
Κεφάλαιο 2
Εκείνο που δεν είδε, ούτε άκουσε, γιατί είχε απορροφηθεί από τα παπούτσια, που κλακ-κλακ, κλουφ-κλοφ, κλαπ-κλαπ και με χίλιους άλλους διαφορετικούς ήχους περνούσαν από μπροστά του, ήταν οι οκτώ φτερωτοί άνεμοι από τον Πύργο των Αέρηδων στην Πλάκα. Ροδομάγουλοι, γενειοφόροι κι ορεξάτοι, ανοιγόκλειναν με ορμή τα μεγάλα τους φτερά και τα ρούχα τους κυμάτιζαν, καθώς πετούσαν. Είχαν τα μάγουλά τους συνεχώς φουσκωμένα από το πολύ φύσημα. Φου από δω, φριτ από κει, φσου παρακάτω. «Ενδιαφέρουσα βόλτα και η σημερινή!» ούρλιαξε ο Βορέας και οι διαβάτες στο σοκάκι νιώσαν την ψύχρα του και φορέσαν τα σακάκια τους.

(Για συνέχεια του δεύτερου μέρους πατήστε "περισσότερα")
Τη στιγμή εκείνη ακριβώς, ο νεαρός στοιχειοθέτης αποφάσιζε επιτέλους να γυρίσει την πετούγια που κράταγε τόση ώρα και να κλείσει το φεγγίτη. Πολύ αργά! Ο Καικίας φυσούσε με τέτοια ορμή, που έσπρωξε δυνατά το τζάμι και τώρα λυσσομανούσε μέσα στο ημιυπόγειο τυπογραφείο. Τινάζει μια τις φτερούγες του και σκορπίζει στο πάτωμα όλες τις σελίδες του ταξιδιωτικού οδηγού και του βιβλίου με τα ζώα. Τινάζει δεύτερη φορά τα φτερά του και σηκώνει ψηλά στον αέρα τα διηγήματα επιστημονικής φαντασίας και τις γκραβούρες. Φουσκώνει και αδειάζει τα μάγουλα του κι ανακατεύει όλα τα υπόλοιπα. Ο βοηθός του τυπογράφου τρέχει να προλάβει τις τελευταίες σελίδες που μείναν στη θέση τους. Ανοίγει τα μακριά του πόδια και μια, δυο δρασκελιές... αλλά όχι. Δεν προλαβαίνει. Όπως όλοι ξέρουμε, κανείς δεν παραβγαίνει στο τρέξιμο τον άνεμο.

Το δύστυχο νεαρό στοχειοθέτη, που πάνω στη βιασύνη του είχε χάσει τα γυαλιά του και πεσμένος στα γόνατα, μάζευε απελπισμένος τις σελίδες, ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο κούκκος ατάραχος πρόβαλε από τη φωλιά του, για να αναγγείλει ότι η ώρα είχε φτάσει οκτώ! Οκτώ; Κρύες σταγόνες ιδρώτα ένιωσε να κυλούν από το φαρδύ του μέτωπο. Και τώρα, τι γίνεται; Ο κύριος Αριστείδης το αργότερο μέχρι τις οκτώ και δέκα κάθεται στο γραφείο του και παραγγέλνει τον καφέ του από το καφενείο απέναντι. Πριν πανικοβληθεί εντελώς έριξε μια τελευταία ματιά έξω. Ίσα που πρόλαβε να δει μια άκρη από το ρούχο ενός από τους ανέμους. Τώρα πια επέστρεφαν στον πύργο τους, που τον έλεγαν και ‘Ρολόι του Ανδρονίκου’, γιατί στην αρχαιότητα, τότε που δεν υπήρχαν ρολόγια απ’αυτά που φοράμε στο χέρι ή κρεμάμε στους τοίχους, μπαίναν οι άνθρωποι σ’αυτόν τον οκτάγωνο πύργο, για να μάθουν την ώρα. Ο κύριος Αριστείδης, αν ζούσε τότε, σίγουρα θα περνούσε όλη του τη μέρα εκεί μέσα, σκέφτηκε παρά τα χάλια του.
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε για τα καλά το μέγεθος της συμφοράς που τον βρήκε. Σαν τρελός πια στοίβαζε τις σελίδες όπως-όπως τσαλακώνοντας μάλιστα μερικές. Η φωτογραφία του παππού του κυρίου Αριστείδη καθόταν στραβά στον τοίχο όσο ποτέ άλλοτε. Οι κατακόκκινες τιράντες του νεαρού στοιχειοθέτη τεντώθηκαν όσο δεν πάει άλλο και οι κάλτσες του, μία γκρι και μία μωβ, είχαν σουρώσει γύρω από τα σκονισμένα πια παπούτσια του. Μικρές κοφτές ανάσες και αγκομαχητά γέμισαν το τυπογραφείο, που ήταν ήδη πολύ γεμάτο από τα πιεστήρια, τις στοίβες τα βιβλία, τους σωρούς τις γραμματοθήκες και τα τυπογραφικά στοιχεία. Χώρια τα ρολόγια που κρύβονταν πίσω από κάθε σκοτεινή γωνιά, εκτός από τα επίσημα, που κρέμονταν φανερά στους τοίχους. Κούκου, ακούστηκε πάλι η τσιριχτή φωνή του κούκκου. Οκτώ και τέταρτο!
Και τότε άκουσε: το κροτάλισμα του μπαστουνιού του κυρίου Αριστείδη στο πλακόστρωτο! Κι αμέσως μετά είδε: τα ασπρόμαυρα, γυαλιστερά και παλιομοδίτικα παπούτσια του! Φρίκη! Και τώρα, τι θα κάνει με τις σελίδες που είχε σκορπίσει ο αέρας; Κράτησε την ανάσα του και τις μάζευε σαν σίφουνας. Τις στοίβαξε σε οκτώ στήλες. Τόσες δεν ήταν αυτές που περίμεναν να βιβλιοδετηθούν; Όμως αλίμονο, οι σελίδες ήταν ανακατεμένες, αφού δεν προλάβαινε να τις ξεχωρίσει. Κλάκ, κλάκ, κλακ, άκουγε τα παπούτσια του κυρίου Αριστείδη να κατεβαίνουν τα σκαλάκια. Ύστερα τον άκουγε να κλείνει την ομπρέλα του, τη μαύρη με ρίγες πορτοκαλί και να την ρίχνει στην ομπρελοθήκη. Ο βοηθός τέντωσε με τους αντίχειρες κι άφησε απότομα τις τιράντες του και επέβαλε στον εαυτό του το πιο αδιάφορο βλέμμα που διέθετε.
Ο τυπογράφος βγάζει το ασημένιο ρολόι από το τσεπάκι του γιλέκου του, αναφωνεί ένα «Χμ...άργησα σήμερα!», ρίχνει μια ματιά στο ρολόι του κούκκου, για επαληθεύσει την ώρα και τέλος κάθεται στη δερμάτινη πολυθρόνα του. Ξανακοιτάει απορημένος το ρολόι του. Πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια αργεί και μάλιστα δέκα ολόκληρα λεπτά! Ξεροβήχει και καλημερίζει το νεαρό βοηθό του χωρίς να τον πολυκοιτάξει. Ο νεαρός του λέει ένα τρεμουλιαστό καλημέρα, ισιώνει άλλη μια φορά τη φωτογραφία του παππού στον τοίχο, σκύβει το κεφάλι πάνω στις στοιβαγμένες σελίδες του πάγκου κι αρχίζει με βαριά καρδιά και ένοχο ύφος να προσποιείται ότι έχει ξεκινήσει τη βιβλιοδεσία.
Ο τυπογράφος όμως ούτε που πρόσεξε την τρεμουλιαστή καλημέρα του. Ήταν απασχολημένος να κουρντίζει τα ρολόγια του και να τα συγχρονίζει, ώστε να δείχνουν όλα την ίδια ώρα. Μάλιστα, να κουρντίζει τα ρολόγια του! Τσέπης, χειρός, τοίχου. Γιατί προτιμούσε εκείνα τα παλιά, που έπρεπε κάθε μέρα να τα κουρντίζεις, για να δουλεύουν. Παράξενο πράγμα αλήθεια, σκέφτηκε ο ψηλοκάνης στοιχειοθέτης, να νοιάζεται τόσο πολύ ο κύριος Αριστείδης για τα ρολόγια και το χρόνο, αλλά να έχει μείνει στο παρελθόν. Όλα παλιομοδίτικα πάνω του και προπάντων τα παπούτσια του και η περπατησιά του. Ίδια, φανταζόταν ο βοηθός, από τότε που ήταν νεαρός. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τον γηραιό τυπογράφο πάνω από τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του, που είχε εντωμεταξύ βρει. Είχε τελειώσει το κούρντισμα και παράγγελνε το καφεδάκι του. Ελληνικός βαρύς γλυκός, όπως συνήθιζαν να πίνουν τον καφέ τους οι νέοι πριν σαράντα χρόνια! Κατέβασε το βλέμμα του πάνω στις σελίδες. Θυμήθηκε την καταστροφή, που προς το παρόν έκρυβε με επιμέλεια. Τι ανακατωσούρα! Και κείνος να έχει ήδη αρχίσει τάχα τη βιβλιοδεσία!
Περίμενε με αγωνία το βράδυ, όταν κυκλοφορούν μόνον οι κεραμιδόγατοι στις στέγες των ελάχιστων παλιών σπιτιών που είχαν ξεμείνει ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Τότε θα έμπαινε κρυφά στο τυπογραφείο, θα ξεχώριζε τις σελίδες και επιτέλους θα έκανε τη βιβλιοδεσία! Μ’αυτές τις σκέψεις έφτασε μεσημέρι. Ο βοηθός είχε φάει εντελώς τα νύχια του από αγωνία και ο γηραιός τυπογράφος είχε πιει ήδη τρεις καφέδες, όλους ελληνικούς, βαρείς γλυκούς. Ο νεαρός φόρεσε το καρό σακάκι του, ο κύριος Αριστείδης άνοιξε την ομπρέλα του, μαύρη με ρίγες πορτοκαλί και ακούστηκαν τα κλειδιά στην εξώπορτα να στριγγλίζουν. Στο τυπογραφείο έπεσε βαθιά σιωπή. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν όσοι περνούσαν απ’έξω.
(Για τη συνέχεια εδώ: Μέρος τρίτο)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου