Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Το πράσινο κυματάκι



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πράσινο κυματάκι, η Λυδία, λιγάκι διαφορετικό από τα άλλα. Λίγο πιο πράσινο από μερικά ή λίγο πιο αλμυρό. Κάπως ανάλατο για κάποια ή λιγάκι πιο γρήγορο απ’όσο θα έπρεπε. Μια ιδέα πιο φουρτουνιασμένο από το πρέπον ή πιο ήσυχο. Άσε που σχεδόν πάντα πήγαινε ανάποδα απ’τα υπόλοιπα. Όχι, δεν το έκανε επίτηδες, δεν είναι που ήθελε να διαφέρει. Απλά τύχαινε να του αρέσει πού και πού μια άλλη κατεύθυνση ή μπερδευόταν έτσι που χάζευε τα θαυμαστά πλάσματα της θάλασσας. Πειράζει πολύ που ήταν λίγο αλλιώτικο; Και γιατί στο κάτω-κάτω να μην είναι αλλιώτικο;

☺☻

«Γεια, είμαι η Λυδία!» φλοίσβισε κάποια μέρα παιχνιδιάρικα το πράσινο κυματάκι μας σε

μια παρέα από γαλάζια κύματα με άσπρους αφρούς για καπέλα και περίτεχνα φορέματα με λευκά κεντίδια. Αυτά σταμάτησαν παραξενεμένα το πήγαινε-έλα και την παρατηρούσαν από την κορφή ως τα νύχια. Ένα, δύο, τρία λεπτά σιωπή. Πηχτή σαν σκοτάδι. «Μα εσύ είσαι είσαι μουχλιασμένο!» έκραξε ξάφνου ένα τους, αυτό με το μεγαλύτερο καπέλο και η φωνή ακούστηκε όμοια με αστραπή που σκίζει τη νύχτα. «Δεν είμαι μουχλιασμένο, είμαι απλά πράσινο!» διαμαρτυρήθηκε η Λυδία αναστατωμένη και πλησίασε ακόμα περισσότερο. Η φωνή της ακούστηκε σαν κομήτης που πέφτοντας από τον ουρανό γίνεται ολάνθιστο τριαντάφυλλο. «Κι αν είναι άρρωστο και μας κολλήσει;» τσίριξε το πιο μεγαλόσωμο κύμα, που το φανταχτερό του φόρεμα τέλειωνε σε φραμπαλάδες από αφρούς. «Άκου πράσινο κύμα, πού ακούστηκε! Τα κύματα είναι πάντα γαλάζια!» σφύριξε ένα άλλο , που στεκόταν παραδίπλα. «Εσύ δεν είσαι καν κύμα!» ψεύδισε και μισόκλεισε τα μάτια, ενώ από τη σύγχυση είχε γίνει μπλε. «Κατάλαβα, ώρα να φεύγω», είπε το πράσινο κυματάκι χωρίς να χάνει το χαμόγελό του. Του φάνηκαν αστεία όλα τούτα. Εκείνο δεν ήθελε παρά να παίξει μαζί τους. Τι ήταν όλα αυτά που της λέγανε;

☺☻

Συνέχισε να χαμογελά στη σκέψη των μπλε κυμάτων, που δεν μπορούσε να καταλάβει, ώσπου αντίκρυσε μια γυμνή ξέρα καταμεσής στη θάλασσα. Μια και δυο ξέχασε την περιπέτειά της και άρχισε ξέγνοιαστα να χοροπηδά, να αφρίζει και να πλατσουρίζει, να παφλάζει και να φλοισβίζει σαν μικρό κυματάκι που ήταν, παρόλο που είχε πάψει προ πολλού να είναι πολύ-πολύ μικρό. Τότε, εκεί που έπεφτε με φόρα και το κεφάλι προς τα κάτω από την κορφή του βράχου και σκεφτόταν να ξανανέβει, για να κάνει τσουλήθρα, είδε τα ψάρια.

Ένα κοπάδι με οριζόντιες μαυροκίτρινες ρίγες και διχαλωτές, μακριές, πορτοκαλιές ουρές είχε μαζευτεί πίσω από τον αρχηγό του, ένα μεγάλο κόκκινο ψάρι και κοίταζαν τη Λυδία με ματάκια που πετάριζαν απ’το φόβο. «Τι είσαι εσύ;» ρωτά με βλοσυρή φωνή το κόκκινο ψάρι και η πορτοκαλιά ουρά του ορθώθηκε. «Α, γεια σας, είμαι το πράσινο κυματάκι, η Λυδία.
Τι καλά που ήρθατε! Είχα βαρεθεί να παίζω μονάχο μου...». Έκανε μια τούμπα ακόμα από τη χαρά της και πλησίασε τα ψάρια. «Μη, μη!» ακούει το κοπάδι και το βλέπει να κρύβεται πίσω από μια τεράστια μαβιά ανεμώνα της θάλασσας. «Μα γιατί, εγώ να παίξουμε θέλω και να γίνουμε φίλοι!» «Ναι, αλλά είσαι πιο ζωηρό από τα άλλα κύματα και αυτό είναι ύποπτο! Τουλάχιστον!» της απαντά ο αρχηγός και έγινε σκούρος κόκκινος σχεδόν μαύρος. «Και τι μ’αυτό; Είχα κέφια αυτό είναι όλο!» «Ύ-πο-πτο!» φώναξαν όλα τα ψάρια μαζί, που τώρα είχαν πάψει να κρύβονται και την κοίταζαν με μισόκλειστα μάτια. Νόμιζε μάλιστα πως είδε σε μερικά να ξεπροβάλουν κάτασπρα δοντάκια από τα μισάνοιχτα στοματάκιά τους. Πήγε να χαρεί, γιατί της φάνηκε σαν χαμόγελο, αλλά γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν παρά απειλητική γκριμάτσα. «Ούφ, περίεργα που είστε! Κρίμα!» είπε η Λυδία και κουτρουβάλησε απογοητευμένη παρακάτω κάνοντας μπουρμπουλήθρες, που ήταν η τελευταία της ανακάλυψη. «Α, βγάζει και μπουρμπουλήθρες! Ανήκουστο, αίσχος!» άκουγε από μακριά να λένε τα ψαράκια, που από την ταραχή τους της φάνηκε πως οι ρίγες τους από οριζόντιες είχαν γίνει κάθετες. Έκανε τότε μια τεράστια μπουρπουλήθρα, τους χαμογέλασε χωρίς να τους κρατά κακία και πήγε χοροπηδώντας παρακάτω.

☺☻

Αλλά αυτή τη φορά, παρόλο που χαμογελούσε και δεν έχανε τα κέφια της, ένιωθε βαθιά μέσα της ένα τσίμπημα. «Μπα, ιδέα μου θα είναι...» σκέφτηκε και μεμιάς απόδιωξε την κακιά διάθεση. Πήγε στα ρηχά και άρχισε να πλατσουρίζει. «Πλατς-πλατς...» φώναζε χαρούμενο τώρα το θαλασσινό πράσινο κυματάκι και κυλιόταν στα γυαλιστερά βότσαλα σε μια ερημική παραλία με τα πεύκα να γλύφουν τη θάλασσα. «Πλατς-πλουτς...» ξαναφώναξε με όλη της τη δύναμη τώρα και απολάμβανε τα παιχνίδια με τον ήλιο και με τις σκιές που ζωγραφίζανε οι πευκοβελόνες. «Ποιος κάνει πλατς-πλουτς;» ακούστηκε η βαριά φωνή ενός πολύ ηλικιωμένου σίγουρα πλάσματος. Γυρνάει και βλέπει ένα κάτασπρο κύμα, γεμάτο ρυτίδες και πασπαλισμένο με κάμποση σοφία σαν κέικ με ζάχαρη άχνη. «Εγώ!» φώναξε ενθουσιασμένη η Λυδία που επιτέλους βρήκε κάποιον να μιλήσει. «Μα παιδί μου», ξανακούστηκε το σοφό γέρικο κύμα, «το σωστό δεν είναι πλατς-πλουτς, αλλά φλοισβ-φλοισβ! Δεν έχεις ποτέ φτωχό μου κυματάκι ακούσει να μιλάνε για το φλοίσβο της θάλασσας;» «Ο-ο-όχι...» κόμπιασε η Λυδία. «Μα τότε», είπε το κάτασπρο από τα χρόνια κύμα και έπιασε τη μακριά γενειάδα του από αφρούς, «θα αναλάβω τη μόρφωσή σου, γιατί, καθώς φαίνεται, είσαι τελείως αγράμματο. Έλα στο σχολείο που διδάσκω, για να μάθεις να παφλάζεις, όπως πρέπει!» «Σας ευχαριστώ πολύ!» είπε σαν υπνωτισμένο το μικρό πράσινο κυματάκι και ακολούθησε το δάσκαλο, που φλοίσβιζε αργά και συλλαβιστά καθώς προχώραγε, για να κάνει ένα πρώτο μάθημα στη Λυδία.

«Ιδού η τάξη μου!» Πίσω από ένα μαλλιαρό βράχο με τα φύκια να πετούν τούφες-τούφες ατίθασα από την κορυφή του και δεκάδες καβουράκια να τον γαργαλάνε, φάνηκε ένα ξέφωτο. Πολλά μικρά κυματάκια με μπλε κορδέλες στα μαλλιά και άσπρα σοσόνια μάθαιναν με κόπο να φλοισβίζουν. Μια σουπιά με ύφος πονηρό και κινήσεις αργές και νωχελικές είχε δεχτεί να ρίχνει κάθε τόσο λίγο απ’το μελάνι της και να τους φτιάχνει το μαυροπίνακα. Και τα κυματάκια σαν καλοί μαθητές και μαθήτριες σηκώνονταν ένα-ένα και έγραφαν με το λευκό αφρό τους στο μαυροπίνακα ατέλιωτα ‘φλοισβ-φλοισβ’. «Τι κάνεις Ισμηνιώ!» πάφλασε ξάφνου με πάταγο ο δάσκαλος. Τρόμαξαν τα κυματάκια και ζάρωσαν τόσο, που φαίνονταν ακόμα πιο μικρά απ’ όσο ήταν, και τα σοσόνια τους από την τρομάρα τους σουρώσαν γύρω από τα αδύνατα ποδαράκια τους . «Ισμηνιώ, με ακούς;» φώναξε εκνευρισμένο το σοφό μεγάλο κύμα, ενώ σηκωνόταν ψηλά και έσκαγε εκνευρισμένο με ηχηρό κρότο στο βράχο. Η Ισμηνιώ, το πιο μικρό απ’όλα τα μαθητούδια, έπαιζε με μια ζαργανούλα, γιατί βαριόταν αφόρητα τα μονότονα φλοισβ-φλοισβ. «Μάλιστα δάσκαλε...» είπε βαριεστημένα και χαιρέτησε με ένα σιγανό πλατς-πλουτς την κατάπληκτη Λυδία. «Μα πώς, δεν είναι το σωστό...» τραύλισε εκείνη. Το Ισμηνιώ ξεσπά σε γάργαρα αφριστά γέλια πίσω από την πλάτη του δασκάλου και της ψιθυρίζει με την ακόμα πιο γάργαρη και αφριστή φωνούλα της: «Πριν λίγο καιρό ήμουν σε ένα άλλο σχολείο, που υποστήριζαν πως τα μοντέρνα κύματα της εποχής μας πρέπει να λένε ‘πλατς-πλουτς’, γιατί το ‘φλοισβ-φλοισβ’ είναι απαρχαιωμένο. Και ακόμα παλιότερα ένα σοφό γέρικο κύμα, που πολύ του έμοιαζε του δασκάλου μας, μας μάθαινε πώς να κάνουμε ‘πλιτς-πλιτς-πλιτς’. Και ξέρεις κάτι; Όλοι υποστηρίζουν πως ο δικός τους τρόπος είναι ο μοναδικός σωστός. Και γιατί σε παρακαλώ, να μην είναι όλοι σωστοί και να μην κάνει ο καθένας ό,τι του αρέσει;»

Το Ισμηνιώ σταμάτησε να μιλάει, έκλεισε τη Λυδία σε μια τεράστια μπουρμπουλήθρα και την παρέσυρε στα βαθιά παφλάζοντας με χίλιους διαφορετικούς γαργαριστούς τρόπους: φλοισβ-πλιτς, πλαφ-πλουφ, πλιτς-πλατς, πλατς-πλουτς... «Θα ξαναβρεθούμε!» φώναξε ξάφνου έπειτα από πολλή ώρα και πολλά τρεχαλητά στη λαχανιασμένη από τα παιχνίδια Λυδία, που έβλεπε τη φίλη της να ξεμακραίνει χοροπηδώντας και γλιστρώντας από κύμα σε κύμα. «Πλαφ-πλουφ...» πάφλασε για χαιρετισμό το πράσινο κυματάκι και συνέχισε το ταξίδι του καταχαρούμενο που επιτέλους απόκτησε κάποιο φιλαράκι, που τη δεχόταν όπως είναι χωρίς να θελήσει να την αλλάξει. Γιατί τώρα πια είχε καταλάβει για τα καλά πως τη διώχνουν από παντού, γιατί δεν είναι ακριβώς όπως οι άλλοι, αλλά λιγουλάκι σε κάτι διαφέρει. «Ποιοι είναι οι άλλοι;» αναρωτήθηκε, ενώ ξεκουραζόταν πάνω σε ένα τεράστιο κύμα, τόσο μεγάλο που ούτε πήρε χαμπάρι πως κουβάλαγε στη ράχη του τη μικρούλα τη Λυδία. «Καθένας μας είναι άλλος, διαφορετικός. Γιατί πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι; Δεν μπορεί, θα υπάρχουν κι άλλοι σαν το Ισμηνιώ να με καταλαβαίνουν...» σκέφτηκε δυνατά και γεμάτο ελπίδα πήρε έναν υπνάκο στη ράχη του τεράστιου κύματος.

☺☻

Ούτε ξέρει πόσο κοιμήθηκε. Ίσως λεπτά, ίσως μέρες. Πάντως ξύπνησε στη Μαύρη Θάλασσα. Άνοιξε τα μάτια της και είδε να την έχουν περικυκλώσει μεγαλόσωμα μαυριδερά κύματα, τόσο αλμυρά που έτσουξαν τα μάτια της. «Γεια, είμαι η Λυδία, το πράσινο κυματάκι!» χαμογέλασε δειλά και έτριψε τα μάτια της. «Καταπράσινο!» πάφλασε επιβλητικά το πιο μαυριδερό απ’όλα τα κύματα. «Πράσινο σαν φύλλο δέντρου!» τσίριξε ένα άλλο. «Είσαι σίγουρα κύμα; Μήπως είσαι φυτό;» όρθωσε το ανάστημα του ένα τρίτο. «Μα και βέβαια είμαι κύμα!» έσκουξε η Λυδία και παραλίγο να βάλει τα κλάματα έτσι που την έζωσαν τα κύματα

Δορυφορική φωτογραφία της Μαύρης Θάλασσας
της Μαύρης Θάλασσας. «Ασφαλώς και είναι κύμα», ακούστηκε μια φωνούλα από από ένα σκούρο γκρι κύμα που όλοι το είχαν για παρακατιανό. Η Λυδία αναθάρρησε. «Εδώ θα με δεχτούν!» σκέφτηκε ενθουσιασμένη. «Είναι βέβαια διαφορετικό από εμάς, αλλά υπάρχει λύση», ξαναμίλησε το γκριζωπό κύμα. «Θα την ανακατέψουμε με μας και έτσι θα γίνει, αν όχι μαύρη, τουλάχιστον γκρι». «Μα εγώ θέλω να μείνω πράσινη!» φώναξε η Λυδία έντρομη. «Δε θέλω να μαυρίσω!» «Τότε να πας στην Ερυθρά Θάλασσα!» κάγχασε το πιο μαύρο απ’όλα τα κύματα. «Εκεί σίγουρα θα σε δεχτούν!» είπε και γέμισε η θάλασσα από το ειρωνικό του γέλιο που κάλπασε από κύμα σε κύμα. «Λέτε;» χαμογέλασε πάλι δειλά η Λυδία και η ελπίδα άστραψε στο χαμόγελό της. «Σίγουρα, σίγουρα...» γέλασαν τώρα τρανταχτά όλα μαζί τα μαύρα κύματα και τα γέλια τους σήκωσαν φουρτούνα.

Εκείνη την ώρα πέρναγε ένα κοπάδι από παρδαλόχρωμα ψάρια. Άλλο ασπρόμαυρο ριγωτό, άλλο με γαλάζιες βούλες, άλλο πορτοκαλόχρωμο με πράσινα μάτια, άλλο μικρό κι άλλο μεγάλο, άλλο μακρουλό κι άλλο πλακουτσωτό. «Λυδία, ακολούθα μας», της φώναξαν.

Χάρτης της Ερυθράς Θάλασσας
«Πάμε κι εμείς στην Ερυθρά Θάλασσα, γιατί εδώ παραέχει αλάτι, για να διατηρήσουμε τα χρώματά μας. «Έρχομαι!» πάφλασε η Λυδία και τα ακολούθησε κουτρουβαλώντας και παίζοντας με τις θαυμαστές ουρές τους σε όλη τη διαδρομή. «Φτάσαμε!» έκραξαν κάποτε τα παρδαλά ψαράκια και σκόρπισαν να βρουν τυχόν γνωστούς.

☺☻

Η Λυδία απόμεινε να κοιτάει εκστασιασμένη. Κόκκινα κύματα με ροζ αφρούς και ψάρια διάφανα, νερένια, πράσινα, κίτρινα, μπλε και ανεμώνες και μέδουσες και κοράλλια και

Ψάρια στην Ερυθρά Θάλασσα
ιππόκαμποι και καλαμάρια και αχινοί και φύκια λογιών-λογιών ποικιλόχρωμα κι αυτά σαν τα ψάρια. «Ωωωω...» έλεγε και ξανάλεγε και είχε πάρει ένα έντονο πράσινο, λαμπερό χρώμα από τη χαρά της για την ομορφιά που αντίκρυζε. «Άλτ, τις ει; Το σύνθημα!» ακούστηκε τότε ένα άλικο κύμα που άλλαζε διαρκώς μορφές. Άλλοτε γινόταν άρμα, άλλοτε πολυβόλο, άλλοτε οβίδα κι άλλοτε στρατιωτική στολή. Το πράσινο κυματάκι κοίταζε άλαλο. «Το σύνθημα!» έκραξε πάλι το κόκκινο κύμα, που τώρα έμοιαζε με στρατιωτικό αερολάνο και οι παφλασμοί του σφύριζαν σαν βόμβες που πέφτουν. «Ποιο, ποιο σύνθημα;» τραύλισε η Λυδία. «Εγώ απλά ήρθα». «Να κάνεις τι;» «Μα να παίξουμε!» «Απαγορεύονται τα παιχνίδια για όσα κύματα δεν είναι κόκκινα και δεν ξέρουν το σύνθημα». «Μμμ, μήπως είναι ‘κυνηγητό’;» «Όχι, αυτό ήταν την προηγούμενη βδομάδα». «Μήπως ‘κρυφτό’;» «Ούτε. Αυτό ουου, είναι πολύ παλιό». Τώρα το άλικο κύμα έμοιαζε με παιδικό παιχνίδι. Η Λυδία πήγε να χαρεί,, αλλά κοιτάζει καλύτερα και βλέπει πως ήταν ένα όπλο! Αυτό την τρόμαξε πιο πολύ απ’όλες τις μεταμορφώσεις του κύματος. «Τρίλιζα, τρίλιζα...» της σφύριξε ένα μικρό μονόφθαλμο ψαράκι. «Ό-ο-χι, άσε καλύτερα..» του απάντησε ψιθυριστά το πράσινο κυματάκι. «Τι να κάνω σε ένα μέρος που τα παιδικά παιχνίδια είναι όπλα; Φεύγω!» «Κρίμα κι έψαχνα για παρέα...» είπε απογοητευμένο το μονόφθαλμο ψαράκι και θάμπωσε το στρογγυλό του μάτι. «Τότε έλα μαζί μου!» «Δεν μπορώ, φοβάμαι τα ταξίδια. Κι εξάλλου εδώ έχω μεγαλώσει. Ένα παιδικό όπλο μου έβγαλε το μάτι, αλλά εγώ δε θέλω να αφήσω την πατρίδα μου». «Καλά, καλή τύχη», πάφλασε η Λυδία και έφυγε με ένα κόμπο στο λαιμό.

Τότε αποφάσισε να πάρει κι εκείνη μια μορφή, όπως έκανε το κόκκινο κύμα. Κι έγινε μια καταπράσινη καρδιά που ακουγόταν να χτυπά σαν αυτές που ζωγραφίζουν τα παιδιά. Παλόταν και προχώραγε. Τούκου, του. Παλόταν και συνέχιζε το δρόμο της. Τούκου, του, τούκου, του. Μέχρι που την έχασε από τα μάτια του το μονόφθαλμο ψαράκι. Η Λυδία ταξίδευε, ταξίδευε πάντα με τον ίδιο τρόπο. Κτυπούσε η καρδιά και έφευγε προς τα μπρος. «Θα σταματήσω μόνο εκεί που θα δω μια άλλη καρδιά να κτυπά», σκεφτόταν. Και φούσκωνε και ξεφούσκωνε και πρασίνιζε σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, μέχρι που έμοιαζε με αστραφτερό σμαράγδι. Κι έπειτα με τρυφερό φυλλαράκι αγριολούλουδου, που μόλις έχει ξεδιπλωθεί στο φως. Και έπειτα με πράσινη κάμπια, που κοντεύει να γίνει πεταλούδα και να πετάξει. Κι έπειτα πράσινο αστέρι, που λαμπιρίζει στον ουρανό. Κι έπειτα, κι έπειτα, κι έπειτα...

☺☻

Και κάποτε φτάνει σε μια αμμουδερή παραλία ενός αιγαιοπελαγίτικου νησιού αποκαμωμένη από το μεγάλο ταξίδι και τα πολλά τούκου, του. «Μπα, άνθρωποι!» μονολόγησε το κυματάκι που έμοιαζε πια μόνιμα με καρδούλα. Άρχισε να περιτριγυρίζει όσους κολυμπούσαν και κτυπούσε πιο δυνατά παρά ποτέ με την ελπίδα πως κάποιος απ’όλους θα το προσέξει και θα γίνουν φίλοι. «Τούκου-του, τούκου-του, τούκου-του», πάφλαζε και ξαναπάφλαζε και κοίταζε κατάματα τους ανθρώπους και τους χτυπούσε απαλά στον ώμο. Τίποτα. Κανείς τους δεν το έβλεπε. «Τούκου-του, τούκου-του». Αγωνία. «Μα είναι τυφλοί;» Οι κτύποι του γινήκαν πιο αδύναμοι από την απογοήτευσή του. Έπειτα θυμήθηκε πως υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα σταματήσει μοναχά σαν απαντήσει μια άλλη καρδιά και ντράπηκε λιγάκι έτσι που ζήταγε επίμονα παρέα. Αποκαρδιωμένο και λιγάκι ντροπιασμένο, τόσο που παραλίγο από πράσινο που ήταν να κοκκινίσει από τη ντροπή του, ξαναβρήκε το ρυθμό των χτύπων του και περιπλανιόταν πια αδιάφορα ανάμεσα στους ανθρώπους που κολυμπούσαν.

Ώσπου... «Μπα, τι είναι αυτό;» Τώρα το κυματάκι καρδούλα χτύπαγε δυνατά και γρήγορα. Όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο γρήγορα. Ένα κοριτσάκι μελένιο σαν τον ήλιο με πολύχρωμο μαγιουδάκι, μαύρα μπουκλάκια και παχουλά ποδαράκια έκανε με τα χεράκια του το σχήμα της καρδιάς. Σούφρωνε το στοματάκι του, που έμοιαζε κι αυτό με καρδούλα, παλόταν ολόκληρο κι έλεγε και ξανάλεγε: «Τούκου-του, τούκου-του...» «Είδατε που σας το έλεγα;» κουδούνισε η φωνούλα του κοριτσιού σαν χίλια καμπανάκια που τα φυσά απαλό βοριαδάκι στην κάψα του καλοκαιριού. «Είδατε πως υπάρχουν πράσινα κυματάκια που μοιάζουν με καρδούλες;» Το κυματάκι φούσκωσε τόσο από τη χαρά του, που παραλίγο να χάσει το σχήμα της καρδιάς. Κι έγινε τόσο πράσινο, που αντιφέγγιζε στα γύρω κύματα κι ήταν σαν να πρασίνιζε η θάλασσα όλη. «Βρήκα επιτέλους μια καρδιά, που χτυπά μάλιστα για μένα!» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. «Τούκου-του», ακούστηκαν τα χτυποκάρδια του μικρού γελαστού κοριτσιού. «Τούκου-του, τούκου-του», απαντά χοροπηδώντας τριγύρω της το κυματάκι. Ανάμεσα σε δύο χτυποκάρδια είχαν πει τα πάντα. Το κυματάκι πώς περιπλανήθηκε, γιατί όλοι του ζητούσαν να αλλάξει και να γίνει σαν αυτούς, για να κάνουν παρέα. Πώς πήγε στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ερυθρά. Και σε ξακουστά σχολειά για κύματα. Και πώς γνώρισε ψάρια με οριζόντιες ρίγες που έγιναν κάθετες από τη φρίκη που νιώσαν, μόλις το αντίκρυσαν. Και το κοριτσάκι που σχημάτιζε ακόμα με τα χεράκια του μια μεγάλη καρδιά, του είπε πως περίμενε ένα πράσινο κυματάκι σε σχήμα καρδιάς να γίνουνε φίλοι. Κι όλοι την κορόϊδευαν ή της χάϊδευαν το κεφαλάκι και σκέφτονταν: «Είναι μικρούλι και ονειροπαρμένο το καϋμένο...» Αλλά να, ήρθε το πράσινο κυματάκι της κι είναι τώρα πολύ ευτυχισμένη!

«Λυδία», γαργάρησε η φωνή της μελένιας μικρούλας, που είχε μάθει το όνομα της νέας της φίλης, «έχω μια ιδέα! Θα κλάψω πολύ-πολύ και τα δάκρυα μου που είναι αλμυρά, θα σε κάνουν και σένα αλμυρή και θα σε δεχτούν έτσι τουλάχιστον στη Μαύρη Θάλασσα με τα αλατισμένα κύματα!» «Μα εγώ θέλω να με αγαπούν γι’αυτό που είμαι... όχι γιατί θα γίνω πιο αλμυρή ή πιο ανάλατη ή πιο έξυπνη ή πιο γαλάζια απ’όσο είμαι!» «Τότε γιατί ψάχνεις άλλο; Δε σου είμαι εγώ αρκετή, που σε θέλω, όπως ακριβώς είσαι;» «Μα και βέβαια, πετώ απ’τη χαρά μου που σε βρήκα!» φλοίσβισε η Λυδία και λευκές γιρλάντες στόλισαν το κοριτσάκι κι άσπρα λουλούδια άφρισαν στα όμορφα μαλάκια του. Και στριφογύρναγε απ’τη χαρά του, που τόσα στολίδια σκαρφάλωσαν πάνω του απ’την αγάπη του κύματος. Και στριφογύρναγε μαζί του και το κυματάκι που απέκτησε ξαφνικά μπουκλάκια και γέμισε παντού χαμόγελα.

Έπαιζαν έτσι όλο το καλοκαίρι. Χόρτασαν παιχνίδια, γέλια, αφριστή αγάπη, μελένια λογάκια και πράσινο χρώμα, τόσο που φούσκωσαν οι κοιλίτσες τους. Και όταν ήρθε η ώρα να χωρίσουν, γιατί είχε πια φτάσει φθινόπωρο και τα πρωτοβρόχια άρχισαν να παγώνουν τη θάλασσα, είπε το κύμα στο κοριτσάκι: «Θα έρχομαι να σε βλέπω κάθε καλοκαίρι. Και το χειμώνα θα σου στέλνω μηνύματα από τον ουρανό, αφού, όπου νά’ναι, θα εξατμιστώ και θα γίνω συννεφάκι. Όποτε και να σηκώσεις το κεφάλι σου ψηλά, θα βλέπεις ένα συννεφάκι σε σχήμα καρδούλας και έτσι θα με αναγνωρίζεις. «Τούκου-του», απάντησε το κοριτσάκι και με ένα άγγιγμά της του χάρισε κουδουνιστά γελάκια να τ’ακούει να καμπανίζουν και να ζεσταίνεται από τη γλύκα τους, όπου και να βρίσκεται. «Τούκου-του», είπε το κυματάκι και με ένα χάδι του φώτισε τα μάτια του κοριτσιού με το πράσινό του χρώμα. «Τώρα έχεις πράσινα νερένια ματάκια. Όποτε κοιτιέσαι στις νερολακούβες και τα βλέπεις να καθρεπτίζονται, θα με καλείς κι εγώ θα σχηματίζομαι στον ουρανό, ένα πράσινο συννεφάκι σε σχήμα καρδιάς», είπε το κυματάκι. Και μεμιάς έγινε αμέτρητες σταγόνες που ανέβαιναν στον αέρα σαν χιλιάδες μικρά μπαλόνια σε σχήμα καρδιάς, που άφησαν παιδικά χεράκια να δραπετεύσουν στον ουρανό και τώρα χτυπούν χαρούμενα παλαμάκια, που βλέπουν τους γονείς τους να κυνηγούν να τα πιάσουν. «Θα σε περιμένω να έρθεις σε κάθε καλοκαιρινή μπόρα, Λυδία!» χοροπήδαγε το κορίτσι με τα κουδουνιστά γελάκια. Κι όταν πια τα μπαλονάκια κόντευαν να φτάσουν ψηλά στον ουρανό και να φτιάξουν μια τεράστια συννεφένια καρδιά, τα πράσινα νερένια μάτια φώναξαν με όλη τη δύναμη των ματιών: «Λυδία, ξέρεις πώς με λένε;» «Ποτέ δε μου είπες...» «Ποτέ δε με ρώτησες... Είμαι η Ισμηνιώ! Δε σου είχα πει τότε που παίζαμε μαζί στο σχολειό των κυμάτων πως θα ξαναβρεθούμε;» γέλασε το Ισμηνιώ και μαζί της κουδούνισαν τα γελάκια που είχε χαρίσει στη Λυδία. Γέλασε και το κατάπληκτο κυματάκι από χαρά που ξαναβρήκε τη μία και μοναδική του φίλη. Γέλασε από ακόμα μεγαλύτερη χαρά τώρα που κατάλαβε πως ποτέ δε θα ξαναμείνει μόνο του. Και πως θα το συναντά ξανά και ξανά με χίλιους δυο διαφορετικούς τρόπους σε χίλιες δυο ζωές και με χίλιες δυο μορφές.