O Σχολιαστής με κάλεσε σε ένα παιγνίδι εν εξελίξει, να εξηγήσω γιατί διάλεξα το εικονίδιο που συνοδεύει το profile μου και φαντάζομαι ότι η εξήγηση επεκτείνεται και στο ψευδώνυμο. Το όλον, εικονίδιο και ψευδώνυμο, πλασσάρουν τον εαυτό που θέλει να περάσει ο blogger στο ιστολόγιό του. Ενσαρκώνουν το διαδικτυακό του στίγμα. Υποχρέωσή μου περαιτέρω να μεταβιβάσω την πρόσκληση σε άλλους πέντε bloggers. Το εγχείρημα έχει ενδιαφέρον και από την άποψη ότι μπορεί κανείς να ανατρέξει όσο πίσω ή μπροστά θέλει και να γνωρίσει έτσι άλλα ιστολόγια. Προσφέρεται ακόμα και για αυτοανάλυση, ψυχανάληση και περιαυτολογία. Ή απλά ως παράθυρο σε μια όμορφη πτυχή της ζωής, όπως αυτό που ανοίγει ο Σχολιαστής.
Εντάξει λοιπόν, εδώ είμαι, καιρός να προβληματιστώ λιγουλάκι για το λόγο που διάλεξα το εικονίδιο της «Παριζιάνας». Να πω ότι πρόκειται για τμήμα τοιχογραφίας περί το 1450 π.Χ. από το ανάκτορο της Κνωσού που φυλάσσεται στο αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου. Δεν πρόκειται εδώ να κάνω αρχαιολογική αναφορά. Να πω μονάχα πως έχω ακούσει τόσες φορές και από τόσους διαφορετικούς ανθρώπους μη ασχολούμενους με αρχαιολογία πως της μοιάζω (καλέ εσύ είσαι ίδια με την πώς την λέμε...), που όταν ήρθε η ώρα να επιλέξω μια εικόνα, μου ήρθε αυθόρμητα. Όχι, δεν έχω καβαλήσει κανένα καλάμι, όχι δεν τη θεωρώ ωραία ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, δεν είναι καν η αγαπημένη μου μορφή από τοιχογραφίες. Απλά ήρθε φυσικά. Και δίχως πολύ σκέψη. Εξάλλου, όπως και να έχει το πράγμα, ακόμα κι αν δεν ήταν αυτό, σίγουρα θα επέλεγα κάτι άλλο σχετικό με την αρχαιολογία. Ο καθείς και τα ενδιαφέροντά του, έστω τα ευρύτερα.
Τώρα, πώς από την «Παριζιάνα» έφτασα στην Κλεοπάτρα (ναι, τη βασίλισσα της Αιγύπτου, ναι τη γνωστή που συναντά και ο Αστερίξ), αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το ψευδώνυμό μου είναι Κλεοπάτρα και Μινγκ. Για την ακρίβεια ούτε Κλεοπάτρα ούτε Μινγκ, αλλά το ανάμεσό τους. Εξηγούμαι, αν και τα έχω πει και αλλού (Κλεοπάτρα και Μινγκ) και γι’αυτό θα περιοριστώ σε λίγα. Πριν λίγο καιρό διάβαζα μια βιογραφία της Πτολεμαίας βασίλισσας για παιδιά ( ναι, μέχρι εκεί έφτασε η χάρη της). Δεν μπόρεσα να μην προσέξω πόσες πολλές βιογραφίες της υπάρχουν γενικώς και επιπλέον πόσο γοητεύει η μορφή της όχι μόνον ενηλίκους αλλά και μικρούς (για την ακρίβεια μικρές πριγκήπισσες και Χιονάτες που προβιβάστηκαν σε Κλεοπάτρες). Την ίδια περίοδο έπεσε στα χέρια μου ένα άλλο παιδικό βιβλίο, μιας Γαλλίδας της K. Μπερνός, εκδ. Κάστωρ, το «Εγώ ο Μινγκ». Η διαφορά στα πρότυπα που περνούσαν κολοσσιαία: «Η βασίλισσα των βασιλισσών» φιλόδοξη, ματαιόδοξη, αρχομανής αλλά και στο έπακρο γοητευτική προσωπικότητα. Ο Μινγκ, ένας από τους εκατόμμυρια Κινέζους, ασήμαντος, καθημερινός, απλός, να μη διαφέρει εκ πρώτης όψεως σε τίποτα από τη μάζα. Εκτός από ένα, που έκανε και την ειδοποιό διαφορά από τους αμέτρητους άλλους ανθρώπους: Δεν είχε καμμία περαιτέρω φιλοδοξία παρεκτός να επαναλαμβάνει καθημερινά τα ίδια και απαράλλαχτα με μόνο του μέλημα να φυλακίσει το χρόνο συνειδητά για χάρη του μόνου πράγματος που θεωρούσε ότι αξίζει τον κόπο στη ζήση του. Μαντέψτε τι ήταν αυτό. Ναι, σωστά μαντέψατε –ή μήπως όχι;-, η αγάπη του για την εγγονούλα του. Μόνη του έγνοια η αφιλοκερδής φροντίδα του για αυτήν. Μόνη του χαρά, επιδίωξη και καταξίωση η αγάπη για τη μικρούλα Ναμ.
Θυμήθηκα εκείνη την ταινία με το Χάρβεϋ Καϊτέλ και το Γουίλιαμ Χαρτ, «Καπνός» λεγόταν. Πάνε καμμιά δεκαπενταριά χρόνια που παιζόταν στα σινεμά. Κάποιος ήρωας που οι υπόλοιποι το θεωρούσαν γραφικό και ακατανόητο, επέμενε να φωτογραφίζει κάθε μέρα την ίδια ώρα ένα συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Όταν μετά από πολλά χρόνια η γυναίκα κάποιου απ’αυτούς που σύχναζαν στο καπνοπωλείο σκοτώθηκε αναπάντεχα, ο «γραφικός» ανέτρεξε πίσω στις φωτογραφίες του μέχρι που εντόπισε τη νεκρή σε στιγμές αδιάφορες από την καθημερινότητά της. Αδιάφορες τότε. Πολύτιμες τώρα για τον απαρηγόρητο σύντροφό της. Ο Μινγκ λοιπόν δεν είχε ανάγκη την έλλειψη αυτού που απολάμβανε τόσο δεδομένα και τόσο απλά για να το εκτιμήσει. Ήξερε εκ των προτέρων πως είναι πολύτιμο, πως δε χρειάζεται κάτι παραπάνω, πως πρέπει να το γευτεί συνειδητά τώρα. Γιατί δεν είναι καθόλου μα καθόλου δεδομένο στο πέρασμα του χρόνου. Δεν ήθελε να κυνηγά ως άλλη Κλεοπάτρα ακόμα μεγαλύτερη εξουσία, ακόμα περισσότερα μεγαλεία που θα τα εξαργύρωνε στο μέλλον αδιαφορώντας για τα απλά πράγματα του παρόντος. Χρειάζεται άραγε να συμπληρώσω και τα πιο ουσιαστικά; Επειδή όμως ούτε Κλεοπάτρες στην αμιγή τους μορφή υπάρχουν, ούτε πολύ περισσότερο Μινγκ, περιοριζόμαστε όλοι οι υπόλοιποι στο ανάμεσο. Το θέμα είναι προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα.
Καιρός να παραδώσω τη σκυτάλη στους επόμενους. Αρκετά φλυάρησα.
Περπατάμε μαζί
Το Καφενεδάκι
Maxplace's Blog
ΓΙΑΝΝΗΣΒΕΡ
Λίμνες Μενεξελί
Δεν ξέρω πόσο ενδιαφέρον θα βρουν το παιγνιδάκι, ούτε πόσο χρόνο διαθέτουν. Ευχαριστώ όσους κάνατε τον κόπο να ανταποκριθείτε.
Περισσότερα...
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009
Ο κυνηγημένος

Η κυρία Κατερίνα. Σκύλα. Γεροντοκόρη. Με τα μυωπικά γυαλάκια της. «Είσαι απαράδεκτος! Με τόση τεμπελιά ξέρεις τι θα γίνεις; Ένα τίποτα, ένα μηδενικό». Μηδενικό, μηδενικό, μηδενικό. Ο αντίλαλος της λέξης μέσα στο μυαλό μου. Μου το τρυπάει. Πιέζω με τις παλάμες τα μηνίγγια να μη μου σπάσει το κεφάλι. Ακούω ουρλιαχτό. Από μέσα μου. Και ΠΟΥ ξέρεις εσύ ποιος είμαι εγώ; Εσύ, που μόλις γυρνάς την πλάτη σχηματίζεται μια γκριμάτσα σιχασιάς στα πρόσωπα των μαθητών σου, εσύ η ξερακιανή, η στρίγγλα, η στραγγισμένη τι ξέρεις από ζωή για να μιλάς; Το ξέρεις ότι, όταν κοιτώ τη θάλασσα σηκώνονται φουρτούνες μέσα μου ή απλώνονται μπουνάτσες; Ή ότι, όταν ακούω τα αγαπημένα μου τραγούδια, κλαίω; Ή ότι τάιζα με σύριγγα εκείνο το νεογέννητο πεταμένο γατάκι για να μην ψοφήσει και ότι τελικά το έσωσα; Τι ξέρεις για τη χαρά που ένιωσα όταν πρωτάνοιξε τα ματάκια του ή όταν κοιμόταν στη χούφτα μου; Αυτά είναι ένα τίποτα; Τυφλοί δάσκαλοι, ανίκανοι να δείτε πέρα από την κλίση ενός ουσιαστικού ή την ημερομηνία μιας μάχης.
Εμ ο άλλος, ο λυκειάρχης; «Πάλι αποβολή παιδί μου. Θέλω να ζήσω να δω που θα καταλήξεις». Άθλιε δάσκαλε, που θαρρείς επιτυχία να πλουτίζεις από τα ιδιαίτερα που κάνεις στους μαθητές της τάξης σου. Νά’ξερες πόσο γελοίος ήσουνα μέσα στο γκρίζο τριμμένο σου κουστούμι με τη γραβάτα σου να ανεβοκατεβαίνει σαν το γλωσσίδι σου όταν ξέρναγε καμπάνες για πάρτη μου. Νά’ξερες πόσο γέλασα όταν μιλούσες στο μάθημα της ιστορίας για τους ψωμολύσσες ελληνάκους ψευτοφιλόσοφους, τους γραικύλους, που έβρισκαν δουλειά στα σπίτια των νεόπλουτων Ρωμαίων παριστάνοντας τους σοφούς. Για τον εαυτό σας μιλούσατε κύριε Λυκειάρχα κι ούτε που το καταλάβατε ούτε εσείς ούτε η γραβάτα σας, που έμενε κόκκαλο σε στάση προσοχής. Ήταν από τις λίγες φορές που πρόσεξα το βαρετό μέχρι θανάτου μάθημά σας. Άξιζε τον κόπο.
Η μάνα μου. Πρόλαβα κι έκλεισα το ημερολόγιό μου. Δε με είδε. Και τι να δει. Τι να καταλάβει. «Κλείσε τη μουσική επιτέλους. Διάβασε, να σπουδάσεις, να βρεις δουλειά, σαν τον ξάδελφό σου, που έγινε στέλεχος. Είδες με τι αμαξάρα κυκλοφορεί;» Και τι με νοιάζουν εμένα ρε μάνα τα αμάξια; Και τι τα θέλω τα κουστούμια και τα πουκάμισα τα κολλαριστά; Πόσα τέτοια έχεις σιδερώσει μπροστά στο χαζοκούτι μυξοκλαίγοντας για τους έρωτες μιας Βραζιλιάνας που ποτέ σου δεν της έμοιασες σε τίποτα. Και γιατί εγώ να πληρώνω που εσύ ξέμεινες πάνω από τη σιδερώστρα, ενώ ονειρευόσουν να είσαι η κουκλάρα με τα ντεκολτέ που απατάει τον άντρα της μέσα στο κάμπριο που της χάρισε στα γενέθλιά της;
Και τι ρόλο βαράω τώρα εγώ; Άντε να δικαιολογήσω τις ατέλειωτες ώρες που κάθομαι και παρατηρώ τις κορυφογραμμές που σβύνουν στη θάλασσα τις αυγές και τα δειλινά. Και πως έπειτα τις ζωγραφίζω στην ράχη των θηκών των cd με τα αγαπημένα μου τραγούδια. Μικρογραφία με κάθε λεπτομέρεια. Άντε να μιλήσω για το θρίαμβο που ένιωσα, όταν είδα σύννεφα στον ουρανό ολόιδια με αυτά που ζωγράφιζα μικρός στο νηπιαγωγείο και η απαίσια η δασκάλα μού’λεγε να τα σβύσω γιατί δεν είναι, λέει, έτσι τα σύννεφα. Άντε να μιλήσω για τη ζάχαρη που τάιζα κρυφά, μη με πάρουν για τρελό και μου το κοπανάνε, εκείνο το μισοπεθαμένο αλογάκι της Παναγίας μέχρι να αναστηθεί. Ή για την πρώτη νότα εκείνου του τραγουδιού των Led Zeppelin που έλειπε και μου φάνηκε σα να ακούω κάτι ξένο και διαφορετικό. Σε ποιον να τα πω όλα αυτά και τι θα καταλάβει;
Αυτά και άλλα τόσα. Ασήμαντα για όλους τους. Για τους δασκάλους μου, για τη μάνα μου, για τον ανύπαρκτο πατέρα μου που δεν τον ξεχωρίζω πια από τον καναπέ, που βαρέθηκα να τον ακούω να πανηγυρίζει για τα γκολ της ομάδας του. Που σιχάθηκα να τον πιάνω στα πράσα αργά τις νύχτες να βλέπει τσόντες και να λέει στο τηλέφωνο μάλιστα κύριε διευθυντά. Τον πατέρα μου που είναι ευχαριστημένος με τη ζωούλα του πηγαινοφέρνοντας τη μηχανή του γκαζόν και κοιτάζοντάς με με περιφρόνηση κάθε που με βλέπει μπροστά του. «Α ρε, δε μου έμοιασε καθόλου». Τον τσάκωσα να το λέει στη μάνα μου. Και εγώ να γυρνάω από το σχολείο με τον έλεγχο στα χέρια. Πού να βρώ κουράγιο να του τον δώσω. Βδομάδες τώρα τον πηγαινοφέρνω. Θα’θελα να του τον πετάξω στα μούτρα, να του πω ναι, δε σου έμοιασα καθόλου. Κοίτα τους βαθμούς μου. Κάτω από τη βάση. Δε γουστάρω ούτε εσένα, ούτε το γκαζόν, ούτε τα κουστούμια, ούτε τα αυτοκίνητα με leasing, ούτε τους διευθυντάδες σου, ούτε τους καθηγητάδες μου με τα λύω, λύεις και την έλξη του αναφορικού και την ανωμαλία των ανώμαλων ρημάτων τους.
Μόνον ένας τους μου άρεσε. Κάποιος καινούριος. Κύριος Ανέστης. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στην τάξη σε κάποιες εξετάσεις. Είχε πάρει σβάρνα όλες τις αίθουσες με τη σειρά. Βρωμοκόπαγε ουίσκι. Αρχίζει να απαγγέλλει ένα ποίημα στα καλά καθούμενα. Του Ελύτη μας είπε. Μιλούσε για θάλασσες και ήλιους και έρωτα. Το ποίημα δεν το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πόσο ένιωσα γελοίος να πασχίζω με τα ορνιθοσκαλίσματά μου και τα σκονάκια πάνω στην κόλλα. Θυμάμαι και μια μικρή πράσινη θάλασσα που είδα ξάφνου μπροστά μου όσο τον άκουγα. Και μετά έφυγε. Συνήλθα από τον ήχο που έκανε η κυρία Κατερίνα χτυπώντας το μολύβι της ανάποδα στην έδρα. Να μας επαναφέρει στην τάξη. Ποια είναι δηλαδή η «τάξη»; Τα ακαταλαβίστικα που αράδιαζα στην κόλλα ή η μικρή πράσινη θάλασσά μου; Θα τρελαθώ. Παράτησα το γραπτό μου κι έφυγα. Να βγω έξω, να πάρω καθαρό αέρα. Δεν ξαναγύρισα στο σχολείο. Έζεχνε.
Πού να πάω. Το σπίτι δε με σηκώνει. Χειρότερα. Τίποτα δε θα τους πω που το παράτησα το Λύκειο. Άσ’τους να ονειρεύονται για μένα διευθυντικές καρέκλες και τραπεζώματα στη γειτονιά για την εισαγωγή μου στο πανεπιστήμιο. Μήνες τώρα την πηγαινοφέρνω τη τσάντα μου στο πάρκο, το μπιλιαρδάδικο και το σινεμά. Ούτε που θυμάμαι ποια τι βιβλία έχει μέσα. Την ανοίγω μόνο και μόνο για να πάρω το αγαπημένο μου στυλό και να γράψω τούτο δω το ημερολόγιο. Πάλι καλά που το έχω κι αυτό για παρέα. Νομίζω πως θα μου στρίψει. Σήμερα με έπιασα να κάθομαι τέσσερεις ώρες σερί ακίνητος σε ένα παγκάκι με το βλέμμα καρφωμένο σε μια σακούλα που τη στροβίλιζε ο αέρας. Δεν την έβλεπα όμως. Άλλα έβλεπα. Τον εαυτό μου ντυμμένο Νίντζα, όπως σε κείνη την ταινία που είδα χθες στον κινηματογράφο. Φοράω τα μαύρα ρούχα και γίνομαι άλλος άνθρωπος. Σα να μην είμαι εγώ. Νιώθω δυνατός, σίγουρος και αόρατος. Οι κινήσεις μου κοφτές και ακριβείς. Μια πολεμική μηχανή με τους μυς όλου του κορμιού της τεντωμένους και έτοιμους για επίθεση σε ότι την κοντράρει. Τα μάτια μου μισόκλειστα να κλειδώνουν το στόχο. Τη μάνα μου. Τον πατέρα μου. Τους δασκάλους μου. Που μου κρεμάσανε ταμπέλα και με αξιολογήσανε. Με τα δικά τους μέτρα. Δε χωράω; «Σόρρυ, είσαι λούζερ. Πάρε πόδι». Τώρα θα δείτε ποιος είναι ο αποτυχημένος. Τη μάνα μου και τον πατέρα μου όχι. Δε θα το αντέξω. Παράτα τους. Στο σχολείο θα πάω. Να καθαρίσω την κόπρο του Αυγεία. Με τα όπλα που έχω για τη σκοποβολή. Να τα. Δύο. Τιμωροί. Να δούμε τώρα ποιος είναι ο κυνηγημένος. Να βρω και τη στολή του Νίντζα. Είναι από τις απόκριες. Δεν πειράζει. Μου κάνει. Πού την έχει βάλει η μάνα μου. Ευτυχώς λείπουν από το σπίτι. Δε θα με δούνε. Έτοιμος. Τώρα είμαι ένας Νίντζα. Κοίτα αγόρι μου καλά στον καθρέπτη. Βάλε και τη μάσκα. Πρόβαρε τις κινήσεις που θα κάνεις όταν σημαδεύεις τους καθηγητές σου. Μέσα στην τάξη. Την ώρα που ήσυχοι, ωραίοι και ανυποψίαστοι κάνουν το μαθηματάκι τους. Έτσι θα χτυπήσω ακαριαία. Σαν έτοιμος από καιρό. Σαν Νίντζα.
Φεύγω. Φτάνω στο σχολείο. Ψυχή στο προαύλειο. Ωραία. Μπαίνω μέσα. Να το τμήμα μου. Βάρα την πόρτα με το πόδι. Να ανοίξει. Μην πεις κουβέντα. Γρήγορα να γίνει η δουλειά. Θυμήσου είσαι Νίντζα. Νά’μαι. Μέσα στην αίθουσα. Κοίτα τα γουρλωμένα μάτια του λυκειάρχη. Δε με περίμενες ε; Σημαδεύω. Έπεσε. Του άξιζε. Δράσε γρήγορα, όπως στη ταινία. Όπως κάνανε οι πραγματικοί Νίντζα. Κλότσα τις πόρτες στη σειρά. Πυροβόλα τους δασκάλους. Έτσι μπράβο. Πάει και η γεροντοκόρη. Μην πειράξεις τους μαθητές. Δε σου φταίνε. Κυνηγημένοι και αυτοί όπως εγώ. Μόνο που δεν το ξέρουν. Κλοτσιά και πυροβολισμός. Κλοτσιά και πυροβολισμός. Κλοτσιά και πυροβολισμός. Κατάστηθα. Πόσους από τους κυνηγούς μου έφαγα. Έχασα το μέτρημα. Κιχ δεν πρόλαβε κανείς τους να βγάλει. Εγώ είμαι τώρα ο κυνηγός. Εγώ, ο Νίντζα.
Ποιος είσαι εσύ στο διάδρομο; Ο κύριος Ανέστης. Η μικρή πράσινη θάλασσα. Βγάζω τη μάσκα. Σκότωσέ τον. Μην ξεγελιέσαι. Κυνηγός είναι και αυτός. Ή μήπως όχι. Ένας Νίντζα δε διστάζει. Τον σημαδεύω. «Αν είναι να πατήσεις τη σκανδάλη, τότε κοίτα με στα μάτια». Η φωνή του. Έχει κάτι από θαλασσινή αύρα. Πώς να τον σκοτώσω. Όχι, όχι δεν μπορώ. Δε φοράει μάσκα σαν τους άλλους. Δεν υποκρίνεται. «Αρκετά για σήμερα κύριε Ανέστη». Με πλησιάζει και με αγγίζει στον ώμο. Υπάρχουν και άνθρωποι. Χαμογελάω άθελά μου. Μου χαμογελάει και κείνος. Θέλω να του πω για κείνο το αλογάκι της Παναγίας που τάϊζα ζάχαρη. Και για τα σύννεφα που ζωγράφιζα μικρός. Kαι για το γατάκι που του έδινα γάλα με τη σύριγγα, και...
Μηηηη.... Μη. Με έσπρωξε σε μια άδεια αίθουσα και με κλείδωσε. Ανάθεμα. Ίδιος είναι με τους άλλους. Η μάσκα μου. Πού είναι η μάσκα μου. Με ξεγέλασε και έβγαλα τη μάσκα μου. Έχω μείνει κατάχαμα στη θέση που με πέταξε. Δε θέλω πια να σηκωθώ. Θεέ μου τι να κάνω. Δώσε μου ένα σημάδι. Είσαι η τελευταία μου ελπίδα. Τι, τι γράφει στον πίνακα;
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές --
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1911)
Μια μικρή πράσινη θάλασσα βλέπω γύρω μου. Και κείνο το τραγούδι των Led Zeppelin ολόκληρο, και με την πρώτη νότα. Τίποτε άλλο.
ΜΠΟΥΜ.
Τέλος
Σημείωση: Πηγή έμπνευσης στάθηκε η τραγική περίπτωση του μαθητή Robert Steinhäuser που στις 26 Απριλίου του 2002 φορώντας στολή Νίντζα εισέβαλε στις τάξεις του σχολείου του από το οποίο είχε αποβληθεί και σκότωσε τους καθηγητές του. Ένας εξ αυτών, τον οποίο δίστασε ο δεκαεννιάχρονος μαθητής να δολοφονήσει άμεσα, τον πλησίασε και τον κλείδωσε σε μια αίθουσα. Λίγα λεπτά αργότερα ο μαθητής αυτοκτόνησε. Συνολικά τα θύματα συμπεριλαμβανομένου και του αυτόχειρα ανέρχονταν σε δεκαεπτά. Το γεγονός έμεινε γνωστό ως «η σφαγή του Erfurt» από το όνομα της γερμανικής πόλης που έλαβε χώρα. Λεπτομέρειες μπορεί κανείς να αναζητήσει στη διεύθυνση: http://en.wikipedia.org/wiki/Erfurt_massacre
Οπωσδήποτε το διήγημά μου δε φιλοδοξεί να χρησιμοποιήσει ακριβή στοιχεία του συμβάντος. Ούτε καν τα ονόματα των εμπλεκομένων δε διατήρησα. Θέλησα να εικάσω την ψυχολογία του δράστη ο οποίος με είχε, ας πούμε, συγκινήσει. Τώρα κατά πόσο είναι αυτή κοντινή στην πραγματικότητα, πολύ φοβάμαι πως είναι κάτι που ο θύτης -και κατά τη γνώμη μου ταυτόχρονα θύμα- θα το πάρει μυστικό στον τάφο του. Όσο για τον καθηγητή που τον σταμάτησε, αρχικά ηρωποιήθηκε. Είναι όμως τουλάχιστον εντυπωσιακό πως λίγο αργότερα υπήρξαν αρκετοί συμπολίτες του που τον κατηγόρησαν για τη στάση του.
Στο παρόν κείμενο δικαιολογώ κατά κάποιο τρόπο το μαθητή και ψέγω τους υπόλοιπους, που με τη στάση τους τον ώθησαν στους φόνους και την αυτοκτονία. Η αλήθεια είναι πως εδώ παρουσίασα μία μόνον εκδοχή, αυτή που πρώτη μου ήρθε στο μυαλό. Όσο όμως και να θεωρεί κανείς τους ανθρώπους γεννήματα μιας κοινωνίας, δεν παύουν να έχουν και προσωπικό μερίδιο ευθύνης. Οπωσδήποτε, πρέπει να τονίσω, ότι θεωρώ την περίπτωση του νεαρού αυτόχειρα ψυχοπαθολογική, που έχρηζε ιδιαίτερης αντιμετώπισης από το κοινωνικό του περιβάλλον. Όπως και να έχει το ζήτημα δεν είχα σκοπό να περιγράψω το πραγματικό γεγονός, αλλά να το "χρησιμοποιήσω", για να εκθέσω κάποιες σκέψεις που μου προκάλεσε σχετικά με το πώς μπορεί να ένιωθε και να φιλτράρει τις όποιες δυσκολίες ένας άρρωστος ψυχικά άνθρωπος, όπως αυτός. Εκεί αρχίζει και εκεί σταματάει η σχέση του κειμένου μου με την τραγωδία της σφαγής του Erfurt.
Να προσθέσω τέλος πως αντιλαμβάνομαι ότι το ύφος συζητιέται αν ταιριάζει σε δεκαεννιάχρονο. Είναι δύσκολο να κρυφτεί ο συγγραφέας και οι ηλικιακές ή όποιες άλλες του καταβολές πίσω από κάτι που δεν είναι: έναν νεαρό με προβλήματα ένταξης στην κοινωνία. Αντίθετα στο άλλο διηγηματάκι μου, τον Κυνηγό, που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο ένας ηλικιωμένος που αποκτά όψιμα αυτογνωσία, το αποτέλεσμα από πλευράς ύφους, νομίζω, ότι είναι πιο πετυχημένο. Φαίνεται ότι από ένα σημείο και μετά είναι πιο εύκολο να υποδυθεί κάποιος έναν μεγάλο σε ηλικία παρά έναν έφηβο. Εντυπωσιακό αλλά αληθές. Ή μήπως όχι;
Περισσότερα...
Ετικέτες
διηγήματα για ενηλίκους
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Το μαχαίρι
εικ.: μαχαίριΤο μαγγανοπήγαδο. Έτσι νιώθω. Βαρέθηκα. Απορώ με τις καλημέρες που ακούω στη δουλειά. Πού το βρίσκουν το κέφι. Σιάχνω λίγο το στραβό μου χαμόγελο μη με πάρουν χαμπάρι. Ξεστομίζω κουτσά-στραβά μια ξινισμένη καλημέρα. Περνάει. Δε με πήραν χαμπάρι. Πρέπει να βρώ και μια δικαιολογία να αρνηθώ εκείνη την πρόσκληση. Θα πάνε λέει όλοι μαζί οι συνάδελφοι για μια μπύρα μετά το σχόλασμα. Μου αρκεί που βλέπω τη φάτσα σας ολημερίς. Κοίταξέ την την καινούργια. Όλο ευγένειες και με γλυκοκοιτάζει. Κοίτα τη δουλειά σου κοπέλα μου. Για έρωτες είμαστε τώρα. Αλήθεια πότε ήταν η τελευταία φορά που βγήκα με κοπέλα; Ούτε που θυμάμαι. Άστο καλύτερα. Δε βάζω εγώ τα δυο μου πόδια σ’ένα παπούτσι. Πάμε εκεί, έλα εδώ, τι ώρα θα γυρίσεις, θέλω παιδιά, θέλω βόλτα, σ’αρέσει αυτό το φόρεμα, βγάλε αγάπη μου τα σκουπίδια,απόψε θά’ρθουν η Κική και ο Κοκός... «Μάλιστα κύριε προϊστάμενε. Τα φέρνω αμέσως». Δεν πας στο διάολο και συ. Όλο χαμόγελα και ευγένεια. Και ποιος σού’πε ότι μ’αρέσουν τα χαμόγελα. Παραφέρομαι. Εντάξει, το κατάλαβα. Έχω τις μαύρες μου. Κάθε μέρα το ίδιο λέω. Δε φταίω εγώ. Να, πρωί-πρωί έπεσα πάνω σε κείνο το στραβούλιακα. Παραλίγο να με τρακάρει. Που το πήρες το δίπλωμα ρε. Και κείνη η ξανθιά που όλο κοιταζόταν στον καθρέπτη αντί να κοιτάει μπρος της. Έπρεπε να της πω... Αμ, η μάνα μου πρωινιάτικο, στο τηλέφωνο, έχεις σιδερωμένα πουκάμισα, πότε θά’ρθεις αγόρι μου για φαγητό, πρόσεχε μην κρυώσεις.
Τίποτα απ’όλα αυτά δεν είναι που με συγχύζει. Το ξέρω εγώ τι φταίει. Είναι εκείνος ο γέρος με το μαγαζάκι στο δρόμο μου για τη δουλειά. Έχει μαζέψει ένα σωρό παλιατζαρίες εκεί μέσα. Τα βλέπω από τη βιτρίνα. Παράσημα ποιος ξέρει από ποιον πόλεμο που πέταξαν τα δισέγγονα να μην τους πιάνουν το χώρο τα ενθύμια του προγόνου. Παλιούς μισοσπασμένους καθρέπτες. Πάω στοίχημα ότι ο γέρος κάθεται με τις ώρες και φαντάζεται ποιες δεσποινίδες άλλων εποχών κοιτάζονταν σε αυτούς. Γελοιότητες. Μισοκατεστραμμένα ακροκέραμα. Να δεις τι άλλο είχα δει. Α, ναι παμπάλαιες φωτογραφίες, ούτε και κανείς θυμάται ποιους δείχνουν. Τι τα μαζεύει όλα αυτά; Και να πω ότι κανείς τα αγοράζει; Τι το κρατάει το μαγαζί. Εκείνο που με βουρλίζει όμως είναι το ύφος του. Γαλήνιο. Στην κοσμάρα του. Δυνατά να ακούει κλασική μουσική και να με καλημερίζει κάθε φορά που με βλέπει να κοντοστέκομαι. Όχι γέρο, δε θα στην κάνω τη χάρη. Δε θα σου πω καλημέρα. Δε χαλαλίζω ούτε ένα νεύμα του κεφαλιού μου για σένα. Πού τη βρίσκει τέτοια ηρεμία; Μοιάζει ευτυχισμένος. Δεν το χωνεύω. Τον παραφυλάω κάθε πρωί να το δω κατσούφη. Να το δω στενοχωρημένο. Να το δω άδειο. Όοοχι. Ο γεροντάκος μας πάντα χαμογελαστός. Θα μπω μια μέρα στην τρύπα του να τον πικάρω. Δεν κοιμάμαι τα βράδια. Σκέφτομαι τι να του πω να τον δω να λυγίζει. Να χάσει για λίγο αυτή την αναθεματισμένη γαλήνη. Έμμονη ιδέα μου έχει γίνει. Άει σιχτίρ. Συγχύστηκα πάλι.
Κι αυτό το αναθεματισμένο κλειδί. Λάδωμα θέλει πάλι η κλειδαριά. Επιτέλους έφτασα σπίτι. Κι αυτές οι φάτσες στο δρόμο. Πάλι ήρθε η μάνα μου να μου φέρει φαγητό. Αφού της λέω δε θέλω. Ωχου, συγύρισε κιόλας. Ξεσκόνισε τη βιβλιοθήκη. Τι τρώγεται πια. Να, ξέχασε αυτό το βιβλίο να το τακτοποιήσει. Α ρε μάνα μισές δουλειές.
Κάθησε στον καναπέ και άνοιξε τυχαία το βιβλίο σε μια σελίδα. Ήταν ποίηση. Διάβασε:
Η λάμψη
-Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.
Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο από τη γη.
-Όμως – είπε ο πρώτος: εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’το
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μία λάμψη ο άλλος και μ’ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.
Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας
Το άχρηστο πια χέρι του.
Μίλτος Σαχτούρης, Χρωμοτραύματα, 1980
Απόμεινε άλαλος να κοιτάζει το χέρι του. Το μυαλό του γαλακτερό κενό. Κι έβαλε κάτι κλάματα, μα κάτι κλάματα. Τον πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Κι είδε όνειρο πως ήταν αυτός στη θέση του γεροντάκου σε κείνο το παλιατζίδικο. Ξύπνησε γαλήνιος. Ξυρίστηκε, ντύθηκε και πήγε κατευθείαν στο μαγαζάκι. Δεν είπε λέξη. Μοναχά φίλησε το χέρι του γέρου και συνέχισε για τη δουλειά του. Με το πρόσωπό του μαλακωμένο και τα αυτιά του πλημμυρισμένα κλασική μουσική. Εκείνη τη μέρα είπε μια γεμάτη καλημέρα σ’όλους τους συναδέλφους.
Περισσότερα...
Ετικέτες
διηγήματα για ενηλίκους
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009
Το Παλαβοβασιλέλι και το Δεσποινιώ

Παλαβοβασιλέλι τον φωνάζανε όλοι στο Χάλικα στη Μυτιλήνη, όταν ήταν μικρός. Τον έστελνε ο πατέρας του, βρακάς μάλιστα με τα όλα του, για κανά θέλημα και εκείνος ροβόλαγε την κατσά χοροπηδώντας και σκούζοντας που τον κόψανε από τις σκανταλιές και το παιγνίδι. «Για δες το το Παλαβοβασιλέλι!», γελάγανε οι χωριανοί που το θωρούσαν. Τού’μεινε από τότε το παρατσούκλι μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Άνθρωπος με νεύρο, πυγμή και θυμό. Όχι με θυμό παρακατιανό, μα σα του Βασίλη του Αρβανίτη, όπως τον περιγράφει ο Μυριβήλης. Θυμός από κείνους που βλέπεις την πέτρα και θες να την στίψεις. Το ρέμα και να το πηδήξεις να φτάσεις στην αντιπέρα όχθη. Φαίνεται τό’χε το όνομα, το είχαν και άνθρωποι του καιρού εκείνου. Κάποιους σαν το Παλαβοβασιλέλι τον παππού μου θα έβλεπε γύρω του ο Μυτιληνιός συγγραφέας και είπε να τους απαθανατίσει σε βιβλίο. Ή πάλι μπορεί να τον εξιδανικεύω. Το τόσο να το κάνω άλλο τόσο. Τα έχουν ανάγκη οι άνθρωποι τα πρότυπα. Έτσι είναι.
Πάντως μεγάλωσα με τις ιστορίες του παππού μου για το νησί. Και ας είμαι Μυτιληνιά τρίτης γενιάς κι ας έχω πάει μονάχα τρεις-τέσσερεις φορές κι αυτό για διακοπές, θαρρώ ώρες-ώρες πως εκεί γεννήθηκα, πως αυτή είναι η πατρίδα μου. Τόσο γλαφυρές ήταν οι ιστορίες του που νομίζω ότι τα βλέπω μπροστά μου όλα αυτά που διηγιότανε ώρες ατέλειωτες. Τον βλέπω ζωντανό μπροστά μου στο δίπατο πατρικό του μαζί με τα δώδεκα αδέλφια του. Εκείνος ήταν ο μικρότερος. Ο πατέρας, pater familias. Ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε. Καλοβαλμένος και νοικοκύρης. Έκανε παρέα με το γιατρό, το φαρμακοποιό, το δάσκαλο. Τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν. «Τον σέβονταν ούλοι», όπως έλεγε με δέος ο παππούς μου. Έμαθε στα αγόρια όλα μία τέχνη. Και τα κορίτσια τα προίκισε καλά. Και όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια μάθανε να παίζουν ένα μουσικό όργανο. Μαντολίνο τα κορίτσια, κιθάρα τα αγόρια.
Αυτή του την κιθάρα το Παλαβοβασιλέλι έφερε κολάρο στο κεφάλι της μεγάλης του αδελφής, της Ευστρατίας, όταν αυτή τον επέπληξε που έβγαζε τον καϋμό του για το θάνατο του πατέρα τους παίζοντας ένα τραγούδι. Δεν είχε καταλάβει η δύστυχη. Την Ευστρατία την πρόλαβα. Τη θυμάμαι πάντα καλοντυμένη ως τα βαθιά της γεράματα. Προσηνής και κοκέτα μα πιότερο απ’όλα έχω ζωντανή στη θύμιση τη γεύση εκείνου του γλυκού του κουταλιού που μας έφτιαχνε. Μήλο φιρίκι με γαρύφαλα και μπόλικα αμύγδαλα καβουρντισμένα και ολόκληρα. Έβαζε πάντα πολλά γιατί ήξερε πως μου αρέσουν. Χρόνια αργότερα όταν διάβαζα στον Προυστ τη συγκίνηση και τις θύμησες που του έφερναν οι μαντλέν που τον κεράσανε, δεν μπόρεσα να μη φέρω στο στόμα μου ολοζώντανη τη γεύση εκείνου του γλυκού της Ευστρατίας. Χρόνια έχω να το γευτώ-ποιος να το φτάξει πια- όμως να, όποτε θυμάμαι την αδελφή του παππού μου, νομίζω πως πλημμυρίζει το στόμα μου γαρύφαλα.
Ήταν και η άλλη αδελφή, η Βασιλική. Με το βέλο κυκλοφορούσε. Άτεκνη. Παντρεύτηκε το Βασιλάκη, τον παλαιοπώλη. Κωνσταντινοπολίτης. Κουκλί μου τη φώναζε πάντα ακόμα κι όταν θύμωνε μαζί της. Η φράση του «γaμώ το κέρατο σου κουκλί μου» έμεινε παροιμιώδης μέχρι την τρίτη γενιά, μέχρι εμένα που ποτέ δεν το γνώρισα. Ο παππούς μου συχνά μου περιέγραφε εκείνον τον πίνακα του Θεόφιλου, την " Άλωση της Κωνσταντινούπολης". Του τον είχε δώσει ο Χατζηδήμος, με τα ενενήντα εννιά κλειδιά (ενενηνταεννιά ακίνητα είχε δικά του μέσα στην πόλη), που πολύ τον εκτιμούσε έτσι δουλευταράς που ήταν. Του κρατούσε ολάκερο το σαπωνοποιείο. Είχε ο Μυτιληνιός αριστοκράτης ένα μεγάλο μπαούλο με πίνακες πολλούς. Συλλέκτης. Διάλεξε έναν, του είπε. Τότε ακόμα ο Τεριάντ δεν είχε ανακαλύψει το Θεόφιλο να τον αναδείξει. Μού’δειχνε και με το χέρι μάλιστα, όταν μου μιλούσε για το έργο λες και το είχαμε μπροστά μας. Αλλά ο Βασιλάκης, ο παλαιοπώλης του την έφαγε την Άλωση σε μια ώρα ανάγκης για πενταροδεκάρες. Θεός σχωρέστον. Όποτε βρεθώ στο νησί πάω σε κείνο το υπέροχο μουσείο μες στα λιόδεντρα και το κοιτάζω. Μοναχά που δε βλέπω πια τον πίνακα, αλλά τον παππού μου να μου μιλάει γι’αυτόν.
Το Μιχάλα, άλλον αδελφό, το θυμάμαι να μας φέρνει κάθε φορά που ερχόταν στο σπιτικό του παππού μου και της γιαγιά μου της Δέσποινας εκείνα τα γεμιστά μπισκότα Παπαδοπούλου με σοκολάτα. Κρυβόμασταν κάτω από το τραπέζι να μη μας βλέπουν οι μεγάλοι και τρώγαμε μόνο τη γέμιση. Ο παππούς μου είχε πολλές ιστορίες για αυτόν. Τότε που καβάλησε ανάποδα το γάιδαρο και έκοβε βόλτες μπρος από το σπίτι του δεσπότη στο Χάλικα. Πολύ τον αγαπούσε ο δεσπότης. Αυτός ήταν που τον έσωσε όταν τον μαγκώσαν οι χωροφυλάκοι την πρώτη φορά για τις αριστερές του ιδέες. Τη δεύτερη δεν τα κατάφερε. Ο Μιχάλας δεν τη γλίτωσε τη Μακρόνησο.
Κι άλλες πολλές ιστορίες, εποποιία ολόκληρη. Για τα αδέλφια του, για τον εαυτό του, για το πως γνώρισε τη γιαγιά μου, το Δεσποινιώ. Πηγαίνανε με τον αδελφικό του φίλο, τον Αργύρη το Γάτο, στο σπίτι του δεύτερου που του προξένευε την αδελφή του. Τελειωμένη υπόθεση. Αλλά το Παλαβοβασιλέλι γύρισε ψηλά ο κεφάλι και είδε σε ένα μπαλκόνι τρεις κοπέλες να χαζεύουν την περαντζάδα. Η μεσαία ήταν άγγελος με τα όλα του. Γαλανά μάτια ντροπαλά και μαλλί κατάξανθο ίσαμε τη μέση. «Τηνε βλέπεις αυτήν;», στράφηκε στον Αργύρη το Γάτο. «Θα την παντρευτώ.». Το ίδιο βράδυ σκάρωσε ένα τραγουδάκι και της το έκανε καντάδα παρέα με το φίλο του που γνώριζε καλά πως όταν το Παλαβοβασιλέλι βάλει κάτι στο μυαλό του, δεν ησυχάζει μέχρι να το πετύχει. Πόσο λυπάμαι που δε θυμάμαι αυτό το τραγούδι ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος. Το πήρανε στον τάφο τους να το τραγουδάνε οι δυο τους, το ζευγάρι παρέα.
Τι να πρωτοπώ. Για τον αδελφό του τον αντάρτη που παντρεύτηκε στη Μάνη και κατέβηκε από το βουνό να δει το νεογέννητο μωρό του. Στημένη του την είχανε απ’έξω. Μόλις άνοιξε την πόρτα να φύγει. Τον αφήσανε πρώτα να αποχαιρετήσει τη γυναίκα του και τον σκοτώσανε επιτόπου οι ταγματασφαλίτες. Αυτό το μωρό μεγάλωσε και το είδαμε πρώτη φορά στην κηδεία του παππού μου. "Ποιος είσαι;" τον ρωτήσαμε. Μας είπε. Και είδαμε μονομιάς μπροστά μας τη σκηνή που τόσες και τόσες φορές μας είχε διηγηθεί ο παππούς μου. Μπας και η μνήμη βοηθήσει να μην τον καταπιεί για πάντα η λήθη τον Αποστόλη, το σκοτωμένο.
Για τον Περικλή το φαρμακοποιό, αλλιώς «Πνάκα», γιατί ήταν ο μόνος βασιλόφρων σε τόσους αριστερούς και με τρόπους λεπτούς. Δε γλένταγε σαν τους άλλους ούτε συμμετείχε στις πλάκες τους.
Για το Γιώργο, που είχε βουίξει το χωριό πως ήταν ερωτευμένος με μια όμορφη ζωντοχήρα και όταν έφευγε στρατιώτης για τα παράλια της Μικράς Ασίας, καβάλησε το άσπρο του άλογο και στάθηκε όξω από το παραθύρι της. Το ζωντανό στάθηκε στα δυο πισινά πόδια του, εκείνος της έγνεψε με το κεφάλι και έφυγε. Δεν τον ματαείδαν. Ήρθε χαρτί πως έπεσε στην Κόκκινη Μηλιά.
Για τον Ηλία, που έπαθε κρυοπαγήματα στην Πίνδο το ’40 και άφησε εκεί τα κόκαλά του.
Για τον ...(πόσο αλήθεια με πειράζει που δε θυμάμαι το όνομά του), που είχε κουρείο μέσα στην πόλη, μα τρελλάθηκε όταν τον παράτησε η γυναίκα του.
Για το Βαγγέλη τον κουτσαβάκη ή τον Μιχάλα (δε θυμάμαι ποιος από τους δυο ήτανε) που πήγε της αδελφής του της Βασιλικής, χήρας πια, ωραία φυτά για το μπαλκόνι της. «Κοίτα Βασιλέλι» έλεγε στον παππού μου, «ωραίες γλάστρες που μού’φερε ο αδελφός μας». Και φυσικά τα φυτά ήταν χασίσια. Και ο παππούς μου μεμιάς τα κατούρησε κι αυτά ξεραθήκαν.
Για τη Μυρσίνη τη μεγάλη αδελφή που σχεδόν ποτέ δε μιλούσε γι’αυτήν. Ποτέ δεν έμαθα γιατί. Αν και φαντάζομαι ο θλιβερός της θάνατος –χάθηκε γριά στο βουνό με τα μυαλά της χαμένα και τη φάγανε οι λύκοι- είναι επαρκής λόγος.
Για πόσους είπα τον έχασα τον λογαριασμό.
Πιάνω να μιλήσω για τον παππού μου και πιότερο μιλάω για τα αδέλφια του. Είχε πολλές ιστορίες για τη μακρόχρονη ζήση του. Αναρωτιέμαι γιατί διαλέγω να πω κυρίως για τα αδέλφια του. Φαίνεται πως είναι αυτή η ανάγκη να βλέπουμε τον εαυτό μας όχι ξεκρέμαστο και μονάχο του σ’όλη αυτήν την ατέλειωτη ροή γενεών, αλλά να, σαν κρίκο μιας αλυσίδας, που κάπου γαντζώνεται, κάπου πιάνει. Μήπως και ο ίδιος ο παππούς μου, δε μου διηγιόταν ώρες ατέλειωτες για τους δικούς του; Η ανάγκη για συνέχεια και παρελθόν. Είναι κάπως σαν να επεκτείνουμε την ύπαρξή μας έτσι. Γράφω για όλους τούτους τους ανθρώπους, που πολλούς δεν τους γνώρισα καν, κι αναρωτιέμαι, εγώ τώρα ποια από τα χαρακτηριστικά τους κουβαλάω και δεν το ξέρω, τι από αυτούς συνεχίζει και ζει μέσα μου, στη μορφή μου, στον χαρακτήρα μου, στο πνεύμα μου, στην ψυχή μου; Και ακόμα πιο μακριά, τι υπάρχει ή θα υπάρξει από το Παλαβοβασιλέλι και το Δεσποινιώ και το Μιχάλα και την Ευστρατία και, και...και απ’όσους δεν έμεινε στη θύμηση το όνομά τους και από τους πιο παλιούς ακόμα, σειρά ατέλειωτη που ούτε μια τόση δα ιστορία δεν απόμεινε τελευταίο κουρέλι στα κόκαλα τους, τι λοιπόν από όλους αυτούς θα περάσει στις μελλούμενες γενιές; Και τι θα απομείνει τάχατες από μένα που σέρνω όπως κι όλοι οι άλλοι της αλυσίδας μου σωρό τους κρίκους πίσω μου; Το όνομά μου, μια μικρή ιστορία από τη ζήση μου; Ο τρόπος που θα πεθάνω; Τίποτα; Και για πόσο. Δε με μέλει. Μου αρκεί που είμαι γαντζωμένη στην αλυσίδα μου. Καληνύχτα παππού και γιαγιά. Δεν υπάρχει μέρα να μη σας νιώσω. Είναι που σας κουβαλάω μέσα μου.
Περισσότερα...
Ετικέτες
απολογίες και απολογισμοί
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009
Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος πέμπτο
Παρθενώνας(Το προηγούμενο κεφάλαιο εδώ: Μέρος τέταρτο)
Κεφάλαιο 5
Πάνω στην κορύφωση της σύγκρουσης, όταν κραυγές καράτε, φωνάρες πειρατών, κακαρίσματα και βελάσματα ήταν τόσο δυνατά, που ήταν σαν να μην ακούγεται τίποτα, ένα ουράνιο τόξο που κουνιόταν πέρα-δώθε έσκισε τον ουρανό και τα τύμπανα των καβγατζήδων. Μα τι συμβαίνει; Ο νεαρός στοιχειοθέτης! Ο βοηθός του τυπογράφου για όσους δεν κατάλαβαν... Αργά το βράδυ νυχοπατώντας και κρατώντας έναν φακό, ετοιμαζόταν να μπει στο ημιυπόγειο. Έστησε αυτί έξω από την πόρτα και -ω, φρίκη!- άκουσε καβγά μεγάλο. Αυτό που φοβόταν έγινε. Φυσικό ήταν με τέτοιο μπέρδεμα να τσακωθούν μεταξύ τους τα βιβλία, αλλά δεν φανταζόταν τέτοια φασαρία! Όρμησε στο τυπογραφείο έντρομος κραδαίνοντας τον ελαττωματικό φακό του. Το φως του σχημάτιζε καμπύλη με τα χρώματα της ίριδας, ίδιο ουράνιο τόξο! Κλώτσησε μες στο σκοτάδι τα τυπογραφικά στοιχεία που είχαν πέσει στο πάτωμα, χτύπησε το πόδι του στο πιεστήριο και τέλος κατάφερε να φτάσει στον πάγκο με τις ανακατεμένες σελίδες των βιβλίων. «Γρήγορα, γρήγορα...» μουρμούραγε συνέχεια, ενώ τις ξεχώριζε. Με το φακό να κουνιέται πέρα-δώθε στην τσέπη του και να μοιράζει ουράνια τόξα στο ταβάνι του ημιυπόγειου, κατάφερε να βάλει σε σειρά τις σελίδες. Επιτέλους! Τέρμα τα μπερδέματα... έλπιζε ότι δεν είχε κάνει πουθενά λάθος. Αφουγκράστηκε μήπως ακούσει καμμιά καβγατζίδικη φωνή. Όχι, δεν ακουγόταν τίποτα. Όλες σωστά τις είχε ξεχωρίσει τις σελίδες...
Ανάσανε με ανακούφιση. Κάθισε ήρεμος πια στη δερμάτινη καρέκλα του κυρίου Αριστείδη. Έσβησε το φακό. Σκοτάδι. Τι μέρα κι αυτή! Και τι νύχτα! Κοίταξε το φεγγαρόφωτο που έμπαινε από τους φεγγίτες. Όλοι ερμητικά κλειστοί. Σκέφτηκε να τους ανοίξει, για να μυρίσει το νυχτερινό αεράκι. Ανατρίχιασε στη σκέψη πως μπορεί οι Αέρηδες να ξαναπερνούσαν από τη γειτονιά. Δεν μπόρεσε όμως να αντισταθεί. Σηκώθηκε και μισάνοιξε τον τελευταίο φεγγίτη. Κοίταξε έξω στη βαθιά νύχτα. Μα τι είναι αυτό; Έτριψε και ξαναέτριψε τα μυωπικά του μάτια. Η εικόνα δεν άλλαζε.
Ένα πειρατικό καράβι με όλα του τα πανιά ανοιχτά έπλεε στο σεληνόφως! Οι πειρατές ήταν ρομπότ και ζώα! Κυνηγούσαν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς που πέταγε άπιαστο μπροστά τους και χαμογελούσε γοητευτικά! Παραπίσω ένας πίνακας σαν να τον είχε ζωγραφίσει η Ταμάρα ντε Λεμπίκα, που έδειχνε ένα από τα πιο γνωστά σπίτια του Φρανκ Λόιντ Ράιτ και ακόμα πιο πίσω το Βρεττανικό Μουσείο πάνω στην Ακρόπολη, που αρμένιζε κι αυτή στους δρόμους του φεγγαριού!Χαμογέλασε μαγεμένος από το θέαμα. Έκλεισε το φεγγίτη και ξαναβολεύτηκε στην αναπαυτική δερμάτινη καρέκλα του τυπογράφου. Έριξε μια ματιά στις στοίβες από σελίδες που περίμεναν έτοιμες μετά από τόσες περιπέτειες για βιβλοδεσία. Ώστε έτσι λοιπόν! Ένας ολόκληρος κόσμος που γεννήθηκε μόνο και μόνο γιατί οι Αέρηδες κάναν το κέφι τους, δε χάθηκε, όταν ξεχώρισε τις σελίδες. Ζούσε κάπου αλλού, παράλληλα με τον κόσμο που θέλαν οι συγγραφείς των βιβλίων. Ανακάθισε στην καρέκλα του με μάτια που έλαμπαν παράξενα. Κι αν το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον μπλέκονται πότε-πότε και ζούμε και μεις παράλληλες ζωές που τις αγνοούμε, κάπου αλλού, σε άλλους κόσμους; Πέρασε όλο το υπόλοιπο βράδυ στο ημιυπόγειο τυπογραφείο. Άνοιξε διάπλατα όλους τους φεγγίτες και με τα μάτια του να εξακολουθούν να λάμπουν παράξενα, κοίταζε το σεληνόφως. Ποιος ξέρει, ίσως στις λεωφόρους του να έβλεπε εκδοχές και της δικής του ζωής να περνούν!
ΤΕΛΟΣ
Περισσότερα...
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009
Γιατί πρέπει να παρακολουθεί κανείς τηλεόραση
Κίνηση από το blog του Tzonakos συσπειρώνει Έλληνες bloggers με απαίτηση την αναβάθμιση των τηλεοπτικών εκπομπών. Γνωστά τα τρωτά της μεγάλης θεάς που κοσμεί στα περισσότερα σπιτικά σχεδόν κάθε δωμάτιο. Ο kafetzis από την πλευρά του υποστηρίζει να πατήσουμε το κόκκινο κουμπί και να το κλείσουμε το χαζοκούτι , όταν δεν μας ικανοποιεί η ποιότητα της εκπομπής , όσο είναι καιρός για να μην παθητικοποιηθούμε.
Προσωπικά ανήκω στους θανάσιμους εχθρούς της τηλεόρασης που δεν της επιτρέπουν ούτε καν να υπάρχει ως συσκευή μέσα στο σπίτι. Οι τελευταίες μου αναμνήσεις από τηλεόραση ήταν στο πατρικό μου πριν από πάρα πολλά χρόνια. Ο οργανισμός μου δεν την άντεχε και την εξεμούσε αυτόματα. Όποτε ήταν ανοιχτή, άνοιγα την πόρτα και έφευγα. Ακραία στάση οπωσδήποτε, αλλά εκτός από επιλεγμένες κινηματογραφικές ταινίες που βλέπω στον υπολογιστή, δεν αντέχω να παρακολουθήσω οτιδήποτε άλλο. Εξάλλου υπάρχουν τόσα άλλα πράγματα, που ειλικρινά δε βλέπω πού περισσεύει χρόνος για την τηλεόραση. Καλά ως εδώ, μπράβο μου. Γιατί όμως δεν προτείνω παρόμοια στάση, παρόλο που δεν πρόκειται στην πράξη να αναθεωρήσω. Το νερό δε γυρνάει πίσω στο αυλάκι και μου είναι αδιανόητο να αγοράσω μία τηλεόραση και να στηθώ, έστω και για λίγο απέναντι της.
Ξέρω όμως ότι θα έπρεπε γιατί:
1. Σημασία δεν έχει το μήνυμα, αλλά ο τρόπος που θα το αποκωδικοποιήσουμε. Η τηλεόραση μας βομβαρδίζει με χιλιάδες μηνύματα που οφείλουμε να μάθουμε να τα απογυμνώνουμε από τα επικοινωνιακά, πολιτικά και πάσης φύσεως τρικ που τα περιβάλλουν προκειμένου να κρατήσουμε τον πυρήνα. Διαφορετικά θα μείνουμε έξω από τα πράγματα. Και δεν εννοώ την ενημέρωση (πηγές της οποίας μπορεί να είναι το διαδίκτυο, το ραδιόφωνο, ο τύπος), αλλά το σφυγμό της κοινωνίας, που είτε μας αρέσει είτε όχι διαμορφώνεται εν πολλοίς από την τηλεόραση ή τη διαμορφώνει. Παράδειγμα. Ανοίγω αίφνης την πόρτα του σπιτιού της γιαγιάς και βλέπω τα παιδιά μου να παρακολουθούν στην τηλεόραση παιδική εκπομπή, που έδειχνε κοριτσάκι να έχει δέσει και να ετοιμάζεται να βάλει στο φούρνο συμμαθήτριά της την οποία μισεί. Σοβαρολογώ. Το μήνυμα ανήκουστο. Έχει όμως προσληφθεί και άρα διαμορφώσει πολλά παιδάκια που θα αντιδρούν με τέτοια πρότυπα. Παιδάκια που θα θα συναναστραφούν αύριο μεθαύριο τα δικά μου (που τα κρατώ στη γυάλα μακριά από την T.V.) στο σχολείο ή αργότερα στον επαγγελματικό χώρο. Αν αγνοεί κανείς το μήνυμα θα βρεθεί προ εκπλήξεων σε μία κοινωνία που καλώς ή κακώς λειτουργεί με κάποιο τρόπο. Καλύτερα λοιπόν να γνωρίζει τι συμβαίνει για να μπορέσει να αποδεχτεί, να αρνηθεί, να αμυνθεί, να αντιπροτείνει.
2. Για να επιδράσουμε στους άλλους ή να αλληλεπιδράσουμε πρέπει να γνωρίζουμε τα ερεθίσματά τους ή τουλάχιστον να έχουμε μια γενική ιδέα. Το πρόβλημα μεγεθύνεται στην περίπτωση των εκπαιδευτικών. Τι να απαντήσω στους μαθητές που μου μιλάνε για realities shows, όταν δεν έχω δει ποτέ ούτε πέντε λεπτά (τα οποία πιθανότατα θα αρκούσαν), για να τους αντικρούσω και να τους στρέψω αλλού; Να τους μιλήσω για τον οργουελικό Big Brother του «1984», που ξέρω ότι δεν πρόκειται να το διαβάσουν ποτέ; Αρκεί;
3. Για να αμυνθούμε στην παθητικοποίηση που ευνοεί η τηλεόραση, πρέπει να έχουμε έστω και λίγο μάθει να παρακολουθούμε. Πώς αλλιώς να αναπτύξει κάποιος αντισώματα στην αποβλάκωση και στον μαγνητισμό της εικόνας όταν το θέαμα είναι χαμηλό, αν δεν έχει μπουχτίσει αρκετά ώστε να μάθει να κάνει ζάπινγκ ή απλά να γυρίζει την πλάτη και να φεύγει; Είναι άραγε τυχαίο ότι τα παιδιά μου, όταν είναι ανοιχτή η τηλεόραση σε κάποιο σπίτι που επισκεπτόμαστε, παρακολουθούν μετά μανίας τη στιγμή που τα υπόλοιπα πιτσιρίκια παίζουν αγνοώντας την;
4. Για να επικοινωνούμε στην καθημερινότητα με τους ανθρώπους πρέπει να έχουμε μια κάποια ιδέα των τεκταινομένων στην τηλεόραση. Τι να πω για την Πετρούλα που λέει το μετεωρολογικό δελτίο σε κάποιο κανάλι, όταν αγνοώ την ύπαρξή της; (Ας είναι καλά φίλοι που μας τα μεταφέρουν). Ή πόσο άσχημα ένιωσε ο δυστυχής και εγώ ακόμα πιο πολύ, τον οποίο γνωρίζοντάς τον για πρώτη φορά, ρωτώ αν εργάζεται η κοπέλα του, για να μου απαντήσει περήφανος ότι είναι δικηγόρος στο γραφείο του Κούγια; Μόνο που εγώ δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Κούγιας. Έκτοτε έμαθα. Πάντως απέτυχα να συνομιλήσω ακόμα και σε ένα τόσο απλό και τυπικό επίπεδο.
Θα μπορούσα να συνεχίσω να αναπτύσσσω και άλλους λόγους που πρέπει κανείς τελικά να παρακολουθεί τηλεόραση. Ακόμα και εκπομπές χαμηλές ποιοτικά τουλάχιστον σε επίπεδο ενημέρωσης. Ναι λοιπόν στη διαμαρτυρία για το χαμηλό επίπεδο, γιατί συνιστά ένα είδος ανταρτοπόλεμου. Δεν περιμένει κανείς να αλλάξουν πολλά πράγματα, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Καφετζής στο ιστολόγιό του. Περιμένει όμως την κριτική και την ορθή αποκωδικοποίηση του μηνύματος από τις εκάστοτε μικρές αυτές ομάδες διαμαρτυρομένων. Αλλά όχι στο κόκκινο κουμπί διά παντός, γιατί όπως μπορώ να βεβαιώσω από πρώτο χέρι δημιουργούνται πολλά προβλήματα.
Περισσότερα...
Προσωπικά ανήκω στους θανάσιμους εχθρούς της τηλεόρασης που δεν της επιτρέπουν ούτε καν να υπάρχει ως συσκευή μέσα στο σπίτι. Οι τελευταίες μου αναμνήσεις από τηλεόραση ήταν στο πατρικό μου πριν από πάρα πολλά χρόνια. Ο οργανισμός μου δεν την άντεχε και την εξεμούσε αυτόματα. Όποτε ήταν ανοιχτή, άνοιγα την πόρτα και έφευγα. Ακραία στάση οπωσδήποτε, αλλά εκτός από επιλεγμένες κινηματογραφικές ταινίες που βλέπω στον υπολογιστή, δεν αντέχω να παρακολουθήσω οτιδήποτε άλλο. Εξάλλου υπάρχουν τόσα άλλα πράγματα, που ειλικρινά δε βλέπω πού περισσεύει χρόνος για την τηλεόραση. Καλά ως εδώ, μπράβο μου. Γιατί όμως δεν προτείνω παρόμοια στάση, παρόλο που δεν πρόκειται στην πράξη να αναθεωρήσω. Το νερό δε γυρνάει πίσω στο αυλάκι και μου είναι αδιανόητο να αγοράσω μία τηλεόραση και να στηθώ, έστω και για λίγο απέναντι της.
Ξέρω όμως ότι θα έπρεπε γιατί:
1. Σημασία δεν έχει το μήνυμα, αλλά ο τρόπος που θα το αποκωδικοποιήσουμε. Η τηλεόραση μας βομβαρδίζει με χιλιάδες μηνύματα που οφείλουμε να μάθουμε να τα απογυμνώνουμε από τα επικοινωνιακά, πολιτικά και πάσης φύσεως τρικ που τα περιβάλλουν προκειμένου να κρατήσουμε τον πυρήνα. Διαφορετικά θα μείνουμε έξω από τα πράγματα. Και δεν εννοώ την ενημέρωση (πηγές της οποίας μπορεί να είναι το διαδίκτυο, το ραδιόφωνο, ο τύπος), αλλά το σφυγμό της κοινωνίας, που είτε μας αρέσει είτε όχι διαμορφώνεται εν πολλοίς από την τηλεόραση ή τη διαμορφώνει. Παράδειγμα. Ανοίγω αίφνης την πόρτα του σπιτιού της γιαγιάς και βλέπω τα παιδιά μου να παρακολουθούν στην τηλεόραση παιδική εκπομπή, που έδειχνε κοριτσάκι να έχει δέσει και να ετοιμάζεται να βάλει στο φούρνο συμμαθήτριά της την οποία μισεί. Σοβαρολογώ. Το μήνυμα ανήκουστο. Έχει όμως προσληφθεί και άρα διαμορφώσει πολλά παιδάκια που θα αντιδρούν με τέτοια πρότυπα. Παιδάκια που θα θα συναναστραφούν αύριο μεθαύριο τα δικά μου (που τα κρατώ στη γυάλα μακριά από την T.V.) στο σχολείο ή αργότερα στον επαγγελματικό χώρο. Αν αγνοεί κανείς το μήνυμα θα βρεθεί προ εκπλήξεων σε μία κοινωνία που καλώς ή κακώς λειτουργεί με κάποιο τρόπο. Καλύτερα λοιπόν να γνωρίζει τι συμβαίνει για να μπορέσει να αποδεχτεί, να αρνηθεί, να αμυνθεί, να αντιπροτείνει.
2. Για να επιδράσουμε στους άλλους ή να αλληλεπιδράσουμε πρέπει να γνωρίζουμε τα ερεθίσματά τους ή τουλάχιστον να έχουμε μια γενική ιδέα. Το πρόβλημα μεγεθύνεται στην περίπτωση των εκπαιδευτικών. Τι να απαντήσω στους μαθητές που μου μιλάνε για realities shows, όταν δεν έχω δει ποτέ ούτε πέντε λεπτά (τα οποία πιθανότατα θα αρκούσαν), για να τους αντικρούσω και να τους στρέψω αλλού; Να τους μιλήσω για τον οργουελικό Big Brother του «1984», που ξέρω ότι δεν πρόκειται να το διαβάσουν ποτέ; Αρκεί;
3. Για να αμυνθούμε στην παθητικοποίηση που ευνοεί η τηλεόραση, πρέπει να έχουμε έστω και λίγο μάθει να παρακολουθούμε. Πώς αλλιώς να αναπτύξει κάποιος αντισώματα στην αποβλάκωση και στον μαγνητισμό της εικόνας όταν το θέαμα είναι χαμηλό, αν δεν έχει μπουχτίσει αρκετά ώστε να μάθει να κάνει ζάπινγκ ή απλά να γυρίζει την πλάτη και να φεύγει; Είναι άραγε τυχαίο ότι τα παιδιά μου, όταν είναι ανοιχτή η τηλεόραση σε κάποιο σπίτι που επισκεπτόμαστε, παρακολουθούν μετά μανίας τη στιγμή που τα υπόλοιπα πιτσιρίκια παίζουν αγνοώντας την;
4. Για να επικοινωνούμε στην καθημερινότητα με τους ανθρώπους πρέπει να έχουμε μια κάποια ιδέα των τεκταινομένων στην τηλεόραση. Τι να πω για την Πετρούλα που λέει το μετεωρολογικό δελτίο σε κάποιο κανάλι, όταν αγνοώ την ύπαρξή της; (Ας είναι καλά φίλοι που μας τα μεταφέρουν). Ή πόσο άσχημα ένιωσε ο δυστυχής και εγώ ακόμα πιο πολύ, τον οποίο γνωρίζοντάς τον για πρώτη φορά, ρωτώ αν εργάζεται η κοπέλα του, για να μου απαντήσει περήφανος ότι είναι δικηγόρος στο γραφείο του Κούγια; Μόνο που εγώ δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Κούγιας. Έκτοτε έμαθα. Πάντως απέτυχα να συνομιλήσω ακόμα και σε ένα τόσο απλό και τυπικό επίπεδο.
Θα μπορούσα να συνεχίσω να αναπτύσσσω και άλλους λόγους που πρέπει κανείς τελικά να παρακολουθεί τηλεόραση. Ακόμα και εκπομπές χαμηλές ποιοτικά τουλάχιστον σε επίπεδο ενημέρωσης. Ναι λοιπόν στη διαμαρτυρία για το χαμηλό επίπεδο, γιατί συνιστά ένα είδος ανταρτοπόλεμου. Δεν περιμένει κανείς να αλλάξουν πολλά πράγματα, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Καφετζής στο ιστολόγιό του. Περιμένει όμως την κριτική και την ορθή αποκωδικοποίηση του μηνύματος από τις εκάστοτε μικρές αυτές ομάδες διαμαρτυρομένων. Αλλά όχι στο κόκκινο κουμπί διά παντός, γιατί όπως μπορώ να βεβαιώσω από πρώτο χέρι δημιουργούνται πολλά προβλήματα.
Περισσότερα...
Ετικέτες
απόψεις για επίκαιρα και ανεπίκαιρα
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009
Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος τέταρτο
(Για το προηγούμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ: Μέρος τρίτο)Κεφάλαιο 4
Το ρομπότ-ποδηλάτης ήταν συνηθισμένο στα ανακατέματα του χωροχρόνου. Είχε λάβει μέρος σε πολλά διηγήματα επιστημονικής φαντασίας, όπου το πριν, το τώρα και το μετά μπλέκονταν μεταξύ τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μπλέκονταν κι οι χώροι που συνέβαιναν τα γεγονότα. Έτσι, όταν είδε ένα πειρατικό καράβι να ορμάει από τα Προπύλαια στην Ακρόπολη, δεν απόρησε, ούτε σάστισε. Τα τσιπάκια του εγκεφάλου του μονάχα έδωσαν εντολή στα μεταλλικά του χείλη να πλαταγίσουν μελαγχολικά. Πίστευε πως εδώ τουλάχιστον, σκαρφαλωμένος σε ρόλο συντηρητή στα Προπύλαια, θα ησύχαζε λιγάκι από αυτά τα πέρα-δώθε στο χωροχρόνο, που τόσο άρεσαν στον διηγηματογράφο που τον επινόησε. Ας είναι. Ξαναπλατάγισε τα χείλη του, που ακούστηκαν σαν μαχαιροπίρουνα που κτυπά αφηρημένα στο πιάτο του κάποιος που τον έστησε η αγαπημένη του στο δείπνο κι απόμεινε μονάχος. Συνέχισε τη δουλειά του, ενώ παρακολουθούσε το πειρατικό να αρμενίζει ολοταχώς για τον Παρθενώνα.
(Για τη συνέχεια του τέταρτου μέρους πατήστε "περισσότερα" ).
Τα ζώα-τουρίστες τά’χασαν. Όρμησαν πανικόβλητα στο ναό να σωθούν από τους πειρατές που τα κυνηγούσαν. «Έφοοοδος...!» έσκουζε ο αρχιπειρατής δείχνοντας με το σπαθί του τον Παρθενώνα. «Παρατείστε τα πουλερικά και τα τετράποδα! Στο χρυσάφι, στο χρυσάφι τρέχτε!» ούρλιαζε απελπισμένος στους χοντροκέφαλους πειρατές του. Το ρομπότ-ποδηλάτης χαμογέλασε με κατανόηση. «Άλλος ένας που έκανε λάθος στο χρόνο κι ήρθε να αρπάξει το άγαλμα της θεάς Αθηνάς.

Ο καϋμένος δε γνωρίζει πως το έκλεψαν αιώνες πριν και το κομμάτιασαν για να πουλήσουν το χρυσάφι του και το ελεφαντόδοντο...» Ο μονόφθαλμος αρχιπειρατής κάνει μια θεαματική είσοδο στο ναό! Πετά το γάντζο του να σκαλώσει κάπου ψηλά κι ύστερα κρατώντας το σκοινί που κρεμόταν, ορμά σαν άλλος Ταρζάν μέσα στον Παρθενώνα. Φανταζόταν πως θα βρεθεί κατευθείαν στην αγκαλιά του τεράστιου αγάλματος, που έφτιαξε ο Φειδίας. «Μα τι στο καλό, πού πήγε το άγαλμα;» ψιθύρισε σαν χαμένος και βγήκε παραπατώντας με τα χέρια σφιγμένα σε χαλαρές γροθιές και μουρμουρίζοντας άτονα βρισιές για τους κλέφτες που τόλμησαν να συλλήσουν το ναό! «Αίσχος!» έλεγε και ξανάλεγε διαστέλλοντας τα ρουθούνια του.
Το ρομπότ-ποδηλάτης κρυφογέλαγε με το πάθημα του πειρατή. Τα ζώα-τουρίστες είχαν σκάσει στα γέλια παρά το φόβο τους εξαιτίας της τρομερής του όψης. «Τι γελάτε, πού βρίσκετε το αστείο;» βρυχήθηκε ο πειρατής. «Δε βλέπετε τα δικά σας χάλια;» γυρνάει απότομα και δείχνει με το δάχτυλο τα ρομπότ. «Εσείς, που αντί να κάνετε ταξίδια στ’άστρα και να εργάζεστε σε διαστημικούς σταθμούς του μέλλοντος, είστε σκαρφαλωμένοι σε πανάρχαια οικοδομήματα!» Το ρομπότ ποδηλάτης έπαψε να γελά και του λέει σοβαρά με τη μπάσα μεταλλική φωνή του: «Και λοιπόν τι να κάνουμε;» «Φτου...» φτύνει κάτω με αγένεια ο πειρατής. «Κι αυτό εδώ το μοντέρνο σπίτι, πώς μπλέχτηκε με τα αρχαία κτήρια; Για να μην πω για τους πίνακες αυτής της Ταμάρα ντε Λεμπίκα, που κρέμονται στην Πινακοθήκη αντί για έργα του αρχαίου ζωγράφου Πολυγνώτου...» είπε και απόρησε ξανά, σοβαρά αυτή τη φορά, με τις γνώσεις του, τόσο που σούφρωσε τα χείλια του σε ερωτηματικό. «Ακούς εκεί, ‘η Ταμάρα σε πράσινη Μπουγκάτι’», είπε ειρωνικά και ξαναέφτυσε.
Τα ζώα-τουρίστες εκτός από την κότα που συνέχισε να κακαρίζει, σταμάτησαν να γελάνε. «Κι εδώ που τα λέμε», ψέλλισε ο συμπαθής γάιδαρος, «τι δουλειά έχω εγώ να κάνω τουρισμό; Προτιμώ το παχνί μου στη φάρμα μου». «Είναι φανερό πως έχει γίνει κάποιο μπέρδεμα», ακούστηκε ο κόκορας που τίναζε συνεχώς νευρικά το λειρί του. «Και πώς θα βγάλουμε άκρη;» ξανακούστηκε ο γάιδαρος, που ξαφνικά ένιωσε γελοίος με τα μαύρα γυαλιά που φορούσε. «Μία λύση θα ήταν να χωριστούμε σε παρατάξεις, για να ξέρει ο καθένας μας πού ανήκει. Λέω λοιπόν να μοιραστούμε σε παρελθοντικούς, παροντικούς και μελλοντικούς», ακούστηκε το ρομπότ-ποδηλάτης, που είχε ύφος λίγο κουρασμένο και κάπως βαριεστημένο. «Θα έλεγα πως είμαι μαθημένος στα μπερδέματα του χρόνου και του τόπου».
«Χμμ...» μούγκρισε σχεδόν ο κουρσάρος και τράβηξε άλλη μια τρίχα από το γένι του. «Εγώ ανήκω στους παρελθοντικούς!» ανακοίνωσε με περηφάνεια. «Ποτέ δε μου άρεσε τίποτα μοντέρνο. Το σπίτι από δω», και έδειξε το σπίτι του Φρανκ Λόιντ Ράιτ με μια κίνηση περιφρόνησης, «είναι τόσο μοντέρνο, που σίγουρα ανήκει στο μέλλον!» Αγνάντεψε για λίγο το Fallingwater, τράβηξε άλλη μια τρίχα από το γένι του και σιώπησε κάπως πιο ήρεμος τώρα. «Ναι, ο Ράιτ είναι μελλοντικός, όπως κι εμείς τα ρομπότ. Εμείς που ανήκουμε στο μέλλον, επιτρέψτε μου να προσθέσω, πως κουβαλάμε την ελπίδα κι αυτό είναι πολύ σημαντικό», ακούστηκε να λέει το ρομπότ-ποδηλάτης και έστριψε γύρω-γύρω δυο φορές το κεφάλι του, για να επιβεβαιώσει αυτά που έλεγε. «Χωρίς εμάς τους παρελθοντικούς», είπε με τη βραχνή φωνή του ο κουρσάρος εκνευρισμένος, «δε θα υπήρχατε εσείς. Επιπλέον, κοίτα αυτά εδώ τα εκπληκτικά οικοδομήματα στην Ακρόπολη, κοίτα εμάς τους πειρατές...» Κόμπιασε και σταμάτησε. Σ’όλα υπάρχουν δυο όψεις, το άσπρο και το μαύρο. Ήξερε ότι ο ίδιος και το τσούρμο του ανήκαν στην κακή πλευρά του παρελθόντος. «Καλύτερα να ήμουν αυτή η ζωγράφος, η Ταμάρα ντε Λεμπίκα. Κάτι άφησε πίσω της, όχι σαν εμάς τους πειρατές που το μόνο που κάνουμε είναι να καταστρέφουμε και να αρπάζουμε αυτά που φτιάχνουν κάποιοι άλλοι», σκέφτηκε. «Χμμ...» τέλειωσε ο αρχιπειρατής, τράβηξε ακόμα μία τρίχα από το γένι του που αυτήν τη φορά τον πόνεσε και κάθισε μελαγχολικός μπροστά από τον Παρθενώνα κρατώντας με τα χέρια το κεφάλι του.
«Το παρόν, αυτό έχει τη μεγαλύτερη αξία, γιατί σ’αυτό τίποτα δεν έχει τελειώσει, όπως γίνεται στο παρελθόν, ούτε σχεδιάζεται και ποιος ξέρει αν θα γίνει, όπως συμβαίνει με το μέλλον. Στο παρόν όλα αποφασίζονται και γίνονται τώρα. Ούτε αναμνήσεις, ούτε όνειρα, αλλά δράση!» Γύρισαν όλοι κατάπληκτοι να δουν το συμπαθή γάιδαρο που μιλούσε. Εντωμεταξύ είχε απαλλαχθεί από τα γυαλιά ηλίου, που τον έκαναν να μοιάζει τόσο αστείος. «Η φάρμα μας ανήκει στο παρόν και είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι γι’αυτό!» συνέχισε λοξοκοιτώντας τα υπόλοιπα ζώα, που είχαν τα περισσότερα πετάξει τα καπέλα και τις φωτογραφικές μηχανές, αν εγκρίνουν τα λόγια του. Μόνο ο κόκορας στραβομουτσούνιασε λιγάκι και βημάτιζε πάνω-κάτω κορδωτός φανερά πειραγμένος. Τώρα δεν ήταν αυτός ο αρχηγός του γκρουπ. Ο συμπαθής γάιδαρος απόρησε, όταν κατάλαβε. Ούτε καν είχε σκεφτεί να του πάρει την αρχηγία. Πετάχτηκε τότε το κοκόρι, που ήθελε πάντα να έχει τον τελευταίο λόγο: «Σίγουρα το παρόν είναι το πιο σπουδαίο, αλλά παρόλο που ζούμε σ’αυτό», είπε και τίναξε τις φτερούγες του, «εμείς οι παροντικοί, φυλάμε με προσοχή το παρελθόν μας στα μουσεία».
Ο μονόφθαλμος κουρσάρος τινάχτηκε πάνω. Θυμήθηκε τον ταξιδιωτικό οδηγό, που είχε δει το Βρεττανικό Μουσείο. «Χμμ...» μούγκρισε σχεδόν και ξανατράβηξε άλλη μια τρίχα από το γένι του. «Σαν δίκιο νά ’χει το κοκόρι», είπε με τη βραχνή φωνή του. «Οφείλω να παραδεχτώ», πήρε το λόγο το ρομπότ-ποδηλάτης, «πως και το μέλλον πατά στο παρελθόν και το παρόν. Το ποδήλατό μου, ας πούμε, είναι εξέλιξη των δικών σας...» Έστριψε πάλι δυο φορές γύρω-γύρω το κεφάλι του και απόρησε με τον ίδιο του τον εαυτό που είπε τόσο κολακευτικά λόγια για το ξεπερασμένο παρόν και παρελθόν.
«Εμείς είμαστε οι καλύτεροι!» ακούστηκε ξαφνικά η αγριοφωνάρα του αρχιπειρατή, που ψαχνόταν για καβγά και τράβηξε αυτή τη φορά τρεις τρίχες μαζεμένες από το γένι του. Γύρισαν όλοι μονομιάς και τον κοίταξαν. «Σας παρακαλώ, κύριε αρχιπειρατή, πώς τολμάτε;» είπε ο κόκορας και τίναξε το λειρί του. «Εμείς ασφαλώς είμαστε οι καλύτεροι!» «Το μέλλον μόνο έχει σημασία...» ακούστηκε κάπως χαμηλά, αλλά σταθερά το ρομπότ-ποδηλάτης.
«Τι;» ούρλιαξαν ο κουρσάρος και το κοκόρι μαζί και χίμηξαν πάνω του. Ο κόκορας του ράμφιζε το κεφάλι, που έβγαζε ήχο σαν τενεκές και ο πειρατής τον απειλούσε με τη σπάθα του. Μέσα σε λίγα λεπτά η Ακρόπολη έγινε πεδίο μάχης για άλλη μια φορά στην πολύχρονη ιστορία της. Το τσούρμο των πειρατών, που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσαν μια τον ένα, μια τον άλλο χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν τι γίνεται, τώρα πήραν τα πάνω τους. Με άγριες κραυγές και τα μάτια τους να γυαλίζουν όρμησαν στα ζώα-τουρίστες. Αυτά σκόρπισαν κακαρίζοντας και βελάζοντας, ενώ μέσα στον πανικό οι πειρατές ορμούσαν ακόμα κι ο ένας στον άλλο! Τα ρομπότ θυμήθηκαν πως κάπου είχαν γραμμένο στον εγκέφαλό τους ένα πρόγραμμα καράτε κι έτσι μπήκαν κι αυτά στον καβγά. Οι αρχηγοί των παρατάξεων, ο αρχιπειρατής, ο γάιδαρος και το ρομπότ-ποδηλάτης κάθονταν παράμερα σε μια βεράντα του σπιτιού του Ράιτ, αγνάντευαν τον καβγά και συζητούσαν στρατηγικές και τεχνικές πολέμου. «Κι-ά-ι!!!» φώναξαν όλα μαζί τα ρομπότ και επιτέθηκαν με κινήσεις καράτε στους κουρσάρους, ενώ τα ζώα έκαναν την αντεπίθεσή τους χρησιμοποιώντας το μυστικό τους όπλο: ξεπουπουλιάστηκαν και μαδήθηκαν, για να φτιάξουν θανατηφόρα μαξιλάρια!
(Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ: Μέρος πέμπτο)
Περισσότερα...
Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2009
Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος τρίτο
Κεφάλαιο 3
«Όρτσα τα πανιά!» αντιλάλησε το ημιυπόγειο από την αγριοφωνάρα του φοβερού και τρομερού Μπαρμπαρέζου αρχιπειρατή. Ένα τσούρμο από ξυπόλητους και βρώμικους
πειρατές έτρεξε να υπακούσει στην προσταγή του. Ύστερα ο αρχηγός τους άρπαξε το μονόκυαλό του, τράβηξε μια τρίχα από το γένι του και κοίταζε το μέρος για το οποίο είχαν βάλει πλώρη: το βράχο της Ακρόπολης. Ο Παρθενώνας, το πιο μεγαλόπρεπο από τα οικοδομήματά της, άστραφτε στον ήλιο, έτσι που ήταν όλος φτιαγμένος από μάρμαρο. Και τι μάρμαρο! Πεντελικό! Ο μονόφθαλμος αρχιπειρατής μετρούσε τους κίονες του ναού της Παρθένου Αθηνάς:ένας, δύο, τρεις, τέσσερεις...δεκαεπτά στην μακρά πλευρά του και ένα, δύο...οκτώ στη στενή κι άλλοι τόσοι στις άλλες δυο πλευρές αντίστοιχα, φανταζόταν. Τυφλώθηκε για λίγο από τη λευκότητα των μαρμάρων.
Έτριψε το γερό του μάτι και ξανακοίταξε με το μπρούτζινο κυάλι του. Είδε τις λιγοστές ανάγλυφες παραστάσεις που είχαν απομείνει στη θέση τους, αυτές της ζωφόρου και των μετοπών. «Τι αριστουργήματα!» ψιθύρισε κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Τόσο πολύ του άρεσαν τα μισοκατεστραμμένα ανάγλυφα. «Μα εγώ είμαι πειρατής και δε νοιάζομαι για τέχνη. Μόνον για χρήμα!» είπε στον εαυτό του και μελαγχόλησε.(Για συνέχεια του τρίτου μέρους πατήστε "περισσότερα")
Έριξε μια ματιά στο τριγωνικό αέτωμα που αντίκρυζε πάνω από τη μία στενή πλευρά του ναού. Έχασκε κενό, εκεί που κάποτε
ερίζαν...(Άκου λέξη, πως του ήρθε; ‘Τσακώνονταν’ ήθελε να πει. Πειρατής ήταν, τη λέξη ‘τσακωμός’ ταίριαζε να πει κι όχι ‘έριδα’!) ...τσακώνονταν, συνέχισε τη σκέψη του, η Αθηνά κι ο Ποσειδώνας, ποιος θα κάνει δική του την πόλη των Αθηνών. Και στο άλλο αέτωμα γνώριζε ότι παριστανόταν η γέννηση της θεάς Αθηνάς από το κεφάλι του Δία, παρουσία όλου του Δωδεκάθεου του Ολύμπου.Και πώς τα ήξερε όλα αυτά; Μα πριν λίγο καιρό, ξεφύλλιζε έναν ταξιδιωτικό οδηγό για το Λονδίνο. Είδε στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης, το Βρεττανικό, εκτός από τα ανάγλυφα της ζωφόρου και των μετοπών, τα γλυπτά από τα δυο αετώματα του Παρθενώνα. Και τι δουλειά έχει ένας πειρατής με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς; Σίγουρα δεν ενδιαφέρεται για τουρισμό! Του έπεσε τυχαία στα χέρια, ενώ έψαχνε τον επόμενο στόχο, για να επιτεθεί με το πειρατικό καράβι του. Δεν θά’ταν άσχημα...μια επιδρομή στο κέντρο του Λονδίνου με λεία τα μάρμαρα του Παρθενώνα! Άσε που δε θα έκανε τίποτε κακό, αφού κι αυτοί τα είχαν αρπάξει από την Ακρόπολη... Κάπου άκουσε όμως για ένα τεράστιο, λέει, άγαλμα από χρυσό και ελεφαντόδοντο, που βρισκόταν μέσα στον Παρθενώνα, το ναό της Παρθένου Αθηνάς. Ο πειρατής ξερογλύφτηκε στη σκέψη τέτοιου λάφυρου. Άφησε για αργότερα την επιδρομή στο Λονδίνο. «Πιο γρήγορα!» βρυχήθηκε και ακούστηκε το μαστίγιό του να σφυρίζει στον αέρα. Η κόκκινη πειρατική σημαία απειλητική κυμάτιζε μεσίστια, στο κεντρικό κατάρτι.
Ξανακοίταξε με το μονόκυαλό του το βράχο της Ακρόπολης. Ο μονόφθαλμος πειρατής έτριψε και ξανάτριψε κατάπληκτος το γερό του μάτι. «Μα τι γίνεται εδώ;» Ένας ξεναγός μιλούσε σε ένα γκρουπ από τουρίστες μπροστά από τον Παρθενώνα: «...Ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης ήταν οι αρχιτέκτονες του ναού που βλέπετε. Όσο για το γλυπτό διάκοσμο, τον φιλοτέχνησε ο Φειδίας, ο περίφημος γλύπτης της αρχαιότητας. Ο Περικλής που κυβερνούσε τότε την Αθήνα, τον 5ο αι. π.Χ., ήθελε έναν ναό, που όμοιος του να μην υπάρχει. Και το πέτυχε...». Ο πειρατής δεν άκουγε τον ξεναγό από τόσο μακριά, άκουγε όμως τα επιφωνήματα θαυμασμού των τουριστών, τόσο δυνατά ήταν! Κο, κο, κο μια κότα με ψάθινο καπέλο με λουλούδια, γαβ-γουβ ένας σκύλος με τη φωτογραφική μηχανή να κρέμεται απ’το λαιμό του, όινκ-όινκ ένα παχύ γουρούνι με λουλουδάτο χαβανέζικο πουκάμισο και μπεεε ένα κοπάδι πρόβατα φορτωμένα ψώνια από τα τουριστικά είδη. Μα πιο δυνατά απ’όλους ακούστηκε ένας καλοκάγαθος γάιδαρος με τεράστια μαύρα γυαλιά ηλίου: γκααα, γκααα...
Το γκρουπ προχώρησε λίγο παρακάτω, για να θαυμάσει το

Ερέχθειο, που είχε τις Καρυάτιδες, γυναικεία αγάλματα, να κρατούν την οροφή αντί για κίονες, όπως συνηθιζόταν. Ο πειρατής βλέπει με το μοναδικό του μάτι τον ξεναγό, που ήταν κόκορας, να ορθώνει κατάπληκτος το λειρί του. «Κικιρίκου, τι γυρεύει εδώ, δίπλα από το Ερέχθειο, τούτο το σπίτι;» Ένα πολύ ξεχωριστό και μοντέρνο σπίτι από μπετόν με πολλά παράθυρα και μεγάλους εξώστες στρογγυλοκαθόταν πάνω σε ένα βραχώδες τοπίο με πολλούς μικρούς καταρράκτες!

Μια ταμπέλα τους πληροφορούσε ότι το εκπληκτικό σπίτι ονομαζόταν ‘Fallingwater’. «Νερό που πέφτει», μεταφράζει ο κόκορας, όχι πολύ πετυχημένα είναι αλήθεια, στα υπόλοιπα ζώα τινάζοντας τα φτερά του και χτυπώντας με το ράμφος του μία γωνία του κτηρίου, για να βεβαιωθεί ότι είναι αληθινό και όχι οφθαλμαπάτη. Έλεγε ακόμα η ταμπέλα ότι χτίστηκε το 1935-9 και αρχιτέκτονας ήταν ο Αμερικανός Φρανκ Λόιντ Ράιτ, διάσημος από τότε μέχρι σήμερα. «Δεν ήξερα ότι ο Ράιτ έχει χτίσει και στην Ακρόπολη!» γκάριξε ο συμπαθής γάιδαρος και έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του, για να δει καλύτερα.
Ο πειρατής, που αδιαφορούσε για ό,τι δεν είχε σχέση με χρυσάφι, σκλάβους και λάφυρα, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του αγνοώντας τελείως το σπίτι του Ράιτ: «Χμμμ, δε νομίζω ότι θα πιάσουν πολύ καλή τιμή αυτοί οι τουρίστες στο σκλαβοπάζαρο...» Κι ύστερα έχοντας στο μυαλό του το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, τόσο που νόμιζε ότι το έβλεπε μπροστά του, ούρλιαξε με τη βραχνή φωνή του στους κωπηλάτες του καραβιού του: «Βιαστείτε!»
Έστριψε απότομα με το μοναδικό του μάτι να γυαλίζει, το μονόκυαλό του στα Προπύλαια
να δει αν φρουρείται η είσοδος στην Ακρόπολη. «Μα τι ’ναι πάλι τούτοι δω;» έκραξε και παραλίγο να του πέσει το κυάλι από το χέρι. Από τη σύγχυσή του το έβαλε στο στραβό του μάτι. Πέταξε μια βρισιά, γούρλωσε το καλό του μάτι, κοιτάζει και τι βλέπει; Μεταλλικούς ανθρώπους σκαρφαλωμένους σε σκαλωσιές στα Προπύλαια και στο μικρό ναό της Απτέρου Νίκης παραδίπλα! Άλλοι καθάριζαν τα μάρμαρα, άλλοι συμπλήρωναν τα κομμάτια που έλειπαν και άλλοι κρεμούσαν πίνακες στη βόρεια πτέρυγα των Προπυλαίων, την Πινακοθήκη!Ο κουρσάρος καθάρισε λίγο με το μανίκι του το κυάλι, για να δει καλύτερα. Τα ρομπότ κρεμούσαν στους τοίχους της Πινακοθήκης έργα της ζωγράφου Ταμάρα ντε Λεμπίκα. Διαβάζει συλλαβιστά κάτω από έναν πίνακα που έδειχνε ένα πράσινο αυτοκίνητο με οδηγό μια όμορφη, ξανθιά, γαντοφορεμένη γυναίκα με βαμμένα κόκκινα χείλη:

« Η Ταμάρα στην πράσινη Μπουγκάτι, 1925». «Μα δε γίνεται αυτό, πίνακας του 20ου αι. μ.Χ. στην Πινακοθήκη του 5ου αι. π.Χ. ! Έχουν 2500 χρόνια διαφορά!» έκραξε με την αγριοφωνάρα του ο πειρατής κι απόρησε κι ο ίδιος με τις γνώσεις του.
Τα ρομπότ πάντως δεν τον ανησύχησαν. Είδε ότι ήταν φιλειρηνικά. Ένα μάλιστα από αυτά είχε φτάσει ως εκεί με ένα περίεργο όχημα με δυο ρόδες και πετάλια. Δεν μπορούσε ο πειρατής να καταλάβει ότι ήταν συντηρητές αρχαιοτήτων. Ούτε ότι το όχημα ήταν ποδήλατο. Του έφτανε ότι οι ‘μεταλλικοί άνθρωποι’, όπως τους έλεγε, δεν ήταν φρουροί της Ακρόπολης. «Χε, χε, χε...» ακούστηκε το βραχνό του γέλιο ικανοποιημένος που βρήκε αφρούρητο το βράχο. Το πειρατικό καράβι γλίστραγε ολοταχώς πάνω από πολυκατοικίες, διαστημικούς σταθμούς, τυπογραφεία, αρχαίες οδούς, στούντιο ζωγραφικής και φάρμες ζώων με τα πανιά ολάνοιχτα και τους κωπηλάτες στις θέσεις τους. «Χα, χα, χα...» γέλασε και το τσούρμο των πειρατών. Όλοι αξύριστοι κι αγριωποί, αν και λιγουλάκι αστείοι έτσι που πλέανε στη στεριά, μιμήθηκαν τον αρχηγό τους χωρίς να ξέρουν γιατί γελάνε.
(Η συνέχεια εδώ: Μέρος τέταρτο)
Περισσότερα...
Η βαθμοθηρία των bloggers
Ως μαθητές ήμασταν βαθμοθήρες. Ακόμα και όσοι από εμάς διακήρυσσαν ότι οι βαθμοί τους είναι αδιάφοροι και ότι δεν αντικατοπτρίζουν ούτε τις γνώσεις τους, ούτε την προσωπικότητά τους και τα ευρύτερα ενδιάφεροντά τους που δεν εξετάζονται από το εκπαιδευτικό σύστημα, ακόμα και αυτοί λαχταρούσαν, όταν έφτανε η ώρα της κρίσεως, ο έλεγχος. Πώς να το κάνουμε, είναι μια μορφή επιβεβαίωσης ή απόρριψης. Και καθόσον το “εγώ” μας δεν ζει μονάχο του στο πουθενά, αλλά περιτριγυρισμένο και ενσωματωμένο στο “εσείς” της κοινωνίας, το έχει ανάγκη το δύστυχο «εγώ» αυτό το περιβόητο “εσείς”, για να καταλάβει πού πατάει και πού βρίσκεται. Με άλλα λόγια για να αποκτήσει στίγμα.
Οι ακροβασίες δε λείπουν. Εννοώ, όταν απομακρυνθούμε από το σχολείο. Υπερβολικά αδύναμα «εγώ» που μαζοποιούνται στο όνομα του όχλου. Από τους στρατιώτες που γοητευμένοι από το Μέγα Αλέξανδρο γέρναν την κεφαλή τους αριστερά μιμούμενοι το τικ του αρχηγού τους, όταν τους μιλούσε. Τους πολίτες που ακούγανε τον Χίτλερ μαγνητισμένοι από τη δημαγωγία του και που μετατρέπονταν σε μαριονέτες του. Ή πιο απλά τους μαθητές σε κείνο το διήγημα του( ...ας με βοηθήσει κάποιος, πάνε τόσα χρόνια που το έχω διαβάσει), που όλοι μαζί επιχείρησαν να λυντζάρουν τον καθηγητή τους. Και θα το πετύχαιναν, αν ο τελευταίος δεν είχε την έμπνευση να χωθεί σε μια στενωπό, ώστε πλέον να αντιμετωπίσει έναν-έναν διώκτη του μόνο του. Η μάζα διασπάστηκε. Τα «εγώ» των μαθητών από μόνα τους ήταν ανύπαρκτα και εντελώς ανίκανα να επιτεθούν δίχως την κάλυψη της ομάδας. Και σε πιο καθημερινό και λιγότερο πολιτικό επίπεδο, άνθρωποι που φοβούνται τόσο πολύ τη μοναξιά και άρα να διαφοροποιηθούν από την οικογένεια ή την παρέα, που αφομοιώνονται πλήρως. Η αποδοχή και η επιβεβαίωση της ομάδας είναι καλύτερη από τη μοναξιά. Είναι μία στάση και αυτή. Νιώθεται.
Και από την ανάποδη. Οι ταμπέλες που βάζουμε σε όσους δεν ανήκουν στην ομάδα μας. Την πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, πολιτισμική, ηλικιακή, οικονομική, φυλετική, επαγγελματική, την πάσης φύσεως. Το «εγώ» μας διατρανώνει την ύπαρξη του μέσα από την αντίθεσή του με το «εσύ». Και αυτά με τη σειρά τους, είπαμε, έρχονται φορές που αφομοιώνονται πλήρως από το «εμείς» και το «εσείς». Ας πούμε, εμείς οι καλοί μαθητές, εσείς οι κακοί. Εμείς οι bloggers με μεγάλο αριθμό επισκεπτών, εσείς με τους λίγους επισκέπτες. Κάπου εδώ επεισέρχεται και το ζήτημα της βαθμοθηρίας των bloggers. Μιλώ για τα aggregators που προβλέπουν βαθμολόγηση για τα posts που αναρτώνται. Περιμένουμε λοιπόν όλοι εμείς τα μαθητούδια τον τελικό μας βαθμό. Με ανυπομονησία. Άρεσε το post μας, δεν άρεσε; Είμαστε περισσότερο ή λιγότερο αποδεκτοί; Κάποιοι γίνονται προκλητικοί στην προσπάθειά τους να κερδίσουν πόντους. Κάποιοι άλλοι αναφέρονται σε πιασάδικα θέματα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα τραβήξουν κόσμο. Ή δημαγωγοί. Άλλοι χρησιμοποιούν το χιούμορ που πάντα έχει πέραση. Έχουμε ανάγκη να γελάσουμε, να ξεσκάσουμε βρε αδελφέ, να δούμε την αστεία όψη του πράγματος. Μερικοί στον αντίποδα σοβαροφανείς. Άλλοι, σπανιώτερα, αποφασίζουν να είναι κάποιες φορές αυθεντικοί. Ή και πρωτότυποι. Κάποτε και ουσιαστικοί. Όλοι μα όλοι όμως προσμένουμε με ανυπομονησία το βαθμό μας. Κάνουμε και τη ζαβολιά μας και όπου μας παίρνει δίνουμε μια μονάδα και στον εαυτό μας. Bloggers συνάδελφοι, ελάτε, ας μην ντρεπόμαστε, ας το παραδεχτούμε. Είμαστε ολίγον βαθμοθήρες!
Περισσότερα...
Οι ακροβασίες δε λείπουν. Εννοώ, όταν απομακρυνθούμε από το σχολείο. Υπερβολικά αδύναμα «εγώ» που μαζοποιούνται στο όνομα του όχλου. Από τους στρατιώτες που γοητευμένοι από το Μέγα Αλέξανδρο γέρναν την κεφαλή τους αριστερά μιμούμενοι το τικ του αρχηγού τους, όταν τους μιλούσε. Τους πολίτες που ακούγανε τον Χίτλερ μαγνητισμένοι από τη δημαγωγία του και που μετατρέπονταν σε μαριονέτες του. Ή πιο απλά τους μαθητές σε κείνο το διήγημα του( ...ας με βοηθήσει κάποιος, πάνε τόσα χρόνια που το έχω διαβάσει), που όλοι μαζί επιχείρησαν να λυντζάρουν τον καθηγητή τους. Και θα το πετύχαιναν, αν ο τελευταίος δεν είχε την έμπνευση να χωθεί σε μια στενωπό, ώστε πλέον να αντιμετωπίσει έναν-έναν διώκτη του μόνο του. Η μάζα διασπάστηκε. Τα «εγώ» των μαθητών από μόνα τους ήταν ανύπαρκτα και εντελώς ανίκανα να επιτεθούν δίχως την κάλυψη της ομάδας. Και σε πιο καθημερινό και λιγότερο πολιτικό επίπεδο, άνθρωποι που φοβούνται τόσο πολύ τη μοναξιά και άρα να διαφοροποιηθούν από την οικογένεια ή την παρέα, που αφομοιώνονται πλήρως. Η αποδοχή και η επιβεβαίωση της ομάδας είναι καλύτερη από τη μοναξιά. Είναι μία στάση και αυτή. Νιώθεται.
Και από την ανάποδη. Οι ταμπέλες που βάζουμε σε όσους δεν ανήκουν στην ομάδα μας. Την πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, πολιτισμική, ηλικιακή, οικονομική, φυλετική, επαγγελματική, την πάσης φύσεως. Το «εγώ» μας διατρανώνει την ύπαρξη του μέσα από την αντίθεσή του με το «εσύ». Και αυτά με τη σειρά τους, είπαμε, έρχονται φορές που αφομοιώνονται πλήρως από το «εμείς» και το «εσείς». Ας πούμε, εμείς οι καλοί μαθητές, εσείς οι κακοί. Εμείς οι bloggers με μεγάλο αριθμό επισκεπτών, εσείς με τους λίγους επισκέπτες. Κάπου εδώ επεισέρχεται και το ζήτημα της βαθμοθηρίας των bloggers. Μιλώ για τα aggregators που προβλέπουν βαθμολόγηση για τα posts που αναρτώνται. Περιμένουμε λοιπόν όλοι εμείς τα μαθητούδια τον τελικό μας βαθμό. Με ανυπομονησία. Άρεσε το post μας, δεν άρεσε; Είμαστε περισσότερο ή λιγότερο αποδεκτοί; Κάποιοι γίνονται προκλητικοί στην προσπάθειά τους να κερδίσουν πόντους. Κάποιοι άλλοι αναφέρονται σε πιασάδικα θέματα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα τραβήξουν κόσμο. Ή δημαγωγοί. Άλλοι χρησιμοποιούν το χιούμορ που πάντα έχει πέραση. Έχουμε ανάγκη να γελάσουμε, να ξεσκάσουμε βρε αδελφέ, να δούμε την αστεία όψη του πράγματος. Μερικοί στον αντίποδα σοβαροφανείς. Άλλοι, σπανιώτερα, αποφασίζουν να είναι κάποιες φορές αυθεντικοί. Ή και πρωτότυποι. Κάποτε και ουσιαστικοί. Όλοι μα όλοι όμως προσμένουμε με ανυπομονησία το βαθμό μας. Κάνουμε και τη ζαβολιά μας και όπου μας παίρνει δίνουμε μια μονάδα και στον εαυτό μας. Bloggers συνάδελφοι, ελάτε, ας μην ντρεπόμαστε, ας το παραδεχτούμε. Είμαστε ολίγον βαθμοθήρες!
Περισσότερα...
Ετικέτες
απολογίες και απολογισμοί
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009
Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος δεύτερο
( Το προηγούμενο κεφάλαιο εδώ: Μέρος πρώτο)Κεφάλαιο 2
Εκείνο που δεν είδε, ούτε άκουσε, γιατί είχε απορροφηθεί από τα παπούτσια, που κλακ-κλακ, κλουφ-κλοφ, κλαπ-κλαπ και με χίλιους άλλους διαφορετικούς ήχους περνούσαν από μπροστά του, ήταν οι οκτώ φτερωτοί άνεμοι από τον Πύργο των Αέρηδων στην Πλάκα. Ροδομάγουλοι, γενειοφόροι κι ορεξάτοι, ανοιγόκλειναν με ορμή τα μεγάλα τους φτερά και τα ρούχα τους κυμάτιζαν, καθώς πετούσαν. Είχαν τα μάγουλά τους συνεχώς φουσκωμένα από το πολύ φύσημα. Φου από δω, φριτ από κει, φσου παρακάτω. «Ενδιαφέρουσα βόλτα και η σημερινή!» ούρλιαξε ο Βορέας και οι διαβάτες στο σοκάκι νιώσαν την ψύχρα του και φορέσαν τα σακάκια τους.
Δεν του άρεσε να τον φωνάζουν Βοριά. Προτιμούσε το αρχαίο του όνομα. «Πρώτη φορά ερχόμαστε από αυτό το δρομάκι», σφύριξε ο Ζέφυρος, που χαϊδευτικά τον ονομάζανε Πουνέντε. «Γρήγορα», φύσηξε ο Λίβας και η καυτή ανάσα του παραλίγο να τους τσουρουφλίσει, «ας αποφασίσουμε ποιος από μας θα μπει μέσα απ’αυτούς τους ολάνοιχτους φεγγίτες κι ύστερα να επιστρέψουμε στον Πύργο μας. Όπου νά’ναι, θά’ρθουν να μας δουν οι πρώτοι τουρίστες». «Νομίζω πως είναι σειρά του Καικία», ακούστηκε η ανάσα του Νοτιά. «Γρεκολεβάντες λέγομαι!» ούρλιαξε ο Καικίας, που σιχαινόταν το βαφτιστικό του και παραλίγο να αναποδογυρίσει έναν κάδο σκουπιδιών. Ορμάει με φόρα, έτσι που ήταν εκνευρισμένος, γιατί τον φωνάζανε Καικία και μπαίνει μέσα από τους φεγγίτες.(Για συνέχεια του δεύτερου μέρους πατήστε "περισσότερα")
Τη στιγμή εκείνη ακριβώς, ο νεαρός στοιχειοθέτης αποφάσιζε επιτέλους να γυρίσει την πετούγια που κράταγε τόση ώρα και να κλείσει το φεγγίτη. Πολύ αργά! Ο Καικίας φυσούσε με τέτοια ορμή, που έσπρωξε δυνατά το τζάμι και τώρα λυσσομανούσε μέσα στο ημιυπόγειο τυπογραφείο. Τινάζει μια τις φτερούγες του και σκορπίζει στο πάτωμα όλες τις σελίδες του ταξιδιωτικού οδηγού και του βιβλίου με τα ζώα. Τινάζει δεύτερη φορά τα φτερά του και σηκώνει ψηλά στον αέρα τα διηγήματα επιστημονικής φαντασίας και τις γκραβούρες. Φουσκώνει και αδειάζει τα μάγουλα του κι ανακατεύει όλα τα υπόλοιπα. Ο βοηθός του τυπογράφου τρέχει να προλάβει τις τελευταίες σελίδες που μείναν στη θέση τους. Ανοίγει τα μακριά του πόδια και μια, δυο δρασκελιές... αλλά όχι. Δεν προλαβαίνει. Όπως όλοι ξέρουμε, κανείς δεν παραβγαίνει στο τρέξιμο τον άνεμο.
Ένα φου σφυριχτό και στριφογυριστό βγαίνει από το στόμα του Καικία σαν ανεμοστρόβιλος. Όλες οι σελίδες μπλέχτηκαν στις έλικές του! Ένας ανεμοστρόβιλος καλυμμένος από την κορφή ως τα νύχια με σελίδες ασπρόμαυρες, πολύχρωμες, με εικόνες, χωρίς εικόνες, που χόρευε σέρνοντας με κυκλικά βήματα τα πόδια του στο πάτωμα! «Τι θέαμα, πράγματι καλλιτεχνικό!» χειροκροτούσαν απ’έξω ενθουσιασμένοι οι υπόλοιποι άνεμοι τον συνάδελφο τους. Ο Καικίας υποκλίθηκε και βγήκε από το τυπογραφείο κορδωτός-κορδωτός και με την ίδια φόρα που είχε μπει, κάνοντας μια τελευταία φιγούρα, ένα λουπ στον αέρα. Κατέληξε όρθιος στην κορυφή της λάμπας του δρόμου έξω από το τυπογραφείο με τα φτερά ανοιχτά, σαν καλλιτέχνης που στο τέλος του θεάματος ανοίγει τα χέρια του να αγκαλιάσει τάχα το κοινό.Το δύστυχο νεαρό στοχειοθέτη, που πάνω στη βιασύνη του είχε χάσει τα γυαλιά του και πεσμένος στα γόνατα, μάζευε απελπισμένος τις σελίδες, ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο κούκκος ατάραχος πρόβαλε από τη φωλιά του, για να αναγγείλει ότι η ώρα είχε φτάσει οκτώ! Οκτώ; Κρύες σταγόνες ιδρώτα ένιωσε να κυλούν από το φαρδύ του μέτωπο. Και τώρα, τι γίνεται; Ο κύριος Αριστείδης το αργότερο μέχρι τις οκτώ και δέκα κάθεται στο γραφείο του και παραγγέλνει τον καφέ του από το καφενείο απέναντι. Πριν πανικοβληθεί εντελώς έριξε μια τελευταία ματιά έξω. Ίσα που πρόλαβε να δει μια άκρη από το ρούχο ενός από τους ανέμους. Τώρα πια επέστρεφαν στον πύργο τους, που τον έλεγαν και ‘Ρολόι του Ανδρονίκου’, γιατί στην αρχαιότητα, τότε που δεν υπήρχαν ρολόγια απ’αυτά που φοράμε στο χέρι ή κρεμάμε στους τοίχους, μπαίναν οι άνθρωποι σ’αυτόν τον οκτάγωνο πύργο, για να μάθουν την ώρα. Ο κύριος Αριστείδης, αν ζούσε τότε, σίγουρα θα περνούσε όλη του τη μέρα εκεί μέσα, σκέφτηκε παρά τα χάλια του.
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε για τα καλά το μέγεθος της συμφοράς που τον βρήκε. Σαν τρελός πια στοίβαζε τις σελίδες όπως-όπως τσαλακώνοντας μάλιστα μερικές. Η φωτογραφία του παππού του κυρίου Αριστείδη καθόταν στραβά στον τοίχο όσο ποτέ άλλοτε. Οι κατακόκκινες τιράντες του νεαρού στοιχειοθέτη τεντώθηκαν όσο δεν πάει άλλο και οι κάλτσες του, μία γκρι και μία μωβ, είχαν σουρώσει γύρω από τα σκονισμένα πια παπούτσια του. Μικρές κοφτές ανάσες και αγκομαχητά γέμισαν το τυπογραφείο, που ήταν ήδη πολύ γεμάτο από τα πιεστήρια, τις στοίβες τα βιβλία, τους σωρούς τις γραμματοθήκες και τα τυπογραφικά στοιχεία. Χώρια τα ρολόγια που κρύβονταν πίσω από κάθε σκοτεινή γωνιά, εκτός από τα επίσημα, που κρέμονταν φανερά στους τοίχους. Κούκου, ακούστηκε πάλι η τσιριχτή φωνή του κούκκου. Οκτώ και τέταρτο!
Και τότε άκουσε: το κροτάλισμα του μπαστουνιού του κυρίου Αριστείδη στο πλακόστρωτο! Κι αμέσως μετά είδε: τα ασπρόμαυρα, γυαλιστερά και παλιομοδίτικα παπούτσια του! Φρίκη! Και τώρα, τι θα κάνει με τις σελίδες που είχε σκορπίσει ο αέρας; Κράτησε την ανάσα του και τις μάζευε σαν σίφουνας. Τις στοίβαξε σε οκτώ στήλες. Τόσες δεν ήταν αυτές που περίμεναν να βιβλιοδετηθούν; Όμως αλίμονο, οι σελίδες ήταν ανακατεμένες, αφού δεν προλάβαινε να τις ξεχωρίσει. Κλάκ, κλάκ, κλακ, άκουγε τα παπούτσια του κυρίου Αριστείδη να κατεβαίνουν τα σκαλάκια. Ύστερα τον άκουγε να κλείνει την ομπρέλα του, τη μαύρη με ρίγες πορτοκαλί και να την ρίχνει στην ομπρελοθήκη. Ο βοηθός τέντωσε με τους αντίχειρες κι άφησε απότομα τις τιράντες του και επέβαλε στον εαυτό του το πιο αδιάφορο βλέμμα που διέθετε.
Ο τυπογράφος βγάζει το ασημένιο ρολόι από το τσεπάκι του γιλέκου του, αναφωνεί ένα «Χμ...άργησα σήμερα!», ρίχνει μια ματιά στο ρολόι του κούκκου, για επαληθεύσει την ώρα και τέλος κάθεται στη δερμάτινη πολυθρόνα του. Ξανακοιτάει απορημένος το ρολόι του. Πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια αργεί και μάλιστα δέκα ολόκληρα λεπτά! Ξεροβήχει και καλημερίζει το νεαρό βοηθό του χωρίς να τον πολυκοιτάξει. Ο νεαρός του λέει ένα τρεμουλιαστό καλημέρα, ισιώνει άλλη μια φορά τη φωτογραφία του παππού στον τοίχο, σκύβει το κεφάλι πάνω στις στοιβαγμένες σελίδες του πάγκου κι αρχίζει με βαριά καρδιά και ένοχο ύφος να προσποιείται ότι έχει ξεκινήσει τη βιβλιοδεσία.
Ο τυπογράφος όμως ούτε που πρόσεξε την τρεμουλιαστή καλημέρα του. Ήταν απασχολημένος να κουρντίζει τα ρολόγια του και να τα συγχρονίζει, ώστε να δείχνουν όλα την ίδια ώρα. Μάλιστα, να κουρντίζει τα ρολόγια του! Τσέπης, χειρός, τοίχου. Γιατί προτιμούσε εκείνα τα παλιά, που έπρεπε κάθε μέρα να τα κουρντίζεις, για να δουλεύουν. Παράξενο πράγμα αλήθεια, σκέφτηκε ο ψηλοκάνης στοιχειοθέτης, να νοιάζεται τόσο πολύ ο κύριος Αριστείδης για τα ρολόγια και το χρόνο, αλλά να έχει μείνει στο παρελθόν. Όλα παλιομοδίτικα πάνω του και προπάντων τα παπούτσια του και η περπατησιά του. Ίδια, φανταζόταν ο βοηθός, από τότε που ήταν νεαρός. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τον γηραιό τυπογράφο πάνω από τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του, που είχε εντωμεταξύ βρει. Είχε τελειώσει το κούρντισμα και παράγγελνε το καφεδάκι του. Ελληνικός βαρύς γλυκός, όπως συνήθιζαν να πίνουν τον καφέ τους οι νέοι πριν σαράντα χρόνια! Κατέβασε το βλέμμα του πάνω στις σελίδες. Θυμήθηκε την καταστροφή, που προς το παρόν έκρυβε με επιμέλεια. Τι ανακατωσούρα! Και κείνος να έχει ήδη αρχίσει τάχα τη βιβλιοδεσία!
Περίμενε με αγωνία το βράδυ, όταν κυκλοφορούν μόνον οι κεραμιδόγατοι στις στέγες των ελάχιστων παλιών σπιτιών που είχαν ξεμείνει ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Τότε θα έμπαινε κρυφά στο τυπογραφείο, θα ξεχώριζε τις σελίδες και επιτέλους θα έκανε τη βιβλιοδεσία! Μ’αυτές τις σκέψεις έφτασε μεσημέρι. Ο βοηθός είχε φάει εντελώς τα νύχια του από αγωνία και ο γηραιός τυπογράφος είχε πιει ήδη τρεις καφέδες, όλους ελληνικούς, βαρείς γλυκούς. Ο νεαρός φόρεσε το καρό σακάκι του, ο κύριος Αριστείδης άνοιξε την ομπρέλα του, μαύρη με ρίγες πορτοκαλί και ακούστηκαν τα κλειδιά στην εξώπορτα να στριγγλίζουν. Στο τυπογραφείο έπεσε βαθιά σιωπή. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν όσοι περνούσαν απ’έξω.
(Για τη συνέχεια εδώ: Μέρος τρίτο)
Περισσότερα...
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009
Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος πρώτο

Κεφάλαιο 1
Μια φορά κι έναν καιρό, δεν γνωρίζω να σας πω πότε ακριβώς, σίγουρα όμως όχι πολύ πριν ή πολύ μετά από την εποχή μας, ήταν ένα παλιό τυπογραφείο. Στεγαζόταν σε ένα μισοσκότεινο ημιυπόγειο μιας γκρίζας από την πολυκαιρία και το καυσαέριο πολυκατοικίας σε ένα στενό σοκάκι, που με τα χρόνια είχε ευτυχώς πεζοδρομηθεί. Κάθε πρωί ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Αριστείδης, παλιός όσο και η επιχείρηση, βήχοντας και κροταλίζοντας το μπαστούνι του στις πλάκες του πεζόδρομου, κατέπλεε στο τυπογραφείο του. Κρατούσε πάντα μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα με ψιλές πορτοκαλί ρίγες και κοκκάλινη λαβή, ανοιχτή, ό,τι καιρό κι αν έκανε.
Ο βοηθός του, ένας ψηλέας νεαρός, με παντελόνια που πάντα του έρχονταν κοντά, κόκκινες τιράντες και χοντρά μυωπικά γυαλιά, έφτανε στο τυπογραφείο λίγο πριν ξημερώσει. Κρέμαγε στον καλόγερο πίσω από την πόρτα το καρό σακάκι του, κοίταζε καλά-καλά τα καλογυαλισμένα παπούτσια του, μήπως βρει κανένα ίχνος σκόνης και έπαιρνε θέση, για να τακτοποιήσει
στη σωστή σειρά τα τυπογραφικά στοιχεία στις γραμματοθήκες, ώστε να σχηματίσουν λέξεις. ‘Στοιχειοθέτηση’ τη λένε οι τυπογράφοι αυτή τη δουλειά. Έπειτα μελάνωνε τις γραμματοθήκες και εκτύπωνε τις σελίδες. Για κείνη τη μέρα δεν είχε παρά να ασχοληθεί με τη βιβλιοδεσία. Στοιχειοθετημένες, εκτυπωμένες και τακτοποιημένες στη σειρά οι σελίδες περίμεναν στο φαρδύ πάγκο να γίνουν βιβλία. Ο βοηθός του κυρίου Αριστείδη, ο στοιχειοθέτης, αφού βεβαιώθηκε ότι τα παπούτσια του ήταν καθρέπτες, άγγιξε με το χέρι του τα μαλλιά του, για να σιγουρευτεί πως στέκονταν όρθια, όπως τα είχε χτενίσει. Χαμογέλασε ικανοποιημένος, έπιασε να σφυρίζει ένα τραγουδάκι που έπαιζαν τα ραδιόφωνα όλη μέρα, ίσιωσε τη φωτογραφία του παππού του κυρίου Αριστείδη που κρεμόταν στον τοίχο και συνεχίζοντας να σφυρίζει, άνοιξε διάπλατα όλους τους φεγγίτες.(Για συνέχεια του πρώτου μέρους πατήστε "περισσότερα")
Αχ, φρέσκο αεράκι! Πήρε βαθιές ανάσες και έκανε δυο-τρεις επικύψεις και ανατάσεις, που έκαναν το παντελόνι του να μοιάζει ακόμα πιο κοντό απ’ ότι ήταν. Τέντωσε κι άφησε απότομα τις τιράντες του, μάζεψε από κάτω τέσσερα-πέντε ορθογώνια μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία από αυτά που χρησιμοποιούσε στη στοιχειοθέτηση με ανάγλυφα γραμματάκια πάνω τους και τέλος κάθησε φαρδύς-πλατύς στην καρέκλα του κυρίου Αριστείδη. Ήταν μια παλιά αλλά μεγαλοπρεπής και άνετη, μαύρη, δερμάτινη καρέκλα γραφείου γεμάτη κοψίματα και τρυπούλες. Πήρε το ύφος που πίστευε ότι πρέπει να έχουν τα αφεντικά, άπλωσε τα πόδια πάνω στο γραφείο του γηραιού τυπογράφου κι έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες που περίμεναν για βιβλιοδεσία. Ήταν παλιό το τυπογραφείο τους. Τα παμπάλαια τυπογραφικά μηχανήματα, το ημιυπόγειο, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους, ο κύριος Αριστείδης, όλα είχαν παλιώσει, ακόμα κι ο ίδιος λιγάκι. Δεν ήταν πια ακριβώς τόσο νεαρός, όσο είχε πρωτοέρθει.
Ξανακοίταξε τις στοίβες από τις προσεκτικά χωρισμένες σελίδες των βιβλίων που περίμεναν στον πάγκο να βιβλιοδετηθούν. Άναψε κι έσβησε την μπρούτζινη λάμπα με το πράσινο γυαλί κι άρχισε να απαριθμεί ένα-
ένα τα βιβλία με τη σειρά που παρατάσσονταν. Ένα παιδικό βιβλίο με ζώα σε μια φάρμα, τυπωμένο με αραιά, μαύρα, μεγάλα γράμματα και εικονογραφημένο με πολύχρωμα αστεία ζωάκια. Ένας τουριστικός οδηγός για το Λονδίνο με το Βρεττανικό Μουσείο στο εξώφυλλο. Ανάσανε άλλη μια φορά βαθιά το πρωινό αεράκι που έμπαινε από τους ορθάνοιχτους φεγγίτες. Σκέφτηκε πως πρέπει να τους κλείσει, γιατί όπου νά’ναι, θά ’ρθει ο κύριος Αριστείδης. Στη σκέψη
του κατέβασε τα πόδια από το γραφείο του ηλικιωμένου τυπογράφου, αλλά συνέχισε να κάθεται στην καρέκλα του. Δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει λιγάκι κοροϊδευτικά στη θύμηση του αφεντικού του, που κάθε φορά που άνοιγε διάπλατα τους φεγγίτες, του κουνούσε το δάχτυλο, χτυπούσε ελαφρά το πόδι του στο πάτωμα και του έλεγε να τους κλείσει αμέσως. Τι επιμονή κι αυτή! Και πόσο αστείος ήταν, όταν κουνούσε το δάχτυλο και τον φοβέριζε πως θα φυσήξει ξαφνικά αέρας και θα ανακατώσει τις σελίδες! Έριξε μια γρήγορη ματιά στα μπουκάλια με τα πολύχρωμα μελάνια, που στέκονταν παραταγμένα στα ράφια δεξιά του και συνέχισε την απαρίθμηση. Ήταν ακόμα η βιογραφία μιας κάπως ξεχασμένης, μα διάσημης ζωγράφου στην εποχή της, γύρω στα 1930, της Ταμάρα ντε Μπεμπίκα. ‘Λεμπίκα’, διόρθωσε τον εαυτό του. Ποτέ, αναστέναξε, δε θα μάθαινε σωστά το όνομα αυτής της ντίβας. Οι περισσότερες πάντως σελίδες έδειχναν πίνακές της, που πολύ του άρεσαν.Κοίταξε το ρολόι του τοίχου με τον κούκκο, που τον εκνεύριζε όλη μέρα κάθε ακριβώς και κάθε και μισή, καθώς πεταγόταν από το κουτί του και έκρωζε την ώρα. Ζήτησε από το αφεντικό του να τον ρυθμίσουν να φωνάζει τουλάχιστον κάθε ακριβώς μονάχα, αλλά αυτός ήταν αμετάπειστο. Ήθελε να ακούει το πουλί να σημαίνει κάθε τρεις και δύο την ώρα. Χώρια που κάθε λίγο και λιγάκι τραβούσε από το τσεπάκι του γιλέκου του μια αλυσιδίτσα με ένα μεγάλο, κουρδιστό, ασημένιο ρολόι με τεράστιους ωροδείκτες. Ναι, ο κύριος Αριστείδης έχει μια μανία με το χρόνο, σκέφτηκε ο νεαρός βοηθός, που δεν ήταν πια τόσο νεαρός και κοίταξε άλλη μια φορά το ρολόι του τοίχου. Ανακινήθηκε δυσαρεστημένος στην καρέκλα του, όταν κατάλαβε πως τόσα χρόνια που εργαζόταν στο τυπογραφείο, μάλλον ο κύριος Αριστείδης του είχε λιγάκι μεταδώσει την εμμονή του για την ώρα.
Χαμογέλασε, σταύρωσε το ένα πόδι πάνω στ’άλλο, πρόσεξε κοκκινίζοντας μέχρι τις ρίζες των αυτιών πως πάνω στη βιασύνη του είχε φορέσει διαφορετικό χρώμα κάλτσες και συνέχισε την απαρίθμηση: ‘Το νησί των θησαυρών’, το αγαπημένο του,
όταν ήταν παιδί, μυθιστόρημα, με πειρατές και πειρατικά καράβια και χάρτες θησαυρών και έρημα νησιά... Είχε γυριστεί μάλιστα και σε ταινία, όταν ήταν πιτσιρικάς. Πόσες και πόσες ώρες είχε περάσει να φαντάζεται ιστορίες ολόκληρες με κουρσάρους και θησαυρούς και λάφυρα και...και...και... Δυστυχώς, κι εδώ του ξέφυγε ένας αναστεναγμός απογοήτευσης, έπαψε εντελώς να πλάθει πειρατικές ιστορίες, όταν ένα βράδυ έβλεπε εφιάλτη πως ο ίδιος, όχι μόνον δεν ήταν ο αρχιπειρατής, αλλά ένας κακομοίρης ταξιδιώτης που τον αιχμαλώτισαν, τον έκλεισαν στ’αμπάρι σαν εμπόρευμα και πήγαιναν να τον πουλήσουν σκλάβο στην Μπαρμπαριά! Φρίκη! Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήταν και δεμένος με αλυσίδες χειροπόδαρα! Απόδιωξε με μια κίνηση του χεριού του την άσχημη ανάμνηση. Προτίμησε να θυμάται τις ατέλειωτες καλοκαιρινές ώρες, που χωνόταν στις σελίδες του βιβλίου του και ταξίδευε με το πειρατικό καράβι. Θαρρούσε πως είχε ακόμα στ’αυτιά του τις φωνές των τζιτζικιών μέσα στο λιοπύρι.Κούκου...κούκου... Α, επιτέλους αυτό το πουλί, πολύ φωνακλάδικο! Πάντως έστησε αυτί να μετρήσει σωστά τα κρωξίματα του, για να δει την ώρα. Όπου νά’ναι θα κατέφ
θανε ο κύριος Αριστείδης. Έπεσε τότε το μάτι του στις γκραβούρες. Μα βέβαια! Ένα σωρό περίφημες ασπρόμαυρες εικόνες της παλιάς Αθήνας ανατυπώθηκαν, φτιάξαν μια στοίβα σωστή και περίμεναν τη σειρά τους να γίνουν κι αυτές βιβλίο. Η Ακρόπολη είχε την τιμητική της. Εδώ τα Προπύλαια, παρακάτω το Ερέχθειο, νά’σου κι ο Παρθενώνας! Ήταν πολύ περήφανος γι’αυτή τη δουλειά. Ένα απαλό κρύο αεράκι τον χτύπησε στο μάγουλο. Κρύωσε λιγάκι και είπε να σηκωθεί να κλείσει τους φεγγίτες, φτάνει τόσο που μείναν ανοιχτοί.Α, ναι, πώς δεν το πρόσεξε νωρίτερα! Κάποια διηγήματα επιστημονικής φαντασίας, τόσο φρεσκοτυπωμένα, που το μελάνι έμοιαζε να γυαλίζει
πάνω τους, περίμεναν υπομονετικά στον πάγκο. Τι ρομπότ και ανθρωποειδή, τι υπολογιστές και διαστημικοί σταθμοί, τι εξωγήινοι περνούσαν μπροστά από τα μάτια του! Κι από αστρικά ταξίδια άλλο τίποτα! Άσε που σε ένα από αυτά τα διηγήματα δεν υπήρχε, λέει, ο χρόνος! Άρα ούτε και τα ρολόγια! Καϋμένο αφεντικό, ούτε λεπτό δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς ρολόγια... Κάποιο βράδυ έβλεπε, του έλεγε, εφιάλτη, πως τα ρολόγια έλιωναν και κρέμονταν έτσι μαλακωμένα από τα δέντρα, τα έπιπλα... Κούκου, κούκου... Αναπήδησε τρομαγμένος. Τόσα χρόνια εδώ μέσα κι ακόμα να συνηθίσει το κρώξιμο του κούκκου. Κάθε φορά ξαφνιάζεται. Άσε που τώρα τελευταία τα έχει χάσει και αναγγέλλει την ώρα, όποτε θέλει. Γύρισε το κεφάλι του προς τον πάγκο αποφασισμένος να αγνοήσει τον κούκκο.‘Φρανκ Λόιντ Ράιτ’, διάβασε από μακριά τα χρυσά γράμματα του εξώφυλλου στην
τελευταία στοίβα από σελίδες. Μα βέβαια, είναι εκείνος ο καταπληκτικός αρχιτέκτονας γύρω στα 1900! Σχεδίαζε ώρες-ώρες σπίτια τόσο ωραία και μπροστά από την εποχή τους, που ακόμα και σήμερα πολλά από αυτά του φαίνονταν πολύ-πολύ μοντέρνα. Τόσο, που θα μπορούσαν να έχουν χτιστεί στο μέλλον! Να το πάλι το πρόβλημα του χρόνου. Ξανακοίταξε τον κούκκο. Άργησε σήμερα λιγάκι ο κύριος Αριστείδης. Πρωτοφανές! Παρόν, παρελθόν και μέλλον ξαναγύρισαν στη σκέψη του. Πρόβλημα και αυτό. Αυτά που ζούμε τώρα, στο παρόν, περιέχουν το παρελθόν μας, αλλά και τα όνειρά μας για το μέλλον. Λίγο περίπλοκο, αλήθεια, το ζήτημα του χρόνου! Άσε, που πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν στο παρελθόν, ενώ κάποιοι άλλοι ζούνε μόνο για το τώρα, χωρίς να τους νοιάζει τι θα γίνει αργότερα. Για να μην πούμε για όσους είναι μπροστά από την εποχή τους ή ζούνε, για να ονειρεύονται το αύριο. Πάντως ο κύριος Αριστείδης ζούσε γαντζωμένος στο χθες. Ο ίδιος, πού ζούσε άραγε;Η ώρα πέρασε. Σηκώθηκε να κλείσει τους φεγγίτες. Από στιγμή σε στιγμή θα άκουγε στο πλακόστρωτο τα βήματα του κυρίου Αριστείδη. Ίσιωσε άλλη μια φορά τη φωτογραφία στον τοίχο του παππού του κυρίου Αριστείδη, που ίδρυσε το τυπογραφείο. Παράξενο πώς, είχε ξαναγείρει προς τα δεξιά. Τέντωσε το χέρι του να φτάσει τους φεγγίτες και να τους κλείσει. Οι τιράντες του τεντώθηκαν κι αυτές και το ήδη κοντό παντελόνι του κόντυνε κι άλλο. Πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα από το φρέσκο αεράκι. Καθυστέρησε λιγάκι να κλείσει τους φεγγίτες και κοίταξε κλεφτά έξω, τα παπούτσια των περαστικών, γιατί από εκεί που βρισκόταν, μόνο αυτά έβλεπε.
Γόβες, γοβάκια, ίσια παπούτσια, αθλητικά, μπότες, μποτάκια, μποτίνια, μοντέρνα και παλιομοδίτικα, καινούρια ή στραβοπατημένα, ανδρικά και γυναικεία, μαύρα κι άσπρα και κόκκινα κι όλων των χρωμάτων. Κάθε είδους παπούτσι, γιατί ήταν πολυσύχναστο το σοκάκι, το είχε δει από τους φεγγίτες σαν σε οθόνες τηλεόρασης. Άλλα ζευγάρια παπούτσια πήγαιναν τρεχάλα, άλλα αργά, βαριεστημένα, μερικά χοροπηδηχτά, κάποια προτιμούσαν το βαρύ βηματισμό. Μια φορά ένα ζευγάρι παιδικά παπουτσάκια έπαιζαν κουτσό. Και μια άλλη φορά ένα παπούτσι είχε χάσει το ταίρι του, γιατί αυτός που το φόραγε ήταν κουτσός. Κάποτε, κάποιες απόκριες είδε τα παπούτσια ενός ξυλοπόδαρου. Αυτό κι αν ήταν θέαμα! Και μια άλλη φορά, τα γυμνά πόδια ενός τουρίστα, που είχε βγάλει τα παπούτσια του! Ώρες ατέλειωτες μπορούσε να μιλά για παπούτσια, έτσι που τα έβλεπε όλη μέρα να παρελαύνουν μπροστά στους φεγγίτες. Ίσως γι’αυτό πρόσεχε τα δικά του να είναι πάντα καλογυαλισμένα. Θα έλεγε ότι πιο πολύ καταλαβαίνει τους ανθρώπους από τα παπούτσια τους παρά από τα μάτια τους. Απόμεινε για λίγα λεπτά ακόμα με το χέρι γαντζωμένο στη λαβή του ενός φεγγίτη, να χαζεύει τα ζευγάρια από παπούτσια που περνούσαν αραιά και πού, τώρα το πρωί.
Περισσότερα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
