Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Εις μνήμην του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και του Κώστα Σομπόνη

Ο Σομπονάκος, όπως τον αποκαλούσαν οι παιδικοί του φίλοι, ήταν ένα συμπαθέστατο αγόρι. Μια χαρά παιδί. Ευχάριστος, κεφάτος, ευγενικός. Έπαιζε μπάλα μαζί τους στις αλάνες και τίποτε δεν προμήνυε τότε, όταν όλοι ήταν πιτσιρικάδες, το τέλος του. Η συνέχεια όμως ναι. Για χρόνια χάθηκαν τα ίχνη του. Χωρίσαν οι δρόμοι. Κάποιο καλοκαίρι ξαναδιασταυρώθηκαν. Εκεί πάνω στις μπύρες και τα γέλια αργά ένα βράδυ φέρνει ένα όπλο και το απιθώνει στο τραπέζι ανάμεσα στους μεζέδες. Σκιάχτηκαν. Τα γέλια κοπήκαν μαχαίρι. Άρχισε να μιλάει για χίλιους κινδύνους που παραμονεύουν. Έπρεπε λοιπόν να είναι κανείς έτοιμος να πολεμήσει αμυνόμενος. Μετά το περιστατικό με το όπλο οι παλιοί φίλοι άρχισαν να αραιώνουν. Αργότερα μαθεύτηκαν νέα του. Είχε γίνει συνοριοφύλακας.

Κανείς δεν είπε τίποτα, όλοι όμως σκεφτόντουσαν πως ή θα τον φάνε ή θα φάει κανέναν. Από φόβο. Για τους κινδύνους. Αυτούς που του έτριβε στην μούρη η τηλεόραση καθημερινά, αυτούς που ενέβαλε η παιδεία του σχολείου, της τηλεόρασης, των πολιτικών, της κοινωνίας δια της απουσίας της... Βοηθούσε ίσως λίγο και ο χαρακτήρας του. Όταν στις ειδήσεις ακούστηκε το όνομά του, ένιωσαν πλάκωμα και θλίψη, όχι όμως απορία. Σκοτώθηκε σε καταδίωξη ληστών τραπέζης. Για τους αστυνομικούς έγινε ήρωας. Ήταν ο Σομπόνης. Για τους παιδικούς φίλους παρέμεινε ο Σομπονάκος. Το Σομπόνη δεν τον ξέρανε.

Ο ειδικός φρουρός που σκότωσε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, έγινε αντιήρωας. Δε σκοτώθηκε. Σκότωσε. Και μάλιστα ένα δεκαεξάχρονο αθώο αγόρι. Όχι κακοποιούς. Κατακριτέο ασυζητητί από κάθε άποψη. Δεν μπορεί όμως να μη φανταστεί κανείς το Σομπονάκο που έκρυβε μέσα του και που ξεστράτισε. Ο φόβος πάει πακέτο με το θυμό. Και τα δύο κακοί σύμβουλοι. Δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί και για όλα αυτά τα οργισμένα παιδιά που δεν περιορίζονται σε ειρηνικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για το φόνο του Αλέξανδρου, αλλά καίνε, σπάνε και προκαλούν τους αστυνομικούς (δεν εννοώ ασφαλώς τους προβοκάτορες και όσους αντί για ιδεολογικό κίνητρο έχουν στο μυαλό τους το πλιατσικολόγημα). Τι τους οδηγεί σε τόση βία; Μήπως δεν είναι πάλι ο φόβος, η απαιδευσιά, η απαιδευσιά της ίδιας της κοινωνίας που δεν τους προτείνει παρά αδιέξοδα σε πάμπολλους τομείς, επαγγελματικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, ιδεολογικούς; Σε τι διαφέρουν από το Σομπονάκο ή τον ειδικό φρουρό πέρα από το ότι, οι μεν διοχέτευσαν τους φόβους και την οργήπου τους καλλιέργησε η κοινωνία σε «νόμιμη» (βλέπε υπό την αιγίδα του κράτους) βία, οι δε σε παράνομη; Και οι δύο αποκυήματα του ίδιου πολιτισμού. Το ίδιο νόμισμα από διαφορετική όψη.

Δεν υπάρχουν τόσο ξεκάθαρα καλοί και κακοί. Υπάρχουν δικαιολογημένα ξεστρατισμένοι. Καλά ως εδώ. Μόνον ένα πρόβλημα υπάρχει στην εξίσωση νόμιμων και παράνομων βιαιοπραγούντων. Οι παράνομοι άντε να σπάσουν βιτρίνες και να κάψουν κτήρια. Δε σκότωσαν κανέναν αστυνομικό. Ο Αλέξανδρος όμως πέθανε. Οριστικά και αμετάκλητα. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι αν είχε όπλο θα το χρησιμοποιούσε. Υπάρχουν όρια που το κράτος φρόντισε επιδέξια να άρει στην περίπτωση των "νόμιμων" βιαίων πλην όμως θυμάτων, για να τιθασσεύσει τα άλλα θύματα, τους νεαρούς ταραχοποιούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: