Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Για την κυρία Λούλα

Ανοιγμένο ρόδι

Λελούδα τη λέγανε. Δεν της άρεσε όμως. Προτιμούσε το Λούλα. Μυτιληνιά βέρα. Ήρθε στην Αθήνα κι αυτή μετά τον πόλεμο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Ο άντρας της πέθανε ένα χρόνο μετά το γάμο. Απόμεινε μ’ένα παιδί μονάχη. Δύσκολο για κείνα τα χρόνια. Μόρφωση στοιχειώδης, του δημοτικού. Και επιπλέον αδέλφια στο αντάρτικο. Άντε να βρει δουλειά. Τα χρήματα ούτως ή άλλως λιγοστά. Το μωρό έπρεπε να μεγαλώσει. Κι η ίδια να ζήσει. Δεν ήταν όμως από τους ανθρώπους που το βάζουν εύκολα κάτω. Κίνησε γη και ουρανό, έτρεξε, τα κατάφερε. Χώθηκε σε μια δουλίτσα. Μόνη, ολομόναχη, αξιοπρεπής, δίχως να κλαίγεται, ακόμα κι όταν πλάκωσαν οι αρρώστιες. Από φυματίωση και καρδιά μέχρι την επάρατο. Εκείνη έβγαζε ψεύτες τους γιατρούς και συνέχιζε. Το παιδί μεγάλωσε, μορφώθηκε, άνοιξε τα φτερά του, βρήκε δουλειά στο εξωτερικό. Εκείνη απόμεινε εντελώς μονάχη, δίχως ποτέ να παραπονεθεί. Εξάλλου τόσα και τόσα χρόνια είχε μάθει πια να τα βρίσκει με τον εαυτό της. Τώρα θα δυσκολευόταν;

Τη γνώρισα στα βαθιά της γεράματα. Περασμένα ογδόντα. Την πρώτη φορά που την είδα από μακριά νόμιζα πως έβλεπα νεαρή κοπέλα. Η περπατησιά, η στάση του σώματος, η λιγνή σχεδόν εφηβική κορμοστασιά, τα απλά παντελόνια. Φύτευε σπόρους στο κηπάκι της. Να βγεί μια περικοκλάδα λουλουδάτη το καλοκαίρι που μόνο στην πατρίδα της έβλεπε και τη θυμόταν από τα μικράτα της να αγκαλιάζει το χαγιάτι στο πατρικό. Όσο και να έψαξε δεν το ματάδε το φυτό εδώ στην Αθήνα. Παρήγγειλε και της φέρανε σπόρους από τη Μυτιλήνη. Σπάνιοι κι εκεί ακόμα σήμερα. Πλησίασα κι είδα το κάτασπρο κεφάλι. Απόρρησα. Τόσο πολύ δεν ταίριαζε το χιόνι στην κορμοστασιά της. Γύρισε και με κοίταξε. Το πρόσωπο ρυτιδωμένο, ναι. Αλλά η ματιά της σπινθηροβόλα, μικρού κοριτσιού που προσμένει να ανακαλύψει τον κόσμο. Τίποτα από την παραίτηση, την ανία, το μπούχτισμα, την πίκρα, την πλησμονή, τη φθορά, τη δύση που διακρίνει κανείς στη ματιά των γερόντων. Μόνον ανατολή. Ήταν τέτοια η κατάπληξή μου από τις αντιφάσεις που έβλεπα σ’αυτό το αιώνιο κοριτσόπουλο που τά’χασα. Απέμεινα άλαλη να την καμαρώνω.

Και συνέχισα να την καμαρώνω μέχρι το τέλος. Μιλούσαμε με τις ώρες κι ας μας χώριζε πάνω από μισός αιώνας. Για τα μικρά και τα μεγάλα. Για τις πίκρες και τις χαρές. Για τις λυγαριές που της άρεσαν και τα μελομακάρονα με μαστίχα. Για το Μυριβήλη και το Θέμελη που διάβαζε. Για τα άγρια κυκλάμινα που με στοργή μεταφύτευε από το βουνό. Για το περπάτημα που δεν μπορούσε δίχως αυτό. Για την αριστερά. Για τον αδελφό της, τον πιλότο που σκοτώθηκε με το αεροπλάνο του στα χρόνια του εμφυλίου. Για τον άλλον αδελφό της, τον αντάρτη, που τον φάγανε οι δικοί του. Για τις αδελφές της που τάιζαν τους μεταξοσκώληκες στο νησί με φύλλα μουριάς που κόβανε έπειτα από ώρες ποδαρόδρομο. Για τα μεταξωτά προικιά τους που υφαίνανε στον αργαλειό και που δεν προλάβανε να τα χαρούν, φυματίωση θαρρώ. Για το ραδιόφωνο που ακούει τα βράδια. Για τα σκυλιά της που τη συντρόφευαν και τα είχε έγνοια τι θα απογίνουν όταν αυτή φύγει. «Γιατί είμαι πολύ μεγάλη», μού΄λεγε και γελούσε με κείνο τo κοριτσίστικο γελάκι της, «πόσο πια θα πάω». Και με κοίταζε κατάματα καθώς μιλούσε για το θάνατό της σα να λέει για εκείνα τα λουλούδια της μυτιληνιάς περικοκλάδας που ξεραίνονται το φθινόπωρο. Μαζί με την περικοκλάδα. Έτσι, δίχως φόβο και πάθος.

Τα χρόνια περάσανε. Της φέρανε κι άλλες αρρώστιες. Εκείνη κουτσά-στραβά στεκόταν όρθια, δεν το καταδεχόταν το κρεβάτι. «Τι να πάω στο γιατρό», έλεγε, «να μου πει ότι θα πεθάνω; Ε, το ξέρω». Και περίεργο πράγμα, λες κι ο θάνατος σκιαζόταν και την απέφευγε κι όχι αυτή εκείνον. Όλα όμως έχουν ένα τέλος. Η τελευταία εικόνα που έχω από εκείνη είναι γεμάτη φως φθινοπωριάτικου πρωινού. Μαζεύαμε τα ρόδια από τη ροδιά του κήπου της. Εκείνη κατέβαζε τα κλαδιά με μια μαγκούρα κι εγώ τα έκοβα. Περνούσε ο ήλιος ανάμεσα από τη φυλλωσιά του δέντρου και της στεφάνωνε εκείνο το κοριτσίστικο χαμόγελο. Και δώστου το φωτοστέφανο από τις ηλιαχτίδες μια να κυκλώνει το στόμα, μια τα γέρικα μάτια θολά πια από τα χρόνια, μα με τη σπιρτάδα τη νεανική άσβεστη να φωλιάζει μέσα τους. Τη θυμάμαι εκεί σκαρφαλωμένη στο πεζούλι για να φτάνει καλύτερα τις κλάρες με το καλάθι στα πόδια της γεμάτο κατακόκκινα ρόδια, σκασμένα τα περισσότερα, να χαμογελούν σαν την ίδια. Έτσι θαρρώ θα τη θυμάμαι πάντα. Στιγμή πολύτιμη και για κείνη και για μένα. Τόσο απλή μπορεί μερικές φορές να είναι η ευτυχία. Μετά από μία εβδομάδα ήρθαν τα μαντάτα. Έσβυσε μόνη σε ένα νοσοκομείο. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν τις τελευταίες της ώρες. Μπορεί κι εκείνη τη ροδιά. Καλή σας ώρα κυρία Λούλα, όπου κι αν πήγατε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: