Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Το πάρε-δώσε των βλεμμάτων: και ποιος θα ξεχωρίσει το α΄ από το β΄ ενικό πρόσωπο;-Σπουδή πάνω στην εμπλοκή του Εγώ και του Εσύ

Δώσε: Το βράδυ, το μαύρο σου να ενωθεί με τη μουσική της ώριμης Λένας Πλάτωνος. Τα βάθη του πνιγμού. Και να μην μπορείς να ουρλιάξεις. Ή έστω να κλάψεις.
Πάρε: Το ψιθύρισμα της γυναίκας του Ψαρά πάνω στο ψαροκάικο, καθώς σε αντιλαμβάνεται να πλησιάζεις: «Φτου σου κοπέλα μου». Της χαμογελάω ίσια στα μάτια. Δε χρειάζεται να κοιταχτώ μέσα τους. Ξέρω ότι είμαι άυπνη, αναμαλλιασμένη, με βρώμικα αθλητικά, άβαφη. Ξέρω όμως και τι έδωσα το προηγούμενο βράδυ, για να πάρω τώρα έτσι αναπάντεχα από αυτή τη μεγάλη γυναίκα.
Δεν αγόρασα ψάρια από αυτήν. Προχώρησα παρακάτω. Δεν την πείραξε καθόλου. Είχε ήδη πάρει από μένα. Όχι χρήματα.

Δώσε: Τον παρανοϊκό ξαφνικό φόβο στη ματιά ένα καλοκαιριάτικο βράδυ, ότι ένα φίδι θα σκαρφαλώσει και θα χωθεί στο κρεβάτι σου από το ανοιχτό παράθυρο. Να προσπαθείς να σταματήσεις την αιμορραγία του τρόμου από το βλέμμα σου και αυτή να αρνείται να υποταχθεί στη λογική σου.
Πάρε: Την ανακούφιση, όταν ξημέρωσε και βλέπεις μια οχιά νεκρή ακριβώς κάτω από το παραθύρι σου. Τραύμα κανένα πάνω της. Τι να τη σκότωσε άραγε;
Ανακούφιση όχι γιατί δε σε τσίμπησε. Αλλά γιατί μου απέδειξε το δύστυχο πλάσμα με το νεκρό σώμα του, ότι δεν είμαι τρελλή.

Δώσε: Ένα χαμόγελο ζωντανό και προκλητικό στο φωτογράφο. Το αγόρασες ακριβά στην αγορά του μαύρου. Δε σου χαρίστηκε τζάμπα. Προχώρα. Μη φοβάσαι. Δεν το έκλεψες. Το πλήρωσες.
Πάρε: Το βλέμμα του φωτογράφου. Ένα βλέμμα απύθμενα τρυφερό. Σταθερά. Από αυτά που προσπαθούν να σε πείσουν με νύχια και με δόντια ότι το «για πάντα» είναι στο χέρι μας. Ακόμα και μετά θάνατον.
Δεν πειράζει που δεν το κατάφερε. Να σε πείσει. Γιατί «για πάντα» θα σε αγκαλιάζει αυτό το αέναο βλέμμα, όταν σφίγγεσαι πάνω του τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Ακόμα και όταν δεν είναι εκεί πάντα, να περιμένει να τελειώσει ο αέναος χειμώνας σου. Εσύ θα το θυμάσαι.

Δώσε: Μια μικρή σιωπή, μιαν ανάσα, στο τηλέφωνο αργά το βράδυ. Είναι το μόνο που έχεις να δώσεις. Είναι το μόνο που σου ζητάει. Το παν δηλαδή. Το ξέρεις ότι για αυτό χτυπάει το τηλέφωνο τέτοια ώρα. Δεν είναι λοιπόν όλα παρανοήσεις;
Πάρε: Ό,τι ακριβώς έδωσες. Αν δώσεις παρανόηση, θα πάρεις παρανόηση. Αν δώσεις αλήθεια, θα πάρεις αλήθεια. Αν δώσεις την ομιλούσα σιωπή σου θα πάρεις την ανάσα μου. Για μία φορά. Είναι βαθειά. Μη φοβάσαι. Φτάνει. Θα σε κρατήσει μέχρι τέλους.

Δώσε: Όταν σου ζητάω. Όταν μου ζητάς. Δεν είναι ζήτημα φιλανθρωπίας. Ή οίκτου. Ή πάρε-δώσε με τους νόμους της αγοράς. Είναι αναγκαιότητα. Ανάγκα γαρ και οι θεοί πείθονται. Φαντάσου. Και συ, και γω, δεν είμαστε παρά κοινοί θνητοί. Πώς να την αρνηθούμε; Την αναγκαιότητα.
Πάρε: Όταν σου δίνω. Όταν μου δίνεις. Ου μενετοί οι καιροί για σπατάλες έμψυχου υλικού. Ποτέ εξάλλου δεν ήταν. Δέχεσαι; Δέχομαι, δέχεσαι. Δεχόμαστε. Εμείς. Σταθερά το πιο δύσκολο. Σχεδόν μυθικά ακατόρθωτο. Σχεδόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: