Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

Μικρή ερωτική ιστορία

Portrait of Giovanni Arnolfini and his wife (detail), 1434, Jan van Eyck

Περπατούσε όπως ένιωθε. Σαν να πετάει. Τόσο πολύ το ένιωθε και το πίστευε που και οι άλλοι το ίδιο πίστευαν για κείνη. Ότι τα πόδια της ίσα που δεν άγγιζαν τη γη. Με τον καιρό ανακάλυψε πως ξεκολλάει ευκολότερα από το χώμα περπατώντας εν ακινησία. Μικρά μικρότατα βηματάκια προσεκτικά και τελετουργικά που εγκλωβίζουν όλη την ενέργεια. Αυτήν που την κάνει να πετάει στην παραμικρή ελάχιστή της κίνηση. Και πράγμα παράδοξο, ακόμα κι άνθρωποι που τύχαινε να έχουν στραμμένη αλλού την κεφαλή ή ακόμα ήταν κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο, νιώθαν τόσο έντονα αυτήν τη συμπυκνωμένη ενέργεια στα μικρά μικρότατα βηματάκια της και τις σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις της, καθώς περνούσε, που θέλοντας και μη γυρνούσαν να δουν ποιος καλός ή κακός άγγελος τους άγγιξε κατά λάθος με την άκρη της φτερούγας του στο διάβα του.

Οι πιο πολλοί πάντως σκιαζόντουσαν, όταν περνούσε, γιατί τη θεωρούσαν αερικό, ξωθιά με σάρκα και οστά. Και μια ξωθιά ποτέ δεν ξέρεις τι προθέσεις έχει. Να πετάξει μαζί σου φυσώντας σου στο στόμα λίγο από το πάθος της στις πτήσεις ή να σε παρασύρει στην ανήλιαγη σπηλιά της σε μια πτώση στην άβυσσο που έκρυβε μέσα της. Δεν ξεχνούσαν πως τα πιο τρομακτικά παραμύθια των γιαγιάδων δεν ήταν ούτε για δράκους φοβερούς, ούτε για άγρια θεριά. Ήταν για λάμιες. Που κατασπάρασσαν όποιον ανυποψίαστο γητεύαν. Οι γιαγιάδες τους, λάμιες κι οι ίδιες στα νειάτα τους, θέλαν να προστατεύσουν τα σερνικά βυζασταρούδια. Τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους ήταν οι μόνοι άντρες που φείδονταν και συμπονούσαν. Γι’αυτό και τους εμφυσούσαν από μικρά το φόβο για τις λάμιες μπας και δεν τις πλησιάσουν, όταν μεγαλώσουν και σωθούν.

Υπάρχουν και λίγοι, ανυποψίαστοι, πολύ μικροί και άπειροι. Αυτούς, λέγανε οι γιαγιάδες στα παραμύθια τους, οι λάμιες τους ελυπούντο τα μάλα και δεν τους καταβρόχθιζαν, αλλά τους μάρκαραν με πυρακτωμένο φιλί στο μέτωπο και τους άφηναν έπειτα να τριγυρνούν τη λοιπή τους ζήση μισότρελοι να ψάχνουν τη μονάκριβη λάμια τους στον καθρέπτη όποιου θηλυκού τύχαινε στο διάβα τους. Αλλά να μη την βρίσκουν.

Εκείνο που σχεδόν καμιά γιαγιά δεν έλεγε στα παραμύθια της ήταν ότι λίγοι, πολύ λίγοι είναι αλήθεια, με έφεση στις υψηλές πτήσεις και πτώσεις τις πλησίαζαν τις λάμιες με τον πόθο της πτήσης. Αυτοί με μάτια που γυαλίζαν έπεφταν στα δίχτυα τους και πραγματικά πετούσαν μαζί τους, χωρίς να νοιάζονται τελικά αν θα είναι προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ακόμα λιγότεροι σώζονταν από την τελική πρόσκρουση στο χώμα. Η λάμια σωζόταν συνήθως, αλλά ο μαγγανεμένος ξεχνιόταν για πάντα εκεί χάμω να αναπολεί τις αθώες εποχές, τότε, πριν τιμωρηθεί για το θράσσος του να θαρρεί πως θα τα βγάλει πέρα με μια λάμια αρτιμελής. Γιατί στο τέλος περίτρομοι ανακάλυπταν οι εκπεπτωκότες την αναπηρία τους: τα δάχτυλα των χεριών δεν αλλάζαν πια, παρά μέναν αναλλοίωτα θέλοντας να παγώσουν τη μνήμη του αγγίγματός της. Αλλά με τέτοια ανάπηρα χέρια που αρνούνται να εγγράψουν άλλα αγγίγματα, ο νέος έμενε για πάντα μαγγανεμένος στη γοητεία της λάμιας.

Από φόβο λοιπόν για την επώδυνη αναπηρία των χεριών, ένας νέος ξεχωριστός που κατείχε πολλά για το κινητούν ακίνητο και την τέχνη του, μόλις αντιλήφθηκε από ένστικτο τη γυναίκα που περπατούσε σαν να πετούσε και που οι άλλοι την έλεγαν λάμια, τα κάλυψε τα δάκτυλά του, να μη φαίνονται, να τα προστατεύσει. Η λάμια κάλυψε κι εκείνη τα δικά της από σεβασμό για την τέχνη του νέου και τα όμορφα δάχτυλα που μάντευε κάτω από το κάλυμμα των χεριών του. Δεν ήθελε να δει τα χέρια του να παγώνουν στο χρόνο μετά το άγγιγμά της. Χώρια που φοβόταν πως, παρόλο που μόνο ακουστά είχε κάτι τέτοιο, υπήρχαν και απόγονοι του Οδυσσέα, θρυλούμενοι και ικανοί να δαμάσουν μια λάμια και να αφήσουν εκείνοι ανεξίτηλο το σημάδι τους στα μακριά και σαγηνευτικά δάχτυλα της Κίρκης που αγγίζαν.

Ο νέος και η γυναίκα που περπατούσε σαν να πετούσε, με όλες τις προφυλάξεις και τα χέρια κρυμμένα σε λεπτά υφάσματα -που μάλλον αναδείκνυαν τις χάρες των χεριών τους παρά τις έκρυβαν- πλησίασαν ο ένας τον άλλο με εκείνα τα λεπτά λεπτότατα βηματάκια και τις ανεπαίσθητες κινήσεις. Αυτές για τον κώδικά τους ήταν πιο έντονες και εκφραστικές από τους έντονους και ορατούς με την πρώτη ματιά τρόπους. Οι κινήσεις τους στον αέρα χάραζαν αραβουργήματα λεπτά δουλεμένα που τα κορμιά τους τα ακολουθούσαν εξ αποστάσεως. Διότι πρώτιστο μέλημά τους ήταν ο έρωτάς τους να παγώσει στο χρόνο αντί για τα χέρια τους. Ένα αίσθημα που μπορούσαν να σμιλεύσουν με κάθε λεπτομέρεια και λεπτές τεχνικές και έπειτα να απομακρυνθούν και να το θαυμάζουν εξ αποστάσεως αναλλοίωτο στο χρόνο. Τέλειο στην ιδεατότητά του. Και έπειτα, όταν πια η απόσταση θα γινόταν τόσο μεγάλη, ώστε να μην κινδυνεύει ο ένας από τον άλλο, θα ξεσκέπαζαν τα λεπτοδουλεμένα χέρια τους και θα συνέχιζαν. Εκείνη να παγώνει τα χέρια των ανδρών που δεν ήταν απόγονοι του Οδυσσέα, εκείνος τα χέρια των γυναικών που όταν περπατούσαν δεν ήταν σαν να πετάνε.

8 σχόλια:

ΓΙΑΝΝΗΣΒΕΡ είπε...

Μια φιλόλογος κι ένας δάσκαλος δίνουν τα συγχαρητήριά τους!

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Με συγκινείτε ειλικρινά, γιατί πέρα από το ότι πραγματικά με απελευθερώνει πολύ να γράφω, δε φανταζόμουν ότι μπορεί να βρουν ανταπόκριση τέτοια κειμενάκια!
Σας ευχαριστώ με πολλά χαμόγελα, υπερκινητικέ-τω όντι-δάσκαλε και τη συνάδελφε φιλόλογε.

sstamoul είπε...

!!!
(To διάβασα μόλις, πρωί, και μου έφτιαξε τη μέρα...)

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Το κείμενο γράφτηκε ως μια σπουδή πάνω στην κίνηση, τη λεπτομέρεια, τη χειρονομία και την απόσταση.
Νιώθω πολύ όμορφα που σε άγγιξε sstamoul!

Tyler Durden είπε...

Η ιστορία σου μπορεί να έχει και πολλές ερμηνείες, πέραν αυτής της οποία δηλώνεις:

Μια αρκετά προφανής: Η femme fatale, το επίκεντρο της προσοχής, η ιδεατή γυναίκα που ξέρει να χειρίζεται, «σκλαβώνει» και εκμεταλλεύεται το «ισχυρό» φύλο μέσα σε μια κατά βάση ανδροκρατική και πατριαρχική κοινωνία. Από τη μια προκαλεί φόβο το επικίνδυνο κάλεσμα της σειρήνας στα αρσενικά, από την άλλη είναι και η απώτερη επιθυμία κάθε γυναίκας που βιώνει καταπίεση ή και απόρριψη. Η αυταρέσκεια μιας τέτοιας ιδεατής γυναίκας όμως την εμποδίζει να δημιουργήσει ουσιαστικές σχέσεις και αρκείται μόνο σε παιχνίδια από απόσταση ασφαλείας με αυτούς που θεωρεί «ίσους» της. Στο τέλος νομίζω πως διακρίνω και λίγο την δικτατορία και τον ρατσισμό του life style.

Μια άλλη όμως ερμηνεία της ιστορίας μπορεί να είναι και η διττή φύση πολλών πραγμάτων στη φύση: Καθεαυτά πολύ επικίνδυνα, αλλά τηρουμένων των αποστάσεων να αποτελούν πηγές ζωής και δημιουργίας, πχ η φωτιά και ήλιος.

Και μια ακόμα παραπλήσια με την προηγούμενη: Ότι η σοφία και το νόημα της ζωής δεν είναι στην απόλυτη γνώση και επαφή με την ουσία της, αλλά στην διατήρηση μιας απόστασης άγνοιας και δέους από το ον, αυτή που διατηρούσαν οι παλιότεροι πολιτισμοί έχοντας ανοίξει έναν εποικοδομητικό και δημιουργικό διάλογο μαζί του. Σήμερα, στην προσπάθεια να μάθουμε και να χρησιμοποιούμε αλόγιστα τα πάντα, παραδομένοι χωρίς όρια στο πάθος αυτό, αυτοκαταστρεφόμαστε συγχρόνως και η φύση αρχίζει να μας δείχνει πλέον την όψη της λάμιας…

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Αιχμηρός επί της ουσίας όπως πάντα!

Λοιπόν, ένα κείμενο που δε θεωρεί ηλίθιο και ταυτόχρονα σέβεται αυτόν στον οποίο απευθύνεται, αφενός δεν τα δίνει όλα μασημένα-αφήνει τον αναγνώστη να φανταστεί, να περιπλανηθεί και να ανακαλύψει-, αφετέρου είναι πολυεπίπεδο-πολλά διαφορετικά επίπεδα που "αποκαλύπτει" κάποιος ανάλογα με την ψυχολογία της στιγμής, την κοσμοθεωρία του, τις εμπειρίες του- καμμιά φορά και εν αγνοία του δημιουργού.

Φαίνεται από το σχόλιό σου ότι σε αυτό το κειμενάκι ο συγκεκριμένος στόχος κατακτήθηκε και ως συνήθως προσέθεσες επίπεδα που δεν είχα κατά νου. Το τελευταίο περί φύσης εννοώ, γιατί το πρώτο περί φαμ φατάλ είναι ορατό για όποιον θέλει να δει κάτι τέτοιο(εξου και η αναφορά στις λάμιες που εμφανίζονται ακριβώς σε παραδοσιακά παραμύθια μιας παλαιότερης ανδροκρατούμενης κοινωνίας).

Ωστόσο, όσο και αν χρησιμοποίησα το μοντέλο της λάμιας, εγώ είχα κατά νου το φλερτ, τον έρωτα, τον μυστικισμό του έρωτα, την αμοιβαία έλξη και τον αμοιβαίο-ενίοτε- φόβο των ανθρώπων μήπως πληγωθούν ή ακόμα χειρότερα μήπως η καθημερινότητα και άμεση επαφή προσγειώσουν το όποιο συναίσθημα νιώθουν.
Ο ελιτισμός για τον οποίο μιλάς, θα έλεγα ότι εδώ, ότι δεν είναι τίποτα παραπάνω από το αίσθημα των ερωτευμένων πως είναι διαφορετικός ο άνθρωπος που ερωτεύτηκαν και προφανώς ταιριαστός μαζί τους για να τον επιλέξουν. Επειδή όμως το "ταιριαστός" συνήθως σημαίνει ότι αυτός που μας "ταιριάζει" έχει φτάσει στο ανώτατο επίπεδο που έχουμε φτάσει εμείς, δίνεται η αίσθηση ελιτισμού. Ναι, σίγουρα υπάρχουν ανώτεροι, αλλά ο ερωτευμένος από το ύψος του δεν τους βλέπει και ούτε θέλει. Προς το παρόν.

Χρονοστιβάδα είπε...

Ομολογώ ότι διαβάζοντας τα σχόλια διέκρινα μια "σύγχυση" μεταξύ έρωτα κι ερωτισμού, κάτι που από την ανάγνωση του κυρίως κειμένου δεν είναι εμφανές. Αυτό είναι ξεκάθαρο (...τουλάχιστον αυτή ήταν και είναι η δική μου αίσθηση από την ανάγνωσή του) και υπέροχα δοσμένο !!!
Η ερωτική γυναίκα ή για να το γενικεύσω, ο ερωτικός άνθρωπος, δεν είναι απαραίτητα και ερωτευμένος, ενώ ο ερωτευμένος, κατά ένα μαγικό τρόπο, είναι πάντα ερωτικός !!! Αυτό που πολλές φορές μπερδεύουμε, σε σημείο, μάλιστα, να λέμε πως μας εξαπατά, είναι η εικόνα... τα "σήματα" που εκπέμπει μια αισθησιακή παρουσία, εκ φύσεως ή επί τούτου σαγηνευτική. Η απογοήτευση, κατ' εμέ, έρχεται όταν λειτουργούμε ανάποδα. Υιοθετούμε, δηλαδή, μια εικόνα ακαταμάχητη και περιμένουμε να έρθει το συναίσθημα, ενώ -κανονικά- το συναίσθημα είναι εκείνο που προπορεύεται και δημιουργεί την εικόνα. Εκείνοι που ξέρουν καλά πως να προκαλούν τον πόθο και που αναλώνονται σε μεθόδους και τακτικές, ώστε να "εμπνέουν" εύκολα τον έρωτα, συνήθως δεν νιώθουν (...δε μπορούν να νιώσουν) ούτε το ένα ούτε το άλλο. Έτσι η πλάνη είναι αναπόφευκτη... και αμοιβαία...

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Νομίζω ότι έβαλες τα πράγματα στη θέση τους. Όταν το αποτέλεσμα προηγείται του αιτίου, τότε μένουμε στον επιφανειακά γοητευτικό άνθρωπο(κι αυτό ακόμα συζητιέται).
Σκοπός να προϋπάρχει το αίτιο, ο έρωτας.