Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

Το βουνό

Dark mountain sky, Kirstie Cohen

Βάρος μεγάλο την πλάκωνε. Της έλιωνε το στήθος. Αν δεν ντρεπόταν θα άφηνε τη δύσπνοια να φανεί. Στεκόταν ακίνητη δίπλα του. Στη θέση του συνοδηγού. Τον ένιωθε ακίνητο δίπλα της να ξεφυσά με τη θανατερή του ανάσα. Στη θέση του οδηγού. Θα τον αφήνει μια ζωή να οδηγεί; Χαμογέλασε που είχε ακόμα διάθεση για ποιητικές αλληγορίες. Της έκανε καλό. Το βάρος αλάφρυνε λιγάκι. Πάλι τσακωμένοι. Καλοκαιράκι με πανσέληνο ανάμεσα στη θάλασσα και τα βουνά. Το αυτοκίνητο να τρέχει με τα παράθυρα ολάνοιχτα να μπουκάρει το σεληνόφως. Φωτεινό από την πλευρά της θάλασσας. Σκοτεινό από τον όγκο των βουνών. Όπως στα παραμύθια. Το έμαθε πια πως δεν πρέπει να πιστεύει στα παραμύθια. Είναι μια απώλεια αυτό. Σκληρή. Τον κοίταξε με την άκρη του ματιού της. Φαινομενικά ακίνητη. Το ίδιο θα έπαθε και εκείνος. Έπαψε να πιστεύει στα παραμύθια. Να και κάτι κοινό. Τον συμπόνεσε σαν τον εαυτό της. Τι διάολο. Ακόμα και οι κολασμένοι πονάνε ο ένας τον άλλο. Το μόνο που τους έμενε να κάνουν. Είναι κάτι και αυτό. Το θηρίο δίπλα της φρούμαξε σιωπηλά. Το μεγαλύτερό του όπλο. Έβαλε πάλι την πανοπλία της. Και τότε το άκουσε. Το θηρίο μέσα της. Ποιον να πρωτοπολεμήσει. Ο γαλάζιος πρίγκηπάς της ξέβαφε με τον καιρό μέχρι που έγινε σταχτής δράκος. Η ευαίσθητη πριγκήπισσά της σκλήρυνε με τον καιρό μέχρι που έγινε κακιά μάγισσα. Έχουν μια αλήθεια τα παραμύθια τελικά για όποιον ξέρει να τα διαβάζει. Χαμογέλασε ξανά. Αλάφρυνε κι άλλο. Ατέλειωτη η επιστροφή με τους νέους τους ρόλους.

Κι είναι τόσο όμορφα έξω. Γιατί δεν είναι έξω; Κι οι δυο τους. Ο σώσων εαυτόν σωθήτω. Να ανοίξει την πόρτα να κατέβει. Να πάει πού. Στην ερημία. Σάμπως έρημη δεν είναι τώρα; Και τότε είδε τη μάγισσα να ανοίγει και να βγαίνει από μέσα άλλη μπαμπούσκα και άλλη και άλλη μέχρι που έμεινε η τελευταία. Πριγκήπισσα λιτή, γυμνή από ξόμπλια να τη βουλιάζουν, ελαφριά σαν αερικό. Βάρος κανένα δεν την κράταγε αλυσοδεμένη με τη μούρη στο χώμα να γεύεται την πικρή του γεύση. Πέταξε ολόγυμνη, ούτε καν τη βούληση δε ζώστηκε να κρύψει την ύπαρξή της. Η μεγάλη μπαμπούσκα που την έκλεινε την αγνάντεψε λεύτερη στα βουνά, ένα με τη σκοτεινιά τους που την απορρόφαγε εκείνη, τη γυμνή πριγκήπισσα λίγο-λίγο και αχόρταγα σαν άμμος ξεραμένη που δροσίζεται από το νερό που την ποτίζει με το κουβαδάκι του μικρό παιδί . Κι εκείνη άπλωνε και θέριευε και γινόταν ένα με το βουνό και όσο αυτό τη ρουφούσε, έτσι βαρύ κι ακίνητο και αιώνιο, τόσο ετούτη ξόδευε κάθε ανάσα της να ενωθεί μαζί του. Δίχως φόβο για τη σκοτεινιά του. Δίχως φόβο για τη μοναξιά του την εις τους αιώνας των αιώνων. Δίχως φόβο για την ακινησία και τον τεράστιο όγκο του. Ξεκόλλαγε από τις σάρκες της τους τελευταίους Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες που της ρουφούσαν σα βδέλλες την αθανασία και τους γκρέμιζε στη θάλασσα κάτωθε της να λουφάζουν τρομαγμένοι και θνητοί και περαστικοί στα σπήλαιά της. Ας ασχοληθεί η κακιά μάγισσα με δαύτους που απόμεινε πίσω της να αλαλάζει από τον τρόμο του εφήμερου και χαμερπού. Το κακό της γέλιο αντήχησε λιγάκι στις βουνουπλαγιές αλλά δεν την πρόφθασε. Είχε γίνει πια ένα με το απέραντο πανήψυλο, αιώνιο βουνό. Και τα βουνά είναι τυφλά τα τε ώτα τον τε νουν τα τ’όμματα. Μετέχουν της φύσης του θεού. Κι ας κόπτεται ο Τειρεσίας για το αντίθετο.

Τι είναι τούτο πάλι; Πού πήγε η ευτυχία της; Πού πήγε το βουνό; Πού πήγε η αυτάρκεια της αθανασίας της; Γιατί ένιωσε το θανατερό δάγκωμα του φόβου; Η ερημία να της χτίζει λίθο λίθο κελί δίχως παράθυρο και πόρτα και αέρα να ανασάνει. Η ταινία προβάλλεται από την ανάποδη. Είδε τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες να αναγεννιώνται από τις στάχτες τους, να ξεπηδάν από τα Τάρταρά τους και να ξανακολλούν στις μαλακές της σάρκες. Δεν ήταν πια ένα με το βουνό. Δεν ήταν βράχος άτρωτος και σκοτεινιά γαλήνια. Ήταν αίμα και σάρκα και πάθη και εφήμερο. Το πλάκωμα στο στήθος γη στα χέρια του Άτλαντα που λύγισε από το βάρος και σκορπάει χάμω χίλια κομμάτια και αυτός και η γη του. Το γέλιο της μέγαιρας στα αυτιά της. Την προφταίνει, την πρόφθασε. Η μεγάλη μπαμπούσκα καταπίνει τη γυμνή πριγκήπισσα. Τα ξόμπλια καρφώθηκαν στη γυμνή της σάρκα. Δεν πειράζει, τα βογγητά της δεν ακούγονται. Είναι η γριά μάγισσα που τα σκεπάζει. Με συναίσθηση της αδυναμίας της όμως τώρα πια. Η φυλακισμένη πριγκήπισσα έμαθε να δραπετεύει. Και το ξέρουν και οι δυο.

Το αυτοκίνητο συνέχιζε να διασχίζει στεγνές πια θάλασσες και άλαλα παγωμένα βουνά μες στο κατακαλόκαιρο. Φτάσανε επιτέλους. Κατέβηκε. Eξουθενωμένη. Και μαλακωμένη. Άφησε στο χωλ εκείνο το βράδυ μαζί με τα παπούτσια της τη μπαμπούσκα της κακιάς μάγισσας. Έβγαλε κι ένα-ένα τα ξόμπλια με πόνο, μέχρι που η πριγκήπισσα έμεινε γυμνή. Με φροντίδα έξυσε με τα νύχια της το σταχτή δράκο από πάνω του. Εκείνο το βράδυ τον αγκάλιασε με πάθος πρωτόγνωρο και ζωώδες μέχρι να λάμψει το γαλάζιο χρώμα του πρίγκηπά της. Κι άρχισε να γράφει παραμύθια.

6 σχόλια:

O Σχολιαστής είπε...

Τι καλό που ήταν...

Tyler Durden είπε...

Τελικά τι είναι η αυθεντικότητά μας; Είναι μόνο ο υποτιθέμενος καλός εσωτερικός μας πυρήνας; ‘Η αξεδιάλυτα όλο το δυναμικό διαδραστικό σύμπλεγμα της ύπαρξής μας με τον Αλλον μαζί με την συνεπαγόμενη εγκατάσταση στο είναι μας της θωράκισης της αρνητικότητας;

Μάλλον το δεύτερο, γιατί δεν ζούμε πλέον σε απομόνωση στην μήτρα, αλλά σε αλληλεπίδραση με άλλους μέσα στην κοινωνία, που συγχρόνως μας προστατεύει και μας καταστρέφει.

Oσο και να προσπαθούμε να δούμε/απομονώσουμε στον άλλον/η αυτό τον θετικό αθώο εσωτερικό πυρήνα, αυτό διαρκεί για πολύ λίγο, γρήγορα μας ξανακλείνει το παράθυρο η θωράκιση. Μάλλον, θα πρέπει να συμβιβαστούμε σε μια διαχείριση αυτής της θωράκισης ώστε τουλάχιστον να διατηρεί αυτή όσο είναι δυνατόν μια ελαστικότητα και μια διαφάνεια. Γιατί αυτή η θωράκιση είναι και το έδαφος που πατάμε, η προστασία μας από την έρημο του Πραγματικού: το χάος όπου τα πάντα χάνουν το νόημά τους.

Αλλά πάλι, ίσως αυτός ο εσωτερικός εαυτός που βλέπουμε στον άλλον, να μην είναι ο πραγματικός του, αλλά ένα δικό μας επινοημένο είδωλο του νου και του βλέμματός μας, ένα ανέφικτο φάντασμα του πώς θα επιθυμούσαμε να είναι. Εστω κι έτσι, πάλι η επιδίωξη της ελαστικότητας και της διαφάνειας της θωράκισης μπορεί μας προσφέρει την πιο εφικτή θετικότητα στην προσέγγιση αυτού του πλασματικού ειδώλου.

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Σχολιαστή,
πολύ τον εκτιμώ το ζεστό το λόγο σου. Την καλημέρα μου και καλά μπάνια στην Αστυπάλαια, που ελπίζω να βρίσκεσαι κι όχι να γράφεις γι' αυτήν εκ του μακρόθεν.

Tyler Durden,
οι αναλύσεις σου είναι καταπληκτικές. Τείνω να τις θεωρήσω απαραίτητο συμπλήρωμα των γραπτών μου. Κι αυτό γιατί ο τρόπος που συνήθως γράφω είναι βιωματικός με την έννοια ότι εντοπίζω μία λεπτομέρεια και αφήνομαι να μπώ στο πετσί του ήρωα τόσο που με απορροφά και πιο πολύ μιλάει εκείνος παρά εγώ. Ένα είδος ηθοποιίας, όπου αφήνω να με καταλάβει εξ ολοκλήρου το επινοημένο πρόσωπο. Γι'αυτό και δεν ξεκινάω έχοντας κατά νου συγκεκριμένα πράγματα να περάσω, σαν αυτά που παραθέτεις στην ανάλυση και τον προβληματισμό σου, αλλά απλά αφήνω τον ήρωα να δρα με "όργανο" εμένα με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Γι'αυτό λέω πως η θεωρητική σου προσέγγιση, που εκ των υστέρων με αφήνει σύμφωνη, φαντάζει το εκλογικευμένο υπόβαθρο μιας συναισθηματικής-βιωματικής δράσης.

O Σχολιαστής είπε...

Στην Αστυπάλαια είχα περάσει αξέχαστες διακοπές το 1992. Γύρισα πίσω όταν τα λεφτά που μου είχαν μείνει έφταναν μόνο για το εισιτήριο της επιστροφής. Στο κάμπινγκ. Εκεί είχαμε συναντήσει έναν φίλο που έκανε διακοπές ήδη περίπου ένα μήνα. Όταν μας ρώτησε τι νέα από την Αθήνα, του είπαμε: Ο Μητσοτάκης σε μια νύχτα έκλεισε την ΕΑΣ (τα τότε λεωφορεία) και άφησε 6000 εργαζόμενους στον δρόμο, ανέβασε τη βενζίνη 100% πάνω και η Πατουλίδου κέρδισε το χρυσό στα 100 με εμπόδια. Δεν πίστεψε τίποτα από τα τρία. Μακάριο νησί για διακοπές η Αστυπάλαια!!! Δυστυχώς είμαι Αθήνα.

Χρονοστιβάδα είπε...

"Κι είναι, λέω, ο παράδεισος -για μας- να μοιραζόμαστε τούτη την κόλαση... μαζί"

Εύγε για το υπέροχο κείμενο... δεν έχω κάτι άλλο να πω... ό,τι είχε μείνει το ανέλυσε ο Tyler :-)
Θέλω μόνο να σου αφήσω και τους στίχους του Πορτοκάλογλου, από το πολύ αγαπημένο μου τραγούδι "Το βουνό" :

Φύσηξε αέρας δυνατός
και τσάκισε τα δέντρα
το καταφύγιο μας πολεμά.
Σκίζει τη νύχτα ο κεραυνός
στον ύπνο μας φοβέρα
μ΄ αγκάλιασες ακόμα πιο σφιχτά.
Εσύ κι εγώ
μες στα σεντόνια
και το βουνό
έξω στα χιόνια.

Κοίτα τα χρόνια πως περνούν
χειμώνες καλοκαίρια
αχ κοίτα τις νιφάδες στα μαλλιά.
Σαν τα φτερά του αετού
ανοίγουμε τα χέρια
κι ο φόβος δυναμώνει τη χαρά.
Εσύ κι εγώ
με τα παλτά μας
και στο βουνό
τα όνειρά μας.

Κι ανεβαίνω μόνος
κι ανεβαίνεις μόνη
τη δική του κορυφή
καθένας μας ζυγώνει
κι είναι αυτός ο πόνος
που μας λευτερώνει
να κοιμόμαστε μαζί
και να ξυπνάμε μόνοι
αόρατο σκοινί
πάντα μας ενώνει.

Κοίτα πως φώτισε η αυγή
της νύχτας τα τοπία
κι ο θάνατος γεννάει τη ζωή.
Δεν είναι η αγάπη φυλακή
δεν είναι ελευθερία
μα ελευθερία μες τη φυλακή.
Εσύ κι εγώ
κι οι μοναξιές μας
και στο βουνό
οι κορυφές μας.

Κι ανεβαίνω μόνος
κι ανεβαίνεις μόνη
τη δική του κορυφή
καθένας μας ζυγώνει
κι είναι αυτός ο πόνος
που μας λευτερώνει
να κοιμόμαστε μαζί
και να ξυπνάμε μόνοι
αόρατο σκοινί
πάντα μας ενώνει.

Την καλημέρα μου...

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Δυναμικό και καταλυτικό το σχόλιο που αφήνεις πάντα τελευταία. Ωραίοι στίχοι. Τους απόλαυσα.
Την καλησπέρα μου Χρονοστιβάδα.