Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Λευτεριά στους Ήρωες των Παραμυθιών ή Το Πολύχρωμο Παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό, δεν ξέρουμε πότε, ίσως να ήταν στο παρελθόν, ίσως στο μέλλον, μπορεί και στις μέρες μας, καθόταν ο Λύκος από το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας και βαριόταν. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν και πολύ ευτυχισμένος, γιατί η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ήταν ακριβώς το χαριτωμένο και καλόκαρδο κοριτσάκι που ήθελε το παραμύθι. Ούτε ο Λύκος τόσο κακός, που να θέλει να τη φάει. Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν όλο παραξενιές. Και δεν φτάνει που τον υποχρέωνε να της σιδερώνει τα κατακόκκινα φορεματάκια της, του γκρίνιαζε από πάνω συνεχώς, γιατί, λέει, δεν φαίνεται τόσο κακός όσο πρέπει, για να φοβίζει τα παιδιά που ακούν το παραμύθι τους. Καθόταν λοιπόν ο Λύκος και στενοχωριόταν, γιατί, παρόλο που αγαπούσε την Κοκκινοσκουφίτσα, τόσα χρόνια που ζούσαν στο ίδιο παραμύθι, ωστόσο πολύ τον παίδευε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έβρισκε τόσο ανιαρό να παίζει τον ίδιο ρόλο στο παραμύθι του τόσα χρόνια τώρα!

Ώσπου μια μέρα... «Μπα, έχω γράμμα! Ποιος με θυμήθηκε άραγε;» είπε ο Λύκος χαρούμενος που επιτέλους κάτι συνέβαινε. Αδράχνει το γαλάζιο φακελάκι με τα φτεράκια, γιατί έτσι μεταφέρονται τα γράμματα στον κόσμο των παραμυθιών. Ίσα που το πρόλαβε, πριν σκαλώσει στα κλαδιά της πελώριας βελανιδιάς, που από κάτω της είχε αράξει. Ανοίγει το γαλάζιο φάκελο προσέχοντας να μην τσακίσει τα φτεράκια του. «Μια πρόσκληση!» αναφώνησε. Διάβαζε μεγαλόφωνα, αργά και συλλαβιστά και ακούγονταν οι συλλαβές να ροβολάνε από το στόμα του σαν μπιζέλια που κατρακυλάνε στο πάτωμα.
«Α-γα-πη-τέ Κα-κέ Λύ-κε,
θα χα-ρού-με πο-λύ να μας τι-μή-σεις με την πα-ρου-σί-α σου το προ-σε-χές Σαβ-βα-το-κύ-ρια-κο. Α-πο-φα-σί-σα-με να ι-δρύ-σου-με το Σύλ-λο-γο Δι-α-μαρ-τυ-ρο-μέ-νων Η-ρώ-ων Πα-ρα-μυ-θιών και υ-πο-ψι-α-ζό-μα-στε ό-τι ε-σύ εί-σαι έ-νας α-πό αυ-τούς. Σε κα-λού-με να γί-νεις μέ-λος του συλ-λό-γου μας και να συμ-με-τέ-χεις στο νέ-ο πα-ρα-μύ-θι, που θα πλά-σου-με ό-λοι μα-ζί. Ε-κεί θα μπο-ρέ-σεις να υ-πο-δυ-θείς το χα-ρα-κτή-ρα που σου α-ρέ-σει».
Και παρακάτω με κεφαλαία γράμματα διαβάζει: «ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ» κι αυτή τη φορά οι συλλαβές κύλησαν από το στόμα του σαν καρύδια. Τόσο βροντερά ακούστηκαν, που το γαλάζιο γράμμα τρόμαξε, πετάρισε τα φτεράκια του και παραλίγο να του φύγει από τα χέρια.

«Υπάρχει τέτοιος σύλλογος κι εγώ κάθομαι ακόμα εδώ;» ούρλιαξε, γιατί μην ξεχνάμε ότι οι λύκοι ουρλιάζουν, και τρέχει μονομιάς να βρεί την Κοκκινοσκουφίτσα. Τη βρίσκει να μαλώνει πάλι με τη γιαγιά της, που δεν εννοούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι της, για να μαζέψουν βατόμουρα. «Κοκκινοσκουφίτσα, Κοκκινοσκουφίτσα!» ούρλιαξε και παραλίγο να πατήσει τον κυνηγό, που καθόταν στην βεράντα και γυάλιζε το όπλο του. «Φεύγω!» ούρλιαξε ξανά και γέμισε ο τόπος με τα ουουου του ουρλιαχτού του, που πέφταν ένα γύρο σαν νιφάδες. «Πάω ταξίδι!» «Στάσου τρελέ! Και ποιος θα φοβερίζει τα παιδάκια όσο εσύ θα λείπεις;» είπε κακιωμένη η Κοκκινοσκουφίτσα και ζάρωσε τη μυτίτσα της. «Μα γιατί πρέπει τα παιδάκια να φοβούνται;» γκρίνιαξε παραπονιάρικα ο Λύκος και τα ουουου του ουρλιαχτού του σταμάτησαν ξαφνικά να πέφτουν μαλακά σαν νιφάδες χιονιού και γκρεμίστηκαν απότομα κάτω. «Και τέλος πάντων, τόσα χρόνια δε δικαιούμαι μια άδεια;» είπε ο Λύκος και τα ουουου σηκώθηκαν από κάτω και άρχισαν πάλι να αιωρούνται, αυτή τη φορά σαν τρελά. Η Κοκκινοσκουφίτσα είδε την αποφασιστικότητα στο βλέμμα του. Είδε και τα ουουου, που όσο πέρναγε η ώρα πύκνωναν. Και απάντησε μελιστάλαχτα, αν και ο φιόγκος στο κεφάλι της που στεκόταν τσιτωμένος, πρόδιδε τον εκνευρισμό της. «Όκεϊ καλέ μου, πήγαινε. Να, πάρε και το σκουφάκι μου, να σου ζεσταίνει το κεφάλι». Και πήρε το καλάθι της, για να μαζέψει μόνη της βατόμουρα, αφού το πήρε απόφαση πως η γιαγιά δε θα ερχόταν μαζί της.

Φοράει ο Λύκος το σκουφάκι κολακευμένος, ρίχνει μια γρήγορη ματιά στον καθρέπτη να δει αν του πηγαίνει, σκοντάφτει στον κυνηγό και επιτέλους φεύγει. Προς τα πού; Πώς; Μα, τέτοια πρακτικά προβλήματα δεν υπάρχουν στα παραμύθια. Αυτά είναι τα εύκολα. Άλλα είναι τα δύσκολα. Ας πούμε, θα βρει ο Λύκος αυτό που ζητάει στο ταξίδι του; Και ξέρει τι ζητάει; Ή μήπως το μόνο που ξέρει, είναι πως δε θέλει πια να έχει το ρόλο του κακού, αλλά δε γνωρίζει ποιος άλλος ρόλος του ταιριάζει; Με τα ουουου να ακολουθούν τώρα το Λύκο σαν ψιλή βροχούλα και το κόκκινο σκουφάκι ίσα να στέκεται στο κεφάλι του, έτσι μικρό που του έπεφτε, μια και δυο φτάνει στη συγκέντρωση των ηρώων των παραμυθιών, που ζητούν τη λευτεριά τους.

Μπαίνει σε ένα τοπίο παραμυθένιο, τόσο ωραίο που μόνο στα παραμύθια υπάρχει. Κι όπως όλοι ξέρουμε, αυτό είναι διαφορετικό για τον καθένα μας. Γι’αυτό και ο Λύκος το έβλεπε με τα δικά του μάτια. Δειλά-δειλά, με τα ουουου να στέκουν ακίνητα στον αέρα γύρω του και το σκουφάκι στα χέρια του, κοιτάει αριστερά, δεξιά, πάνω, κάτω μαγεμένος από την ομορφιά. «Μα είναι παραμυθένια!» αναφωνεί και σκέφτεται τι κρίμα που οι άνθρωποι, όταν λένε αυτή την λέξη, εννοούν πως κάτι είναι τόσο όμορφο σαν παραμύθι, αλλά όχι παραμύθι.

«Καλώς όρισες!» ακούστηκαν δυο φωνές μαζί, μια αντρική και μια γυναικεία και τα ουουου τρόμαξαν τόσο, έτσι που χάζευαν ένα γύρο, που κρύφτηκαν μέσα στο κόκκινο σκουφάκι. Ο Λύκος όρθωσε τα αυτιά του, χαμογέλασε δειλά αντί για χαιρετισμό και απόμεινε να κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια το αλλόκοτο πλάσμα που είχε απέναντι του. Έναν αψηλό άντρα με μουστάκι και βράκα και μια αρχόντισσα με μακριά μαλλιά και τ’άστρα στη ματιά, ενωμένοι μεταξύ τους. «Είμαστε ο Ερωτόκριτος και η η Αρετούσα», είπε η κοπέλα και τίναξε την ποδιά της. «Η Αρετούσα και ο Ερωτόκριτος», είπε ο νέος και έστριψε το μουστάκι του. «Είμαστε τόσο ερωτευμένοι και ταιριαστοί, που αποφασίσαμε αρσενικό και θηλυκό να ενωθούμε, όπως σε κείνο το μύθο του αρχαίου Πλάτωνα, που λέει πως υπήρχαν κάποτε μόνο αρσενικοθήλυκα. Αργότερα ο Δίας τα χώρισε σε άντρες και γυναίκες, για να μην έχουν μεγάλη δύναμη», είπαν αυτή τη φορά και οι δυο μαζί. «Και εσείς γιατί ήρθατε στο συνέδριο;» ρώτησε ο Λύκος και τους χαμογέλασε πιο θαρρετά αυτή τη φορά. «Ο Ερωτόκριτος βαρέθηκε να ξενιτεύεται, να πολεμά, να σκοτώνει θεριά, να μεταμφιέζεται σε αράπη, με ένα λόγο να κάνει τα πάντα, για να με αποκτήσει. Θέλει πια να ξεκουραστεί. Κι εγώ βαρέθηκα να μην κάνω τίποτα για να τον κερδίσω, παρά να περιμένω υπομονετικά στη φυλακή. Θέλουμε πια να αλλάξουμε τους ρόλους μας ή έστω να χαρούμε απλά την αγάπη μας χωρίς δοκιμασίες και φυλακές», είπε η Αρετούσα με τη βαριά κρητική προφορά της. Ο Ερωτόκριτος κούνησε το κεφάλι του, για να δείξει πως συμφωνεί και έστριψε με τα δυο χέρια το μουστάκι του.

«Α, να και η Χιονάτη». «Μα αυτή είναι κατάμαυρη!» δεν άντεξε να μην φωνάξει κατάπληκτος ο Λύκος. Τα ουουου του είχαν ξεθαρρέψει κι αυτά και αποφάσισαν, μιας και βρίσκονταν σε παραμυθένιο τοπίο, να γίνουν για λίγο μπλέ ψαράκια που κολυμπούσαν στον αέρα. «Ναι, βαρέθηκα να είμαι κάτασπρη σαν το χιόνι. Πάντα ονειρευόμουν ότι είμαι μαύρη σαν τον έβενο. Λιάστηκα κι εγώ κάμποσο κι επιτέλους μαύρισα!» είπε η Χιονάτη, καθώς πέρναγε τα δάχτυλα της μέσα από τα σγουρά και κατάμαυρα μαλλιά της. «Χαίρω πολύ!» είπε ο λύκος που τα είχε χάσει, τόσο σιγά, ώστε μόλις τον άκουσε η μαύρη Χιονάτη.



«Γνωρίζεσ
τε με το Βασιλόπουλο;» του λέει με τη βαθιά νέγρικη φωνή της. «Από το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης», συμπληρώνει το Βασιλόπουλο και έσυρε με δυσκολία το πόδι του, για να τους πλησιάσει. «Γειά σου», είπε ο Λύκος, που τα είχε πια ολότελα χάσει. «Η Ωραία Κοιμωμένη, που δεν τη νοιάζει παρά μόνο η ομορφιά, με έδιωξε, γιατί λέει, είμαι κουτσός. Μου είπε ευχαριστώ που την ξύπνησα, αλλά ως εδώ. Κι εγώ, που θέλω να με αγαπούν για αυτό που είμαι, έφυγα», απάντησε το Βασιλόπουλο στο απορημένο βλέμμα του Λύκου. Τα ουουου του ουρλιαχτού του γινήκαν χρυσαφιά και κύκλωσαν το Βασιλόπουλο, που ξάφνου τα μάτια του χρύσιζαν.

«Είναι εδώ κι ο Οδυσσέας. Πάμε να τον γνωρίσεις», είπε το Βασιλόπουλο από το παραμύθι της Ωραίας
Κοιμωμένης. Τα χρυσαφιά ουουου συνέχιζαν να κάνουν κύκλους γύρω του και τα μάτια του είχαν γίνει τώρα δυο μικροί ήλιοι. «Κι ο Οδυσσέας εδώ; Αυτός που έχει τόσο ζηλευτό ρόλο στο μύθο του κι όλοι τον θαυμάζουν από την αρχαιότητα ίσαμε σήμερα, τι δουλειά έχει εδώ;» απόρησε ο Λύκος. Τα ουουου αλλάξανε πάλι και γινήκανε μυριάδες αυτάκια που στηθήκανε να ακούσουν όλο περιέργεια την απάντηση, αλλά τα μάτια του Βασιλόπουλου παρέμειναν δυο ήλιοι. «Δεν αντέχει άλλο να υποκρίνεται ότι θέλει οπωσδήποτε να επιστρέψει στην Ιθάκη. Δεν αγαπά την Πηνελόπη, ούτε άλλωστε αυτή εκείνον. Τους πάντρεψαν οι γονείς τους, όταν ήταν μικροί, γιατί λέει, είναι και οι δυο από μεγάλο σόι και άρα ταιριάζουν. Χαρήκανε που ήρθανε έτσι τα πράγματα, που ζούσανε χώρια. Κι ο Οδυσσέας θέλει να μείνει με την Καλυψώ, ενώ η Πηνελόπη ήταν από μικρό κορίτσι ερωτευμένη με έναν παρακατιανό μνηστήρα». «Για φαντάσου!» μονολόγησε ο Λύκος και παραλίγο να του πέσει το σκουφάκι της Κοκκινοσκουφίτσας από τα χέρια.

Ξάφνου ένα κοριτσάκι, ζουζουνάκι σκέτο, ντυμένο ναυτάκι, βούιζε γύρω τους, γέλαγε, πηδούσε, τραγουδούσε. «Εσύ ποια είσαι;» της φώναξε ο Λύκος, που δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει φανερώνοντας τα κατάλευκα και κοφτερά του δόντια, τόσο χαριτωμένο ήταν το παιδί. «Με λένε Μπεμπόνι-Μελόνι. Μη μου πεις ότι είσαι ο Λύκος από το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας;» «Ναι...» απάντησε μουδιασμένα ο Λύκος, που τρόμαξε μήπως το κοριτσάκι βάλει τα κλάματα από το φόβο του. «Πάντα υποψιαζόμουν ότι είσαι καλός!» φώναξε το κοριτσάκι κι ανέβηκε στην πλάτη του, γιατί ήθελε να παίξουν το αλογάκι. Ο Λύκος έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. Τα ουουου γράψαν από πάνω του ένα τεράστιο ‘ουφ’ και ξεφυσάγανε με ανακούφιση. «Και εσύ τι δουλειά έχεις εδώ;» τη ρώτησε ο Λύκος, που βαρέθηκε να απορεί και θεωρούσε πια ότι όλα μπορούν να συμβούν. «Κουράστηκα, όταν ρωτάω γιατί είναι έτσι το παραμύθι κι όχι αλλιώς, να μου λένε πως ό,τι γράφεται δεν ξεγράφεται», είπε το Μπεμπόνι-Μελόνι και τα ουουου γινήκανε χιλιάδες κόκκινα φιλάκια, που γεμίσανε τον τόπο και κολλούσαν πάνω στα άστρα, το φεγγάρι, τον ήλιο που, όπως όλοι γνωρίζουμε, σε ένα παραμυθένιο τοπίο εμφανίζονται συνήθως μαζί στον ουρανό. Ακόμα και από τα δέντρα κρέμονταν τα κόκκινα φιλάκια σαν φρουτάκια και προπάντων ορμούσαν πάνω στο Μπεμπόνι-Μελόνι. Γρήγορα-γρήγορα ξεκαβάλησε από την πλάτη του Λύκου και έτρεξε να ξεφύγει από τα φιλάκια που το κυνηγούσαν. «Αχ, πραγματικά υπέροχο πλασματάκι! Και του πάνε τόσο πολύ τα ναυτικά ρούχα!» αναστέναξε ο Λύκος και παραλίγο να χλιμιντρίσει αντί να ουρλιάξει, τόσο πολύ του άρεσε που το Μπεμπόνι-Μελόνι τον είχε κάνει αλογάκι. Τελευταία στιγμή επιβλήθηκε στον εαυτό του και τελικά ούρλιαξε, αλλά τα λυκίσια μάτια του γίνονταν από τότε δυο κόκκινα φιλάκια, όταν κοίταζε το Μπεμπόνι-Μελόνι.

«Γκουχ, γκουχ...» ξερόβηξε με επισημότητα ο Οδυσσέας, για να τραβήξει την προσοχή της παρέας. «Νομίζω ότι είναι ώρα να αποφασίσουμε ποιο θα είναι το νέο παραμύθι που θέλουμε να ανήκουμε». Ξάφνου σοβάρεψε ακόμα πιο πολύ, πήρε βλέμμα επαναστάτη, ύψωσε τη γροθιά του και βροντοφώναξε: «ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ!» «ΛΕΥΤΕΡΙΑ, ΛΕΥΤΕΡΙΑ!» απαντούν όλοι μαζί υψώνοντας κι αυτοί τις γροθιές τους. Δεν έλειπε το Μπεμπόνι-Μελόνι, που εντωμεταξύ είχε ξεφύγει από τα φιλάκια που το κυνηγούσαν και είχε μόλις γυρίσει κοντά τους. «Ποιος θα αναλάβει να γράφει το παραμύθι, που θα πλάσουμε όλοι μαζί;» ρωτά ο Οδυσσέας κατεβάζοντας τις υψωμένες γροθιές του. Όλοι είχαν προσέξει, έτσι όπως είχαν ανασηκωθεί τα μανίκια του, ότι τα χέρια του ήταν γεμάτα τατουάζ.
«Ε, ναι, είπα να ακολουθήσω λίγο τη μόδα των ναυτικών...» δικαιολογήθηκε ο Οδυσσέας και κύματα, αφροί της θάλασσας, μέδουσες, κοχύλια, γιγάντια καλαμάρια, θαλάσσιες σπηλιές και θαλασσινά φρούτα, εξωτικά ψάρια, κοράλια, θαλασσοπούλια και αλκυόνες, τρίαινες, κουπιά και ξάρτια και ιστία και ναυτικοί κόμποι και άγκυρες και ακρόπρωρα, καράβια που αρμενίζανε στον αφρό κι άλλα στο βυθό της θάλασσας, βότσαλα στρογγυλεμένα και βράχια απόκρημνα, ερημικές αμμουδιές και ήσυχες θάλασσες, γοργόνες και τρίτωνες και Νηρηίδες τρέξαν να κρυφτούν κάτω από τα μανίκια του. Γιατί αυτά τα τατουάζ δεν ήταν από τα συνηθισμένα. Τα είχε αλείψει η μάγισσα Κίρκη, που ήταν στενή φίλη του Οδυσσέα παρά το μύθο που τους θέλει στα μαχαίρια, με ένα μαγικό βερνίκι. Αυτό τα έκανε να ζωντανεύουν, όταν τα έβλεπε το φως του ήλιου.

Κι όταν και το τελευταίο κοχυλάκι κρύφτηκε στα φαρδιά του μανίκια, ο Οδυσσέας ξεροβήχει «γκουχ, γκούχ...» και λέει: «Ποιος λοιπόν θα γίνει γραμματέας;» Και κοίταζε έναν έναν τους ήρωες των παραμυθιών και το Μπεμπόνι-Μελόνι στα μάτια, μπας και σταματήσει το σούσουρο. «Εγώ, εγώ!» πετάχτηκε ένα βήμα μπροστά η εβένινη Χιονάτη και αντήχησε η βαθιά και λίγο βραχνή νέγρικη φωνή της. Όλοι πρόσεξαν πως τα χείλη της είχαν γίνει λίγο πιο σαρκώδη και τα μαλλιά της κατάμαυρα. «Η Χιονάτη εργαζόταν ως καλλιγράφος στην αρχή της καριέρας της σε ένα παμπάλαιο μεσαιωνικό παραμύθι, που δεν υπάρχει πια και που, φαντάζομαι, ούτε η ίδια δε θυμάται πώς το λέγαν», είπε συνεσταλμένα η Αρετούσα και απόμεινε καταχαρούμενη με τον εαυτό της που το θυμήθηκε.
«Πολύ καλά!» ένευσε ο Οδυσσέας και από τη μια στιγμή στην άλλη περιτριγύρισαν τη Χιονάτη άγραφοι πάπυροι, πένα και μαύρο μελάνι, που πετούσαν γύρω της σε κυκλικές τροχιές σαν τους δορυφόρους ενός πλανήτη. Τα ουουου του Λύκου, που τόση ώρα τώρα είχαν παραμείνει κόκκινα φιλάκια που έβγαζαν τρυφερά και μελωδικά ματσ-μουτς, έγιναν τώρα καλλιγραφικά γράμματα, που πετούσαν ένα γύρο. Οι λεπτές ουρίτσες τους, έτσι όπως κρέμονταν, τα έκανε να σκαλώνουν πότε πότε, άλλοτε στο κλαδάκι κάποιου δέντρου, άλλοτε στα μακριά μαλλιά της Αρετούσας, άλλοτε στο μουστάκι του Ερωτόκριτου κι άλλοτε στα γελάκια του Μπεμπονιού-Μελονιού. Ο Οδυσσέας βιάστηκε να τινάξει από πάνω του μερικά, που είχαν πιαστεί σε ένα τατουάζ του που παρίστανε θαλασσινά τριφύλια, ενώ άλλα σφήνωσαν ανάμεσα στα ολόλευκα και κοφτερά δόντια του Λύκου κάνοντας τον να μοιάζει πολύ αστείος. Αλλά τα πιο φιδογυριστά και φορτωμένα ουρίτσες γραμματάκια, αλλού πιο παχιά, αλλού πιο αδύνατα, κρέμονταν από τις ακτίνες των δυο ήλιων που είχε πια για μάτια το Βασιλόπουλο. Όλοι είχαν κυριευτεί από τα καλλιγραφικά γράμματα και έγραφαν με τη βοήθεια τους στο μυαλό τους ένα ολοκαίνουριο, γυαλιστερό παραμύθι, τέτοιο που να ταιριάζει σε αυτό που πραγματικά ο καθένας τους είναι. Τα ουουου του Λύκου γινήκανε ηλεκτρικές λάμπες, μία πάνω από τον καθένα τους, όπως γίνεται στα κόμιξ, όταν θέλουν να δείξουν ότι κάποιου ο νους φωτίστηκε από μια ιδέα.

«Έχουμε εμείς μια ιδέα ακόμα πιο φωτεινή από το γλόμπο πάνω από τα κεφάλια μας!» έκραξαν με μια φωνή ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα και έστριψε ο Ερωτόκριτος το μακρύ του μουστάκι και τίναξε η Αρετούσα την ποδιά της κατά το συνήθειό του ο καθένας τους. «Σκεφτήκαμε μάλιστα», ακούστηκε μόνο η Αρετούσα με τη βαριά κρητική προφορά της, «να γράψουμε έτσι το παραμύθι, ώστε να παίζεται σε θέατρο. Έτσι δεν έκανε ο δημιουργός μας, ο Βιντσέντζος από την Κρήτη;» είπε και δεν συμπλήρωσε το επίθετό του, το ‘Κορνάρος’, γιατί ήταν σίγουρη πως όλοι πια το ξέρανε. Ο Ερωτόκριτος κουνάει πάνω κάτω επιδοκιμαστικά το κεφάλι του και φαίνεται να γελούν ακόμα και τα μουστάκια του, τόσο πολύ του αρέσει που ακούει την Αρετούσα του να τα λέει έτσι όμορφα. «Ωραία ακούγεται η ιδέα σας, κυρία Αρετούσα!» είπε ο Λύκος ντροπαλά και κάτω από το απαλό γκρίζο του τρίχωμα κοκκίνησαν τα μάγουλά του. «Να το ακούσουμε λοιπόν το θεατρικό σας έργο», είπε ο Οδυσσέας, που με την άκρη του ματιού του αντιλήφθηκε καμμιά δεκαριά Νηρηίδες καβάλα σε δελφίνια και δυο τρεις γοργόνες παρέα με Τρίτωνες με δυνατή ψαρίσια ουρά να βγαίνουν από το μανίκι του και να γλιστρούν σε μια σειρά από κυματάκια, που ροβόλαγαν προς τον ουρανό. «Μπελάς αυτά τα τατουάζ», σκέφτηκε, «αλλά τι να γίνει που είναι πραγματικά ονειρεμένα!» συνέχισε τη σκέψη του, που παραλίγο να γλιστρήσει κι αυτή σαν καρυδότσουφλο που φαντάζεται ότι είναι βαρκούλα, πάνω σε ένα κυματάκι και να ακολουθήσει τις Νηρηίδες, τις γοργόνες και τους Τρίτωνες.

«Ναι, να το ακούσουμε το παραμύθι σας!» ακούστηκαν από όλες τις πλευρές φωνές, φωνούλες, φωνάρες και πάνω από όλες η φωνίτσα του Μπεμπονιού- Μελονιού, που ήταν τόσο γλυκιά και μυρωδάτη, σαν μυτιληνιό μελομακάρονο της κυρίας Λούλας με μέλι και μαστίχα.
-Τι, δεν κάνουμε τέτοιες παρομοιώσεις, για να δείξουμε πόσο γλυκό και μυρωδάτο είναι κάτι, ιδίως αν πρόκειται για φωνή; Μα αφού σε μένα έτσι ακούγεται η φωνή του Μπεμπονιού-Μελονιού. Εξάλλου, αφού επαναστάτησαν οι καταπιεσμένοι χρόνια και χρόνια ήρωες των παραμυθιών, γιατί να μην επαναστατήσουν και οι παραμυθάδες, που βαρέθηκαν να λένε απλά ‘γλυκό σαν μέλι’; «Γκουχ, γκουχ...» ξερόβηξε η Αρετούσα. «Κυρία Παραμυθού, σας παρακαλώ, κρυφτείτε πίσω από τις σελίδες σας και αφήστε μας να συνεχίσουμε το παραμύθι μας. Αν σας είναι εύκολο, μην ανακατεύεστε και πολύ στις υποθέσεις μας. Ευχαριστώ», είπε κάπως ξερά, είναι αλήθεια, η Αρετούσα και η καϋμένη η Παραμυθού ντράπηκε και κρύφτηκε αμέσως πίσω από τις σελίδες που έγραφε.

Η Αρετούσα τίναξε ευχαριστημένη την ποδιά της και αρχίνησε το θεατρικό παραμύθι. Τα ουουου μεταμορφώθηκαν σε μικρούλικες σκηνές θεάτρου, τόσο μικρούλες που χώραγε η καθεμιά σε ένα κουτί από παπούτσια. Ήταν όλες διαφορετικές και έμοιαζαν με ιπτάμενα μαγικά κουτάκια, που τα ανοίγεις και βουτάς σε έναν παραμυθένιο κόσμο. Όλοι, ακόμα και τα άστρα, το φεγγάρι, ο ήλιος, τα λουλούδια, τα δέντρα, τα σύννεφα, αφουγκράζονταν με την ψυχή τους την ιστορία που ξετυλιγόταν μπροστά τους.





ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ


Πράξη πρώτη
(Η σκηνή διαδραματίζεται αργά το απόγευμα στο κάστρο του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Έχουν καλέσει το Λύκο και τον Οδυσσέα για τσάι και κουλουράκια. Ευρύχωρη, ψηλοτάβανη αίθουσα, σχεδόν άδεια. Στο πάτωμα πλακάκια με γεωμετρικά σχέδια. Βαριές κουρτίνες σε σκούρο κόκκινο κρέμονται από τα εξαιρετικά ψηλά κι ορθάνοιχτα παράθυρα. Ένα τεράστιο, μακρόστενο τραπέζι στη μέση της αίθουσας με πολλά κηροπήγια, μια τσαγιέρα και δυο τρεις πιατέλες με λογιών-λογιών βουτήματα. Ένα ραδιόφωνο παίζει κρητικές μαντινάδες).

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ: Κάθισε αγαπητέ Λύκε. Καιρό είχαμε να σε δούμε. Μας ξέχασες μου φαίνεται. Έχουμε μήνες ολόκληρους να τα πούμε. (Χαμηλώνει την ένταση στο ραδιόφωνο).

ΛΥΚΟΣ: Έπεσε πολύ δουλειά τον τελευταίο καιρό. Πολλά παιδάκια ζητούσαν να ακούσουν το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας. Άντε να μεταμφιέζομαι σε γιαγιά, για να φάω, λέει, την Κοκκινοσκουφίτσα, άντε να τρομοκρατώ τα δύστυχα παιδάκια. Αχ, δεν είναι παραμύθι αυτό για μένα! (Σηκώνεται και ξανακάθεται στην καρέκλα του).

ΑΡΕΤΟΥΣΑ: Και η Κοκκινοσκουφίτσα τι γίνεται; (Προσφέρει του Λύκου ένα βούτημα).

ΛΥ: Όπως πάντα, με παιδεύει. Δε με αφήνει σε χλωρό κλαρί. Και εγώ, που τόσο την αγαπώ, δεν ξέρω πώς να αντιμετωπίσω τις παραξενιές της. (Σηκώνει τα μάτια του ψηλά με απόγνωση). Τόσο γλυκό κοριτσάκι, ποιος θα το πίστευε πως είναι τέτοια στρίγγλα! (Τα αυτιά του χαμηλώνουν από θλίψη).

ΕΡ: (Μιλάει, καθώς ανάβει το τεράστιο τζάκι). Πάνε τόσα χρόνια τώρα που γνωριζόμαστε. Ξέρεις πόσο σε αγαπάμε η Αρετούσα κι εγώ. (Σταματάει να στοιβάζει τα ξύλα στο τζάκι και τον κοιτάζει κατάματα). Νομίζουμε πως πρέπει να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημα σου.

ΑΡ: Ολόκληρες γενιές έχουν περάσει, που σε ταλαιπωρεί η Κοκκινοσκουφίτσα και εσύ είσαι δυστυχισμένος, χώρια που οι πάντες σε φωνάζουν ‘ο Κακός ο Λύκος’. Κάτι πρέπει να γίνει. (Του δείχνει μια φρουτιέρα γεμάτη που μόλις έχει φέρει). Πάρε φρούτα. Είναι από τον κήπο μας.

ΕΡ: (Τελειώνει με το τζάκι, που τώρα βγάζει φλόγες και κατευθύνεται προς το τραπέζι). Γι’αυτό καλέσαμε σήμερα και το φίλο μας, τον Οδυσσέα. Καλό και ξύπνιο παλικάρι. Πολυμήχανος καθώς τον λένε, γιατί μηχανεύεται λύση για κάθε πρόβλημα.

ΑΡ: (Ακούγεται χτύπημα στην πόρτα, που δε φαίνεται. Πρέπει να είναι τεράστια, αν κρίνουμε από το βαρύ ήχο του ρόπτρου. Η Αρετούσα με ελαφρά πηδηματάκια τρέχει προς την πόρτα). Πρέπει να ήρθε και ο Οδυσσέας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Χαιρετώ σας. Χαίρομαι που βρισκόμαστε πάλι. (Γυρνώντας προς το Λύκο και δίνοντας του το χέρι) Εσείς πρέπει να είστε ο κύριος Κακός Λύκος από το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας.

ΛΥ: (Σουφρώνει το μουσούδι του ενοχλημένος) Λύκος απλά. Μπορείς να μου μιλάς στον ενικό, Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας δεν είσαι;

ΟΔ: (Κάθεται σε μια καρέκλα, αφού πρώτα υποκλίνεται στον Ερωτόκριτο και δίνει χειροφίλημα στην Αρετούσα). Σωστά μάντεψες. Μου είπαν τα παιδιά από δω, (γεμίζει το φλιτζάνι του με τσάι και πίνει μια γουλιά∙ μικρή παύση), που τους αγαπώ πολύ και είμαστε φίλοι εδώ και χρόνια, (δεύτερη μικρή παύση∙ βουτάει ένα κουλουράκι στο τσάι του και δαγκώνει το μισό με απόλαυση), ότι σε παιδεύει η Κοκκινοσκουφίτσα. Ή Πρασινοσκουφίτσα; (Γυρνάει με βλέμμα ερωτηματικό προς τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα). Συγχώρεσέ με, (κοιτάζει με κόκκινα από τη ντροπή μάγουλα το Λύκο), αλλά το παραμύθι σου είναι τουλάχιστον 3700 χρόνια νεότερο από το μύθο μου. Δεν μπορώ να τα ξέρω όλα... (Σηκώνει τους ώμους και γέρνει το κεφάλι απολογητικά).

ΛΥ: Κοκκινοσκουφίτσα λέγεται το παραμύθι μου, Οδυσσέα. (Γελάει με την καρδιά του). Αν μπορούσες να με βοηθήσεις, θα το εκτιμούσα. Αν βεβαίως δεν βρεθεί κάποια λύση μέχρι τότε.

ΟΔ: Λογικά μιλάς Λύκε... (Τρώει άλλο ένα κουλουράκι).

ΕΡ, ΑΡ: (Μαζί) Ας πιούμε το τσάι μας και θα προτείναμε να ξεκουραστούμε νωρίς, αν βέβαια θέλετε ακόμα να πάμε όλοι μαζί εκδρομή στη Χιονάτη αύριο. (Έχουν γίνει ένα τώρα, όπως τα αρσενικοθήλυκα του μύθου του Πλάτωνα. Ρίχνουν μαζί ένα ακόμα κούτσουρο στο τζάκι).


Πράξη Δεύτερη
(Νωρίς το πρωί στην ίδια αίθουσα, που τώρα είναι ηλιόλουστη. Το ραδιόφωνο συνεχίζει να παίζει κρητικές μαντινάδες. Ο Ερωτόκριτος κι η Αρετούσα πάνε κι έρχονται μεταφέροντας στην κουζίνα τα πιατικά και τις κούπες από το πρωινό, που μόλις έχουν τελειώσει. Ο Οδυσσέας και ο Λύκος κοιτούν έξω από ένα παράθυρο).

ΟΔ: Κάποιον βλέπω να έρχεται προς τα δω.

ΑΡ: (Την επόμενη στιγμή ακούγεται το ρόπτρο. Η Αρετούσα τρέχει κι ανοίγει την πόρτα. Ακούγεται ένα δυνατό, παρατεταμένο τρίξιμο). Α, καλώς το Βασιλόπουλο από το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης! Κόπιασε. (Ακούγεται η πόρτα να ανοίγει διάπλατα).

ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ: (Προχώρησε προς τα μέσα σέρνοντας το πόδι του). Ήρθα ακάλεστος, το ξέρω. Αλλά από τότε που με έδιωξε η Ωραία Κοιμωμένη, νιώθω τέτοια μοναξιά, που είπα να αναζητήσω λίγη παρέα... (Τινάζει με τα χέρια του πίσω από την πλάτη του τη βασιλική του μπέρτα).

ΕΡ: Ήρθες πάνω στην ώρα. Πάμε επίσκεψη στη Χιονάτη. Δεν έτυχε να την γνωρίσεις μέχρι τώρα, θαρρώ. Τον Οδυσσέα και το Λύκο ασφαλώς τους ξέρεις.

ΒΑ: Ασφαλώς. (Στρέφεται προς τον Οδυσσέα και το Λύκο). Σας χαιρετώ... (Κουνάει για χαιρετισμό το σκήπτρο του. Ανασηκώνει το στέμμα του, που παραλίγο να του πέσει).

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: (Με ενθουσιασμό) Πάμε!


Πράξη Τρίτη
(Στο σπίτι της Χιονάτης. Μοντέρνος αναπαυτικός καναπές, πολυθρόνες με έντονα, διαφορετικά χρώματα και τραπεζάκι με περίεργο σχήμα. Στους τοίχους κρέμονται αντικείμενα αφρικάνικης λαϊκής τέχνης, αφίσες με μαύρες τραγουδίστριες της τζαζ και φωτογραφίες των επτά νάνων. Οι επισκέπτες κάθονται ή περιεργάζονται το μηχάνημα του σολάριουμ για το τεχνητό μαύρισμα. Ένας δίσκος με ροφήματα και γλυκά γυρνάει από τον έναν στον άλλο. Το ραδιόφωνο παίζει νέγρικα μπλούζ. Η Χιονάτη, κατάμαυρη με μαλλιά κατσαρά και κατάμαυρα, δεν μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια της από το Βασιλόπουλο. Ό,τι κι αν κάνει, σε όποιον κι αν μιλάει, το Βασιλόπουλο κοιτάει).

ΧΙΟΝΑΤΗ: Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο χαίρομαι που ήρθατε! (Δυναμώνει τη φωνή στο ραδιόφωνο. Μικρή παύση). Και που φέρατε τους φίλους σας μαζί σας, το Βασιλόπουλο, (μεγαλύτερη παύση, κοιτάζει έντονα το Βασιλόπουλο,) τον Οδυσσέα και το Λύκο φυσικά... (Γυρνώντας προς το μέρος του Λύκου) Πάντα σε θαύμαζα και ήθελα να σε γνωρίσω. Αλλά βλέπεις δεν έτυχε να διασταυρωθούν τα παραμύθια μας... (Χωρίς να το καταλάβει λικνίζεται απαλά στους ρυθμούς του μπλουζ. Χαϊδεύει στο κεφάλι το Λύκο που πλέει σε πελάγη ευτυχίας και κουνάει την ουρά του. Στρέφεται προς το Βασιλόπουλο). Χορεύεις;

ΒΑ: Μα είμαι κουτσός! Αφού το βλέπεις... (Χαμηλώνει τα μάτια και κοκκινίζει).

ΧΙΟ: (Γελώντας τρανταχτά) Μα μπλουζ σου ζήτησα να χορέψεις! Όχι ροκ εντ ρολ, που εξάλλου δεν μου αρέσει καθόλου. (Τον αρπάζει από τη μέση συνεχίζοντας να τον κοιτά κατάματα φανερά ερωτευμένη μαζί του).

ΒΑ: (Κοιτώντας κι αυτός την Χιονάτη κατάματα μαγεμένος) Φαίνεται πως οι παραμυθάδες μάς ζευγάρωσαν τυχαία στα παραμύθια μας. Τι κρίμα που δε μας έβαλαν εξαρχής να συναντιόμαστε και να ερωτεύομαι εσένα!

ΧΙΟ: Ποτέ δεν είναι αργά, λευκό μου Βασιλόπουλο. Πάντα μπορούμε να φτιάξουμε το δικό μας παραμύθι. (Αρχίζει να τραγουδάει με την βαθιά νέγρικη φωνή της το μπλούζ που έπαιζε εκείνη τη στιγμή το ραδιόφωνο).

ΕΡ, ΑΡ, ΛΥ, ΟΔ: (Τραγουδούν όλοι μαζί της και χορεύουν μεταξύ τους μπλούζ).

ΧΙΟ: Λύκε, Λύκε είσαι εδώ; Μήπως γλυκέ μου θέλεις να μείνεις με το Βασιλόπουλο και μένα; Πάντα ήθελα να υιοθετήσω ένα λύκο. Πόσο μάλλον ένα λύκο γλυκούλη και αγαπημένο σαν κι εσένα!

ΛΥ: (Ουρλιάζοντας από χαρά) Ναι, ναι, γοητευτική μου Χιονάτη! Από τώρα φαντάζομαι τις ωραίες βόλτες που θα κάνουμε στο δάσος οι τρεις μας, κάθε φορά που θα έχει ψιλόβροχο. Υποσχέσου μου μόνο πως ποτέ δεν θα μου ζητήσεις να μαζέψουμε βατόμουρα.

ΧΙΟ: Φυσικά και στο υπόσχομαι.

ΟΔ: (Κοιτώντας προς τους θεατές) Φαίνεται τελικά πως δε χρειάστηκε να μηχανευτώ τίποτε, για να δώσω λύσεις. Τα πράγματα πήραν το δρόμο τους από μόνα τους.

ΤΕΛΟΣ

☺☻


Η Αρετούσα τελείωσε την αφήγηση της και κοίταζε με λοξές ματιές γύρω της να δει την εντύπωση που προκάλεσε η αφήγησή της. Σιωπή ολόγυρα. Ολωνών των μάτια είχαν γίνει αυλαίες θεάτρου, στις οποίες παιζόταν το παραμύθι που τους διάβασε η αρχόντισσα. Το Μπεμπόνι-Μελόνι μάλιστα, άγνωστο γιατί, είχε βάλει τα κλάματα. Μάλλον συγκινήθηκε και έτσι μικρούλι που ήταν, δεν είχε μάθει ακόμα να το κρύβει.

Στην αυλαία των ματιών όμως του Οδυσσέα παιζόταν άλλο τέλος. «Ε, Οδυσσέα, εσύ μάλλον άλλο τέλος φαντάζεσαι. Δεν σου άρεσε το δικό μας;» ακούγεται ο Ερωτόκριτος, που έστριβε, όπως το είχε συνήθειο, τα μακριά του μουστάκια. «Δεν είναι αυτό...» απάντησε σεμνά ο Οδυσσέας τραβώντας με προσοχή τα μανίκια του προς τα κάτω, μπας και ξεπηδήσει πάλι κανένα από εκείνα τα υπέροχα, αλλά μπελαλίδικα πλάσματα, που είχε κάνει τατουάζ στα χέρια του. «Είναι που ακριβώς γι’αυτό μαζευτήκαμε εδώ. Για να μπορεί ο καθένας να πλάθει την ιστορία, όπως του αρέσει καλύτερα. Αλλιώς η λευτεριά που ζητάμε, που είναι;» «Έχει δίκιο ο Οδυσσέας, έχει δίκιο!» ακουγόταν από παντού. Φωνούλες από τους ήρωες, από το Μπεμπόνι-Μελόνι, από τα όντα που είχε πάνω του τατουάζ ο Οδυσσέας, από τα ουουου του Λύκου, από τα πλάσματα και τα δέντρα και τα γάργαρα νερά του παραμυθένιου τοπίου.
-Ποια είναι αυτά; Φυσικά και δεν μπορώ να σας τα περιγράψω, γιατί είπαμε, πως το παραμυθένιο τοπίο, που έρχεται καμιά φορά στα όνειρα μας, κάποτε και στον ξύπνιο μας, είναι αλλιώτικο για τον καθένα μας.
«Για πες μας, Οδυσσέα, το τέλος που θέλεις εσύ για το παραμύθι μας», ακούστηκε η γλυκειά και μυρωδάτη φωνή του Μπεμπονιού-Μελονιού και μοσχομύρισε μαστίχα και μέλι.

«Ο Λύκος», αρχίνησε ο Οδυσσέας κι αυτή τη φορά ξεπήδησε από τα τατουάζ του μονάχα η μυρωδιά της θάλασσας του πρωινού νοτιά, «περνάει υπέροχα με τη Χιονάτη, αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει την Πρασινοσκουφίτσα». «Την Κοκκινοσκουφίτσα!» του ψιθυρίζει έντρομη η Αρετούσα. «Ε, χμ, την Κοκκινοσκουφίτσα ήθελα να πω...» Ξεροβήχει, για να βρει χρόνο να ξεπεράσει την ταραχή για το λάθος του. Τώρα μύριζε φύκια και σε όλο τον τόπο έπεφτε αλισάχνη, η άχνη που γίνεται η θάλασσα, όταν λυσσομανούν τα κύματα. Η λέξη φάνηκε στα ουουου του Λύκου τόσο μαγική, όσο και η ίδια η άχνη της θάλασσας. Σχημάτισαν τα γράμματα της στον ουρανό σαν επιγραφή καλλιγραφική. «Γι’αυτό», συνεχίζει ο Οδυσσέας, «ζητάω από την Κίρκη που είναι πολύ στενή φίλη μου, να φτιάξει ένα μαγικό φίλτρο. Όταν το πιει η Κοκκινοσκουφίτσα», είπε και δεν μπόρεσε να κρύψει έναν μικρό αναστεναγμό ανακούφισης που είπε σωστά το όνομα, «τότε θα βλέπει τα πάντα μέσα από την ψυχή του Λύκου. Σίγουρα θα συγκινηθεί, όταν νιώσει βαθιά μέσα της πόσο την αγαπά, αλλά και πόσο τον στενοχωρεί με τις παραξενιές της. «Από τότε», συνέχισε με μια βαθιά ανάσα ο Οδυσσέας, που τα έλεγε όλα μονορούφι και μονοκοπανιά σαν ανοιχτή βρυσούλα, «άλλαξε, γιατί κατάλαβε ότι ο Λύκος υποφέρει εξαιτίας της και πολύ βασανίζεται».

Σταμάτησε, πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα και στράφηκε προς το Λύκο, που είχε βγάλει από το κεφάλι του το κόκκινο σκουφί της Κοκκινοσκουφίτσας και το έπαιζε στα χέρια του. Το λυκίσιο βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο γύρω του χωρίς να κοιτάζει τίποτα. Είχε σκεπαστεί από νοσταλγία για το παραμύθι του. «Αν είναι έτσι», πετάχτηκε πάνω σαν να βγήκε από το παραμύθι του και στράφηκε προς τον Οδυσσέα με εκείνη τη φωνή σαν μπιζέλια που κατρακυλάνε, «τότε θα βελτιωνόταν πολύ η ζωή μου. Χμ, χμ...» έξυσε το κεφάλι του σκεφτικός και αυτή τη φορά ακούστηκε η ηχηρή σιωπή του σαν καρύδια που ροβολάνε στον δρόμο κι όλο ξεμακραίνουν.

Όταν ξεμάκρυναν τόσο, ώστε να μην αντηχεί πια η σιωπή, ακούστηκαν δυο ήλιοι να ανατέλουν. Γέμισαν το μέρος παντού, κάτω από τους καναπέδες, στις σκοτεινές γωνιές, μέσα στις ψυχές των ηρώων, στο στοματάκι του Μπεμπονιού-Μελονιού, με ένα πολύ-πολύ γλυκό φως. Τόσο γλυκό σαν το πρώτο και τελευταίο φως που αντικρίζουν οι άνθρωποι. Τότε σηκώθηκε ντροπαλά το κουτσό Βασιλόπουλο, με τους ήλιους στα μάτια του να έχουν ανατείλει πια για τα καλά και είπε κάνοντας σχηματάκια με το σκήπτρο του στον αέρα. «Κάπως αλλιώς το φαντάστηκα το τέλος». Το φως γλίστρησε ανάμεσα στα λόγια του και τύλιξε τα γράμματα τους. «Για πες μας ευγενικό Βασιλόπουλο», τον κοίταξε με λατρεία η Χιονάτη, ενώ πάλευε να βγάλει από τα κατάμαυρα μαλλιά της τις ηλιαχτίδες που είχαν μπλεχτεί και την έκαναν να μοιάζει πάλι κάπως λευκή και ξανθιά.

«Ο Λύκος αγαπάει πολύ την Κοκκινοσκουφίτσα, που έχει εντωμεταξύ κάπως διορθωθεί και λατρεύει τη Χιονάτη». Στο σημείο αυτό χαρτοπόλεμος και κομφετί από ήλιο τύλιξαν την αγαπημένη του, που για μια στιγμή πανικοβλήθηκε πως θα ασπρίσει. «Αλλά δε θέλει να μείνει ούτε με τη μια ούτε με την άλλη», συνέχισε κομπιάζοντας λιγάκι το Βασιλόπουλο. «Γιατί από τότε που γνώρισε τον Οδυσσέα,» και γυρνώντας προς τον Οδυσσέα τον βλέπει να παλεύει να κρύψει κάτω από τα μανίκια του ένα ζευγάρι γιγάντιους ιππόκαμπους, «τον έχει για πρότυπο. Άλλο δε θέλει ο Λύκος παρά ‘να γυρίζει, να γνωρίζει και τον κόσμο να μυρίζει’», τραγούδησε το Βασιλόπουλο. Έπειτα έσιαξε τη βασιλική του μπέρτα, χαμήλωσε ντροπαλά τα βλέφαρα, έτσι που καθώς κρύφτηκαν οι ήλιοι των ματιών του, συννέφιασε και κάθισε λίγο παράμερα. «Ωραίο και αυτό το τέλος αναφώνησε ο Λύκος!»

«Μα εγώ αλλιώς το φαντάζομαι το τέλος!» ζουζούνισε το Μπεμπόνι-Μελόνι κι ολωνών τα μάτια γινήκανε δυο κόκκινα φιλάκια, ακόμα και του Βασιλόπουλου που ήταν πάντα ήλιοι. Τόσο γλυκό πλάσμα ήταν. Ο Λύκος έξυσε το κεφάλι του, ρουθούνισε λιγάκι, έσιαξε το κόκκινο σκουφί που του ερχότανε μικρό και αναρωτήθηκε: «Μα πώς μπορώ να αποφασίσω ποιο τέλος προτιμώ, αν δεν τα ακούσω όλα; Σίγουρα πρέπει να ακούσω και το τέλος, που θέλει να δώσει το Μπεμπόνι-Μελόνι», είπε και έκανε μια μικρή παύση, για να οσφρανθεί βαθιά-βαθιά τη γλύκα του Μπεμπονιού-Μελονιού. «Κι έπειτα», συνέχισε και χτύπησε όλους στα ρουθούνια μυρωδιά από μαστίχα και μέλι, «κάθε παιδί, υποθέτω, θα φαντάζεται το δικό του τέλος. Θέλω να ακούσω όλα τα παιδιά, πριν αποφασίσω». Σιάζει άλλη μια φορά το κόκκινο σκουφί του, γίνονται πάλι τα μάτια του κόκκινα φιλάκια, σε κοιτάει κατάματα, σου χαμογελάει κι αστράφτουν τα όμορφα, λευκά και κοφτερά του δόντια και σε ρωτάει: «Εσύ, τι τέλος θα δώσεις στο παραμύθι μας;»

Δεν υπάρχουν σχόλια: