Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Εγώ ο πεινών και διψών έως τα πέρατα του χρόνου (ή «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο»)

Ασπάλαθος

Πώς θα ανακτήσω το χαμένο χρόνο που επίμονα και διακαώς εγώ, ο θνητός με την πικρή γεύση του χώματος στο στόμα αναζητώ; Πώς θα δώσω νόημα στη ζωή μου, όταν ξέρω ότι όλα είναι μάταια, ότι όλα τα καταπίνει το τίποτα, το μαύρο του θανάτου;
Πώς θα γραπώσω το χρόνο που διαρκώς γλιστράει μέσα από τα δάκτυλά μου; Τόσα καλοκαίρια περάσανε κι ούτε μια μυρουδιά καρπουζιού, ούτε το βλέμμα ενός κοριτσιού, ούτε το κλάμμα ενός μωρού, ούτε μια μικρή κλωτσιά στα σωθικά μου του μικρού θεού που μεγάλωνε μέσα μου, αλλά διάλεξε τη χώρα των αθανάτων κι όχι των θνητών, τίποτα, τίποτα δεν συγκράτησε η χούφτα μου να πιω να ξεδιψάσω, εγώ ο πεινών και διψών έως τα πέρατα του χρόνου. Του χρόνου που αναζητώ. Του χρόνου που τρέχω στο κατόπι του και θα κυνηγώ μέχρι τη στερνή μου ανάσα με την ψυχή μου να γδέρνεται καθώς τραβολογιέται ξωπίσω του στα αγκάθια των ασπαλάθων.

Και από τον πόνο που σου προκαλούν τα βελόνια τούτα δύστυχη ψυχή μου, τι κρίμα να μην κρατάς για φυλαχτό το κίτρινο από άκρατο φως χρώμα των ανθών τους. Έχω άραγε ποτέ μου προσέξει την αθάνατη ομορφιά των λουλουδιών των ασπαλάθων ή έχω μάτια μοναχά για τα αγκάθια τους; Γιατί ποτέ ως τώρα δε σταμάτησα το χρόνο για να χωρέσει τη φωτερή ομορφιά των κίτρινων ανθών των καμωμένων από ανόθευτο φως; Γιατί ποτέ δε στάθηκα έκθαμβη απέναντι σε αυτούς τους μικρούς ήλιους; Γιατί το φως τους γλίστρησε ανάμεσα από τα δάχτυλά μου; Τόσα καλοκαίρια περάσανε κι ούτε ένα λουλούδι ασπάλαθου δεν συγκράτησε η χούφτα μου. Μόνον αγκάθια.


«Ο φόβος του θανάτου είναι ο φόβος της ζωής».
Ποιος, ποιος το είπε αυτό; Που κρύφτηκες;
«Εσύ κρύβεσαι, όχι εγώ».

Ναι, έχεις δίκιο Θάνατε. Πρέπει κάποτε να βγω από την κρυψώνα μου και να δω τα βελόνια των ασπαλάθων που τρυπάν τα χέρια μου. Να τα αγαπήσω. Γίναν πια κομμάτι μου έτσι που χώθηκαν για πάντα βαθιά στις σάρκες μου. Να αγαπήσω τη νύχτα τους. Δίχως αυτή δε θα έβλεπα τα φωτερά λουλούδια των ασπαλάθων. Δε θα ήξερα τη μέρα τους. Σκότος και φως. Κατάπιε το σκοτάδι που σου όρισε η μοίρα. Κατάπιε το σκοτάδι που κυνηγάς στη σαστιμάρα σου. Διότι ούτως ή άλλως το κουβαλάς μέσα σου. Είσαι πλασμένος από αυτό. Είναι στη φύση σου. Μόνον έτσι θα δεις το φως. Μόνον έτσι θα κρατήσω τρυφερά στα χέρια μου το λουλούδι του ασπάλαθου. Να το νανουρίζω γλυκά να βυζαίνει τον κόρφο μου, ώσπου να με λυπηθεί ο χρόνος, να κοντοσταθεί: η ρωγμή στο χρόνο ένα βλέφαρο στην αθανασία.

Με ακούς Θάνατε; Δε σε φοβάμαι γιατί σε αγαπάω. Εγώ, η Ζωή σε κουβαλάω μέσα μου. Όσο αγαπώ εμένα, άλλο τόσο και σένα. Μαζί θα σταματήσουμε τον αμείλικτο χρόνο. Που θα ξεράνει τα λουλούδια του ασπάλαθου. Εκτός αν τον σκίσουμε με τα αγκάθια του και κοιτάξουμε πίσω από το βαρύ του παραπέτασμα. Το πάγωμα της στιγμής είναι ζωή αθάνατη. Η αγάπη του θανάτου είναι αγάπη της ζωής. Γλυκέ μου Σουάν, καθώς θα αναζητάς τον χαμένο χρόνο, θυμήσου πως δεν έχει σημασία που θα ξεραθούν κάποτε τα άνθη των ασπαλάθων στη χούφτα μας. Δεν πειράζει που θα σβήσει κάποτε το φως στο δωμάτιο. Γιατί έτσι σοφός που έγινες εν τω μεταξύ έμαθες να σταματάς την πιλάλα του χρόνου. Έμαθες να τριγυρνάς ανάμεσα στα όσα θαυμαστά φωτίζει η λάμπα στο δωμάτιο και να τα γεύεσαι με την ησυχία σου. Θα μένουν για πάντα εκεί. Ακίνητα στο διηνεκές του χρόνου. Μόνον εσύ θα κινείσαι. Αρκεί να σκίσεις την κουρτίνα με τα αγκάθια των ασπαλάθων τα καρφωμένα κάτω από τα νύχια σου. Να φέξει.

«Ο φόβος της ζωής είναι ο φόβος του θανάτου»
Ποιος, ποιος το είπε αυτό; Πού κρύβομαι;
«Πίσω μου. Όσοι φοβούνται τη ζωή, κρύβονται πίσω από το απόλυτο σκότάδι μου. Πίσω από εμένα, το Θάνατο. Τον καλύτερο φίλο της Ζωής.»

Φοβάμαι να ζήσω, λες αλήθεια Θάνατε, γι’ αυτό φοβάμαι και να πεθάνω. Είναι δύσκολο πολύ να μάθεις να ζεις. Πιο πολύ κι από το να μάθεις να πεθαίνεις. Τα δόντια κροταλίζουν από τον τρόμο στο ολόφωτο δωμάτιο ώρες-ώρες: τι υπάρχει άραγε πίσω από τους τοίχους; Και αυτό το ερώτημα επιταχύνει το χρόνο, νά’τη πάει η ζωή μου, πέρασε και δεν πρόλαβα να αγγίξω ούτε τυχαία την άκρη του αέρινου κάτασπρου φορέματος της. Δε μου έμεινε ούτε αυτή η μνήμη, του τυχαίου αγγίγματος. Και φάνταζε τόσο ορμητική, τόσο σαρωτική, τόσο λαμπρή. Ζωή, γιατί τη νύχτα που θεμέλιωναν τις πυραμίδες δε σε είχα ανάστροφα στην άμμο ζαβώσει; Γιατί άφησα το θα να κατασπάράξει το τώρα; Θα βγώ κάποτε από το δωμάτιο. Από την μόνη έξοδο. Το θάνατο. Τι κρίμα να αφιερωθεί κανείς στην έξοδο και να ξεχάσει να απολαύσει τα όσα θαυμαστά του δείχνει η αναμμένη λάμπα μέσα στο δωμάτιο. Τώρα. Θα σε ζαβώσω ανάστροφα στην άμμο. Τώρα που θεμελιώνουν τις πυραμίδες. Δε σε φοβάμαι Ζωή. Σε ποθώ όσο και τον αχώριστο εραστή σου. Με το τώρα θα σας δαμάσω και τους δυο σας εις τους αιώνας των αιώνων. Ζωή και Θάνατε.

Εγώ, ο πεινών και διψών στα πέρατα του χρόνου. Που βρήκα τρόπο κορέσω την πείνα και τη δίψα μου.

5 σχόλια:

Tyler Durden είπε...

Θα έλεγα πως φοβόμαστε τόσο το θάνατο γιατί ποτέ δεν ζούμε με πληρότητα τη ζωή. Στοχαζόμαστε και παρατηρούμε το χρόνο, μας ενδιαφέρουν στόχοι και όχι διαδικασίες (πχ σπίτι-δουλειά, ή έστω έξοδος ή εκδρομή, ο χρόνος μετακίνησης είναι νεκρός χρόνος, βαρετός και σπαστικός), και φυσικά οι στόχοι "απολαμβάνονται" ως εικόνες και όχι βίωμα. Ζούμε με μια συνεχή αναβολή της απόλαυσης.

Ο στοχασμός στο χρόνο και την ζωή-θάνατο καταστρέφει την απόλαυση της ζωής όπως ο στοχασμός και η προσπάθεια πρόκλησης/καταγραφής οργασμού καταστρέφουν την ερωτική πράξη, όπως η αϋπνία μπορεί να οφείλεται στο ότι συνειδητά πιέζεις τον εαυτό σου να κοιμηθεί.

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

O στοχασμός πάνω στο χρόνο στη ζωή και το θάνατο είναι καταφανώς διαδικασία ζωής και όχι ακύρωσής της, εκτός αν η ποίηση και η φιλοσοφία ακυρώνουν τη ζωή.
Το συγκεκριμένο κείμενο έχει αφομοιώσει-και ενίοτε παραθέτει αυτούσια- λογοτεχνικά, ποιητικά και φιλοσοφικά κείμενα δημιουργών που προσωπικά μου φαίνεται ότι σφύζουν από ζωή(Προυστ, Palermo shooting του Βιμ Βέντερς, Σεφέρης).

Ο άνθρωπος σε αυτό ακριβώς διαφέρει από το ζώο, ότι δεν αρκείται στο να ζει, αλλά ταυτόχρονα αναρωτιέται που και που το γιατί και το πώς. Αυτά γεννάνε τη φιλοσοφία και την ποίηση, τα οποία κάνουν τον άνθρωπο σε σύγκριση και αντίθεση με το ζώο να βιώνει τη ζωή, τον έρωτα και τον θάνατο με εντελώς, μα εντελώς διαφορετικό τρόπο πιο "ενισχυμένο" και ουσιωδέστερο.

Έτσι θα έλεγα ότι ο στοχασμός πάνω στο χρόνο τη ζωή και το θάνατο παράγει τον έρωτα,
ενώ "η προσπάθεια πρόκλησης/καταγραφής οργασμού καταστρέφει την ερωτική πράξη", όπως πολύ σωστά λες. Μόνο που εδώ μιλάω για έρωτα και όχι για ερωτική πράξη απλά. Σεβαστή και επιθυμητή αλλά ακόμα και τα ζώα την επιτυγχάνουν. Τον έρωτα όμως όχι.

Tyler Durden είπε...

καλύτερα να έγραφα σκέψη αντί στοχασμό για να γίνω πιο κατανοητός. Γιατί τον στοχασμό ως φιλοσοφία, κλπ τον κανεις σε ηρεμία και σε πλήρη απόλαυση της ροής του χρόνου και εντός του έρωτα ως συναισθήματος.

Αλλά "στοχαζόμενοι" την σύγχρονη ζωή μας βλέπουμε ότι η πολύ σκέψη πάνω στην καθημερινότητα αυτό που μας κάνει είναι να μας καταστρέφει την απόλαυση της ζωής, ειδικά όταν βάζουμε συγκεκριμένους στόχους και επικεντρωνόμαστε σε αυτούς. Κατά κάποιον τρόπο η ορθολογικοποίηση του "είναι" και του "γίγνεσθαι" μας καταστρέφει την απόλαυσή του και το βαθύτερο βίωμά του

Χρονοστιβάδα είπε...

Ας αφιερώσω, λοιπόν κι εγώ, καλή μου Κ&Μ σε σένα, ένα άλλο πολυτραγουδισμένο φυτό, που το προτιμώ απ' τον αιχμηρό βάτο... με κίτριν' ανθάκια κι αυτό, αλλά χωρίς αγκάθια, μόνο μ' ένα βελούδινο χνούδι στο κορμί του... ίσως για να μη σκαλώνει η μνήμη στα δυσάρεστα... και για να μη μαραίνονται τα όμορφα.

Θεέ μου τι δεν μας περιμένει ακόμα.

Κάθομαι εδώ και βρέχομαι.
Βρέχει χωρίς να βρέχει
όπως όταν σκιά
μας επιστρέφει σώμα.

Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου
και πιό μακριά
η κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Έτσι για να φαινόμαστε πολλοί
κάθε που μας μετράει το άδειο.

Φυσάει άδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου
που έχω να σαρώνομαι.

Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
χαμογελάς σαν όχι.
Άνθη αποξηραμένα στο πλάι
σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα
το ακράτητο όνομα τους semprevives
semprevives - αιώνιες, αιώνιες
μην τύχεις και ξεχάσεις τι δεν είσαι.

* Απροσδοκίες - Κική Δημουλά

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Σε ευχαριστώ πολύ για το ποίημα της Δημουλά, το οποίο δεν γνώριζα

και ομολογώ ότι με άγγιξε και με συγκίνησε βαθιά.
Σε ευχαριστώ όμως ακόμα περισσότερο για την ξεχωριστή ευαισθησία σου. Την

χρειαζόμουνα.