Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Στο παλιό τυπογραφείο-μέρος πρώτο


Κεφάλαιο 1
Μια φορά κι έναν καιρό, δεν γνωρίζω να σας πω πότε ακριβώς, σίγουρα όμως όχι πολύ πριν ή πολύ μετά από την εποχή μας, ήταν ένα παλιό τυπογραφείο. Στεγαζόταν σε ένα μισοσκότεινο ημιυπόγειο μιας γκρίζας από την πολυκαιρία και το καυσαέριο πολυκατοικίας σε ένα στενό σοκάκι, που με τα χρόνια είχε ευτυχώς πεζοδρομηθεί. Κάθε πρωί ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Αριστείδης, παλιός όσο και η επιχείρηση, βήχοντας και κροταλίζοντας το μπαστούνι του στις πλάκες του πεζόδρομου, κατέπλεε στο τυπογραφείο του. Κρατούσε πάντα μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα με ψιλές πορτοκαλί ρίγες και κοκκάλινη λαβή, ανοιχτή, ό,τι καιρό κι αν έκανε.

Ο βοηθός του, ένας ψηλέας νεαρός, με παντελόνια που πάντα του έρχονταν κοντά, κόκκινες τιράντες και χοντρά μυωπικά γυαλιά, έφτανε στο τυπογραφείο λίγο πριν ξημερώσει. Κρέμαγε στον καλόγερο πίσω από την πόρτα το καρό σακάκι του, κοίταζε καλά-καλά τα καλογυαλισμένα παπούτσια του, μήπως βρει κανένα ίχνος σκόνης και έπαιρνε θέση, για να τακτοποιήσει στη σωστή σειρά τα τυπογραφικά στοιχεία στις γραμματοθήκες, ώστε να σχηματίσουν λέξεις. ‘Στοιχειοθέτηση’ τη λένε οι τυπογράφοι αυτή τη δουλειά. Έπειτα μελάνωνε τις γραμματοθήκες και εκτύπωνε τις σελίδες. Για κείνη τη μέρα δεν είχε παρά να ασχοληθεί με τη βιβλιοδεσία. Στοιχειοθετημένες, εκτυπωμένες και τακτοποιημένες στη σειρά οι σελίδες περίμεναν στο φαρδύ πάγκο να γίνουν βιβλία. Ο βοηθός του κυρίου Αριστείδη, ο στοιχειοθέτης, αφού βεβαιώθηκε ότι τα παπούτσια του ήταν καθρέπτες, άγγιξε με το χέρι του τα μαλλιά του, για να σιγουρευτεί πως στέκονταν όρθια, όπως τα είχε χτενίσει. Χαμογέλασε ικανοποιημένος, έπιασε να σφυρίζει ένα τραγουδάκι που έπαιζαν τα ραδιόφωνα όλη μέρα, ίσιωσε τη φωτογραφία του παππού του κυρίου Αριστείδη που κρεμόταν στον τοίχο και συνεχίζοντας να σφυρίζει, άνοιξε διάπλατα όλους τους φεγγίτες.
(Για συνέχεια του πρώτου μέρους πατήστε "περισσότερα")

Αχ, φρέσκο αεράκι! Πήρε βαθιές ανάσες και έκανε δυο-τρεις επικύψεις και ανατάσεις, που έκαναν το παντελόνι του να μοιάζει ακόμα πιο κοντό απ’ ότι ήταν. Τέντωσε κι άφησε απότομα τις τιράντες του, μάζεψε από κάτω τέσσερα-πέντε ορθογώνια μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία από αυτά που χρησιμοποιούσε στη στοιχειοθέτηση με ανάγλυφα γραμματάκια πάνω τους και τέλος κάθησε φαρδύς-πλατύς στην καρέκλα του κυρίου Αριστείδη. Ήταν μια παλιά αλλά μεγαλοπρεπής και άνετη, μαύρη, δερμάτινη καρέκλα γραφείου γεμάτη κοψίματα και τρυπούλες. Πήρε το ύφος που πίστευε ότι πρέπει να έχουν τα αφεντικά, άπλωσε τα πόδια πάνω στο γραφείο του γηραιού τυπογράφου κι έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες που περίμεναν για βιβλιοδεσία. Ήταν παλιό το τυπογραφείο τους. Τα παμπάλαια τυπογραφικά μηχανήματα, το ημιυπόγειο, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους, ο κύριος Αριστείδης, όλα είχαν παλιώσει, ακόμα κι ο ίδιος λιγάκι. Δεν ήταν πια ακριβώς τόσο νεαρός, όσο είχε πρωτοέρθει.

Ξανακοίταξε τις στοίβες από τις προσεκτικά χωρισμένες σελίδες των βιβλίων που περίμεναν στον πάγκο να βιβλιοδετηθούν. Άναψε κι έσβησε την μπρούτζινη λάμπα με το πράσινο γυαλί κι άρχισε να απαριθμεί ένα-ένα τα βιβλία με τη σειρά που παρατάσσονταν. Ένα παιδικό βιβλίο με ζώα σε μια φάρμα, τυπωμένο με αραιά, μαύρα, μεγάλα γράμματα και εικονογραφημένο με πολύχρωμα αστεία ζωάκια. Ένας τουριστικός οδηγός για το Λονδίνο με το Βρεττανικό Μουσείο στο εξώφυλλο. Ανάσανε άλλη μια φορά βαθιά το πρωινό αεράκι που έμπαινε από τους ορθάνοιχτους φεγγίτες. Σκέφτηκε πως πρέπει να τους κλείσει, γιατί όπου νά’ναι, θά ’ρθει ο κύριος Αριστείδης. Στη σκέψη του κατέβασε τα πόδια από το γραφείο του ηλικιωμένου τυπογράφου, αλλά συνέχισε να κάθεται στην καρέκλα του. Δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει λιγάκι κοροϊδευτικά στη θύμηση του αφεντικού του, που κάθε φορά που άνοιγε διάπλατα τους φεγγίτες, του κουνούσε το δάχτυλο, χτυπούσε ελαφρά το πόδι του στο πάτωμα και του έλεγε να τους κλείσει αμέσως. Τι επιμονή κι αυτή! Και πόσο αστείος ήταν, όταν κουνούσε το δάχτυλο και τον φοβέριζε πως θα φυσήξει ξαφνικά αέρας και θα ανακατώσει τις σελίδες! Έριξε μια γρήγορη ματιά στα μπουκάλια με τα πολύχρωμα μελάνια, που στέκονταν παραταγμένα στα ράφια δεξιά του και συνέχισε την απαρίθμηση. Ήταν ακόμα η βιογραφία μιας κάπως ξεχασμένης, μα διάσημης ζωγράφου στην εποχή της, γύρω στα 1930, της Ταμάρα ντε Μπεμπίκα. ‘Λεμπίκα’, διόρθωσε τον εαυτό του. Ποτέ, αναστέναξε, δε θα μάθαινε σωστά το όνομα αυτής της ντίβας. Οι περισσότερες πάντως σελίδες έδειχναν πίνακές της, που πολύ του άρεσαν.

Κοίταξε το ρολόι του τοίχου με τον κούκκο, που τον εκνεύριζε όλη μέρα κάθε ακριβώς και κάθε και μισή, καθώς πεταγόταν από το κουτί του και έκρωζε την ώρα. Ζήτησε από το αφεντικό του να τον ρυθμίσουν να φωνάζει τουλάχιστον κάθε ακριβώς μονάχα, αλλά αυτός ήταν αμετάπειστο. Ήθελε να ακούει το πουλί να σημαίνει κάθε τρεις και δύο την ώρα. Χώρια που κάθε λίγο και λιγάκι τραβούσε από το τσεπάκι του γιλέκου του μια αλυσιδίτσα με ένα μεγάλο, κουρδιστό, ασημένιο ρολόι με τεράστιους ωροδείκτες. Ναι, ο κύριος Αριστείδης έχει μια μανία με το χρόνο, σκέφτηκε ο νεαρός βοηθός, που δεν ήταν πια τόσο νεαρός και κοίταξε άλλη μια φορά το ρολόι του τοίχου. Ανακινήθηκε δυσαρεστημένος στην καρέκλα του, όταν κατάλαβε πως τόσα χρόνια που εργαζόταν στο τυπογραφείο, μάλλον ο κύριος Αριστείδης του είχε λιγάκι μεταδώσει την εμμονή του για την ώρα.

Χαμογέλασε, σταύρωσε το ένα πόδι πάνω στ’άλλο, πρόσεξε κοκκινίζοντας μέχρι τις ρίζες των αυτιών πως πάνω στη βιασύνη του είχε φορέσει διαφορετικό χρώμα κάλτσες και συνέχισε την απαρίθμηση: ‘Το νησί των θησαυρών’, το αγαπημένο του, όταν ήταν παιδί, μυθιστόρημα, με πειρατές και πειρατικά καράβια και χάρτες θησαυρών και έρημα νησιά... Είχε γυριστεί μάλιστα και σε ταινία, όταν ήταν πιτσιρικάς. Πόσες και πόσες ώρες είχε περάσει να φαντάζεται ιστορίες ολόκληρες με κουρσάρους και θησαυρούς και λάφυρα και...και...και... Δυστυχώς, κι εδώ του ξέφυγε ένας αναστεναγμός απογοήτευσης, έπαψε εντελώς να πλάθει πειρατικές ιστορίες, όταν ένα βράδυ έβλεπε εφιάλτη πως ο ίδιος, όχι μόνον δεν ήταν ο αρχιπειρατής, αλλά ένας κακομοίρης ταξιδιώτης που τον αιχμαλώτισαν, τον έκλεισαν στ’αμπάρι σαν εμπόρευμα και πήγαιναν να τον πουλήσουν σκλάβο στην Μπαρμπαριά! Φρίκη! Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήταν και δεμένος με αλυσίδες χειροπόδαρα! Απόδιωξε με μια κίνηση του χεριού του την άσχημη ανάμνηση. Προτίμησε να θυμάται τις ατέλειωτες καλοκαιρινές ώρες, που χωνόταν στις σελίδες του βιβλίου του και ταξίδευε με το πειρατικό καράβι. Θαρρούσε πως είχε ακόμα στ’αυτιά του τις φωνές των τζιτζικιών μέσα στο λιοπύρι.

Κούκου...κούκου... Α, επιτέλους αυτό το πουλί, πολύ φωνακλάδικο! Πάντως έστησε αυτί να μετρήσει σωστά τα κρωξίματα του, για να δει την ώρα. Όπου νά’ναι θα κατέφθανε ο κύριος Αριστείδης. Έπεσε τότε το μάτι του στις γκραβούρες. Μα βέβαια! Ένα σωρό περίφημες ασπρόμαυρες εικόνες της παλιάς Αθήνας ανατυπώθηκαν, φτιάξαν μια στοίβα σωστή και περίμεναν τη σειρά τους να γίνουν κι αυτές βιβλίο. Η Ακρόπολη είχε την τιμητική της. Εδώ τα Προπύλαια, παρακάτω το Ερέχθειο, νά’σου κι ο Παρθενώνας! Ήταν πολύ περήφανος γι’αυτή τη δουλειά. Ένα απαλό κρύο αεράκι τον χτύπησε στο μάγουλο. Κρύωσε λιγάκι και είπε να σηκωθεί να κλείσει τους φεγγίτες, φτάνει τόσο που μείναν ανοιχτοί.

Α, ναι, πώς δεν το πρόσεξε νωρίτερα! Κάποια διηγήματα επιστημονικής φαντασίας, τόσο φρεσκοτυπωμένα, που το μελάνι έμοιαζε να γυαλίζει πάνω τους, περίμεναν υπομονετικά στον πάγκο. Τι ρομπότ και ανθρωποειδή, τι υπολογιστές και διαστημικοί σταθμοί, τι εξωγήινοι περνούσαν μπροστά από τα μάτια του! Κι από αστρικά ταξίδια άλλο τίποτα! Άσε που σε ένα από αυτά τα διηγήματα δεν υπήρχε, λέει, ο χρόνος! Άρα ούτε και τα ρολόγια! Καϋμένο αφεντικό, ούτε λεπτό δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς ρολόγια... Κάποιο βράδυ έβλεπε, του έλεγε, εφιάλτη, πως τα ρολόγια έλιωναν και κρέμονταν έτσι μαλακωμένα από τα δέντρα, τα έπιπλα... Κούκου, κούκου... Αναπήδησε τρομαγμένος. Τόσα χρόνια εδώ μέσα κι ακόμα να συνηθίσει το κρώξιμο του κούκκου. Κάθε φορά ξαφνιάζεται. Άσε που τώρα τελευταία τα έχει χάσει και αναγγέλλει την ώρα, όποτε θέλει. Γύρισε το κεφάλι του προς τον πάγκο αποφασισμένος να αγνοήσει τον κούκκο.

Φρανκ Λόιντ Ράιτ’, διάβασε από μακριά τα χρυσά γράμματα του εξώφυλλου στην τελευταία στοίβα από σελίδες. Μα βέβαια, είναι εκείνος ο καταπληκτικός αρχιτέκτονας γύρω στα 1900! Σχεδίαζε ώρες-ώρες σπίτια τόσο ωραία και μπροστά από την εποχή τους, που ακόμα και σήμερα πολλά από αυτά του φαίνονταν πολύ-πολύ μοντέρνα. Τόσο, που θα μπορούσαν να έχουν χτιστεί στο μέλλον! Να το πάλι το πρόβλημα του χρόνου. Ξανακοίταξε τον κούκκο. Άργησε σήμερα λιγάκι ο κύριος Αριστείδης. Πρωτοφανές! Παρόν, παρελθόν και μέλλον ξαναγύρισαν στη σκέψη του. Πρόβλημα και αυτό. Αυτά που ζούμε τώρα, στο παρόν, περιέχουν το παρελθόν μας, αλλά και τα όνειρά μας για το μέλλον. Λίγο περίπλοκο, αλήθεια, το ζήτημα του χρόνου! Άσε, που πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν στο παρελθόν, ενώ κάποιοι άλλοι ζούνε μόνο για το τώρα, χωρίς να τους νοιάζει τι θα γίνει αργότερα. Για να μην πούμε για όσους είναι μπροστά από την εποχή τους ή ζούνε, για να ονειρεύονται το αύριο. Πάντως ο κύριος Αριστείδης ζούσε γαντζωμένος στο χθες. Ο ίδιος, πού ζούσε άραγε;

Η ώρα πέρασε. Σηκώθηκε να κλείσει τους φεγγίτες. Από στιγμή σε στιγμή θα άκουγε στο πλακόστρωτο τα βήματα του κυρίου Αριστείδη. Ίσιωσε άλλη μια φορά τη φωτογραφία στον τοίχο του παππού του κυρίου Αριστείδη, που ίδρυσε το τυπογραφείο. Παράξενο πώς, είχε ξαναγείρει προς τα δεξιά. Τέντωσε το χέρι του να φτάσει τους φεγγίτες και να τους κλείσει. Οι τιράντες του τεντώθηκαν κι αυτές και το ήδη κοντό παντελόνι του κόντυνε κι άλλο. Πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα από το φρέσκο αεράκι. Καθυστέρησε λιγάκι να κλείσει τους φεγγίτες και κοίταξε κλεφτά έξω, τα παπούτσια των περαστικών, γιατί από εκεί που βρισκόταν, μόνο αυτά έβλεπε.

Γόβες, γοβάκια, ίσια παπούτσια, αθλητικά, μπότες, μποτάκια, μποτίνια, μοντέρνα και παλιομοδίτικα, καινούρια ή στραβοπατημένα, ανδρικά και γυναικεία, μαύρα κι άσπρα και κόκκινα κι όλων των χρωμάτων. Κάθε είδους παπούτσι, γιατί ήταν πολυσύχναστο το σοκάκι, το είχε δει από τους φεγγίτες σαν σε οθόνες τηλεόρασης. Άλλα ζευγάρια παπούτσια πήγαιναν τρεχάλα, άλλα αργά, βαριεστημένα, μερικά χοροπηδηχτά, κάποια προτιμούσαν το βαρύ βηματισμό. Μια φορά ένα ζευγάρι παιδικά παπουτσάκια έπαιζαν κουτσό. Και μια άλλη φορά ένα παπούτσι είχε χάσει το ταίρι του, γιατί αυτός που το φόραγε ήταν κουτσός. Κάποτε, κάποιες απόκριες είδε τα παπούτσια ενός ξυλοπόδαρου. Αυτό κι αν ήταν θέαμα! Και μια άλλη φορά, τα γυμνά πόδια ενός τουρίστα, που είχε βγάλει τα παπούτσια του! Ώρες ατέλειωτες μπορούσε να μιλά για παπούτσια, έτσι που τα έβλεπε όλη μέρα να παρελαύνουν μπροστά στους φεγγίτες. Ίσως γι’αυτό πρόσεχε τα δικά του να είναι πάντα καλογυαλισμένα. Θα έλεγε ότι πιο πολύ καταλαβαίνει τους ανθρώπους από τα παπούτσια τους παρά από τα μάτια τους. Απόμεινε για λίγα λεπτά ακόμα με το χέρι γαντζωμένο στη λαβή του ενός φεγγίτη, να χαζεύει τα ζευγάρια από παπούτσια που περνούσαν αραιά και πού, τώρα το πρωί.

(Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ: μέρος δεύτερο)

Δεν υπάρχουν σχόλια: