
Κεφάλαιο 1
Μια φορά κι έναν καιρό, δεν γνωρίζω να σας πω πότε ακριβώς, σίγουρα όμως όχι πολύ πριν ή πολύ μετά από την εποχή μας, ήταν ένα παλιό τυπογραφείο. Στεγαζόταν σε ένα μισοσκότεινο ημιυπόγειο μιας γκρίζας από την πολυκαιρία και το καυσαέριο πολυκατοικίας σε ένα στενό σοκάκι, που με τα χρόνια είχε ευτυχώς πεζοδρομηθεί. Κάθε πρωί ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Αριστείδης, παλιός όσο και η επιχείρηση, βήχοντας και κροταλίζοντας το μπαστούνι του στις πλάκες του πεζόδρομου, κατέπλεε στο τυπογραφείο του. Κρατούσε πάντα μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα με ψιλές πορτοκαλί ρίγες και κοκκάλινη λαβή, ανοιχτή, ό,τι καιρό κι αν έκανε.
Ο βοηθός του, ένας ψηλέας νεαρός, με παντελόνια που πάντα του έρχονταν κοντά, κόκκινες τιράντες και χοντρά μυωπικά γυαλιά, έφτανε στο τυπογραφείο λίγο πριν ξημερώσει. Κρέμαγε στον καλόγερο πίσω από την πόρτα το καρό σακάκι του, κοίταζε καλά-καλά τα καλογυαλισμένα παπούτσια του, μήπως βρει κανένα ίχνος σκόνης και έπαιρνε θέση, για να τακτοποιήσει

(Για συνέχεια του πρώτου μέρους πατήστε "περισσότερα")
Αχ, φρέσκο αεράκι! Πήρε βαθιές ανάσες και έκανε δυο-τρεις επικύψεις και ανατάσεις, που έκαναν το παντελόνι του να μοιάζει ακόμα πιο κοντό απ’ ότι ήταν. Τέντωσε κι άφησε απότομα τις τιράντες του, μάζεψε από κάτω τέσσερα-πέντε ορθογώνια μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία από αυτά που χρησιμοποιούσε στη στοιχειοθέτηση με ανάγλυφα γραμματάκια πάνω τους και τέλος κάθησε φαρδύς-πλατύς στην καρέκλα του κυρίου Αριστείδη. Ήταν μια παλιά αλλά μεγαλοπρεπής και άνετη, μαύρη, δερμάτινη καρέκλα γραφείου γεμάτη κοψίματα και τρυπούλες. Πήρε το ύφος που πίστευε ότι πρέπει να έχουν τα αφεντικά, άπλωσε τα πόδια πάνω στο γραφείο του γηραιού τυπογράφου κι έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες που περίμεναν για βιβλιοδεσία. Ήταν παλιό το τυπογραφείο τους. Τα παμπάλαια τυπογραφικά μηχανήματα, το ημιυπόγειο, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους, ο κύριος Αριστείδης, όλα είχαν παλιώσει, ακόμα κι ο ίδιος λιγάκι. Δεν ήταν πια ακριβώς τόσο νεαρός, όσο είχε πρωτοέρθει.
Ξανακοίταξε τις στοίβες από τις προσεκτικά χωρισμένες σελίδες των βιβλίων που περίμεναν στον πάγκο να βιβλιοδετηθούν. Άναψε κι έσβησε την μπρούτζινη λάμπα με το πράσινο γυαλί κι άρχισε να απαριθμεί ένα-


Κοίταξε το ρολόι του τοίχου με τον κούκκο, που τον εκνεύριζε όλη μέρα κάθε ακριβώς και κάθε και μισή, καθώς πεταγόταν από το κουτί του και έκρωζε την ώρα. Ζήτησε από το αφεντικό του να τον ρυθμίσουν να φωνάζει τουλάχιστον κάθε ακριβώς μονάχα, αλλά αυτός ήταν αμετάπειστο. Ήθελε να ακούει το πουλί να σημαίνει κάθε τρεις και δύο την ώρα. Χώρια που κάθε λίγο και λιγάκι τραβούσε από το τσεπάκι του γιλέκου του μια αλυσιδίτσα με ένα μεγάλο, κουρδιστό, ασημένιο ρολόι με τεράστιους ωροδείκτες. Ναι, ο κύριος Αριστείδης έχει μια μανία με το χρόνο, σκέφτηκε ο νεαρός βοηθός, που δεν ήταν πια τόσο νεαρός και κοίταξε άλλη μια φορά το ρολόι του τοίχου. Ανακινήθηκε δυσαρεστημένος στην καρέκλα του, όταν κατάλαβε πως τόσα χρόνια που εργαζόταν στο τυπογραφείο, μάλλον ο κύριος Αριστείδης του είχε λιγάκι μεταδώσει την εμμονή του για την ώρα.
Χαμογέλασε, σταύρωσε το ένα πόδι πάνω στ’άλλο, πρόσεξε κοκκινίζοντας μέχρι τις ρίζες των αυτιών πως πάνω στη βιασύνη του είχε φορέσει διαφορετικό χρώμα κάλτσες και συνέχισε την απαρίθμηση: ‘Το νησί των θησαυρών’, το αγαπημένο του,

Κούκου...κούκου... Α, επιτέλους αυτό το πουλί, πολύ φωνακλάδικο! Πάντως έστησε αυτί να μετρήσει σωστά τα κρωξίματα του, για να δει την ώρα. Όπου νά’ναι θα κατέφ

Α, ναι, πώς δεν το πρόσεξε νωρίτερα! Κάποια διηγήματα επιστημονικής φαντασίας, τόσο φρεσκοτυπωμένα, που το μελάνι έμοιαζε να γυαλίζει

‘Φρανκ Λόιντ Ράιτ’, διάβασε από μακριά τα χρυσά γράμματα του εξώφυλλου στην

Η ώρα πέρασε. Σηκώθηκε να κλείσει τους φεγγίτες. Από στιγμή σε στιγμή θα άκουγε στο πλακόστρωτο τα βήματα του κυρίου Αριστείδη. Ίσιωσε άλλη μια φορά τη φωτογραφία στον τοίχο του παππού του κυρίου Αριστείδη, που ίδρυσε το τυπογραφείο. Παράξενο πώς, είχε ξαναγείρει προς τα δεξιά. Τέντωσε το χέρι του να φτάσει τους φεγγίτες και να τους κλείσει. Οι τιράντες του τεντώθηκαν κι αυτές και το ήδη κοντό παντελόνι του κόντυνε κι άλλο. Πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα από το φρέσκο αεράκι. Καθυστέρησε λιγάκι να κλείσει τους φεγγίτες και κοίταξε κλεφτά έξω, τα παπούτσια των περαστικών, γιατί από εκεί που βρισκόταν, μόνο αυτά έβλεπε.
Γόβες, γοβάκια, ίσια παπούτσια, αθλητικά, μπότες, μποτάκια, μποτίνια, μοντέρνα και παλιομοδίτικα, καινούρια ή στραβοπατημένα, ανδρικά και γυναικεία, μαύρα κι άσπρα και κόκκινα κι όλων των χρωμάτων. Κάθε είδους παπούτσι, γιατί ήταν πολυσύχναστο το σοκάκι, το είχε δει από τους φεγγίτες σαν σε οθόνες τηλεόρασης. Άλλα ζευγάρια παπούτσια πήγαιναν τρεχάλα, άλλα αργά, βαριεστημένα, μερικά χοροπηδηχτά, κάποια προτιμούσαν το βαρύ βηματισμό. Μια φορά ένα ζευγάρι παιδικά παπουτσάκια έπαιζαν κουτσό. Και μια άλλη φορά ένα παπούτσι είχε χάσει το ταίρι του, γιατί αυτός που το φόραγε ήταν κουτσός. Κάποτε, κάποιες απόκριες είδε τα παπούτσια ενός ξυλοπόδαρου. Αυτό κι αν ήταν θέαμα! Και μια άλλη φορά, τα γυμνά πόδια ενός τουρίστα, που είχε βγάλει τα παπούτσια του! Ώρες ατέλειωτες μπορούσε να μιλά για παπούτσια, έτσι που τα έβλεπε όλη μέρα να παρελαύνουν μπροστά στους φεγγίτες. Ίσως γι’αυτό πρόσεχε τα δικά του να είναι πάντα καλογυαλισμένα. Θα έλεγε ότι πιο πολύ καταλαβαίνει τους ανθρώπους από τα παπούτσια τους παρά από τα μάτια τους. Απόμεινε για λίγα λεπτά ακόμα με το χέρι γαντζωμένο στη λαβή του ενός φεγγίτη, να χαζεύει τα ζευγάρια από παπούτσια που περνούσαν αραιά και πού, τώρα το πρωί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου