Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Επειδή δεν πιστεύουμε στη φύση που υπάρχει μέσα μας

Ο Καθρέπτης, 1975 Αndrei Tarkovsky Σκηνή: 8:20-11:15 min από εδώ

(Ο Άντρας επιχειρεί να κάτσει στο ξύλινο φράχτη δίπλα από τη Γυναίκα. Σπάει και πέφτει κάτω. Γελάει και ξαφνικά σοβαρεύει)

Άντρας: Έπεσα και βρήκα ρίζες, θάμνους...
Σκέφτηκες ποτέ ότι και τα φυτά νιώθουν, καταλαβαίνουν;
Αυτή η καρυδιά...
Γυναίκα: Συμήδα είναι.
Άντρας: Δεν έχει σημασία. Δεν πάνε πουθενά. Όπως εμείς που τρέχουμε συνεχώς, αισχρολογούμε...
Επειδή δεν πιστεύουμε στη φύση που υπάρχει μέσα μας
Δυσπιστούμε, βιαζόμαστε
Δε σκεφτόμαστε
...
Έλα στο Τόμσινο, περνάμε καλά εκεί.
(Φεύγει)
Γυναίκα: Αίμα.
Άντρας: Πού;
Γυναίκα: Πίσω από το αυτί σου.

(Ξαφνικό δυνατό κύμα αέρα που μοιάζει να σπρώχνει τον Άντρα πίσω προς τη γυναίκα. Ο Άντρας κοντοστέκεται. Γυρνάει και κοιτάει πίσω. Συνεχίζει το δρόμο του.

Δεύτερο κύμα αέρα. Ο Άντρας κοντοστέκεται πάλι και ξανακοιτάει πίσω του. Στρέφεται μπροστά και συνεχίζει οριστικά το δρόμο του)

-----------------------------------------------------------------------------

Η παραλία στο νησί νωρίς το πρωί. Σχεδόν έρημη με βοτσαλάκια χίλια μύρια χρώματα να λαμπυρίζουν πάνω σε μαύρη ψιλή άμμο. Νερά διάφανα να αντιφεγγίζουν το λυκαυγές. Η ζέστα να χαράζει. Το βουνό θεόρατο να γέρνει από πάνω, εραστής που κρατάει ακόμα για λίγο στη σκιά τα μυστικά του. Ο ήλιος σκάει. Το μαϊστράλι ακροπατά ίσα να ψαύει το κορμί. Τα μάτια μισόκλειστα να μη θαμπωθούν από την πολλή ομορφιά. Αρώματα από ρίγανες, λυγαριές, φύκια με τυλίγουν. Εμβαπτίζομαι. Θαρρώ πως λούζομαι στη Στύγα. Βγαίνω και μένω να μετεωρίζομαι στ’ανάμεσο στεριάς και θάλασσας να αναλογίζομαι την κληρονομιά του θνητού. Την αχίλλειο πτέρνα μου.

Χίλιοι μύριοι οι καθάριοι ήχοι της φύσης από εδώ. Μα ένας μπαίνει μέσα μου από κάθε πόρο και με κυριεύει με την ήρεμη επαναληπτικότητά του, τόσο που να θαρρώ πως οι κτύποι της καρδιά μου εναρμονίστηκαν μαζί του. Φλοισβ, φλοισβ. Τικ, τακ. Ο φλοίσβος. Λέξη που κλείνει μέσα της αυτούσιο το χαρχάλεμα που κάνουν τα κύματα στα βότσαλα με τα πέρα-δώθε τους. Φλοισβ, φλοισβ. Τόση εντύπωση είχε κάνει στους ανθρώπους το χαρχάλεμα αυτό, που το φυλάκισαν σε μία λέξη να το κουβαλούν μαζί τους όταν ξεμακραίνουν από τη θάλασσα και δε τ’ακούν. Φλοισβ, φλοισβ και πάλι και πάλι και πάλι. Νανουρίζει ή αφυπνίζει τις κοιμισμένες αισθήσεις μου;


Η αρμονία μέσα από την επανάληψη του φλοίσβου. Εδώ είναι όλα σε αυτή την ερημιά. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα. Τα ερωτήματα τα ίδια. Αρκεί να έχω τα μάτια ανοιχτά. Τις κόρες διεσταλμένες να ρουφούν κατάστηθα. Ο έχων ώτα ακουέτω. Το Φλοίσβο. Ψιθυρίζει με την ήρεμη επανάληψή του πως υπάρχει τάξη, πως υπάρχει αρμονία, πως υπάρχει κάτι που κοντράρει στα ίσα το τυχαίο. Πως μπορεί και να μην κρέμομαι από μια κλωστούλα του με τους σπασμούς του κρεμασμένου να τινάζουν τα σώψυχα και ξώψυχά μου, κάθε που το τυχαίο χορεύει το χορό της Σαλώμης. Πως μπορεί να μη δω το κεφάλι μου στο πιάτο για το καπρίτσιο της πόρνης τύχης. Ναι, ο Φλοίσβος μου επαναλαμβάνει διαρκώς. Υπάρχει ρυθμός, τάξη, αρμονία. Ρυθμός τάξη, αρμονία. Μπορεί και να μην είναι το ανθρωπάκι που τα χέρια του κουνώ και το μυαλό του, το ανθρωπάκι μου, ο απόλυτα τυχαίος συνδυασμός ωαρίου και σπερματοζωαρίου στον εντελώς συμπτωματικό χωροχρόνο. Με την τυχαία γέννηση και τον τυχαίο θάνατο. Με την τυχαία ζωή, με τις τυχαίες σπασμωδικές δράσεις και αντιδράσεις. Με τους τυχαίους ανθρώπους δίπλα του, και αυτό το ίδιο τυχαίο για αυτούς. Και εγώ ο ίδιος τυχαίος για αυτούς. Στις τυχαίες ουτοπίες να παραδέρνω και στους φαύλους κύκλους να περπατώ με αυστηρή προσήλωση. Μην ξεφύγω από το περίγραμμά τους και διασαλέψω τη φαυλότητά τους.


Αυτή η σιγουριά πως το ένα φλοισβ διαδέχεται το άλλο επ’άπειρον είναι βάλσαμο. Ογκόλιθος να πατήσω. Να σταθώ όρθιος σταθερά χωρίς τρεκλίσματα μεθυσμένου, που αλλού υπολόγιζε πως πατά το ποδάρι του κι αλλού τον πάνε τα παραπατήματα. Πού να το φανταζόμουν πως το μόνο σίγουρο μέρος να πατήσω να μην γκρεμιστώ είναι ο αφρός των κυμάτων. Μεγάλη η παραμυθία σου Φλοίσβε. Να κάθομαι ώρες ατέλειωτες να σε αφουγκράζομαι, να μου ξορκίζεις το φόβο, να με γαληνεύεις κομμάτι το δόλιο, τον αλλοπαρμένο, που άλλο από το να γυρνά αλαλιασμένος από το καμουτσίκι της Τύχης δεν ξέρει. Και πιο πριν χειρότερα. Γύρναγα ο δόλιος, ο καψερός, στητός και ντούρος με τα γαλόνια και τα παράσημα στη μόστρα να μπερδεύω τα τσαλίμια και τα τσακίσματα της Τύχης με την «ιδίαν βούλησιν». Δε βαριέσαι ο άνθρωπος δε μαθαίνει. Τι κοτζάμ Οιδίποδες τρανταχτοί φάγανε τα μούτρα τους και ξεροκατάπιαν την περίφημη βούλησή τους, αυτός εκεί. Βούληση να σου κοπανάει ξανά και ξανά. Και άντε από το ένα άκρο στο άλλο, όταν αυτή ξεπέφτει. Τύχη σου λέει μετά, όχι βούληση.


Κάνω τη σκέψη να κοντοσταθεί. Δε μου χρειάζεται. Μου αρκεί που αφουγκράζομαι το Φλοίσβο. Τι είναι αυτό; Κι άλλοι ήχοι ξεδιαλύνονται. Ο άνεμος πόσο διαφορετικά ακούγεται όταν βαδίζει στο νερό και πόσο όταν περπατά στην άμμο. Άκου τον τώρα δα θροίζει στα ξερόκλαδα του σκίνου. Τόσες ριπές ανέμου κι όλες διαφορετικές, ένας κόσμος ολόκληρος! Πού κρυβόταν και δεν τον άκουγα; Πίσω από το θόρυβο του αυτοκινήτου μου. Πίσω από το θόρυβο της σκέψης μου. Πίσω από το θόρυβο της έριδας. Πίσω από την πιλάλα στον ξύπνιο και τον ύπνο μου. Η τυχαία κίνηση των τυχαίων μορίων ενός τυχαίου αερίου που συγκρούονται τυχαία. Α, ήμουν συνεπής στην τυχαία μου κίνηση. Δε σταμάτησα λεπτό ως τώρα να κινούμαι. Και αν έπεφτε η θερμοκρασία του αερίου μου, και επιβραδυνόταν η κίνησή μου, αποπροσανατολιζόμουν, εγώ, το μόριο το καταδικασμένο να κινούμαι διαρκώς, να κινούμαι άσκοπα. Δεν μπορούσα να σταματήσω για λίγο να θεαθώ εκτός και εντός. Κάθε επιβράδυνση με έκανε να καπνίζω πιο πολύ, να σκέφτομαι πιο πολύ, να ερωτεύομαι πιο πολύ, να γελάω πιο πολύ, να κλαίω πιο πολύ, να πίνω πιο πολύ, να δημιουργώ πιο πολύ, να καταστρέφω πιο πολύ. Να αναπληρώσω την κινητική ενέργεια.


Τώρα σταμάτησα. Σταματώ. Με έκανε ο Φλοίσβος να σταματήσω. Αφουγκράζομαι το Φλοίσβο μέσα μου. Τώρα που δεν ακούω θόρυβο, εδώ στην έρημη νησιώτικη παραλία, κανέναν, ούτε εκτός ούτε εντός. Τώρα γαληνεύω. Δε θέλω άλλο τίποτα. Τίποτα δεν ποθώ. Για τίποτα δε χρειάζεται να τρέχω δαιμονισμένα. Για τίποτα δε χρειάζεται να φοβάμαι. Ούτε και το τέλος. Η φύση γύρω μου κι ο Φλοίσβος ήρεμα διαλαλούν πως κι ο θάνατος ακόμα έχει τη θέση του στην τάξη των πραγμάτων είναι μέρος της αρμονίας. Δίχως αυτόν η πλάστιγγα γέρνει. Προς τη δυσαρμονία. Κάθε τέλος το διαδέχεται μία αρχή. Κάθε αρχή έχει ανάγκη ένα τέλος. Ο αέναος κύκλος της φύσης. Ο αέναος κύκλος μέσα μου. Εμένα του ανθρώπου. Που άφησα για μια χαραμάδα της ύπαρξής μου το Φλοίσβο να με διδάξει. Ότι η αχίλλειος πτέρνα μου δεν είναι η θνητότητά μου. Είναι που δεν πίστευα στη φύση που υπάρχει μέσα μου.

8 σχόλια:

Tyler Durden είπε...

πολύ ωραίο! Η αντίσταση στους ρυθμούς της φύσης το αίτιο του άγχους του θανάτου.

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Ναι, αυτός είναι ένας από τους κεντρικούς άξονες που ήθελα να περάσω.

Ήθελα ωστόσο να καταδείξω-και μου φαίνεται ότι δεν πολυφαίνεται-πως η έλλειψη ουσιαστικής επαφής με τη φύση και η αντικατάστασή της με μια πλημμυρίδα θορύβων(προσωπικά έχω πέντε χρόνια να πιω πρωινό καφέ χωρίς την ηχητική συνοδεία μπουλντόζας στα διακόσια μέτρα), αλλά και άλλων θορύβων εσωτερικών μας αποπροσανατολίζει στην καθημερινότητα μας. Στα τυφλά τρέχουμε, αγχωνόμαστε, φορτωνόμαστε όσο πιο πολλές δραστηριότητες μπορούμε, υπερβάλλουμε συχνά στο φαϊ, στο ποτό, στο τσιγάρο, στη δουλειά...Το horor vacui μας κατατρύχει. Και περνάμε λίγες μέρες εις τας εξοχάς, και τότε καταλαβαίνουμε ότι αυτή η απουσία της φύσης γύρω μας είναι που μας απορυθμίζει τόσο πολύ.
Φάνηκε άραγε καθόλου αυτή η διάσταση στο κειμενάκι μου;

Tyler Durden είπε...

όχι δεν φαινεται άμεσα, αλλά εννοείται ως υπόρρητη αντίθεση

worldcity είπε...

"πάει" το πρωϊνό της Κυριακής...
- κάθε κείμενο και μια εξορία -
ο γιατρός φεύγει για το Τομσίνο, ο αέρας απ'την εξοχή εισβάλλει στο γραφείο μου και δεν απομένει τίποτα παρά το μόνιτορ με το κείμενο σας, κάποιες εικόνες του Kudelka, και ο "man staggering" του Giacommeti

"tu as transormé l' antique en moderne"

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Ίσως κι αυτά να είναι πολλά. Υπάρχουν στιγμές που είναι ακόμα λιγότερα αυτά που απομένουν.

Ναι, η σκηνή από τον Καθρέπτη είναι σκληρή, γιατί ο γιατρός, παρόλο που η φύση του δείχνει ξεκάθαρα ότι πρέπει να μείνει, εκείνος φεύγει για το Τόμσινο. Δεν αρκείται σε αυτό που του προσφέρεται. Αναζητά στο Τόμσινο το παραπάνω. Που και ο ίδιος ξέρει ότι δε θα το βρει. Παρόλα αυτά φεύγει. Ολόψυχα καλή συνέχεια στη μέρα σας.

Χρονοστιβάδα είπε...

Διαφωνώ :-) ... αυτό που μου δείχνει ξεκάθαρα η φύση, όπως τουλάχιστον επισημαίνεται στο παράδειγμα του φλοίσβου, δεν είναι πως "πρέπει" να μείνω κοντά της, αλλά να έρχομαι και να φεύγω και πάλι να έρχομαι και να ξαναφεύγω και να χαρχαλεύω τα μυστικά της, όπως το κύμα τα βοτσαλάκια. Κι ο γιατρός, μη νομίζεις, ίσως και να φεύγει γιατί γνωρίζει πως θα ξανάρθει... μ' ένα sequel :-)
Εκεί νομίζω πως βρίσκεται η αρμονία κι όχι στη μόνιμη επιστροφή μας. Απόδειξη της "ολέθριας σχέσης" του ανθρώπου με τη φύση, είναι το φυσικό τοπίο που επέλεξε ν' αλλάξει, μένοντας και κάνοντάς το "βάση" του. Απ' την άλλη και τα απόλυτα φυσικά στοιχεία του νερού και του αέρα, δεν κάνουν κάτι διαφορετικό απ' ότι κάνει ο άνθρωπος... στο πέρασμά τους διαβρώνουν τα πάντα. Τα βοτσαλάκια, που τόσο μας γοητεύει το σχήμα τους, δεν είναι τίποτ' άλλο από υπολείμματα μιας αργής φυσικής καταστροφής... ο άνθρωπος, απλώς δρα με μεγαλύτερη ταχύτητα, λόγω έπαρσης... λόγω μιας παρεξηγημένης ανωτερότητας... λόγω νοημοσύνης, θα σας γελάσω :-)
Έτσι κι αλλιώς, κουβαλάμε μέσα μας και φύση και πολιτισμό. Και ύλη και ιδέα... Ο κόσμος μας δεν είναι ο φυσικός, αλλά ο ανθρώπινος. Κι εδώ που τα λέμε, πως αλλιώς μπορώ να εναρμονιστώ απόλυτα με τη φύση ? Το να φθείρομαι και να φθείρω σ' ένα αέναο πέρα δώθε, δεν είναι αρκετό ?

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Ομολογουμένως είναι εντυπωσιακές οι ερμηνείες και οι διαστάσεις που δίνονται στα σχόλια!

Η όψη που δείχνεις,
Χρονοστιβάδα,
δε μου είχε περάσει διόλου από το μυαλό με την έννοια που το θέτεις.

Ο άνθρωπος που φεύγει και έρχεται, πετάει και πέφτει για να ξαναπετάξει και να ξαναπέσει ακολούθως (κατά worldcity)ή
Φθείρει και φθείρεται. Φαντάζει, όπως το θέτεις, να είμαστε εναρμονισμένοι με τη φύση και όσα αυτή διδάσκει. Τότε θα ήταν καλά.

Πλην όμως έχω την εντύπωση ότι ακόμα και αυτή τη φυσική διαδικασία "του αέναου πέρα-δώθε", την παρεξηγούμε, την ξεχνάμε, μας σκιάζει, δεν την καταλαβαίνουμε. Διότι, αν την αντιλαμβανόμασταν με τον εύλογο τρόπο που αναφέρεις, ούτε διαρκώς αγχωμένοι(μιλάω για άγχος, όχι την επιθυμητή εγρήγορση), ούτε διαρκώς χαμένοι θα νιώθαμε. Φυσικά πάντα από τη θεωρία που αναπτύσσουμε στα γραπτά μας μέχρι την καθημερινή πράξη υπάρχει μια απόσταση που αγωνιούμε να καλύπτουμε...

Συνεπώς στην ουσία, μάλλον για το ίδιο πράγμα μιλάμε.

Όσο για το γιατρό, που φεύγει για το Τόμσινο, νομίζω πως φεύγει ξέροντας πως εκεί δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ. Θα φτάσει κάποτε κάπου αλλού. Και θα φύγει για κάτι άλλο, ναι. Αλλά στο φράχτη με τη Γυναίκα δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει. Με τον ίδιο τρόπο που τα βοτσαλάκια θα πάνε και θα έρχονται αενάως, αλλά κινούμενα από διαφορετικά κύματα.

Στενήμαχος Αδόκητος είπε...

Έχεις δίκιο. Και που να δεις τις αυγινές δροσοσταλίδες στα μπουμπούκια του ροδώνα. Μια σιωπή εκκωφαντική.