει πίσω. Συνεχίζει το δρόμο του.
Δεύτερο κύμα αέρα. Ο Άντρας κοντοστέκεται πάλι και ξανακοιτάει πίσω του. Στρέφεται μπροστά και συνεχίζει οριστικά το δρόμο του)
-----------------------------------------------------------------------------
Η παραλία στο νησί νωρίς το πρωί. Σχεδόν έρημη με βοτσαλάκια χίλια μύρια χρώματα να λαμπυρίζουν πάνω σε μαύρη ψιλή άμμο. Νερά διάφανα να αντιφεγγίζουν το λυκαυγές. Η ζέστα να χαράζει. Το βουνό θεόρατο να γέρνει από πάνω, εραστής που κρατάει ακόμα για λίγο στη σκιά τα μυστικά του. Ο ήλιος σκάει. Το μαϊστράλι ακροπατά ίσα να ψαύει το κορμί. Τα μάτια μισόκλειστα να μη θαμπωθούν από την πολλή ομορφιά. Αρώματα από ρίγανες, λυγαριές, φύκια με τυλίγουν. Εμβαπτίζομαι. Θαρρώ πως λούζομαι στη Στύγα. Βγαίνω και μένω να μετεωρίζομαι στ’ανάμεσο στεριάς και θάλασσας να αναλογίζομαι την κληρονομιά του θνητού. Την αχίλλειο πτέρνα μου.
Χίλιοι μύριοι οι καθάριοι ήχοι της φύσης από εδώ. Μα ένας μπαίνει μέσα μου από κάθε πόρο και με κυριεύει με την ήρεμη επαναληπτικότητά του, τόσο που να θαρρώ πως οι κτύποι της καρδιά μου εναρμονίστηκαν μαζί του. Φλοισβ, φλοισβ. Τικ, τακ. Ο φλοίσβος. Λέξη που κλείνει μέσα της αυτούσιο το χαρχάλεμα που κάνουν τα κύματα στα βότσαλα με τα πέρα-δώθε τους. Φλοισβ, φλοισβ. Τόση εντύπωση είχε κάνει στους ανθρώπους το χαρχάλεμα αυτό, που το φυλάκισαν σε μία λέξη να το κουβαλούν μαζί τους όταν ξεμακραίνουν από τη θάλασσα και δε τ’ακούν. Φλοισβ, φλοισβ και πάλι και πάλι και πάλι. Νανουρίζει ή αφυπνίζει τις κοιμισμένες αισθήσεις μου;
Η αρμονία μέσα από την επανάληψη του φλοίσβου. Εδώ είναι όλα σε αυτή την ερημιά. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα. Τα ερωτήματα τα ίδια. Αρκεί να έχω τα μάτια ανοιχτά. Τις κόρες διεσταλμένες να ρουφούν κατάστηθα. Ο έχων ώτα ακουέτω. Το Φλοίσβο. Ψιθυρίζει με την ήρεμη επανάληψή του πως υπάρχει τάξη, πως υπάρχει αρμονία, πως υπάρχει κάτι που κοντράρει στα ίσα το τυχαίο. Πως μπορεί και να μην κρέμομαι από μια κλωστούλα του με τους σπασμούς του κρεμασμένου να τινάζουν τα σώψυχα και ξώψυχά μου, κάθε που το τυχαίο χορεύει το χορό της Σαλώμης. Πως μπορεί να μη δω το κεφάλι μου στο πιάτο για το καπρίτσιο της πόρνης τύχης. Ναι, ο Φλοίσβος μου επαναλαμβάνει διαρκώς. Υπάρχει ρυθμός, τάξη, αρμονία. Ρυθμός τάξη, αρμονία. Μπορεί και να μην είναι το ανθρωπάκι που τα χέρια του κουνώ και το μυαλό του, το ανθρωπάκι μου, ο απόλυτα τυχαίος συνδυασμός ωαρίου και σπερματοζωαρίου στον εντελώς συμπτωματικό χωροχρόνο. Με την τυχαία γέννηση και τον τυχαίο θάνατο. Με την τυχαία ζωή, με τις τυχαίες σπασμωδικές δράσεις και αντιδράσεις. Με τους τυχαίους ανθρώπους δίπλα του, και αυτό το ίδιο τυχαίο για αυτούς. Και εγώ ο ίδιος τυχαίος για αυτούς. Στις τυχαίες ουτοπίες να παραδέρνω και στους φαύλους κύκλους να περπατώ με αυστηρή προσήλωση. Μην ξεφύγω από το περίγραμμά τους και διασαλέψω τη φαυλότητά τους.
Αυτή η σιγουριά πως το ένα φλοισβ διαδέχεται το άλλο επ’άπειρον είναι βάλσαμο. Ογκόλιθος να πατήσω. Να σταθώ όρθιος σταθερά χωρίς τρεκλίσματα μεθυσμένου, που αλλού υπολόγιζε πως πατά το ποδάρι του κι αλλού τον πάνε τα παραπατήματα. Πού να το φανταζόμουν πως το μόνο σίγουρο μέρος να πατήσω να μην γκρεμιστώ είναι ο αφρός των κυμάτων. Μεγάλη η παραμυθία σου Φλοίσβε. Να κάθομαι ώρες ατέλειωτες να σε αφουγκράζομαι, να μου ξορκίζεις το φόβο, να με γαληνεύεις κομμάτι το δόλιο, τον αλλοπαρμένο, που άλλο από το να γυρνά αλαλιασμένος από το καμουτσίκι της Τύχης δεν ξέρει. Και πιο πριν χειρότερα. Γύρναγα ο δόλιος, ο καψερός, στητός και ντούρος με τα γαλόνια και τα παράσημα στη μόστρα να μπερδεύω τα τσαλίμια και τα τσακίσματα της Τύχης με την «ιδίαν βούλησιν». Δε βαριέσαι ο άνθρωπος δε μαθαίνει. Τι κοτζάμ Οιδίποδες τρανταχτοί φάγανε τα μούτρα τους και ξεροκατάπιαν την περίφημη βούλησή τους, αυτός εκεί. Βούληση να σου κοπανάει ξανά και ξανά. Και άντε από το ένα άκρο στο άλλο, όταν αυτή ξεπέφτει. Τύχη σου λέει μετά, όχι βούληση.
Κάνω τη σκέψη να κοντοσταθεί. Δε μου χρειάζεται. Μου αρκεί που αφουγκράζομαι το Φλοίσβο. Τι είναι αυτό; Κι άλλοι ήχοι ξεδιαλύνονται. Ο άνεμος πόσο διαφορετικά ακούγεται όταν βαδίζει στο νερό και πόσο όταν περπατά στην άμμο. Άκου τον τώρα δα θροίζει στα ξερόκλαδα του σκίνου. Τόσες ριπές ανέμου κι όλες διαφορετικές, ένας κόσμος ολόκληρος! Πού κρυβόταν και δεν τον άκουγα; Πίσω από το θόρυβο του αυτοκινήτου μου. Πίσω από το θόρυβο της σκέψης μου. Πίσω από το θόρυβο της έριδας. Πίσω από την πιλάλα στον ξύπνιο και τον ύπνο μου. Η τυχαία κίνηση των τυχαίων μορίων ενός τυχαίου αερίου που συγκρούονται τυχαία. Α, ήμουν συνεπής στην τυχαία μου κίνηση. Δε σταμάτησα λεπτό ως τώρα να κινούμαι. Και αν έπεφτε η θερμοκρασία του αερίου μου, και επιβραδυνόταν η κίνησή μου, αποπροσανατολιζόμουν, εγώ, το μόριο το καταδικασμένο να κινούμαι διαρκώς, να κινούμαι άσκοπα. Δεν μπορούσα να σταματήσω για λίγο να θεαθώ εκτός και εντός. Κάθε επιβράδυνση με έκανε να καπνίζω πιο πολύ, να σκέφτομαι πιο πολύ, να ερωτεύομαι πιο πολύ, να γελάω πιο πολύ, να κλαίω πιο πολύ, να πίνω πιο πολύ, να δημιουργώ πιο πολύ, να καταστρέφω πιο πολύ. Να αναπληρώσω την κινητική ενέργεια.
Τώρα σταμάτησα. Σταματώ. Με έκανε ο Φλοίσβος να σταματήσω. Αφουγκράζομαι το Φλοίσβο μέσα μου. Τώρα που δεν ακούω θόρυβο, εδώ στην έρημη νησιώτικη παραλία, κανέναν, ούτε εκτός ούτε εντός. Τώρα γαληνεύω. Δε θέλω άλλο τίποτα. Τίποτα δεν ποθώ. Για τίποτα δε χρειάζεται να τρέχω δαιμονισμένα. Για τίποτα δε χρειάζεται να φοβάμαι. Ούτε και το τέλος. Η φύση γύρω μου κι ο Φλοίσβος ήρεμα διαλαλούν πως κι ο θάνατος ακόμα έχει τη θέση του στην τάξη των πραγμάτων είναι μέρος της αρμονίας. Δίχως αυτόν η πλάστιγγα γέρνει. Προς τη δυσαρμονία. Κάθε τέλος το διαδέχεται μία αρχή. Κάθε αρχή έχει ανάγκη ένα τέλος. Ο αέναος κύκλος της φύσης. Ο αέναος κύκλος μέσα μου. Εμένα του ανθρώπου. Που άφησα για μια χαραμάδα της ύπαρξής μου το Φλοίσβο να με διδάξει. Ότι η αχίλλειος πτέρνα μου δεν είναι η θνητότητά μου. Είναι που δεν πίστευα στη φύση που υπάρχει μέσα μου.
Περισσότερα...