Κεφάλαιο 3
«Όρτσα τα πανιά!» αντιλάλησε το ημιυπόγειο από την αγριοφωνάρα του φοβερού και τρομερού Μπαρμπαρέζου αρχιπειρατή. Ένα τσούρμο από ξυπόλητους και βρώμικους

ένας, δύο, τρεις, τέσσερεις...δεκαεπτά στην μακρά πλευρά του και ένα, δύο...οκτώ στη στενή κι άλλοι τόσοι στις άλλες δυο πλευρές αντίστοιχα, φανταζόταν. Τυφλώθηκε για λίγο από τη λευκότητα των μαρμάρων.

(Για συνέχεια του τρίτου μέρους πατήστε "περισσότερα")
Έριξε μια ματιά στο τριγωνικό αέτωμα που αντίκρυζε πάνω από τη μία στενή πλευρά του ναού. Έχασκε κενό, εκεί που κάποτε

Και πώς τα ήξερε όλα αυτά; Μα πριν λίγο καιρό, ξεφύλλιζε έναν ταξιδιωτικό οδηγό για το Λονδίνο. Είδε στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης, το Βρεττανικό, εκτός από τα ανάγλυφα της ζωφόρου και των μετοπών, τα γλυπτά από τα δυο αετώματα του Παρθενώνα. Και τι δουλειά έχει ένας πειρατής με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς; Σίγουρα δεν ενδιαφέρεται για τουρισμό! Του έπεσε τυχαία στα χέρια, ενώ έψαχνε τον επόμενο στόχο, για να επιτεθεί με το πειρατικό καράβι του. Δεν θά’ταν άσχημα...μια επιδρομή στο κέντρο του Λονδίνου με λεία τα μάρμαρα του Παρθενώνα! Άσε που δε θα έκανε τίποτε κακό, αφού κι αυτοί τα είχαν αρπάξει από την Ακρόπολη... Κάπου άκουσε όμως για ένα τεράστιο, λέει, άγαλμα από χρυσό και ελεφαντόδοντο, που βρισκόταν μέσα στον Παρθενώνα, το ναό της Παρθένου Αθηνάς. Ο πειρατής ξερογλύφτηκε στη σκέψη τέτοιου λάφυρου. Άφησε για αργότερα την επιδρομή στο Λονδίνο. «Πιο γρήγορα!» βρυχήθηκε και ακούστηκε το μαστίγιό του να σφυρίζει στον αέρα. Η κόκκινη πειρατική σημαία απειλητική κυμάτιζε μεσίστια, στο κεντρικό κατάρτι.
Ξανακοίταξε με το μονόκυαλό του το βράχο της Ακρόπολης. Ο μονόφθαλμος πειρατής έτριψε και ξανάτριψε κατάπληκτος το γερό του μάτι. «Μα τι γίνεται εδώ;» Ένας ξεναγός μιλούσε σε ένα γκρουπ από τουρίστες μπροστά από τον Παρθενώνα: «...Ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης ήταν οι αρχιτέκτονες του ναού που βλέπετε. Όσο για το γλυπτό διάκοσμο, τον φιλοτέχνησε ο Φειδίας, ο περίφημος γλύπτης της αρχαιότητας. Ο Περικλής που κυβερνούσε τότε την Αθήνα, τον 5ο αι. π.Χ., ήθελε έναν ναό, που όμοιος του να μην υπάρχει. Και το πέτυχε...». Ο πειρατής δεν άκουγε τον ξεναγό από τόσο μακριά, άκουγε όμως τα επιφωνήματα θαυμασμού των τουριστών, τόσο δυνατά ήταν! Κο, κο, κο μια κότα με ψάθινο καπέλο με λουλούδια, γαβ-γουβ ένας σκύλος με τη φωτογραφική μηχανή να κρέμεται απ’το λαιμό του, όινκ-όινκ ένα παχύ γουρούνι με λουλουδάτο χαβανέζικο πουκάμισο και μπεεε ένα κοπάδι πρόβατα φορτωμένα ψώνια από τα τουριστικά είδη. Μα πιο δυνατά απ’όλους ακούστηκε ένας καλοκάγαθος γάιδαρος με τεράστια μαύρα γυαλιά ηλίου: γκααα, γκααα...
Το γκρουπ προχώρησε λίγο παρακάτω, για να θαυμάσει το

Ερέχθειο, που είχε τις Καρυάτιδες, γυναικεία αγάλματα, να κρατούν την οροφή αντί για κίονες, όπως συνηθιζόταν. Ο πειρατής βλέπει με το μοναδικό του μάτι τον ξεναγό, που ήταν κόκορας, να ορθώνει κατάπληκτος το λειρί του. «Κικιρίκου, τι γυρεύει εδώ, δίπλα από το Ερέχθειο, τούτο το σπίτι;» Ένα πολύ ξεχωριστό και μοντέρνο σπίτι από μπετόν με πολλά παράθυρα και μεγάλους εξώστες στρογγυλοκαθόταν πάνω σε ένα βραχώδες τοπίο με πολλούς μικρούς καταρράκτες!

Μια ταμπέλα τους πληροφορούσε ότι το εκπληκτικό σπίτι ονομαζόταν ‘Fallingwater’. «Νερό που πέφτει», μεταφράζει ο κόκορας, όχι πολύ πετυχημένα είναι αλήθεια, στα υπόλοιπα ζώα τινάζοντας τα φτερά του και χτυπώντας με το ράμφος του μία γωνία του κτηρίου, για να βεβαιωθεί ότι είναι αληθινό και όχι οφθαλμαπάτη. Έλεγε ακόμα η ταμπέλα ότι χτίστηκε το 1935-9 και αρχιτέκτονας ήταν ο Αμερικανός Φρανκ Λόιντ Ράιτ, διάσημος από τότε μέχρι σήμερα. «Δεν ήξερα ότι ο Ράιτ έχει χτίσει και στην Ακρόπολη!» γκάριξε ο συμπαθής γάιδαρος και έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του, για να δει καλύτερα.
Ο πειρατής, που αδιαφορούσε για ό,τι δεν είχε σχέση με χρυσάφι, σκλάβους και λάφυρα, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του αγνοώντας τελείως το σπίτι του Ράιτ: «Χμμμ, δε νομίζω ότι θα πιάσουν πολύ καλή τιμή αυτοί οι τουρίστες στο σκλαβοπάζαρο...» Κι ύστερα έχοντας στο μυαλό του το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, τόσο που νόμιζε ότι το έβλεπε μπροστά του, ούρλιαξε με τη βραχνή φωνή του στους κωπηλάτες του καραβιού του: «Βιαστείτε!»
Έστριψε απότομα με το μοναδικό του μάτι να γυαλίζει, το μονόκυαλό του στα Προπύλαια

Ο κουρσάρος καθάρισε λίγο με το μανίκι του το κυάλι, για να δει καλύτερα. Τα ρομπότ κρεμούσαν στους τοίχους της Πινακοθήκης έργα της ζωγράφου Ταμάρα ντε Λεμπίκα. Διαβάζει συλλαβιστά κάτω από έναν πίνακα που έδειχνε ένα πράσινο αυτοκίνητο με οδηγό μια όμορφη, ξανθιά, γαντοφορεμένη γυναίκα με βαμμένα κόκκινα χείλη:

« Η Ταμάρα στην πράσινη Μπουγκάτι, 1925». «Μα δε γίνεται αυτό, πίνακας του 20ου αι. μ.Χ. στην Πινακοθήκη του 5ου αι. π.Χ. ! Έχουν 2500 χρόνια διαφορά!» έκραξε με την αγριοφωνάρα του ο πειρατής κι απόρησε κι ο ίδιος με τις γνώσεις του.
Τα ρομπότ πάντως δεν τον ανησύχησαν. Είδε ότι ήταν φιλειρηνικά. Ένα μάλιστα από αυτά είχε φτάσει ως εκεί με ένα περίεργο όχημα με δυο ρόδες και πετάλια. Δεν μπορούσε ο πειρατής να καταλάβει ότι ήταν συντηρητές αρχαιοτήτων. Ούτε ότι το όχημα ήταν ποδήλατο. Του έφτανε ότι οι ‘μεταλλικοί άνθρωποι’, όπως τους έλεγε, δεν ήταν φρουροί της Ακρόπολης. «Χε, χε, χε...» ακούστηκε το βραχνό του γέλιο ικανοποιημένος που βρήκε αφρούρητο το βράχο. Το πειρατικό καράβι γλίστραγε ολοταχώς πάνω από πολυκατοικίες, διαστημικούς σταθμούς, τυπογραφεία, αρχαίες οδούς, στούντιο ζωγραφικής και φάρμες ζώων με τα πανιά ολάνοιχτα και τους κωπηλάτες στις θέσεις τους. «Χα, χα, χα...» γέλασε και το τσούρμο των πειρατών. Όλοι αξύριστοι κι αγριωποί, αν και λιγουλάκι αστείοι έτσι που πλέανε στη στεριά, μιμήθηκαν τον αρχηγό τους χωρίς να ξέρουν γιατί γελάνε.
(Η συνέχεια εδώ: Μέρος τέταρτο)
Περισσότερα...